17 Φεβ 2011

ΡΟΖΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑ





Σοφία Προκοπιδου

ΡΟΖΑ ΚΑΙ ΑΝΤΑ

Μονόπρακτο θεατρικό έργο για δύο ηθοποιούς

Φυλακή . Η σκηνή διαιρείται σε δύο μέρη, το ένα μέρος αναπαριστά το κελί της πενήνταχρονης, Ρόζα και το άλλο της δεκαεννιαχρονης  Άντα.
Η Ρόζα φοράει ένα απλό φόρεμα  και μαντήλι στο κεφάλι, ενώ η Άντα φοράει παντελόνι , πουλόβερ και μαντήλι στο κεφάλι όπως η Ρόζα.

Ηχεί χαμηλόφωνα τραγούδι απ’ το ραδιόφωνο, είναι το τραγούδι «Μιλλόον άλιχ ροζ» («Εκατομμύρια κόκκινα τριαντάφυλλα») της Άλλας Πουγκατσιόβα (Δημοφιλής τραγουδίστρια από της εποχή του 70’ έως σήμερα  του ρώσικου πενταγράμμου). 

Ρόζα.

Τι νόημα έχει τώρα η ζωή μου; Τι θα κάνω απ’ εδώ και πέρα; Γιατί ο Αλλάχ δεν με πήρε κοντά του; (περπατά νευρικά στο κελί). Αυτή η τραγουδίστρια  μου έχει ζαλίσει το κεφάλι . Όλα είναι αηδιαστικά και …ανούσια, και όμως εγώ το ήξερα  πως θα καταντούσαμε! Ότι θα φτάναμε στο σημείο να ανεχόμαστε αυτούς τους αδιάντροπους  ρώσους και τα ηλίθια τραγουδάκια τους .
Κρίμα όμως το κορίτσι. Η Άντα, πως θα αντέξει την ανάκριση και την φυλακή;
Όμως ποιος ξέρει… Ίσως και να μην μας βασανίσουν, ζούμε σε άλλες αποχές.
Και ‘γω μπορεί να μην αντέξω τα βασανιστήρια, αν και πιστεύω πως θα αντέξω , αυτό θα εξαρτηθεί από το πόσο θα με εξοργίσουν! Έχω αρκετό πείσμα μέσα μου , και άμα με χτυπήσουν ακόμη καλύτερα … δε θα λυγήσω. Λες όμως να μας κάνουν ελαφρά βασανιστήρια; … καλά…. Τι λέω… Είναι δυνατόν τα βασανιστήρια να είναι  «ελαφρά»; Όταν ο Ανζόρ άρχισε να σηκώνει χέρι πάνω μου όταν ήταν μεθυσμένος , έγινα ακόμη πιο δυνατή. Μια μέρα του  κοπάνισα στο κεφάλι ένα μπουκάλι με ξινόγαλα. Το αίμα έτρεχε  ποτάμι! Όμως εγώ ήμουν χαρούμενη σαν παιδί,  αλλά την χαρά μου την κράτησα για τον εαυτό μου, δεν την φανέρωσα. Το αίμα που έτρεχε ανακατεύτηκε, και έγινε ροζ  Όπως στις ταινίες, λες και  ήταν ψεύτικο. Μόνο που λυπήθηκα την πεθερά μου. Μόλις είδε το σπασμένο κεφάλι του γιού της – έχασε τις αισθήσεις της , σκέφτηκε πως τον σκότωσαν  οι εχθροί του. Σιγά, μην είχε εχθρούς! Τέτοιος που ήταν σιγά μην είχε εχθρούς! Δεν θα του έκαναν τη τιμή! Έπρεπε να τον είχα σκοτώσει τότε , θα έμπαινα στη φυλακή , αλλά θα αποκτούσα την εμπειρία.  Όμως ο μαλάκας έζησε . Μετά από αυτό  δεν έβγαζε κιχ, κατάπινε τη γλώσσα, αλλά  έπινε του σκασμού μέχρι να ξεραθεί στον ύπνο . Έπαψε τις συναναστροφές με κόσμο, παράτησε την δουλειά του , δεν μιλούσε σε κανέναν, ούτε σε μένα ούτε στους άλλους , απαντούσε μόνο μ΄ ένα «Ναι» κ ένα «Όχι»,  κουβέντα παραπάνω.
Μια μέρα όπως ξεστόμισε μια ολόκληρη φράση: «Ντροπή και αίσχος , είπε – η ίδια η γυναίκα μου σήκωσε χέρι πάνω μου . Έπρεπε να σε είχα σκοτώσει!. Δεν σε σκότωσα   για χάρη των παιδιών μας που δεν ήθελα να μείνουν ορφανά από μάνα. Ακόμη τους είσαι  χρήσιμη!»

Και ‘γώ βρέθηκα σε πολύ δύσκολη θέση. Και ‘γω ντρεπόμουν. Ιδίως στην δουλειά. Ενώ παλιότερα κρυβόμουν από τους συναδέλφους μου για να μην δουν το γεμάτο μελανιές  πρόσωπό μου, τώρα κρυβόμουν μήπως και με ρωτήσουν : όλοι μάθανε ότι στο σπίτι μου χύθηκε αίμα . Και έτσι έγινα στόχος των επικρίσεών τους.
 «Δέστε την σήκωσε χέρι πάνω στον ίδιο της τον άντρα!» Παρ όλα αυτά δεν τους έδινα το δικαίωμα να συνεχίσουν τις αποδοκιμασίες τους  . Έτσι μια μέρα έριξα ένα βλέμμα γεμάτο οργή σε μια «καλοθελήτρα», μετά απ αυτό δεν ξανάπε κανείς κουβέντα. 
Έχω τα κότσια για ηρωικές πράξεις , πάντα τα είχα….     

Θυμάμαι την Ζόγια , πόσο πολύ ήθελα να της μοιάσω ! Και ποιος δεν θα’ θελε;
 (σ .Ζογια Κοσμοντεμιάνσκαγια - Ρωσίδα αντάρτισσα ηρωίδα του Β΄Π.Π. επέστη σκληρά  βασανιστήρια μέχρι θανάτου απ τους Γερμανός, αλλά δεν πρόδωσε τους συντρόφους της).

Ήταν  μια αφοσιωμένη κομμουνίστρια ,παραμελούσε την μάνα της  και το σπίτι της , για την  πατρίδα, έτρεχε να μαζεύει ανακυκλώσιμα και να καθαρίζει τον σχολικό χώρο. Πάντα ήθελε να είναι πρώτη.
Κ εγώ ήθελα να τη μοιάσω.
 Όμως μετά, όταν όλα κατέρρευσαν στην χώρα, και τι δεν γράψανε αυτοί οι πουλημένοι δημοσιογράφοι για τη Ζόγια! Αυτά τα κοράκια δεν έχουν πατρίδα, πατρίδα τους είναι η δόξα και  το χρήμα .
Παρ΄ όλα αυτά έχουν το θράσος να καμώνονται τους διανοούμενους. Για την Ζόγια γράψανε ένα σωρό αηδίες, ότι τάχα μου δεν έκανε καμία ηρωική πράξη …ότι ήταν μια ψυχικά άρρωστη κοπέλα…  
Ας γράφουν ότι θέλουν, ο Αλλάχ θα τους τιμωρήσει για την προδοσία τους.

Το τραγούδι τελείωσε. Έπεσε σιγή . Μέσα στη σιωπή ανοίγει η πόρτα του κελιού – ένας  άνθρωπος, η μορφή του οποίου δεν είναι φανερή,  φέρνει φαγητό πάνω σε δίσκο .


- Θα περάσω από ανάκριση;
(σιγή…δεν απαντά) Θα μας ανακρίνουν, όμως δεν μας λένε το πότε. Αν και ένας μάλλον υψηλόβαθμος αξιωματικός, μου είπε γεμάτος μίσος : «θα σε εξαφάνιζα , αν μου δίνονταν η ευκαιρία.  Σκέφτηκες καθόλου  παλιοβρώμα, πόσο κόσμο πήγες να σκοτώσεις στο μετρό;. Τέρας! Κρίμα που καταργήσανε την θανατική ποινή! Φανατισμένη σκύλα!»

Και ποιος μου τα’ πε αυτά ;! Ένα παιδάκι! Σε μένα που τέτοιους σαν και αυτόν τους δίδασκα υπηρετώντας την  ιδεολογία του λενινισμού! Πρέπει όμως να σκεφτώ με  τι θα ασχοληθώ στην φυλακή, γιατί θα ψοφήσω από την πλήξη και την απραξία. (Ξαπλώνει).

Θα προσπαθήσω να κάνω θετικές σκέψεις. Τι κρίμα που δεν σκοτώθηκα. Θα είχα ξεμπερδέψει μια ώρα αρχύτερα.

Στο άλλο μισό της σκηνής ανάβουν φώτα. Στο πάτωμα κάθεται η Άντα. Έχει σταυρωμένα τα χέρια της  και κουνιέται ελαφρά στους ρυθμούς ενός γνωστού τραγουδιού (ποπ) που αντηχεί στο κελί.

Άντα.
Όχι, δεν φοβάμαι τίποτα. Που είναι η Ρόζα? Η καημένη πόσο φοβότανε! Την έβλεπα πόσο έτρεμε . Προδόθηκε από τον φόβο της. Εγώ δεν έριξα ματιά  σε κανέναν, αδιαφορούσα δεν μ΄ ένοιαζε. Αν και της πρότεινα να πάρει χάπια. Της υποσχέθηκα πως αν τα έπαιρνε όλα θα ‘ταν σαν σε όνειρο . Αυτή όμως αρνιόταν πεισματικά, «Δεν είμαι καμιά ναρκομανής! Δε θα πάρω!» -φώναζε.
Δεν ήθελε να καταλάβει ότι τα χάπια θα μας σώζανε, και θα ήμασταν τώρα  στον Παράδεισο. Όμως τώρα είμαστε καταδικασμένες να ζήσουμε κ’ άλλο, και να είμαστε αιχμάλωτες των σκέψεών μας .

Και με τι να γεμίσω το μυαλό  μου τώρα; Δεν ξέρω πια.  Ας πούμε , θα θυμηθώ τα παιδικά μου χρόνια; και ποιο το νόημα;  Ήμουν ένα  συνηθισμένο κορίτσι, τρέχαμε στους δρόμους , παίζαμε στα πάρκα, κυνηγούσαμε τα αγόρια για να τα δείρουμε . Μας φοβόντουσαν τότε. Γιατί άραγε; Μάλλον  ξέρανε ότι όταν μεγαλώνανε, θα έρχονταν η σειρά των κοριτσιών  να τους φοβόνται  για μια ζωή…


Ρόζα.
Πρέπει να βγάλω  από το μνήμη μου ευχάριστες αναμνήσεις . Ας πούμε για τα παιδικά μου χρόνια . Ποσά χρόνια περάσανε από τότε! Δεν έχω λόγο να σκαλίζω την παιδική μου ηλικία , ήταν όλα τέλεια! Θυμάμαι που μαζεύαμε χαρτάκια τις  καραμέλες για να κάνουμε συλλογές, τριγυρνούσαμε όλη την ημέρα. Μία στην αλάνα, μια στο δρόμο, όμως το αγαπημένο μας σημείο ήταν τα σκουπιδιάρικα, γιατί εκεί βρίσκαμε και τα χαρτάκια από καραμέλες ..Πω- πω,  αν μάθαιναν  οι γονείς μας  τα μέρη που συχνάζαμε  θα μας τιμωρούσαν για μια ζωή. Είχα μαζέψει πάρα πολλά χαρτάκια, βέβαια ήμουν πρώτη, μάζεψα πάνω από πεντακόσια. Πιτσιρίκα τα μετρούσα κάθε μέρα και τα  σιδέρωνα…
Έτσι ήμουνα μικρή. Θυμάμαι πως  έκρυψα σε κάποιο σημείο τη συλλογή μου και την έχασα. Έψαχνα τα χαρτάκια μου σαν τρελή , έκλαιγα με λυγμούς, μετά άρχισα να υποψιάζομαι τον αδελφό μου Αζάτ , μήπως τα έκλεψε και τα έδωσε σε κάποιον. Αυτός  μου ορκίζονταν πως δεν τα πείραξε αλλά εγώ δεν τον πίστευα. Γενικά για κάποιον λόγο δεν του είχα ποτέ εμπιστοσύνη . Η μάνα μου με χτύπησε για το υστερικό μου ξέσπασμα . Μετά το ξύλο  αμέσως ξέχασα την απώλεια του «θησαυρού» μου. Πέρασαν χρόνια και  όταν επιστρέψαμε στην Τσετσενία από το Τζαμπούλ , βρήκα τα χαρτάκια μου. Ήταν τυλιγμένα σ’ ένα σακουλάκι και πέσανε πίσω από το κομοδίνο . Το πιο πιθανό είναι να τα είχα κρύψει και να ξέχασα το μέρος…
(Αναστενάζει) Αχ τι ανοησίες φέρνω στο μυαλό μου…

Άντα.
Μ άρεζε πολύ το ποδόσφαιρο , ήμουν και καλή παίκτρια γιατί  έπαιζα με αγόρια , όμως αυτό κράτησε  μέχρι τα 11 μου, ύστερα η μητέρα μου απαγόρεψε να πηγαίνω στο γήπεδο, λέγοντάς μου πως δεν είναι πρέπον για μια κοπέλα… Για να θυμηθώ τι άλλο έκανα στην παιδική μου ηλικία.. Α ναι!  Έραβα ρούχα  και φορέματα για τις κούκλες μου. Θα γινόμουνα καλή ράφτρα,  έλεγε η μαμά μου. Η καημένη… πάντα την ρεζίλευα, ειδικά όταν έπαιζα με τ’ αγόρια.  «Αν ο πατέρας ήταν ζωντανός δεν θα σου επέτρεπε να τρέχεις σαν τρελή στα γήπεδα με τ΄ αγόρια», - έλεγε.
Ο πατέρας μου πέθανε πολύ παλιά , δεν τον θυμάμαι καθόλου.  Σκοτώθηκε σε αυτοκινητιστικό . Μου ‘λεγαν πως αγαπούσε την ταχύτητα! Επίσης ήταν και καλός ορειβάτης, τα καλοκαιριά δούλευε ως οδηγός ορειβατών. Ο Καύκασος έχει ψιλά βουνά. Έχουμε πολλές φωτογραφίες:  ο πατέρας μου με όμορφες χαμογελαστές τουρίστριες.  Δεν τον θυμάμαι καθόλου.  

Ρόζα.
Ο πατέρας μου ήταν αφοσιωμένο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το γεγονός αυτό προκαλούσε σε μένα – την δασκάλα- αηδία. Υπηρετούσε το κόμμα με τέτοιο ζήλο και ευλάβεια ! Όμως ο φαρισαϊσμός του  δεν είχε όρια. Χάριν  αυτόν, είχαμε καλό σπίτι, αυτοκίνητο, και τραπέζι πάντα γεμάτο . Ως πατέρας δεν μου έδινε σημασία, ήμουν αόρατη για ‘ κείνον. Ήξερε ότι ήμουν άριστη μαθήτρια , αλλά ποτέ δεν μου είπε ένα μπράβο, απεναντίας πάντα με αποδοκίμαζε και μου απαγόρευε να μιλάω πολύ. Ήμουν πολύ συναισθηματικό και ονειροπόλο παιδί. Θυμάμαι πως κάθε φορά που γυρνούσα απ’ το σχολείο διηγούμουν με κάθε λεπτομέρεια αυτά που πέρασα στη διάρκεια της μέρας.
Οι γονείς μου βέβαια δεν με άκουγαν, μου έλεγαν «άντε φτάνει, μας ζάλισες πάλι», ε και’ γω έβγαζα τον σκασμό πριν προλάβουν να εκφράσουν την δυσαρέσκειά τους . Μόνο η γιαγιά μου φώναζε να έρθω στην κουζίνα και μου ζητούσε να συνεχίσω την αφήγησή μου. Βέβαια δεν καταλάβαινε λέξη από ρώσικα! Δύο-τρείς λέξεις ήξερε όλα κιόλα . «Αφού δεν καταλαβαίνεις τα ρώσικα!» της φώναζα  ταραγμένη , και αυτή αντέλεγε: «τότε μίλα μου στα τσετσένικα».
Έτσι ξεκινούσα να μιλάω στην τσετσένικη γλώσσα όμως είχα την εντύπωση πως αυτά που έλεγα δεν ήταν ίδια μ αυτά που ‘λεγα στα ρώσικα , έβγαζαν διαφορετικό συναίσθημα. Έτσι έχοντας αλλοιώσει την διήγηση που  με την τσετσένικη  γλώσσα, τελείωνα απότομα την ομιλία μου . «Αυτό ήταν;» με ρωτούσε , « και’ γω που νόμιζα πως είχες να μου πεις κ άλλα! Καλά τότε πάμε να κάνουμε κρέπες, σ αρέσει το τσεπαλγάς;» Με ρωτούσε πάντα, παρόλο που  ήξερε πως το τσεπαλγκάς ήταν η αγαπημένη πίτα όλων των τσετσένων.
Πω- πω. τι νόστιμα, που μυρίζει το τυρί και το βούτυρο!

Άντα.
Έμαθα από μικρή να μαγειρεύω νόστιμα. Ήμουν τόσο δα κοριτσάκι και ήδη ήξερα να κάνω καλή τηγανιά και πίτες … Η μανά μου ήταν όλη μέρα στη δουλειά , και γω ζήλευα που  η μαμά του γείτονά μου Μάλικ, του μαγείρευε κάθε μέρα διαφορετικό φαγητό.
Άραγε τι θα ‘τρωγα τώρα ; Μάλλον την πιο ταπεινή πίτα –την σισκάλ. Θα ήταν ότι πρέπει για τώρα.

Ρόζα.
Είναι μεγάλη τιμωρία για μένα -μια γυναίκα δραστήρια και δημιουργική να κάθομαι άπραγη σ ένα κελί !

Άντα.
Τι  κάνει τώρα η Ρόζα; Γιατί δεν μας βάλανε στο ίδιο κελί; Μάλλον για να μην έχουμε επικοινωνία! Και να μιλούσαμε δεν ξέρω τι θα της έλεγα δεν έχω ιδέα το τι μας περιμένει.

Ρόζα.
Όσο περίεργο και αν ακούγεται, πάντα ήξερα από πριν το τι θα μου συνέβαινε. Προέβλεπα πάντα τα μεγάλα συμβάντα . Ποιος θα το σκεφτόταν πως θα αποφάσιζα να πεθάνω στο όνομα του Αλλάχ; Μερικά χρόνια  πριν μου φαίνονταν αστείο που κάποιοι προσπαθούσαν να επιβάλλουν  τον νόμο της μαντίλας στην Τσετσενία … Χαρακτήριζα τέτοιες ενέργειες ως σκοταδιστικές . Μέχρι που τις αποδέχτηκα ως πρέπουσες και αναγκαίες. Έχω διαισθανθεί πολλά πράγματα. Και ενώ τώρα βρίσκομαι στο κελί φυλακισμένη δεν νοιώθω ούτε φόβο ούτε έκπληξη.

Θυμάμαι ξεκάθαρα εκείνη την ημέρα που όλα τα παιδιά οργανώσαμε έξοδο σε σινεμά , για να δούμε ταινία για την Ζόγια. Ήταν φοβερή αντάρτισσα και   κατάσκοπος. Όταν ήμουν κοριτσάκι παρακολουθούσα τα ηρωικά της κατορθώματα με δάκρυα στα μάτια , δεν ήταν μόνο δάκρυα λύπης και θαυμασμού για την ηρωίδα του , ήταν δάκρυα που προοιώνιζαν και το δικό μου τέλος. Φώλιασε  μες στην ψυχή μου ένα προαίσθημα ότι και ‘ γω θα έχω παρόμοιο τέλος , αυτό το συναίσθημα όμως δεν μου προκάλεσε φόβο, ήταν σαν να αποδέχτηκα σιωπηρά την μοίρα μου , και έτσι δεν μοιράστηκα με κανέναν αυτή μου την πρόβλεψη. Είχα αντικρίσει κατάματα το πεπρωμένο μου, και την ίδια στιγμή το έβγαλα απ το μυαλό μου, ίσως επειδή ήξερα ότι δεν έφτασε ακόμη η ώρα μου, η μάλλον επειδή δεν μπόρεσε να χωρέσει ο νους μου το γεγονός ότι και γω στο μέλλον θα κάνω ηρωική πράξη θυσιάζοντας τη ζωή μου έχοντας πλήρη συνείδηση και συναίσθηση των πράξεών μου . Ξέρω είναι δύσκολο να το πιστέψει κανείς . Καμιά φορά  δεν μπορώ να πιστέψω τον ίδιο μου τον εαυτό για την πράξη που  οδήγησε η μοίρα να κάνω.

Άντα.
Η Ρόζα είναι μεγάλη γυναίκα, δασκάλα. Μάλλον περνάει τώρα δύσκολες ώρες.
Πως μπορεί να αντέξει την φυλακή; Αφού πιστεύαμε πως θα φεύγαμε για πάντα …
Πρέπει με κάτι να απασχολήσω το μυαλό μου για να περάσει ο χρόνος ανώδυνα. Πρέπει να βυθιστώ στις αναμνήσεις. Αφού είμαι ακόμη ζωντανή αξίζει να θυμηθώ κάτι ευχάριστο…       

Ρόζα.
Στο σχολείο ήμουν πολύ καλή μαθήτρια, τα αγαπημένα μου μαθήματα ήταν η ιστορία και η λογοτεχνία , το όνειρό μου ήταν να περάσω στο φιλολογικό τμήμα, παράλληλα έγραφα και ποίηση. Λαχταρούσα  να πάω και να σπουδάσω στη Μόσχα. Θυμάμαι πως ο θείος μου ο Ασλάν μια μέρα διάβασε τα ποιήματά μου και μου είπε πως έχω δυνατότητες να μπω στη Σχολή, επιπλέον οι μειονότητες είχαν ειδικές βάσεις εισαγωγής. Κάθε έθνος πρέπει να έχει τους ποιητές του. Στην χώρα τώρα  όλοι διέδιδαν την ισότητα των εθνών, λέγοντας  το σύνθημα : «ελευθερία – ισότητα - αδελφότητα». Όμως εμείς, οι Τσετσένοι, δεν πολυπιστεύαμε αυτά τα κραυγαλέα λόγια. Γιατί όλα αυτά για την αδελφοσύνη των λαών, μας επιβάλλονταν … και για αντάλλαγμα οι Ρώσοι ζητούσαν από μας ισότητα και αλληλεγγύη δηλαδή τυφλή αφοσίωση…

Σιχαινόμουν την υποκρισία. Αυτό ήταν ο κύριος λόγος  που δεν ήμουν ιδιαίτερα προσφιλής στο σχολείο.  Με λέγανε  «ψωροπερήφανη Τσετσένα». Όμως παρ όλη την αντιπάθεια με έχρησαν, έστω και για ένα χρόνο μόνο, αρχηγό στην οργάνωση του «Κομσομόλ» (σ. κρατική κομμουνιστική οργάνωση νέων στην τέως Σοβιετική Ένωση).  Η θησεία  μου στο κομμουνιστικό κόμμα των νέων ήταν σύντομη, επειδή δεν τους άρεζε η επιβλητικότητά μου, και παν΄ απ’ όλα η καταγωγή μου, απλά έκρυβαν με «μαεστρία» αυτήν τους την δυσαρέσκεια.

Εξαιτίας αυτού του τεταμένου κλίματος στο σχολείο, είχαν «πάθει τα νεύρα μου», έτσι έλεγε η μάνα μου.  

Τι να μου ‘λεγε και η καημένη η μάνα μου … Εγώ ήθελα να κάνω τον κόσμο ιδανικό και σωστό! Ήθελα να τον απαλλάξω από το ψέμα την υποκρισία και κάθε είδους βρωμιάς. Μίζερα ανθρωπάκια δεν άξιζαν τις προσπάθειές μου, και συνειδητοποιώντας αυτήν την αλήθεια κλεινόμουν όλο και πιο πολύ στον εαυτό μου.
«Αλαφροΐσκιωτη» - έτσι με αποκαλούσαν οι φίλες μου, μα τι λέω δεν είχα φίλες, ήταν απλές συμμαθήτριες. Είχα μόνο μία φίλη  την Όλια , μια Ρωσίδα. Με άκουγε πάντα με προσοχή και συμφωνούσε μαζί μου στο γεγονός ότι δεν πρέπει να ζει κανείς μόνο για την πάρτι του, πρέπει να αγωνιζόμαστε συνέχεια, να κυνηγάμε υψηλά ιδανικά.
Έτσι μια μέρα αποφασίσαμε με την Όλια να μάθουμε τζούντο. Ακολούθησε μεγάλος καβγάς στο σπίτι, ο πατέρας με απειλούσε πως δεν θα αντέξει τέτοια ντροπή και θα με διώξει απ το σπίτι. Όμως είμαι σκληρό καρύδι, δεν θορυβήθηκα απ τις απειλές του – επιπλέον ήταν ένας άνθρωπος απλός , αγράμματος και άξεστος.  Για να τον πείσω του διηγήθηκα την ιστορία της Ζάρας της κοπέλας πολεμίστριας, ηρωίδας του Μιχαήλ Λέρμοντοφ,  στην εποποιία  του  «Ισμαήλ-Μπέη». «Οι κοπέλες πολεμούσαν πλάι στα αδέλφια στους πατέρες και στους άντρες τους», - Το διάβασα   στον πατέρα μου. Του ανέφερα  ιστορικά στοιχεία, και το βιβλίο όπου έγραφε ότι: «ανάμεσα στους αιχμαλώτους που συνελήφθηκαν δίπλα στο χωριό Μπολσάγια Γιαντίρκα μαζί με τους αντάρτες ήταν και μια κοπέλα που φορούσε ανδρική ενδυμασία. Η κοπέλα αυτή πολεμούσε πάνω από δέκα χρόνια. Τη οδήγησαν ενδεδυμένη σε εθνική πολεμική ενδυμασία και  στον Τσάρο τον Νικόλαο Α’. Μετά οδηγήθηκε στο φρούριο Γκρόζνιϊ».
Ο πατέρας μου δεν συμφωνούσε: «όλα αυτά έγιναν  πολύ παλιά, σε άλλες εποχές» είπε. Όμως εγώ πείσμωσα και γράφτηκα στα μαθήματα τζούντο. Ο  πατέρας μου βέβαια το έμαθε, όμως έκανε πως δεν ήξερε… δεν μπορούσε ποια να με ζορίσει, είχα χαρακτήρα εγώ…  Πέραν του τζούντο, έπαιρνα μαθήματα ορειβασίας και μπάσκετ.
Τώρα μου φαίνεται περίεργο το γεγονός που ποτέ δεν διηγήθηκα στους μαθητές μου ιστορίες για τις Τσετσένες;

Παρ όλο που τα ποιήματα του  Λέρμοντοφ ήταν στην διδακτικοί ύλη  και ενδεικτικά διδάσκονταν κάποια απ τα έργα του.
Λες να φοβόμουν;
Δεν μου πέρασε καν απ το μυαλό να πω στους μαθητές την ιστορία της Ζάρας . Τότε το μυαλό μου ήταν φορτωμένο με τα του Κόμματος.

Η  Όλια ,η μοναδική μου φίλη, μου έμεινε για πάντα πιστή. Περάσαμε στο παιδαγωγικό-και όχι στο φιλολογικό όπως ήθελα-τμήμα στην Μόσχα. Αποφοιτήσαμε μαζί. Επιστρέψαμε στην Τσετσενία και  πήγαμε στα σχολεία για δουλειά…


Άντα.
Αυτός ο πόλεμος με φόβισε πολύ, δεν μου ‘ρχεται τίποτα το ευχάριστο στο κεφάλι… Όταν ξέσπασε ο πρώτος πόλεμος στην Τσετσενία  ζούσαμε στο Γκρόζνιϊ, τότε πήγαινα στο σχολείο, όταν ο πόλεμος καταλάγιασε , και καταφέραμε με την μάνα μου να βγούμε ζωντανές απ αυτόν, άρχισα να αδιαφορώ για πολλά πράγματα, έχασα την αίσθηση του φόβου. Έχασα φίλους και συγγενείς … συνειδητοποίησα τον εφήμερο χαρακτήρα της ανθρώπινης ύπαρξης , ότι τίποτα δεν είναι δεδομένο. Σήμερα είσαι και αύριο δεν είσαι. Ζεις την ζωή σου ήσυχα και ωραία και κει που περπατάς αμέριμνος στον δρόμο σκάει μια βόμβα και η ζωή σου έτσι απλά και απρόσμενα τελειώνει …
Μετά τον πόλεμο, αναθεώρησα τις αξίες της ζωής,  και η στάση μου απέναντι στον θάνατο – σε όλες του τις εκφάνσεις άλλαξε δραστικά. Συνειδητοποίησα ότι ο θάνατος, όσο φόβο και να προκαλεί στους άλλους, έπαψε να έχει την ίδια επίδραση πάνω μου. Δεν τον φοβόμουν ποια, φοβόμουν μόνο την ταπείνωση και την απαξίωση. 
Η ίδια η αίσθηση του φόβου είναι ταπεινωτική.
Πως τόλμησα και επέτρεψα αυτήν την αίσθηση να εισβάλλει μέσα μου και να με κάνει δέσμιά της!

Θυμάμαι, πως στην αυλή μας επί της οδού Λένιν, στον όγδοο όροφο της πολυκατοικίας μας, ακούστηκε εκκωφαντική μια έκρηξη. Τρέξαμε έξω και έντρομοι αντικρίσαμε ολόκληρο δέμα από εκρηκτικά στον παιδότοπο. Μετά από λίγο οι εκρήξεις άρχισαν να αντηχούν παντού.

Η μάνα μου έριξε πρόχειρα ένα παλτό πάνω της, πήρε τα διαβατήρια μας, και έτσι όπως ήμασταν με τις παντόφλες τρέξαμε στην γιαγιά μου, που  ζούσε μόνη της κοντά σε μας. Τρέχαμε σαν τρελές, με την άκρη του ματιού μας διακρίναμε τις τρομακτικές σκιές των θωρακισμένων και των τανκς που καίγονταν, αλλά και  τα απανθρακωμένα αυτοκίνητα   Είδα ένα  αιματοβαμμένο σωρό από πτώματα ανθρώπων. Λίγα λεπτά πριν   περιμένανε αμέριμνοι το λεωφορείο στη στάση.

Προσπάθησα να μην κοιτάω όλη αυτήν την φρίκη, αλλά λες και φύτρωσαν πίσω στην πλάτη μου ένα ζευγάρι μάτια που παρατηρούσαν και απομνημόνευαν τα πάντα.  Προσπάθησα να τα κλείσω όπως και τα μπροστινά , όμως δεν υπάκουαν στην εντολή μου. Και τα αυτιά μου ήταν το ίδιο ανυπάκουα όπως και τα μάτια μου, τα  ακούγανε όλα και τα αποθηκεύανε στην μνήμη μου:  τις κραυγές , τους θρήνους, τις ικεσίες για βοήθεια. Ο θόρυβος ήταν τόσο μεγάλος, λες και η Γη κόπηκε στην μέση …
Φτάσαμε στο σπίτι της γιαγιάς μου και την είδαμε νεκρή.
Έτσι, η οικογένειά μου έγινε μάρτυρας πολέμου, «πολεμικής εκστρατείας»,  όπως τον αποκαλούσαν οι εφημερίδες.
Η οικογένειά μου ήδη μετρούσε την πρώτη απώλεια, την γιαγιά μου . Όλο το σοι πήγε στην κηδεία. Οι άνθρωποι τον πρώτο καιρό του πολέμου ακόμη πηγαίνανε στις κηδείες ελπίζοντας πως η σύρραξη δεν θα κρατούσε για πολύ. 
Ο θάνατος μας ακολουθούσε παντού, όμως δεν ήταν ο συνοδοιπόρος μας. Τότε ήταν που για πρώτη φορά  σκέφτηκα πως πρέπει να τον αψηφώ. Και άρχισα να πιστεύω πως εμείς επιλέγουμε τον θάνατό μας , και όχι αυτός εμάς.

Πως επιλέγουμε ακόμη και το πότε θέλουμε να τον συναντήσουμε. 



Ρόζα.
Είμαι πολύ περίεργη, γιατί να  θυμάμαι μόνο τα ευχάριστα;  Ρόζα,  μην ξεχνάς ότι είσαι στη φυλακή, είσαι μια «μαύρη χήρα» , «τζιχάντκα», προετοιμάσου καλύτερα γι αυτά που θα ακολουθήσουν, θα περάσεις από ανάκριση ,  θα συ κάνουν τα πάντα για να μιλήσεις.

Πρέπει να μην πω τίποτα, να μην βγάλω άχνα (περπατά νευρικά πάνω στην σκηνή)…..Θα το καταφέρω όμως; Θα με αναγκάσουν να ομολογήσω όσο και να αντιστέκομαι.
Δεν είμαι σαν την μεγάλη ηρωίδα του πολέμου κατά των Γερμανών, την Ζόγια. Αυτή  πέρασε από φρικτά βασανιστήρια και άντεξε. Λένε πως έντονος  σωματικός πόνος βοηθάει, επειδή παράγει τα «ηρωικά» αντισώματα η κάτι παρόμοιο … Δεν θυμάμαι ακριβώς πως λέγεται. Αλλά ο πόνος μετατρέπεται σε ηδονή, σου προκαλεί κάτι σαν οργασμό.

Αν και δεν ξέρω πως είναι να έχεις οργασμό. (Γελάει). Θα μπορούσα να ομολογήσω αυτήν μου την αλήθεια, αλλά ποιος θα ενδιαφέρονταν να την ακούσει;… Γιατί το έκρυβα αυτό απ’ τις φίλες μου; Αν και αυτές σαν και μένα δεν μιλούσαν ανοιχτά για το θέμα της ερωτικής ηδονής. Είμαστε γυναίκες, και  από την φύση μας πρέπει να αρκούμαστε σ’ έναν άξιο σύζυγο και σε μια καλή οικογένεια, αυτή πρέπει να  είναι η μόνη πηγή ηδονής για μας . Θυμάμαι την Ρωσίδα Αντόνινα. Όλη την ώρα καυχιόταν για τους οργασμούς της, και τι κατάλαβε; Η οικογένειά της διαλύθηκε , και ο άντρας της όσο ικανός ήταν στο κρεβάτι άλλο τόσο ήταν και στο ξύλο, την, θυμάμαι, να έχει μονίμως μελανιασμένο πρόσωπο … Τελικά ποια απ τις δύο μας ήταν σκλάβα αυτή για εγώ;… Αυτή  μας θεωρούσε δούλες των αντρών μας . Μπορεί να είχε και κάποιο δίκιο . Όμως εγώ δεν ήμουν σαν τις άλλες. Ο δικός μου Ανζόρ με φοβόταν γιατί αντιστεκόμουν, γι΄αυτό και έπινε. Στα μάτια της κοινωνίας βέβαια ο άντρας μου ήταν σωστός οικογενειάρχης!
Ο Αλλάχ τον πήρε κοντά του .
(Κοιτάει πάνω)  Οπού να είσαι, θα ανταμωθούμε. Εκεί πάνω σίγουρα θα σε σέβομαι.  Στο υπόσχομαι! Θα είμαι άγγελος! Αφού ξέρεις ότι προσπαθούσα, τα έκανα όλα όπως πρέπει και αρμόζει . Εδώ δεν μου μείνε τίποτα πια,  έκανα όλα μου τα καθήκοντα, τώρα αγαπημένε  μου Ανζόρ  η θέση μου είναι δίπλα σου, μόνο δίπλα σου.

Άντα
Από κείνη την ημέρα, και για τέσσερα  χρόνια ζούσαμε χωρίς φώς και θέρμανση . Και η κάθε ελπίδα να δραπετέψουμε απ’ αυτήν την επίγεια κόλαση μας εγκατέλειπε μέρα με την μέρα. Ο πρώτος χειμώνας ήταν και ο ποιο κριός. Δεν είχαμε  τρόφιμα. Θέλαμε να πεθάνουμε.
Το 1996 κήρυξαν ανακωχή, μας επέτρεψαν να γυρίσουμε στη πόλη μας, στα σπίτια μας , η καλύτερα σ’ ότι απέμεινε απ΄ αυτά . Το διαμέρισμά μας έγινε «θερινό» από τις σφαίρες και τις βόμβες, όλα έγιναν παρανάλωμα  του πυρός  το μόνο που απέμεινε ήταν ένας γδαρμένος τοίχος στο σαλόνι.  


Ρόζα
Πολύ φοβάμαι  πως θα λυγίσω και θα μιλήσω, τι θα τους πω; θα με εξαναγκάσουν να τα ομολογήσω όλα, πρέπει να ξέρω τι να τους πω .

Παντρεύτηκα στα 23 μου, πολύ αργά, ήδη άρχισαν να με θεωρούν γεροντοκόρη, και να αμφισβητούν την αγνότητά μου. Οι σπουδές μου στην Μόσχα δεν μου επέτρεπαν να παντρευτώ, οι γαμπροί με περίμεναν στην πατρίδα  μου. Εγώ, αλήθεια,  δεν βιαζόμουν, διάβαζα πολύ, μ’ άρεσε η φοιτητική ζωή.  
Δεν έβγαινα με αγόρια, το μόνο που με ένοιαζε, ήταν να διατηρήσω την τιμή μου.

Στους χορούς μας δεν χόρευα με τα αγόρια, απλά κοιτούσα, έλεγα πως δεν μπορώ. Δεν μπορούσα να αντέξω το πλησίασμα τους…

Ακούγετε το τραγούδι  «Eagle» Hotel California
Κάνε πως χορεύει

Παράξενο. Τόσο χρόνια μάθαινα αγγλικά – σχολείο – πανεπιστήμιο και αγγλικά  δεν μιλώ. Φοβάμαι να μη κάνω λάθος.

Εγώ ήμουν ακτιβίστρια…Θυμάμαι πως για την κοινωνική μου προσφορά και δραστηριότητα με ανταμείψανε με ένα ταξίδι στην Γιουγκοσλαβία. Ήταν σαν να πας στην Αμερική!
«Χοτελ Καλιφορνία» το πιο ρηματικό που θυμάμαι από τα χρόνια εκείνα… 

Αλλά πάντα ταξίδευα νοερά , νόμιζα παντού χωράω – σε όλο τον κόσμο!

Και να, ένα πραγματικό ταξίδι! Ήμουν τρισευτυχισμένη! Δεν μπορούσα να το πιστέψω αφού πήγαινα σε μια σχεδόν καπιταλιστική χώρα. Εμένα όμως σαν άξιο μέλος του κομμουνιστικού κόμματος νεολαίας με επέλεξαν άφοβα στο ταξίδι αυτό…

Στην Γιουγκοσλαβία όλα μου φαίνονταν διαφορετικά, ακόμη και ο αέρας είχε διαφορετική μυρωδιά, ήταν ευωδιαστός λες και ήταν ποτισμένα  με λουλούδια …  Στο διεθνές  αεροδρόμιο  θυμάμαι την μυρωδιά του καφέ και των ακριβών γαλλικών αρωμάτων. Αυτές οι μυρωδιές  μου θύμιζαν ότι πλέον βρισκόμουν στο εξωτερικό!

Οι μυρωδιές έχουν την μαγική ικανότητα να μας ταξιδεύουν στο παρελθόν. Έτσι θυμήθηκα την νοσταλγία που μ έπιασε για τους ασιάτες , Καζάκους, όταν επιστρέψαμε στην Τσετσενία απ το Καζακστάν.  
Εκεί γεννήθηκα, εκεί ζούσαν εξόριστη από την Τσεστενία οι γονείς μου…
Μια φορά συνάντησα έναν Καζάχο με τη εθνική του φορεσιά, τον πλησίασα χωρίς να με καταλάβει και … τον μύρισα. Ήταν κάτι το απερίγραπτο! Ενώ θυμάμαι τους  σιχαινόμουν από μικρή, ήταν βρόμικοι και  ξαφνικά κάτι με ώθησε να θυμηθώ την μυρωδιά τους…   Αυτό ήταν νοσταλγία που μου  πέρασε σταδιακά μετά όταν επισκέφτηκα την θεία μου την Ζάρα στο Καζακστάν, η οποία δεν επέστρεψε  μαζί μας  επειδή παντρεύτηκε Ρώσο. Εκεί, μόλις αντίκρισα τους τόπους των παιδικών  μου χρόνων, με έπιασε βαθειά απογοήτευση, το σπίτι μας φαίνονταν μικρότερα , ο ποταμός Καρασά, όπου ψαρεύαμε γριβάδια ξεράθηκε, οι Έλληνες γείτονες  μας, έφυγαν  άλλοι στον Καύκασο και άλλοι στην Ελλάδα, μαζί μ αυτούς που έφυγαν στην Ελλάδα έφυγε και η παλιά μου φίλη η Άνια.
Από τότε θεραπεύτηκα  και  έπαψα πλέον να νοσταλγώ το Τζαμπούλ και τους καλόψυχους Καζάκους.
Το Γκρόζνι πλέον έγινε η πατρίδα, στην οποία ζω από τα οκτώ μου … η μάλλον ζούσα… Όχι, όχι δεν θα με εκτελέσουν στο απόσπασμα, αυτές οι εποχές περάσανε! Εδώ δεν είναι Αμερική!

Άντα.
Η εκεχειρία έληξε, και ο πόλεμος άρχισε ξανά. Στα τέλη του 1997 είχαμε κάποια σύντομα φωτεινά διαλείμματα ειρήνης. Πουλήσαμε τότε ένα χωράφι στο Σάλι, και αγοράσαμε καινούργιο διαμέρισμα στην ίδια οδό που ζούσαμε . Φορούσαμε ότι βρίσκαμε και τρώγαμε ό τι ήταν φαγώσιμο. Η χαρά μας δεν κρατήθηκε   για πολύ, και έτσι  σε δύο χρόνια  στερηθήκαμε και πάλι στέγη και αναγκαστήκαμε ναι γίνουμε με την μητέρα μου πρόσφυγες.  Μετά απ’ αυτό η ζωή μου δεν θα ήταν ποτέ όπως πριν …

Ρόζα.
Ευτυχώς… εδώ δεν είναι Αμερική!
Μα τι είναι αυτά που λέω, πώς είναι δυνατόν να θέλω να ζήσω, γι΄ αυτό κάθομαι και αναπολώ το παρελθόν; Ενώ έπρεπε να εύχομαι να πεθάνω , και θα ‘πρεπε να λέω , «τι κρίμα που εδώ δεν είναι όπως στην Αμερική, και δεν μας εκτελούν πάνω σε ηλεκτρική καρέκλα! Να γλυτώναμε μια ώρα αρχύτερα…».
Μα πότε επιτέλους θα με πάρουν για ανάκριση;
Αν και ο ανακριτής μου φάνηκε καλοσυνάτος… Ωχ τι βλακείες είναι αυτές που λέω … Τι καλοσυνάτος και χαζά. Τέτοιες καλοσύνες τις φάγαμε με το κουτάλι απ’  τους ανακριτές με το αγγελικό πρόσωπο και διαβολική  ψυχή.
Κρίμα που δεν είναι μαζί μου η Άντα , να μοιραζόμουν μαζί της τις αναμνήσεις μου, θα της ήταν χρήσιμο να άκουγε όλα αυτά που έχω στο μυαλό μου, μπορεί να είναι μικρή, αλλά είναι σκληρό καρύδι. Ο Αλλάχ ήθελε να την πάρει, όμως κάτι εμπόδισε τα σχέδιά του. Πώς να είναι άραγε τώρα με ποιες θα είναι στο κελί, μάλλον με τίποτα πουτάνες  και κλέφτρες, γέμισε πια ο τόπος από αυτές. Οι γυναίκες χάσανε  κάθε αίσθηση ντροπής  και αξιοπρέπειας.
… Θα έρθει η μέρα της μεγάλης κρίσης! 

Άντα.
Να ‘ταν μαζί μου η Ρόζα.
Στην αρχή δεν την πολυσυμπάθησα, μου φάνηκε πολύ εκνευριστική. Πάντως  φαίνονταν  άτομο που  αψηφά τον θάνατο, είχε πολύ δύναμη μέσα της … Θυμάμαι πως όταν με πρωτοείδε με πλησίασε και είπε , «μην στεναχωριέσαι , όλα αυτά που έζησες ήταν μια δοκιμασία σταλμένη από  τον Αλλάχ, πρέπει να χαίρεσαι, γιατί είσαι η εκλεκτή του».  Τα λόγια της αποτυπώθηκαν μέσα μου. Όμως, σκέφτηκα, που ξέρει, αφού δεν της είχα πει τίποτα απολύτως για μένα.

Ρόζα.
Τότε στην Γιουγκοσλαβία για πρώτη φορά συνειδητοποίησα πως είναι ο έξω κόσμος. Δεν ζήλεψα. Όλα στην Γιουγκοσλαβία ήταν πολύ όμορφα, ο κόσμος πολύ φιλόξενος  και εξυπηρετικός. Και το γκρουπ μας ήταν καλό, κάναμε καλή παρέα … Όλοι φαίνονταν πολύ φιλικοί , όμως κάποιοι απ’ αυτούς πρέπει να μας παρακολουθούσαν . Ήμασταν όμως πολύ αφελείς και δεν μας πέρασε καν απ το μυαλό ότι κάποιοι καλοθελητές  ήταν χαφιέδες.  Θυμάμαι πως η συγκάτοικος μου στο ξενοδοχείο, η Ρίτα, μου είπε χαριτολογώντας  να μην είμαι πολύ ανοιχτή με όλους γιατί κάποιοι απ την ομάδα μας λόγω του ότι βρισκόμαστε σε ξένο- εχθρικό έδαφος μας παρακολουθούν για λογαριασμό των «άλλων», δηλαδή της ΚαΓκεΜπε.  Τότε άρχισα να σκέφτομαι, ποιος θα μπορούσε να είναι ο καταδότης , αλλά μου ήταν δύσκολο να υποψιαστώ κάποιον επειδή στην ομάδα μας βασίλευε η φιλία και η αγάπη, ήμασταν όλοι  πολύ δεμένοι.


Άντα.
Μετά όμως γίναμε φίλες με την Ρόζα, γιατί σαν άνθρωπος ενέπνεε  εμπιστοσύνη. Πλάι της έπαψα να φοβάμαι τον εαυτό μου. Άρχισα να χαμογελάω πιο συχνά και να μιλάω πιο συχνά. Γιατί ένα διάστημα έχασα την μιλιά μου.
Κάποια μέρα η Ρόζα μας διηγούταν τις ηρωικές πράξεις των  γυναικών πολεμιστριών από την Τσετσενία. Ήταν ένα αξέχαστο μάθημα!

Ρόζα.
Τι καλά που θα ‘ταν να ήταν εδώ η Άντα. Θα την χρησίμευε πολύ να άκουγε την ιστορία μου για την Γιουγκοσλαβία.

Άντα
«Θέλω να σας παραδειγματίσω με την ηρωική πράξη των γυναικών της Τσετσενίας» - είπε στο μάθημα η Ρόζα και το πρόσωπό της πήρε σοβαρή έκφραση, όρθωσε  το ανάστημά της λες και ετοιμαζόταν η ίδια να κάνει  ηρωική πράξη . Καμιά φορά μου φαινόταν ότι όλα πάνω της είναι προσποιητά.
«Όταν τα βασιλικά στρατεύματα για πολλοστή φορά εξόντωσαν όλον τον άμαχο πληθυσμό, κάψανε τον τσετσένικο μαχαλά, και πήραν αιχμάλωτες τις πιο όμορφες τσετσένες. Ένα μέρος των αξιωματικών βάδιζε μπροστά κ ένα άλλο πίσω περικυκλώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο τις αιχμάλωτες κοπέλες.  Ξέρανε με ποιές τα βάζανε, και ήταν προετοιμασμένοι για επίθεση. Μόλις φτάσανε στην γέφυρα του ποταμού Τερέκ, οι Τσετσένες εν ριπή οφθαλμού άρπαξαν τους αξιωματικούς και πήδηξαν μαζί τους στα ορμητικά νερά του ποταμού.  Σκοτώθηκαν όλες, παίρνοντας μαζί τους στον θάνατο  και τους εχθρούς» - αυτήν την ιστορία μας διηγήθηκε η Ρόζα, την οποία έμαθε από την γιαγιά της και η γιαγιά της από την δική της γιαγιά…

Ρόζα.
Στην Γιουγκοσλαβία με φλέρταρε ο ξεναγός Βλαντίμηρ, ήταν Σέρβος αλλά μιλούσε άπταιστα ρώσικα γιατί σπούδασε στην Μόσχα. Με κοιτούσε διακριτικά, έμαθε για την καταγωγή μου, και δεν τόλμησε να μου τα ρίξει άμεσα. Αν και οι γυναίκες απ το γκρουπ μας ξαπλώνανε πολύ εύκολα σε κρεβάτια αντρών. Βέβαια το ποιος πλάγιαζε με ποιόν δεν με αφορούσε, είχα συνηθίσει στις κραιπάλες και τις ακολασίες των Ρώσων. 

Από ραδιόφωνο ακούγετε  μια μπαλάντα  του ποιητή Μπουλατ Οκουτζαβα *Διακεκριμένος βάρδος της ρώσικης έντεχνης σκηνής , τραγουδοποιός ,συνθέτης, ποιητής.



…..Ο αγαπημένος μου Οκουτζάβα*….Είχε επίγνωση της κατάντιας του κόσμου, γι αυτό τον διακατείχε μια μόνιμη θλίψη και μελαγχολία. Μας φαίνονταν στην αρχή ότι με τα τραγούδια του υμνεί την φιλία και τον έρωτα . Όμως στην ουσία έκρυβε την απογοήτευσή του.

Το σταφύλοσπορό σε ζεστό χώμα θα θάψω,
Και το κορμό του αμπελιού θα το φιλήσω,
και τα ώριμα σταφύλια θα μαζέψω,
και τους φίλους θα φωνάξω, 
και θα γεμίσω τη καρδιά μου με αγάπη…
Αλλιώς, γιατί  να  ζω σε  αυτή την αιώνια Γη...

…Τον είχα συνάντηση. Μου υπέγραψε και ένα αυτόγραφο μετά από μια συναυλία του.

Άντα.
Κάνει κρύο, πάγωσαπρέπει να κάνω καμιά άσκηση να ζεσταθώ λιγάκι. «Ένα -δύο-τρία…» (κάνει γυμναστική…)Λες να παρακαλούσα να μας βάζανε στο ίδιο κελί; Θα τους το ζητήσω στην ανάκριση, δεν ξέρω τι να τους πω, και άμα σιωπήσω, θα τα κάνω χειρότερα. Θα νομίζουν πως έχω να τους κρύψω πολλά…  

Ρόζα
 Πρέπει αυτά που θα πω να είναι αληθοφανή, να μην ξανακάνω λάθη του παρελθόντος…
«Η Γιουγκοσλαβία είναι πολύ όμορφη χώρα! Όμως είναι εν μέρει καπιταλιστική –μας λέγανε, Πρέπει να είστε προσεχτικοί ταξιδεύετε σε μια κομμουνιστική  χώρα  που επιθυμεί να γίνει καπιταλιστική, εμάς τους σοβιετικούς δεν μας πολυσυμπαθούν εκεί ». … 

Ο Βλαδίμηρ με φλέρταρε με σοβαρές προθέσεις, το κατάλαβα ότι του άρεζα πραγματικά. Μου άρεζε και αυτός, όμως δεν τολμούσα να βγω σε ραντεβού μαζί του, δέχτηκα όμως να μου δείξει τα αξιοθέατα του Βελιγραδίου. Περάσαμε μια φανταστική μέρα, κάναμε βόλτες , συζητούσαμε, πίναμε καφέ τσιμπήσαμε κάτι σε μια μικρή ταβερνούλα. Δεν με πίεσε καθόλου. Περίμενε εγώ να κάνω την πρώτη κίνηση, όμως εγώ δεν μπορούσα. Έδωσα μια υπόσχεση στον εαυτό μου, να ολοκληρώσω τις σπουδές μου στην Μόσχα και μετά να επιστρέψω στο Γκρόζνι και να παντρευτώ όπως όλες οι Τσετσένες. Ήταν χρέος μου να συνεχίσω τη γενιά μου, ήθελα από μικρή να παντρευτώ μόνο ομοεθνή μου…
Αλλά, κακά τα ψέματα, θυμάμαι πόσο ευτυχισμένη ήμουνα όταν επέστρεφα στο δωμάτιό μου μετά το ραντεβού. Κοιτάχτηκα πεταχτά στον καθρέφτη, έλαμπα τόσο πολύ, μου φάνηκε για μια στιγμή ότι έβγαλα φτερά αγγέλου. Ήταν ευτυχισμένη μέρα.
Την επόμενη επιστρέφαμε πίσω στη Μόσχα.

Ζήτησε την διεύθυνσή μου για να μου στείλει γράμμα, όμως του είπα ψέματα πως  είμαι λογοδοσμένη, και τον ευχαρίστησα ευγενικά για όλα.
Τον καιρό εκείνο ούτε κατά διάνοια δεν θα πίστευα πως θα μπορούσα να ερωτευτώ ένα αλλοεθνή. Ακόμη πριν να γνωρίσω τον μελλοντικό μου σύζυγο, του ήμουν ήδη πιστή και αφοσιωμένη σε αυτόν. Έτσι με ανέθρεψαν, τηρώντας τα ήθη και τις αξίες, και δεν μετανιώνω καθόλου γι αυτό.

Όμως είμαι περίεργη… τι παιδιά θα προέκυπταν από την ένωσή μου με τον Βλαντίμηρ; ….



Άντα.
Ήθελα να πεθάνω για τις ιδέες μου, ενώ ήμουν ακόμη αφίλητη, δεν είχα γνωρίσει τον έρωτα … Όμως σιγά, που είναι τόσο σημαντικός ο έρωτας , πολλοί άνθρωποι ζουν χωρίς αυτόν και είναι μια χαρά …Θυμάμαι στο σχολείο μου άρεζε ένα παλικάρι, όμως αυτό παρ ότι με κοιτούσε αποσβολωμένος τα είχε με άλλη κοπέλα, με την Βέρα.  Απορούσα γιατί με κοιτούσε τόσο επίμονα και κοκκίνιζε, μου έδινε έτσι την εντύπωση πως του άρεζα … Οι άντρες είναι τόσο περίεργοι ….

Ρόζα.
Με κοιτούσε τόσο επίμονα μ ένα βλέμμα ανακριτικό και δύσπιστο , χωρίς να πιστεύει τίποτα απ όσα του έλεγα. Όχι, δεν αναφέρομαι στον
Βλαντίμηρ, ο αποχαιρετισμός μαζί του ήταν τρυφερός, αν και δεν τολμούσα να τον αντικρίσω στα μάτια . Με φίλησε και με αποχαιρέτησε…
Την γνωριμία  μου με τον Βλαντίμηρ την  πλήρωσα αργότερα και με τρόπο που δεν περίμενα. Δεν έχασα την τιμή μου στο ταξίδι αυτό, έχασα την πίστη μου στις ιδέες μας. Ενώ είχαμε επιστρέψει από το ταξίδι, μετά από δυο εβδομάδες με κάλεσαν εντελώς απρόοπτα στο ΚαΓκεΜπε . Το γεγονός δεν με ξάφνιασε εμένα,  δεν με φόβισαν οι προειδοποιήσεις  τις συμφοιτήτριάς μου της Λίλιας, η οποία μόλις έμαθε πως με κάλεσαν εκεί άρχισε να πλέκει τρομακτικά σενάρια στο μυαλό της.  Θυμάμαι πως μου είπε « Πρόσεχε, έτσι απλά χωρίς σοβαρό λόγο δεν καλούν κανέναν ΕΚΕΙ!»
Όμως το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν, «και τι να με κάνουν;», η συνείδησή μου είναι τόσο καθαρή. Σκέφτηκα πως μάλλον θα με χρειάζονταν ως ακτιβίστρια της Σχολής μας για να οργανώσω κάποια ημερίδα.
  
Άντα.
Ναι, είμαι μπλοκαρισμένη με τα αγόρια, ανέκαθεν τους φοβόμουν . Η γιαγιά μου όταν ήμουν μικρή ακόμη, μ’ λεγε πως οι άντρες είναι ζώα … Ζουν υπακούοντας στα ένστικτά τους, πιο πολύ τους νοιάζει να ταπεινώνουν τις γυναίκες, μ αυτόν τον τρόπο τις εκδικούνται. Τους κυβερνά το αίσθημα της εκδίκησης.
Όμως όταν ήμουν μικρή τους αγαπούσα, θυμάμαι σε διάφορα τραπεζώματα που κάναμε στο σπίτι όλους τους άντρες που γνώριζα τους αποκαλούσα «μπαμπά». Η μαμά μου με μάλωνε, με πήγαινε σε μια γωνιά και μού’ λεγε , «αυτός δεν είναι ο πατέρας σου», όμως εγώ με το αθώο μου μυαλό πίστευα πως όλοι οι άντρες είναι μπαμπάδες.
Ήμουν τεσσάρων χρόνων  όταν σ έναν γάμο πήγαμε να φωτογραφηθούμε όλοι μαζί με το νιόπαντρο ζευγάρι . Ήταν μια οικογενειακή φωτογραφία. Πίσω τοποθετήσανε σκαμπό. Το ζευγάρι ήταν στην μέση, και τα παιδιά μας βάλανε κάτω στα πόδια τους. Ξαφνικά ένας κύριος που καθόταν στην πρώτη σειρά με άρπαξε και με έβαλε πάνω στα γόνατα του  Ένοιωθα πολύ ωραία στην αγκαλιά του, η δύναμη των χεριών του καθώς με σήκωσαν, μου δώσανε πολύ ωραία αίσθηση ασφάλειας, έτσι και ‘γω έγειρα το κεφάλι μου και τον κοίταξα στα μάτια . Θυμάμαι πως δεν είπα τίποτα, απλά κοιτούσα, ήθελα τόσο πολύ να δω στο βλέμμα του έστω ένα ψήγμα πατρικής αγάπης , η μάλλον όχι ακριβώς αγάπης … ήθελα να νοιώσω ότι με νοιάζεται και με φροντίζει γι αυτό και δεν θέλει να κάθομαι στο κρύο πάτωμα με τα άλλα παιδιά, ήθελα να νοιώσω ότι με προστατεύει απ το κρύο και από τους ανθρώπους… Μπορεί να ήμουνα μικρή όμως σκεφτόμουν ότι ήθελα να με φροντίζει κάποιος και να με προσέχει … Η μάνα μου δεν τα κατάφερνε και πολύ, όλη την ώρα ήταν με τις φίλες της, δούλευε σε δυο δουλειές , και θεωρούσε ότι δεν μου έλειπε τίποτα, δεν σκεφτόταν να παντρευτεί για δεύτερη φορά. Κρίμα…είχα μεγάλη ανάγκη από έναν πατέρα. 

Ρόζα.
Το ραντεβού μου στο κτίριο της Κα Γκε Μπέ ήταν για τις 10 το πρωί . Όταν ήρθα ήδη με περιμένανε, είπα το ονοματεπώνυμό μου και με συνοδεύσανε στο γραφείο του δεύτερου ορόφου. Όλη την ώρα χαμογελούσα από αμηχανία . Δεν ξέρω για πιο λόγο, σίγουρα ήταν ανόητο εκ μέρους μου, αλλά εκείνη την στιγμή έτσι μου ‘βγαινε. Σαν να μου κολλήσανε αυτό το χαμόγελο με κόλλα στιγμής και δεν μπορούσα να το βγάλω από πάνω μου, το χαμόγελό μου ξεκόλλησαν τα λόγια του αξιωματικού : «Κόψε τα χαμόγελα δεν ήρθες σε πανηγύρι». Τότε το πρόσωπό μου σοβάρεψε αμέσως.
(περπατά πάνω στην σκηνή και μετά κάθεται στο πάτωμα)

Όχι δεν κάνει να κάθομαι στο πάτωμα, θα κρυώσω, πρέπει να κινούμαι … έτσι θα μου είναι πιο εύκολο να σκέφτομαι.

(Σηκώνεται , και πάλι ξεκινά το περπάτημα. Ακολουθεί παύση ενός λεπτού, ακούγεται κλασσική μουσική….)

Εκείνη την μέρα βγήκα από το κτίριο της ΚαΓκεΜπε μετά από 10 ώρες , συγκεκριμένα στις οκτώ το βράδυ. Οι φίλοι μου ανησυχήσανε και αρχίσανε να με ψάχνουν σ όλη την πόλη.  Τηλεφωνούσαν στη αστυνομία στα νοσοκομεία μέχρι που τους είπε η Λίλια ότι με φωνάξανε στην ΚαΓκε Μπε.


Άντα.
Φύλαξα αυτήν την φωτογραφία. Εγώ να κάθομαι στα γόνατα ενός αγνώστου κυρίου και να γέρνω στον ώμο του … Μετά κάθε φορά  με ρωτούσαν διάφοροι «Ειν’ αυτός ο παππούς σου;»

Ρόζα.
Μετά την επίσκεψή μου στα γραφεία της ΚαΓκεΜπέ μεταμορφώθηκα έγινα η άλλη Ρόζα.
Ρόζα… συχνά με κορόιδευαν  οι μαθητές μου σαρκάζοντας την «λουλουδένια» προέλευση του ονόματός μου.
 Δεν θύμωνα μαζί τους, είχα αρκετή αίσθηση του χιούμορ για να μην δίνω σημασία στα πειράγματά τους, κ έτσι έκανα πως δεν ακούω τίποτα. ..
Και γιατί να τους μάλωνα εξάλλου;  Τα όνομά μου είναι κάπως αφελές , εξάλλου ήξερα πως κατά βάθος με σέβονταν αλλά και με φοβόντουσαν , ποιος δεν θα φοβόταν μια καθηγήτρια φιλόλογο; το μάθημα της ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας ήταν απ τα λιγότερα αγαπημένα και απ τα πιο δύσκολα…

Την ημέρα που βγήκα απ το κτίριο της ΚαΓκεΜπε η όψη μου ήταν ωχρή λες και ήμουν πεθαμένη.. Σε δέκα ώρες άλλαξαν τα πάντα μέσα μου. Έζησα έναν εφιάλτη. Το πρόσωπό μου σκοτείνιασε όπως και η ψυχή μου, το μόνο που έμεινε αναλλοίωτο ήταν το όνομά μου . Όμως μετά απ αυτό δεν ήμουν η ίδια Ρόζα που ήξερα και που ήξεραν όλοι! Πιστεύω πως μπήκα στο κτίριο καλός άνθρωπος και βγήκε από μέσα η σκιά αυτού του καλού ανθρώπου που ήμουν κάποτε. Λες και με αδειάσανε ολόκληρη και το μόνο που αφήσανε ήταν ένα άψυχο σώμα .
Αηδίαζα με τον εαυτό μου, πίστευα πως ήμουν προδότρια , και η αίσθηση ενοχής μπερδεύονταν με το αίσθημα αυτόλύπησης μέσα μου .

«Τι καημένη που είμαι!»- σκεφτόμουνα τότε. Από τότε η αγάπη μου για το κόμμα και τον Λένιν έσβησε οριστικά.  Και στην θέση της αγάπης μπήκε το μίσος. Μίσος σαν αυτό που έτρεφα για τον Στάλιν που  κληρονόμησα από την οικογένειά μου. Μέσα σε δέκα ώρες μου πήραν το παρελθόν μου και την πατρίδα μου, τη Σοβιετική Ένωση, που τόσο πολύ αγαπούσα .. Ενώ ήμουν πιστό μέλος του κόμματος. Με εξανάγκασαν να ομολογήσω  μυστικά των ανθρώπων που με περιβάλλανε, εξανάγκασαν ποιόν; Εμένα !

Ο νεαρός γαλανομάτης, πολύ κομψός,   με ρωτούσε για τον Βλαντίμηρ, τον Σέρβο ξεναγό μας. Βάσει των λεγόμενών του, είχε στην κατοχή του πληροφορίες ότι εγώ εγκατέλειπα το γκρούπ και περνούσα μόνη μου πολύ ώρα με τον ξεναγό.
Πείτε μας,  για ποιο πράγμα συζητούσατε με τον κύριο … Είπε το επίθετο του Βλαντίμηρ, το οποίο εγώ δεν ήξερα καν  …
 - Δεν λέγαμε κάτι το συγκεκριμένο, απλά κάναμε βόλτες , μου έδειχνε τα αξιοθέατα της πόλης.
-Θέλω να μου πεις  διεξοδικά το τί λέγατε.
-Δεν θυμάμαι λεπτομέρειες, απλά με φλέρταρε . Με κερνούσε καφέ, παγωτό, φάγαμε μαζί σ ένα εστιατόριο. Γιατί απαγορεύεται να κάνεις γνωριμίες με ξένους; Εξάλλου ήταν ο ξεναγός μας , και επιπλέον πολύ καλός άνθρωπος.  
-Θυμήσου λέξη προς λέξη αυτά που λέγατε, και σημείωσέ τα σ αυτό το χαρτί , είπε ο γαλανομάτης και μου ‘δωσε ένα τετράδιο.
-Πώς να τα γράψω; Σε μορφή διαλόγου η σαν αφήγηση;
- Γράψε όλα όπως ήταν, μην παραλείπεις τίποτε.
- Μα ποιος ο λόγος;  Ήταν ένας ευγενέστατος και καλοσυνάτος άνθρωπος και γω δεν είμαι καμιά. ..
- Αυτό δεν μας ενδιαφέρει, εσύ γράφε αυτά που σου λέμε.
 - Και αν μου έκανε ερωτική εξομολόγηση και θέλω να το κρατήσω μυστικό, δεν θέλω να γνωρίζετε  τις προσωπικές μου στιγμές.
- Αυτό δεν θα το αποφασίσεις  εσύ.  Σου δίνω μια ώρα! -  και έτσι έφυγε αφήνοντάς με μ έναν άλλον ανακριτή ο οποίος καθόταν όλη την ώρα σιωπηρά , και  δεν τον θυμάμαι  και πολύ καλά.

Άντα.
Η μητέρα μου, μου έλεγε πως πρέπει να μην εμπιστεύομαι τους άντρες , πρέπει να είμαι επιφυλακτική μαζί τους. Όμως  δεν την καταλάβαινα επειδή η ίδια η μάνα μου περιβάλλονταν από πολλούς άντρες και δεν τους φοβόταν . Όλοι οι οδηγοί στο εργοστάσιο που δούλευε την αγαπούσαν, την κοιτούσαν στα μάτια κάθε φορά που της μιλούσαν, το θυμάμαι καλά…

Ρόζα.
Στην πραγματικότητα δεν ήξερα τι να γράψω, επειδή η επικοινωνία που είχα με τον Βλαδίμηρο ήταν αιθέρια, σχεδόν σαν εξωπραγματική. Σίγουρα συζητούσαμε για κάποια πράγματα,  αλλά δεν μπορούσα να τα θυμηθώ, θυμόμουν μόνο την αίσθηση και την ατμόσφαιρα που περιέβαλλε την  συνάντηση μας. Ξαφνικά πήρα την απόφαση να γράψω κάτι στο χαρτί πιο πολύ για να διασκεδάσω την πλήξη μου, μάλλον δεν είχα συνειδητοποιήσει την βαρύτητα της κατάστασης. Έγραψα: «Περπατούσαμε πολλές ώρες, κοιτούσαμε ο ένας τον άλλον και χαμογελούσαμε, δεν λέγαμε κάτι . Και  τί θα μπορούσαν να πουν δύο ερωτευμένοι άνθρωποι; Παρ όλα αυτά δεν φιληθήκαμε , αφού δεν είναι πρέπον για μένα που είμαι Τσετσένα να έρχομαι σε στενή επαφή με άντρα!»


Άντα.
Για την μάνα μου λέγανε πως ήταν μια Τσετσένα έξω καρδιά.
Παρ όλα αυτά  με  προειδοποιούσε να κρατάω  αποστάσεις απ τους άντρες, σαν να διαισθανόταν ότι στο μέλλον θα μου κάνουν κακό.
Για πρώτη φορά άκουσα πως στην πόλη βιάζουν κοπέλες, Ρωσίδες αλλά και Τσετσένες. Τους βιαστές δεν τους ένοιαζε η εθνικότητα…
Μια μέρα η καθηγήτρια μουσικής  δεν ήρθε στη δουλειά. Μας είπαν πως τη βίασαν. Εγώ πίστεψα  πως την σκοτώσανε, όμως κατάφερε να επιζήσει. Η καημένη όταν επέστρεφε στην πόλη με τα πόδια, εκείνη την ώρα δεν είχε λεωφορεία, την πλησίασε ένα παλιό αυτοκίνητο,  βγήκε ένας αλήτης με Καλάσνικωβ στο χέρι και απειλώντας την, την έσπρωξε μέσα στο αμάξι, που ήταν και άλλοι. Την πήγαν σε μια ερημική τοποθεσία…

Ρόζα.
Ο γαλανομάτης αξιωματικός με φρεσκοξυρισμένο αψεγάδιαστο πρόσωπο και το παιδικό χαμόγελο διάβασε αυτά που έγραψα προηγουμένως. Με κοίταξε για λίγο, μετά άρχισε να με ανακρίνει ξανά. Μ έπιασε νευρικό γέλιο, δεν ήξερα πώς να αντιδράσω σε τέτοιον  καταναγκασμό, ήμουν μια γυναίκα με πεντακάθαρη συνείδηση, πάντα ζούσα σεβόμενη τις προσταγές του Κόμματος, ασκούσα το επάγγελμα της καθηγήτριας σαν λειτούργημα,  δρούσα πάντα με γνώμονα την ηθική και το γενικό καλό…
«Μας κοροϊδεύετε!» - αναφώνησε ο ανακριτής, και αμέσως διόρθωσε τον τόνο της φωνής του και άρχισε να μιλά σε πιο ευγενικό τόνο.
« Αφού σας ζήτησα να γράψετε λεπτομερώς ο-λα  αυτά που λέγατε εκείνη την μέρα, και σας έδωσα αρκετό χρόνο να τα θυμηθείτε».
«Μα έκανα αυτό που μου ζητούσανε , έγραψα όλη την αλήθεια , δεν ήξερα τι άλλο έπρεπε να γράψω .  Κι έτσι ξανάρχιζε η ανάκριση σαν χαλασμένη κασέτα.
  Θυμήσου λέξη προς λέξη αυτά που λέγατε, και σημείωσέ τα σ’ αυτό το χαρτί .
΄-Πώς να τα γράψω σε μορφή διαλόγου ή σαν αφήγηση;
Γράψε όλα όπως ήταν μην παραλείπεις τίποτε.
Μα ποιος ο λόγος; Μα ήταν ένας ευγενέστατος και καλοσυνάτος άνθρωπος και γω δεν είμαι καμιά  ..
- Αυτό δεν μας ενδιαφέρει , εσύ γράφε όπως σου λέμε!
 - Και αν μου έκανε ερωτική εξομολόγηση και θέλω να το κρατήσω μυστικό , δεν θέλω να γνωρίζετε  τις προσωπικές μου στιγμές.
- Αυτό δεν θα το αποφασίσεις  εσύ .  Σου δίνω μια ώρα
Και μετά από μια ώρα όλα πάλι απ την αρχή …

Άντα
Τον γιό της γειτόνισσάς μας της Σάρας , τον Ζαϊρ τον απήγαγαν τον Ιούνιο του 1993. Τον κρατούσαν σαν όμηρο για πέντε μήνες, και τον άφησαν ελεύθερο μόλις πήραν τα λύτρα  1,5 εκατομμυρίων ρούβλια . Του κόψανε το αυτί… Ο Ζαϊρ ήταν οκτώ η εννιά χρονών, όμως  μετά την απαγωγή είχε ενηλικιωθεί .
Οι γονείς του για να μην τον τραυματίσουν δεν τον ρωτούσαν λεπτομέρειες, όμως εμείς τα παιδιά μάθαμε πως τον κρατούσαν σαν ένα μικρό σκυλάκι, δεμένο στο τραπέζι , του ‘δίνανε τροφή σε πιατάκι στο πάτωμα και αυτός  δεμένος έτρωγε σαν ζώο .. Φρίκη ! Μια απέραντη φρίκη! Και όλα αυτά εξαιτίας του πολέμου. Όμως οι πόλεμοι δεν ξεσπούν τυχαία, έλεγε η γιαγιά μου, είναι η βούληση του Αλλάχ , ο οποίος στέλνει στον άνθρωπο μια τέτοια δοκιμασία. Ο Θεός  τιμωρεί…, μόνο αυτός μπορεί να τιμωρήσει. Και ποιος πάει στον Παράδεισο και ποιος στην Κόλαση;

Ρόζα.
Εκείνη την μέρα μ άφησαν ελεύθερη γύρω στις οκτώ το βράδυ. Πέρασα συνολικά δέκα ώρες στο κτίριο της ΚαΓκεΜπε . Όμως μου φάνηκε σαν να πέρασα χρόνια κλεισμένη  σ’ αυτό το απόκοσμο μέρος. 
Μόλις πέρασα το κατώφλι, συνειδητοποίησα πως δεν θα ήμουν ποτέ η ίδια, πως πρέπει πλέον να συνηθίσω το νέο μου εαυτό και να προσαρμόσω την ζωή μου σ’ αυτόν. Σαν να μετανάστευσα σε μια άλλη Ροζα. Σαν να βρέθηκα  σε μια άλλη και  ξένη χώρα, και έπρεπε να ξεκινήσω τα πάντα από το μηδέν …
Μέσα σε δέκα ώρες δεν μπόρεσα να φέρω στην μνήμη μου κάτι , δεν είπα κάτι καινούργιο στον ανακριτή . Θυμήθηκα βέβαια κάποιες συζητήσεις μου είχα με τον Βλαδίμηρο για τα αξιοθέατα του Βελιγραδίου Ομολόγησα ότι μου φίλησε το χέρι όταν αποχαιρετιζόμασταν, και ότι δεν του έδωσα την ταχυδρομική μου διεύθυνση…
«Κρίμα, που  δεν του έδωσες την διεύθυνσή σου, θα ερχόταν επίσκεψη», είπε σαρκαστικά ο γαλανομάτης…

 Άντα.
Όλη την ώρα ζούσα με τον φόβο ενός επικείμενου βιασμού … Και έτσι ο φόβος μου πήρε σάρκα και οστά, το προαίσθημά μου πραγματοποιήθηκε.

(Αρχίζει να κυλιέται πέρα δώθε στο πάτωμα)
 … πονάω… πονάω… Δεν αισθάνομαι καλά πως θα καταφέρω να επιβιώσω, τρέμω, φοβάμαι τόσο πολύ . Μακάρι να ήμουνα νεκρή…

Ήμουν τότε κάπου επτά χρονών όταν για πρώτη φορά γλύτωσα από βιασμό . Βέβαια μπορεί εκείνα τα παιδιά απλά να θέλανε να μας τρομάξουν, να το κάνανε σαν παιχνίδι, δεν ξέρω… ήμασταν αθώες και ανόητες , μαζεύαμε  κρίνα στο δάσος . Πω, πω!.. θυμάμαι πως όλο το δάσος ήταν γεμάτο από ολάνθιστα κρίνα, μαζέψαμε τεράστια μπουκέτα. Ήμασταν μερικά κορίτσια και απομακρυνθήκαμε αρκετά από τα σπίτια για να βρούμε τα λουλούδια . Μόλις φτάσαμε στο λιβάδι διασκορπιστήκαμε και αρχίσαμε να μαζεύουμε τα κρίνα σε μπουκέτα . Πλέκαμε στεφάνια .. και συζητούσαμε για κάτι. Τι θα μπορούσαμε να πούμε εξάλλου; ήμασταν μόλις επτά χρονών! Ξαφνικά μας περικυκλώσανε τρεις έφηβοι είχαν μαζί τους και έναν σκύλο και άρχισαν να μιλάνε μαζί μας κάπως περίεργα . Τον σκύλο τους τον στρέψανε κατά μας για να μην μπορέσουμε να δραπετεύουμε. Ήμουν τρομοκρατημένη , όμως ο φόβος που διαπερνούσε τα σωθικά μου ήταν διαφορετικός… γυναικείος , φόβος του να χάσω την γυναικεία μου τιμή . (Γελάει) σιγά τις γυναίκες , ήμασταν αγνά και ανόητα κοριτσάκια τότε , αλλά ήδη μέσα μας υπήρχε ο φόβος με τον οποίον μας έτρεφαν οι γονείς μας … « «Πρόσεχε, θα σε κλέψουνε!»  

Ρόζα.
Στο Γκρόζνι επέστρεψα ήδη αλλαγμένη . Την μεταστροφή μου δεν την έκρυβα από κανέναν… ούτε καν από τον εαυτό μου. Δεν ήθελα να παραδεχτώ με τίποτα ότι όλα αυτά που αγαπούσα σεβόμουν και υπηρετούσα ήταν ένα ψέμα που το έθρεφαν οι αυταπάτες αφελών ανθρώπων  - άβουλων προβάτων.  Είμαστε όλοι ανάξιοι και τιποτένιοι όλοι μας θέλουμε παραμύθια με καλό τέλος , όμως η ζωή είναι πολύ σκληρή , και πρέπει να προσπαθούμε να επιβιώνουμε μέσα σ αυτόν τον βούρκο της πραγματικότητας …
(Κοιτάζει πάνω).  Μόνο εκείνος ξέρει τι είναι αληθινό και αγνό…

Άντα.
Ένα απ τα παιδιά, μας διέταξε να βγάλουμε τα εσώρουχά μας . Ήξερα μέσα μου πως αυτό είναι κάτι το πολύ ατιμωτικό για μια κοπέλα και έχει σχέση με το… , όμως πως θα γίνει ακριβώς δεν ήξερα , γιατί τότε πιστεύαμε μες στην αθωότητά μας πως τα παιδιά γεννιούνται από το φιλί… Οι φίλες μου κοιτούσαν η μία την άλλη έντρομες , καμία δεν τόλμησε να κουνηθεί.  «Τζεκ! Για δείξε τι θα τις κάνουμε!», -διέταξε ένας απ’ αυτούς . Κ έτσι ο σκύλος άρχισε να κυλιέται στο γρασίδι κουνώντας περιχαρώς την ουρά του . Η όψη του φρενιασμένου από χαρά σκύλου μας τρομοκράτησε . Και εγώ προς μεγάλη μου έκπληξη ανασηκώθηκα από την θέση μου. «Κάτσε κάτω!»- φώναξε ένας απ αυτούς. «Μα..να είπα να πάρω τα λουλούδια από κει», είπα , και έτεινα το χέρι μου   για να το πάρω ενώ την ίδια στιγμή πήρα στάση εκκίνησης , έσπασα τον κλοιό και σαν αστραπή διέσχιζα το δάσος χωρίς συγκεκριμένο προορισμό  … Πολύ γρήγορα έφτασα στο λιβάδι και άρχισα να κατευθύνομαι στις  σιδηροδρομικές γραμμές  που απλώνονταν μπροστά μου, και έπεσα πάνω στα χαλίκια . Εκεί, στις γραμμές ένοιωσα πως γλύτωσα απ τον κίνδυνο, δεν ξέρω ίσως  η ανοιχτωσιά , ίσως  η πιθανότητα να δραπετέψω με το τρένο, μου ‘δωσαν την αίσθηση της ασφάλειας , η ψυχή μου γαλήνεψε επειδή κατάφερα να σώσω την αγνότητά μου.

Ρόζα.
Θυμάμαι τον Βάντικ.  Τον αποβάλλανε από την Ανώτατη Σχολή Αξιωματικών του Λενινγκράντ και με κάποιο τρόπο μπήκε στο δικό μας Παιδαγωγικό Τμήμα.
Όμως δεν ξέρω γιατί δεν μπορώ να θυμηθώ το πρόσωπό του … Αν και δεν είναι και τόσο σημαντικό. Λοιπόν ο Βάντικ ήταν από οικογένεια ορθόδοξων  κομμουνιστών, και οι τρείς γενιές ήταν πιστές στις ιδέες του  Λένιν-Στάλιν και του Μπρέζνιεφ.  Ο πατέρας του ήταν ένας φιλήσυχος διευθυντής σχολείου , θυμάμαι το ενοχικό του χαμόγελο όταν ερχόταν από την επαρχιακή πόλη στην Μόσχα για να επισκεφτεί τον γιό του.
Ο Βάντικ οργάνωσε μυστική οργάνωση στην Σχολή του  στο Λένινγκραντ. Ο τρόπος με τον οποίον επικοινωνούσαν μεταξύ τους ήταν όπως στους Δεκεμβριανούς – μόνο πέντε άτομα γνωρίζονταν μεταξύ τους , και το πόσοι ήταν πραγματικά παρέμεινε άγνωστο . Ο Βάντικ έλεγε πως  στην πόλη ήταν πάνω από εκατό άτομα . Ξεσκεπάζανε όλη την διαφθορά της Σοβιετικής Ένωσης,  έλεγαν την αλήθεια στην χώρα ακόμη και για τον τότε πρόεδρο, τον Μπριέζνεφ. Ακούγανε στο ραδιόφωνο την Φωνή της Αμερικής, το Ράδιο Σβαμπόντα («ελευθερία»),  και προετοιμάζονταν ενεργά για την ανατροπή του καθεστώτος .  
Και μόλις τώρα συνειδητοποίησα ότι  ο Βάντικ ήταν ένας ήρωας !
Εθελοτυφλούσαμε επειδή ήμασταν φοβισμένοι… δεν θέλαμε να βλέπουμε την αλήθεια! Παρ ότι ήμασταν νέοι το σύστημα διέβρωσε το είναι μας .
Αγαπούσαμε τα ανέκδοτα – μας έδιναν την ψευδαίσθηση της ελευθερίας του λόγου .
Γελούσαμε και κοροϊδεύαμε όλα τα μέλη του πολιτικού γραφείου του Κόμματος…, ακούγαμε τα τραγούδια του Βισότσκι , διαβάζαμε τον «Μαίτρ και την Μαργαρίτα» του Μπουλγκάκοφ … όμως δεν πιστεύαμε τον Βάντικ.

Κάθε φορά που προσπαθούσε να μας μιλήσει για τον αγώνα του , βρίσκαμε τρόπους να τον διακόπτουμε, δεν θέλαμε να ακούμε την αλήθεια . Γιατί η μύηση στην αλήθεια σήμαινε  δράση. Το πιο εύκολο για μας ήταν να θεωρούμε τον Βάντικ ψυχικά άρρωστο . ΣαλεμένοΟ Βάντικ προσπαθούσε να παλέψει το σύστημα . Ουτοπικό άρα και μόνο η σκέψη της αντίστασης θα ανήκε σ έναν παράφρονα .  Δεν τον πιστεύαμε. Κρυβόμαστε πίσω από τα ανέκδοτα, ποίηση, μπαλάντες και λογοτεχνία και αδυνατούσαμε να δούμε την αλήθεια. Δεν θέλαμε να δρούμε, να ανταποκριθούμε στο κάλεσμά του Βάντικ.
Το κάλεσμα «στον συνεχή αγώνα» ήταν για μας μόνο ένα σύνθημα και εφαλτήριο για την διεξαγωγή μαζικών εκδηλώσεων, όχι όμως για ατομικό ουσιαστικό αγώνα … Κλείναμε τα αυτιά μας στο κάλεσμά του, τον φοβόμασταν! Φοβόμασταν αυτό το χλωμό παλικαράκι  που  μας μιλούσε για την μεγάλη αλλαγή!
Μιλούσαμε για την ελευθερία , όμως στην ουσία φοβόμασταν να είμαστε ελεύθεροι, και ενώ περιγελούσαμε τους κυβερνώντες  μέσα μας τους τρέμαμε, ονειρευόμασταν ένα λαμπρό μέλλον, όμως δεν ήμασταν έτοιμοι να αγωνιστούμε γι΄αυτό.

… Αν και  κατά βάθος ξέραμε ότι ο Βάντικ έλεγε την αλήθεια.

Και μετά ήρθε η καταστροφή.

Άντα.

Ήταν ο πρώτος πραγματικός φόβος που ένοιωσα ποτέ στην ζωή μου. Κ’ όμως επέδειξα μεγάλο  θάρρος, βέβαια δεν περίμενα τότε να αντιδράσω έτσι. Έπεσα πάνω στα χαλίκια των γραμμών, δεν έβλεπα τίποτα από τον φόβο μου είχα την αίσθηση πως έτρεχα με  κλειστά μάτια, όπου με πήγαιναν τα πόδια μου  … Οι φίλες μου με ακολουθούσαν τυφλά, πέφτανε πολλές φορές στο δρόμο σαν ωριμασμένα μήλα απ το δέντρο … Με ακολούθησαν  και σωριάστηκαν μαζί με μένα στα χαλίκια. Τις αντιλήφθηκα μόλις ξέφυγα από τον κίνδυνο, τρέχανε να σωθούνε πλάι μου μετά από την ηρωική μου έξοδο.
Παραμέναμε ξαπλωμένες με το πρόσωπό μας στα χαλίκια, λαχανιασμένες και καταβεβλημένες , μόλις πήραμε δύο –τρεις ανάσες αρχίσαμε να κοιτάμε η μία την άλλη …, και βρήκαμε το κουράγιο να κοιτάξουμε προς το δάσος …

Ρόζα.
Δεν ξαναείδα τον Βάντικ , και δεν ξανάκουσα κάτι γι’ αυτόν. Κατά πάσα πιθανότητα σήμερα ζει στο εξωτερικό σε κάποια ελεύθερη χώρα

Άντα
Όταν με κλέψανε την πρώτη φορά , δεν έκλαιγα , ήμουν τότε ερωτευμένη… Τον λέγανε Τιμούρ. Ήταν μεγαλύτερός μου, 21 ετών, μού έλεγε πως μ αγαπούσε πιο πολύ κ απ την ζωή του , και γω δεν αμφέβαλα στιγμή γι΄ αυτό. Ήταν πάρα πολύ τρυφερός μαζί μου… Όλη την ώρα με κοιτούσε στα μάτια και μού ‘λεγε το πόσο όμορφη είμαι . Τότε ήμουνα δεν ήμουνα 14 χρονών . Μόλις πέρασα στην 8η τάξη . Ο Τιμούρ έρχονταν κάθε μέρα στο σχολείο και με έπαιρνε όταν σχόλαγα. Τα κορίτσια με ζηλεύανε – όλη την ώρα μιλούσαν για την ομορφιά και την ευγένειά του! 
Ο Τιμουρ δεν με άγγιζε , μόνο κάναμε βόλτες και τίποτε άλλο και μετά με συνόδευε μέχρι το σπίτι μου . Η μητέρα μου δεν ήξερε τίποτα, επειδή δούλευε μέχρι αργά … Συναντιόμουν μαζί του πάντα την ημέρα. Και μια φορά

Ρόζα
Τώρα που θυμήθηκα τον Βάντικ αρχίζω να καταλαβαίνω τον παραλογισμό της τότε ζωής. Ενώ ήμασταν κατά της δουλείας , και στηρίζαμε τα δικαιώματα των μαύρων της Αμερικής, οι ίδιοι ήμασταν σκλάβοι στα δεσμά μας … Ποιος θα το σκεφτόταν!  Όμως ο Βάντικ προσπαθούσε να μας ανοίξει τα μάτια , μας έλεγε την αλήθεια , και εμείς τον περιπαίζαμε –θεωρώντας τον «αλαφροΐσκιωτο» .  Βέβαια δεν του το λέγαμε στα ίσα αλλά μεταξύ μας . Και δεν βρέθηκε κανείς να τον πιστέψει .
Κανείς!!
 Και όλα αυτά έγιναν στο πανεπιστήμιο, όπου εκπαιδεύονταν οι μελλοντικοί καθηγητές μέσης εκπαίδευσης. Η μελλοντική ιντελιγκέντσια – ψευτοιντελιγκέντσια! Βέβαια δεν θεωρούσα ποτέ πως ήμουν διανοούμενη , για μένα η  λέξη «διανοούμενος» από μόνη της είχε κάτι το κακό, το ψεύτικο.
 Ιντελιγκέντσια! Δεν στήριξε ούτε τον Γκορπατσώβ στο ξεκίνημά του. Δεν βρέθηκε ούτε ένας ακαδημαϊκός ή συγγραφέας., ηθοποιός έστω να τον στηρίξει . Και όμως αυτός προσπάθησε, ίσως αν τον έπαιρναν στα σοβαρά να είχαμε γλιτώσει τον πόλεμο. Αλλά τον μπεκρή Μπορίς (Γιέλτσιν) όλοι τον ακολούθησαν. Όλοι οι ρώσοι είναι ένα μάτσο ξιπασμένων αλκοολικών … σκλάβοι … «Δούλοι δεν είμαστε  εμείς - εμείς δεν είμαστε δούλοι » - έβαζαν τους μαθητές να λένε σε σχολικές εκδηλώσεις ! Πόσα ψέματα! Κι όμως  όλοι πιστεύανε πως ήταν ελεύθεροι…  
Που να σε άραγε Βάντικ!; Να ήσουνα τώρα δίπλα μου να λέγαμε δυο-τρείς κουβέντες!  

Άντα.
Δεν μπόρεσα ποτέ να καταλάβω το τι ένοιωθε στην καρδιά του και το τι σκεφτότανε . Το βλέμμα του ήταν μυστήριο, όλη την ώρα χαμογελούσε , μιλούσε, και με φρόντιζε. Κάλυπτε τους ώμους μου για να μην κρυώνω… Δεν ήταν σαν τους άλλους , τότε βέβαια δεν τα έδινα μεγάλη σημασία, γιατί πίστευα πως όλα αυτά ήταν αποτέλεσμα του πόθου που ένοιωθε για μένα… Η συμπεριφορά μου απέναντι του ήταν σεμνή για να μην σκεφτεί ούτε  για λίγο πως είμαι «εύκολη». Και γω τον αγάπησα , η ίσως να πίστευα πως τον αγαπούσα,  το μόνο ήταν βέβαιο ότι ήθελα να είμαι πλάι του και να μην χωρίσουμε ποτέ.

Ρόζα.
Κανείς όμως δεν έχει το δικαίωμα να με χαρακτηρίσει ως φανατισμένη εξτρεμίστρια . Ποτέ! Όλες μου τις πράξεις τις έκανα ώριμα , τα είχα σκεφτεί όλα μέχρι και την παραμικρή λεπτομέρεια! Ο άντρας μου ήταν ένας περήφανος Τσετσένος , όμως η παρέα με τους Ρώσους τον χάλασε Ο καλύτερος του φίλος ήταν ένας Βολόντκα , κ ένας άλλος ,γείτονας και αυτός – Σεργκέϊ. Κάνανε παρέα, παρέα στο ποτό πιο πολύ, και λέγανε διάφορα.. . Πώς να αντέξεις μια τέτοια κατάσταση;
Και επί πόσα χρόνια!  Τον άντρα μου δεν τον άφηνα να με αγγίζει , κοιμόταν σαν γουρούνι στην κουζίνα, στον διάδρομο, όμως ποτέ στην κρεβατοκάμαρα. Είχε το δικό του στρώμα το οποίο κάθε πρωί μάζευε , και το βράδυ έστρωνε. Εγώ του επέβαλλα τους νέους κανόνες συμβίωσης
Τα αγόρια μου όμως παραπονιόταν, μου λέγανε : «βρε μαμά κρίμα είναι , όσο να ναι είναι η κεφαλή του σπιτιού». Όμως τους εξηγούσα εν τάχει το ποιος ήταν ο πραγματικός αρχηγός της οικογένειας . Και το πιο σημαντικό τους προειδοποιούσα : «Όποιος  πίνει βότκα, δεν έχει θέση σ αυτό το σπίτι!».
Η αλήθεια είναι πως δεν έβαλαν ποτέ στο στόμα τους αυτόν τον φλεγόμενο δαίμονα –όπως αποκαλούν την βότκα, και πολύ σωστά την  αποκαλούν έτσι.
Τα αγόρια μου ο Μπάτα ο Ντίκα και ο Λέτσα … Ήταν  πρότυπα ομορφιάς ευγένειας και ανδρείας! Ήμουν περήφανοι για τους γιους μου όχι μόνο ως μάνα αλλά και ως Τσετσένα . Τα  παλικάρια μου! Όσο τους μεγάλωνα πίστευα πως ανήκουν μόνο σε μένα- την μητέρα τους, όμως τέτοια παλικάρια τα χρειάζεται όλος ο κόσμος  και η πατρίδα τους. 
Άντα.
Θυμάμαι που μού ‘λεγε η γιαγιά μου γιατί δεν έμαθε να μιλά ρωσικά… Όταν ήταν νέα , σχεδόν 60 χρόνια πριν την είχαν κλέψει.
Το όνομά της ήταν Ούνα , όπως και άλλες κοπέλες του χωριού δούλευε στα χωράφια , στην συγκομιδή πατάτας. Ένα ς νεαρός τρακτερίστας την ερωτεύτηκε από την πρώτη ματιά. Όμως οι γονείς της , την τάξανε ήδη σε άλλον, οπότε ο τρακτερίστας έπρεπε να την κλέψει για να την κάνει γυναίκα του. Ο νεαρός δεν είχε ούτε άλογο, ούτε αυτοκίνητο , την έκλεψε κουβαλώντας την στην αγκαλιά του και διέσχισε έτσι τα χωράφια μέχρι το χωριό του , όπου και την έκρυψε σ ένα σπίτι μέχρι που τα βρήκε με τους συγγενείς της νύφης .
Αυτή η ιστορία με την γιαγιά μου, μου φαίνονταν αστεία, κ’ όμως ακόμη και στην σύγχρονη εποχή με κλέψανε κατά τον ίδιο τρόπο , και με κρύβανε μέχρι να συμφιλιωθούν οι οικογένειες  …
Ρόζα.
 Το 1994 ήταν η χρονιά των μεγάλων δοκιμασιών . Ο πρόεδρος Γιέλτσιν διέταξε την αποστολή στρατευμάτων για να ανατρέψει τους αυτονομιστές . Το 1995 ο γιός μου ο Μπάττα, - που ήταν και ένας νέος επιχειρηματίας , κατάφερε να αγοράσει από δύο ρώσους στρατιώτες μια παρτίδα όπλων , και πολεμοφοδίων . Αποφάσισε να βοηθήσει τον λαό του . Την τελευταία φορά που τον είδα , έβγαλε από την τσέπη του πολλά χαρτονομίσματα 100 δολαρίων , συνολικά θα ‘πρεπε να ‘ταν καμιά πέντε χιλιάδες. Και μ αυτά τα λεφτά αγόρασε όπλα για τους δικούς μας … Έφυγε με τους αντάρτες και από τότε δεν τον ξαναείδα ζωντανό.  Έπεσε στην μάχη και τον  κήδεψα με όλες τις τιμές που του άρμοζαν.  
Δεν μπορώ να κατηγορήσω τους ρώσους στρατιώτες , και αυτοί εκτελούσαν διαταγές , ο πόλεμος είναι φοβερά άδικος!

Όλους του λυπάμαι και τους δικούς μας και τους ρώσους.

Διάβασα πρόσφατα στην εφημερίδα την ιστορία μια ρωσίδας μάνας ο γιός της οποίας σκοτώθηκε στα μέρη μας. Όταν του ‘ρθε το χαρτί να καταταγεί στο μέτωπο της Τσετσενίας ,για να μην πικράνει την μάνα του της ετοίμασε από πριν μια δέσμη από επιστολές , και συμφώνησε με τους φίλους του   να της τα στέλνουνε σε τακτά χρονικά διαστήματα , κ έτσι πήγε στον πόλεμο. … Σκοτώθηκε, όμως τα γράμματα του συνέχιζαν να έρχονται στην δύσμοιρη μάνα, κ ενώ ήξερε ότι ο γιός της έφυγε παρ΄ όλα αυτά συνέχιζε να περιμένει τα γράμματά του και να τα διαβάζει σαν να ‘ταν ακόμη ζωντανός. Τα διάβαζε και έκλαιγε, «Γεια σου μαμά , τι κάνεις; Εγώ είμαι καλά…» .

Πολύ συγκινητική ιστορία . Η ελπίδα τρέφει την ψυχή του ανθρώπου, του δίνει δύναμη , και όταν χάνεται η ελπίδα χάνονται τα πάντα.

Εγώ δεν έχω να περιμένω κανέναν και τίποτα.

Μπάττα, Ντίκα και Λέτσα- είχα πολύ καλούς γιούς! Παλικάρια, όπως στα παραμύθια.

Άντα.
Πρόσφατα είδα ένα όνειρο . Πως όλοι είναι στο σπίτι , η μαμά κάνει λάντζα , κ’ εγώ είμαι δέκα χρονών και παίζω με τα παιχνίδια μου. Ο ήλιος λάμπει έξω και όλα γίνονται εκθαμβωτικά και ολοφώτεινα , και όμως αυτή δεν είναι η λάμψη της ευτυχίας αλλά η λάμψη της θανατηφόρας βομβιστικής έκρηξης. Κοιτάω το πρόσωπο της μάνας μου και είναι σαστισμένη. Προσπαθεί να με ηρεμίσει μ ένα τραγούδι , όμως δεν μπορεί γιατί την φωνή της πνίγουν οι εκκωφαντικές  εκρήξεις.
Ρόζα.
Ο Ντίκα σκοτώθηκε άδοξα. Δεν έπεσε στην μάχη, αλλά από τρελή σφαίρα. Περπατούσε αμέριμνος σ ένα ήσυχο δρομάκι. Στον πόλεμο πρέπει να φοβάται κανείς την ησυχία … Ο Ντίκα μάλλον ξεχάστηκε , ίσως και να σκέφτηκε μέσα του ότι ο πόλεμος τελείωσε,.
Περπατούσε στον δρόμο ανυποψίαστος χαμογελαστός και γαλήνιος . Έτσι μου τον περιέγραψε η Νέλια, η γυναίκα που τον χάζευε στον δρόμο πριν να τον βρει η σφαίρα. Και ξαφνικά χάθηκε από το οπτικό της πεδίο, και η Νέλια νόμισε για μια στιγμή  πως ο γιός μου  εξαϋλώθηκε σαν αερικό, και ξαφνιάστηκε . Όμως έπειτα είδε κόσμο να περιτριγυρίζει το άψυχο σώμα του γιού μου που κείτονταν στο έδαφος.
Το πρόσωπό του ήταν  γαλήνιο όπως και του Μπάττα.
Άντα.
Είδα ανθρώπους , οικείους σε μένα, γείτονες , που κλαίγανε με οιμωγές . Τότε ξύπνησα και αντιλήφθηκα ότι όλα αυτά που ονειρεύτηκα είχαν ήδη συμβεί .Κανείς δεν ήξερε τι θα γινόταν μετά. Κανείς δεν φανταζόταν πως ο χειρότερος εφιάλτης θα ‘βγαινε αληθινός,.
Ρόζα.
Ο μικρότερος γιός μου , ο Λέτσα πήγε με τους ρώσους. Η μοίρα είχε άλλα σχέδια γι αυτόν και δεν τον κατηγορώ. Έμοιαζε πολύ σε μένα και στην ψυχή και στην όψη. Τα αδέλφια του σκοτώθηκαν πολύ πριν να επιλέξει την αντίπαλη πλευρά, και έτσι δεν πρόλαβαν να του θυμώσουν.
Ο Λέτσα έπεσε στην μάχη, του απένειμαν και μετάλλιο μετά θάνατον . Ο αξιωματικός του μου είπε την ιστορία του λεπτομερώς όμως εγώ δεν συγκράτησα τίποτα, μου ήταν αδιάφορο το πώς πέθανε, δεν ξέρω γιατί. Μάλλον η καρδιά μου ήδη άρχισε να γίνεται πέτρα , όμως τότε ακόμη δεν είχα ιδέα  τι μου συνέβαινε. Πίστευα πως ήταν από το σοκ του πολέμου.
Άντα.
Ο Τιμούρ ήταν αδύναμος άντρας , και γω ήμουν ακόμη παιδί. Και έτσι με έδωσε σ’ αυτούς …  … Δεν με χρειαζόταν πλέον, η ίσως να σκέφτηκε πως η θυσία για το γενικό καλό υπερβαίνει κάθε προσωπικό συναίσθημα. Μπορεί από τη μεγάλη αγάπη που μου είχε να πήρε την απόφαση να με θυσιάσει..

Ρόζα.
Όχι, δεν έπρεπε να τα πάρω όλα κατάκαρδα…  Είχα δύο επιλογές η να τα αντιλαμβάνομαι όλα σαν μητέρα, κάτι που σπαράζει ψυχή και καρδιά , η σαν άνθρωπος – σ’ αυτήν την περίπτωση μπορείς να αποστασιοποιηθείς από τον  πόνο, να εξετάσεις την φρίκη του πολέμου κάτω από το πρίσμα της ιστορίας της  φιλοσοφίας και της μοιρολατρίας, να σκεφτείς δηλαδή ότι ο θάνατος είναι η αρχή της ζωής και η ζωή τελειώνει πάντα με θάνατο, αυτός είναι ο αέναος κύκλος της ύπαρξής μας .
Και εμείς στην πραγματικότητα, με όλες τις επιλογές μας και τις πράξεις μας,  οδηγούμαστε στον θάνατο, εκεί καταλήγουν τα πάντα.
Ζούμε για να πεθάνουμε…
Και τα δάκρυα που χύνουμε όταν κηδεύουμε τους δικούς μας  είναι δάκρια χαράς στην ουσία για αυτό νιώθουμε λύτρωση. Μετά ξεπλένουμε  τον φόβο μας για τη ζωή τους θύμους μας,  το μίσος μας … όσο και να την αγαπάμε…τη ζωή..
Άντα.
Για πολύ καιρό προσπαθούσα να μην μαζεύω θυμό και οργή μέσα μου για όσα μας έκανα οι  ρώσοι στον πόλεμο  . Γιατί αντιλαμβανόμουν πως αν επέτρεπα στο μίσος να  φωλιάσει  στην καρδιά μου, δεν θα ζούσα για πολύ καιρό.  Αυτό που ήθελα πραγματικά, να με αγαπούν . Ο Τιμούρ μου  ‘έλεγε πως μ ‘αγαπά. Ηταν τόσο περιποιητικός μαζί μου, όμως μετά άλλαξε, με έδωσε στους φίλους του, και μου είπε πως είμαι «χαλασμένη»… Μετά εξαφανίστηκε , και εμένα με κλείσανε στο στρατόπεδο .


Ροζα.
Οι άνθρωποι θέλοντας και μη κάνουν τα πάντα για να συναντήσουν τον θάνατο, ερωτεύονται παράφορα, ριψοκινδυνεύουν,  ζουν αψηφώντας τα πάντα . Ζουν με πάθος το οποίο είναι θανατηφόρο …  
Όμως εκεί στον ουρανό είναι ωραία ! 
Κι όμως είμαι μάνα και όχι ένας απλός άνθρωπος. Βέβαια πλέον δεν είμαι καν άνθρωπος…

Άντα.
Ήλπιζα πως θα κάναμε παιδί, ίσως και τρία παιδιά ας πούμε… Κ όμως.. Ο Τιμούρ μου είπε πως δεν είναι κατάλληλη εποχή για να  γεννιούνται παιδιά , και πως πρέπει να αγωνιστούμε για την σωτηρία μας . Κι όμως ήθελα τόσο πολύ να γίνω μάνα!

Ρόζα .
Όλη την ώρα ήμουν σε κατάσταση προσμονής καλύτερων καιρών. Ζούσα προσμένοντας την ευτυχία. Δεν ξέρω πως εμείς οι άνθρωποι το καταφέρνουμε…, όταν είμαστε παιδιά προσμένουμε την χαρά , όταν είμαστε έφηβοι ελπίζουμε σ ένα λαμπρό μέλλον, και όταν είμαστε μεγάλοι στις δύσκολες στιγμές περιμένουμε να έρθει η ευτυχία.  Όμως όλα ήταν πολύ άσχημα , δεν μου έμεινε κανείς οι γιοί πήγαν κάτω στο χώμα , ωχ μα τι λέω; ! στον ουρανό… κ’ όμως συνέχιζα να ελπίζω σε κάτι καλύτερο . Δεν μπορώ να εξηγήσω γιατί το έκανα, αλλά η ελπίδα δεν με εγκατέλειπε ακόμη και τις πιο σκοτεινές ώρες …

Άντα.
Εγώ ήλπιζα ότι μόλις θα τελείωνε ο πόλεμος , θα γεννούσα παιδί.
Όλη την ώρα άκουγα τρανζίστορ. Ήξερα τι έλεγε όλος ο κόσμος για την κατάσταση στη χώρα, και ήλπιζα πως όλα σύντομα θα τελειώσουν, και θα βασίλευε η ειρήνη.
Ο Τιμούρ είχε δίκιο , πως μπορείς να φέρεις στο κόσμο μ0ια νέα  ζωή μέσα σ αυτό το χάος

Ρόζα.
Κάποτε στο Γκρόζνι υπήρχε ένα εργοστάσιο, ένα τσίρκο, τώρα δεν υπάρχει τίποτα. Όμως στους δρόμους περνούν πλέον  ελεύθερα τα τανκς, και οι στρατιώτες περπατάνε καμαρωτά με τα όπλα τους.  Κάποτε  στην πόλη μας ζούσανε πολλοί ρώσοι. Τώρα πλέον οι ρώσοι εδώ είναι ξένοι. Η παλιά μου συνάδελφος ρωσίδα μαθηματικός Μάσα, παρέμεινε στο Γκρόζνι/. Ήταν παντρεμένη για πολλά χρόνια μ’ έναν Τσετσένο, και μετά αποδέχτηκε το Ισλάμ, και ενώ πριν ήταν Μάσα, τώρα λέγεται Μεριέμ…
Άντα.
;... Θυμάμαι πως κάθε φορά που ηχούσαν πολεμικά αεροπλάνα στον ουρανό, εγκαταλείπαμε την πόλη άρον -άρον. Όταν το αυτοκίνητο που μας μετέφερε διέσχιζε κάποια χιλιόμετρα κοίταξα πίσω μου. Πάνω από την πόλη υψώνονταν χιλιάδες φλόγες . Όλοι όσοι κατέφευγαν στις ορεινές περιοχές της Τσετσενίας ήταν πεισμένοι πως ο πόλεμος δεν θα τους έβρισκε εκεί.

Ρόζα.
Τα χω κάνει όλα αχταρμά στο κεφάλι μου. Οι αρχαίοι έλληνες πόσο δίκιο είχανε όταν λέγανε πως ο καθένας βιώνει την προσωπική του τραγωδία, και τραγωδία είναι όταν ο καθένας κουβαλά την δική του αλήθεια. Και μόνο ο θάνατος μπορεί να οδηγήσει στην κάθαρση.
Όμως ούτε καν  στεναχωριέμαι! Δεν είμαι άβουλο όργανο μιας εξτρεμιστικής οργάνωσης, απλά κατανοώ ότι πλέον δεν έχω να προσφέρω τίποτα σ  αυτήν την ζωή, και ο θάνατός μου θα ωφελούσε τον λαό μου…

Άντα.
Στο στρατόπεδο η κατάσταση ήταν εφιαλτική. Ακόμη δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω  πώς κατάφερα να  αντέξω..
Ροζα.
Η δικαιοσύνη είναι μια ακριβοθώρητη κυρία. Ο ανιψιός μου σώθηκε και μένει  πλέον στο εξωτερικό .
Σκότωσαν τους γονείς του… Και τον αδελφό του  κάθε μέρα ανακρίνανε Και ποιοι; Οι δικοί  του. Ο ίδιος έλεγε πως κανένας Ρώσος δεν του προξένησε μεγαλύτερο πόνο απ ότι οι  συμπατριώτες του. Και όταν έμαθαν ότι ήθελε να φυγαδεύσει την αδελφή του  στο εξωτερικό, την συλλάβανε και την ξυλοκοπήσανε, τον ξυλοδαρμό τον μαγνητοσκοπήσανε και το ανεβάσανε στο ιντερνέτ. Και έτσι  είδε με τα ίδια του τα μάτια την φρίκη του πολέμου….
Άντα.
Στο στρατόπεδο η κατάσταση ήταν εφιαλτική . Τέτοιο τρόμο δεν ένοιωσα καν στα παιδικά μου χρόνια τις στιγμές των βομβαρδισμών.
Συνέχεια έβλεπα το ίδιο όνειρο. Αυτό το όνειρο στιγμάτισε την ψυχή μου  Έβλεπα ένα αεροπλάνο να με βομβαρδίζει…. Εγώ να είμαι ξαπλωμένη κάτω στο πάτωμα , και φωνάζω για βοήθεια , φωνάζω τόσο πολύ σαν να θέλω να εκραγώ απ τις φωνές μου .
Ρόζα.
Μίσος… καμιά φορά όμως νοιώθω να μισώ το έθνος μου και τον ίδιο μου τον εαυτό ακόμη… Όταν ήταν ζωντανά τα αγόρια μου βοήθησα την ρώσικη οικογένεια να φύγει από την πόλη … Μια γυναίκα με δύο παιδιά, ένα αγόρι πέντε χρονών και ένα κορίτσι δώδεκα. Τον μεγαλύτερο γιό της τον Αλεξέϊ τον βρήκανε με κομμένο λαρύγγι το 1994. Τον άντρα της τον τουφεκίσανε σαν «καταδότη ». Η γυναίκα νοσηλεύονταν με την κόρη της στο νοσοκομείο περιμένοντας να θεραπευτούν από την σύφιλη, με την οποία προσβλήθηκαν μετά από ομαδικό βιασμό που υπέστησαν από τους αντάρτες.

Άντα.
Όταν ξύπνησα άρχισα να παρακαλάω τον θεό, ώστε να μην πέσει η βόμβα πάνω μου,  και το αεροπλάνο να συντριβεί . Έτρεμα σύγκορμη όταν αντιλαμβανόμουνα ότι στην πραγματικότητα δεν υπάρχει αεροπλάνο, όμως την ίδια στιγμή είχα την αίσθηση ότι υπάρχει και εκσφενδονίζει τις βόμβες του .
Έπαυα τότε να φωνάζω και να κλαίω , όμως δεν μπορούσα να ξεχωρίσω την πραγματικότητα απ το όνειρο..
Μετά έρχονταν ένας από τους φίλους του άντρα μου, με βίαζε, μού  έκανε ακόμη μια ένεση στο χέρι , και εγώ πάλι βυθιζόμουνα στο σκοτάδι..
Ρόζα.
Να συγχωρώ θα πει να ξεχνώ. Μέρα με την μέρα στην καρδιά μου συσσωρεύονταν οργή για ό’ τι ήταν ρώσικο . Κι όμως παλιά αγαπούσα τόσο πολύ την Ρωσία, λάτρευα τόσο πολύ την σπουδαία και πλούσια ρωσική γλώσσα.. Ήξερα πως το μίσος θα σήμανε και το τέλος. Το μίσος με καταβροχθίζει και με αφανίζει…
Άντα.
Οι εφιάλτες μου έπαιρναν σάρκα και οστά . Τα αεροπλάνα συνέχιζαν να βομβαρδίζουν, όμως εγώ πλέον αδιαφορούσα , … βρισκόμουν πάνω στα βουνά , θυμήθηκα τους γείτονες μου που όταν απομακρύνονταν από το Γκρόζνι σε ορεινές περιοχές είχαν την εντύπωση πως ο πόλεμος δεν θα τους έβρισκε εκεί .

Ρόζα.
Κι όμως παλιά αγαπούσα τόσο πολύ την Ρωσία, λάτρευα τόσο πολύ την σπουδαία και πλούσια ρωσική γλώσσα.. Είναι μάλλον από κείνες τις περιπτώσεις που η αγάπη γίνεται μίσος … Ήξερα πως το μίσος θα σήμανε και το τέλος. Το μίσος με καταβροχθίζει και με αφανίζει…
Άντα.
Όμως εγώ δεν βρισκόμουν σε ορεινό καταφύγιο, αλλά σε στρατόπεδο εκπαίδευσης και εδώ για το μόνο που λέγανε ήταν ο πόλεμος μέχρι θανάτου .

Άντα.
Μετά μας φέρανε στο στρατόπεδο μια ρωσίδα, την Λαρίσα , ήταν αιχμάλωτη σκλάβα, έκανε τις πιο βρώμικες δουλειές . Και κάθε μέρα την βίαζαν ασταμάτητα, και την ξυλοκοπούσαν, και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φωνάζει από πόνο και ανημποριά . Ώσπου εξαφανίστηκε, μου είπαν πως ήταν αδύναμη και δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αληθινή  μάρτυρας, βομβίστρια αυτοκτονίας.
Ρόζα.
Θυμάμαι όταν τα παλικάρια μου ήταν ακόμη μαζί μου, τον καιρό του πρώτου πολέμου , μαζευτήκαμε όλοι μαζί να υποδεχτούμε τη νέα χρονιά. Σβήσαμε τα φώτα, ανάψαμε κεριά και όλοι κάναμε την ίδια ευχή-να σταματήσει το συντομότερο ο πόλεμος . Όμως σε μισή ώρα  άρχισαν με εκκωφαντικό θόρυβο να διασχίζουν τον ουρανό τα μαχητικά αεροπλάνα . Τα παράθυρα άρχισαν να τρίζουν, όλοι ήταν σε κατάσταση πανικού, περιμέναμε το χειρότερο-να πέσει η βόμβα πάνω στο σπίτι μας.

Άντα.
Και κάθε μέρα την βίαζαν ασταμάτητα, και την ξυλοκοπούσαν, και το μόνο που μπορούσε να κάνει ήταν να φωνάζει από πόνο και ανημποριά . Ώσπου εξαφανίστηκε , μου είπαν πως ήταν αδύναμη και δεν θα μπορούσε ποτέ να γίνει αληθινή  μάρτυρας, βομβίστρια αυτοκτονίας.

Ρόζα.
Οι γιοί  μου τρομοκρατήθηκαν, όμως δείξανε κουράγιο σαν αληθινοί άντρες και δεν βγάλανε ούτε μια κραυγή . Προσευχόμουνα με όλη μου την ψυχή στον θεό , να μην πέσει η βόμβα πάνω στο σπίτι μας .
Άντα.
Στο στέρνο μου νοιώθω ένα βάρος , δυσκολεύομαι να αναπνεύσω και οι σκέψεις  περιδιαβαίνουν ακανόνιστα στο μυαλό  μου . Από μικρή καταλάβαινα πως ο κόσμος στον  οποίον ζω δεν θα μου δώσει καμιά χαρά παρά μόνο δυστυχία.
Όταν ήμουν έντεκα χρονών κατάλαβα τι θα πει ζωή.
Η Ζωή είναι να φοβάσαι τον θάνατο, άρα να μην μπορείς ποτέ να είσαι ελεύθερος και χαρούμενος…
Και έτσι,  στο στρατόπεδο, με μάθανε να μην τον φοβάμαι.
Ρόζα.
«Οι πυκνοί καπνοί απλώθηκαν σαν την νύχτα κρύβοντας τον ουρανό, και αγκάλιασαν όλο τον κόσμο».. Πως μου ήρθε αυτόδεν θυμάμαι!
Όταν πήγα στο σχολείο… αυτή τη φορά σε σχολείο για να γίνω μάρτυρας, προειδοποίησα τους πάντες ότι δεν χρειάζεται να μου κάνουν πλύση εγκεφάλου, ότι ήμουν έτοιμη να πάω να συναντήσω τους γιους μου , και ότι δεν χρειαζόμουν ναρκωτικά και άλλες ψυχοτρόπες ουσίες που θα μου απαλύνανε τον φόβο και τον πόνο. Επίσης τους προειδοποίησα πως έτσι και με άγγιζε κανείς τους , θα τους σκότωνα!
Δεν με άγγιξε κανείς, με θεωρούσαν  τρελαμένη δασκάλα…
Από κάπου αχνοακούγεται η φωνή του ιμάμη που διαβάζει το Κοράνι… σταματά και σιγά – σιγά άρχετε από το ραδιόφωνο το τραγούδι του βάρδου Μπουλατ Οκουτζαβα «Μολιτβα» (Προσευχή)  με τη φωνή του ιδίου
"Till the Earth is rotating so far..." ("Praying")
Κάποιους μήνες μας διαβάζανε το κοράνι και άλλα βαχαμπιτικά συγγράμματα. Προσευχόμασταν πέντε φορές την ημέρα, έκανα παρέα με νεαρές κοπέλες που ήταν φοβισμένες μέχρι εκεί που δεν παίρνει… Τις ελεύθερες ώρες ακούγαμε τον τραγουδιστή Τιμούρ Μουτσαράεβ ο οποίος υμνούσε τον Αλλάχ, διηγήματα για τους κήπους του παραδείσου, για τους φίλους και συγγενείς που πεθάνανε, για το δύσκολο αγώνα για την ελευθερία, και για το καθήκον που έμελλε να εκτελέσουμε…
Και έτσι αποφάσισα πως η σωτηρία δεν είναι εδώ αλλά εκεί… κοντά στον Θεό.
Η  Άντα μου φάνηκε πολύ ευαίσθητη και απροστάτευτη σαν παιδί … Θυμάμαι με πλησίασε μια φορά και το πρώτο πράγμα που με ρώτησε ήταν «Και σεις μάλλον χάσατε τα παιδιά σας;»… «Γιατί ρωτάς; » της είπα, μου απάντησε : «Έτσι χωρίς λόγο, απλά μια γυναίκα της ηλικίας σας δεν θα μπορούσε να γίνει μάρτυρας, έτσι απλά χωρίς λόγο …» . Δεν της απάντησα τότε , και τι να της έλεγα... Από τότε όμως άρχισα να την προσέχω …


Άντα.
Πριν φύγουμε , την τελευταία στιγμή πρόλαβα να του γράψω «Θα σε δω στον Παράδεισο». Έγραψα στην γλώσσα Του. Το σημείωμα αυτό το χει τώρα ο ανακριτής.
Με ρωτούσαν επίμονα από πού έμαθα τα αραβικά .
 Τι να τους έλεγα; αφού το ξέρουν και από μόνοι τους… καλύτερα να σιωπήσω …


Ρόζα.

Στον παράδεισο ακόμα  δεν είναι κανείς
Η ημέρα της μεγάλης δίκης θα έρθει για όλους
Και όλοι τους  την περιμένουν.
Που την περιμένουν, δεν ξέρω.
Πάντως …στην κόλαση και στον παράδεισο ακόμη δεν είναι κανείς…


ΤΕΛΟΣ


Θεσσαλονίκη, 2005-2011