28 Ιουλ 2011

Ο μικρός Στάλιν


Η Αντιγόνα πήγε στην κηδεία της θειας Λένας με μεγάλη χαρά, όσο κ’ αν ακούγεται μακάβριο. Της άρεζαν οι κηδείες των μεγάλων ανθρώπων... ήταν κηδείες όπου μπορούσε να σκεφτεί χωρίς κανέναν πόνο για αιώνια θέματα – ζωής και θανάτου. Κηδείες όπου γινόταν «αναπαράσταση του θανάτου της» και έτσι έδιωχνε τον φόβο για το τέλος της ζωής και για τους πεθαμένους .

Τη Θεια Λένα δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει καλά, γι’ αυτό αισθανόταν τύψεις, και τώρα πήγαινε να την αποχαιρετήσει, να εκπληρώσει το χρέος μιας ανιψιάς .


Οδήγησε χίλια χιλιόμετρα μέχρι να πάει και να επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη στην Εύβοια. Εκεί έμενε η θεία με την νύφη της. Ο γιος την Λένας ο Νίκος είχε πεθάνει πριν μερικά χρόνια από καρκίνο και ο εγγονός της έφυγε στη Γερμανία για να βρει δουλειά.


Στο δρόμο η Αντιγόνα θυμήθηκε πως πολλά χρόνια πριν, με την μητέρα της, επισκέφτηκε τη θεία σε ένα κολχόζ στα βάθη της στέπας του Καζακστάν. Κατέβηκαν από το τρένο σε ένα σταθμό που έκανε στάση δυο λεπτών μόνο. Ισα – ίσα πρόλαβαν να πηδήξουν κάτω..



Θυμήθηκε τους δρόμους του «αούλ» - κοζάκικο χωριουδάκι που έμενε η θεία Λένα. Δρόμους σκεπασμένους με ένα παχύ στρώμα τρυφερής σκόνης. Η Αντιγόνα είχε βγάλει τα παπούτσια της και πατούσε ξιπόλητη το δρόμο σαν να πατούσε σ ένα απαλό τρυφερό στρώμα από βαμβάκι ή πούπουλα, ήταν πολύ ωραία αίσθηση.


Λίγα δέντρα, πολύ σκόνη, και ζεστός αέρας... Οι άνθρωποι με τυλιγμένα τα κεφάλια τους με μαντίλες , ήταν σιωπηλοί, ίσως – σκέφτηκε τότε η Αντιγόνα- φοβόντουσαν να ανοίξουν τα στόματα τους για μα μη μπει η σκόνη μέσα τους. Η Αντιγόνα ήταν περίπου οκτώ χρόνων αλλά κατάλαβε ότι η ζωή αυτών των ανθρώπων ήταν ένας συνεχής αγώνας κατά της σκόνης. Της έμεινε η ανάμνηση και για το «τοϊ» - το ντόπιο πανηγύρι. Το άσπρο, μυρωδικό, αλλά χωρίς ίχνος μπαχαρικών πιλάφι, ήταν τόσο νόστιμο! Της είπαν ότι το προβατίσιο λίπος , ήταν εκείνο που του έδινε την ιδιαίτερη νοστιμιά …



Η θεία Λένα έμοιαζε με καζάκα, μιλούσε άνετα την ντόπια γλώσσα… Λίγες οικογένειες εξόριστων από την Μαύρη θάλασσα Ποντίων έμειναν στο ξεχασμένο αυτό χωρίο, αλλά όλοι έδειχναν ότι με τους Ασιάτες τα πήγαιναν πολύ καλά…

Η ζωή της θείας Λένας ήταν ήσυχη. Έμενε σ’ ένα σπίτι χωρίς ξύλινο πάτωμα – ήταν χωμάτινο.... κάτι που έκανε μεγάλη εντύπωση στην Αντιγόνα, αλλά η Λένα είπε ότι είναι για τη δροσιά , οι θερμοκρασίες το καλοκαίρι έφταναν στους 50 βαθμούς. Η θεια Λένα ήταν μακριά από τον πολιτισμό και τόσο αφελής, που ακόμα και τις βρισιές του άνδρα της τις θεωρούσε κανονικές λέξεις και τις χρησιμοποιούσε με εντελώς αθώο ύφος. Μιλούσε καλά μόνο ποντιακά και κοζάκικα, τα ρώσικα της ήταν κάπως λίγα. Ήταν πολύ αστείο όταν η θεια Λένα νόμιζε ότι εκφράζεται κανονικά ενώ χρησιμοποιούσε ρωσικές βωμολοχίες που είχε μάθει από τον άνδρα χωρίς να ξέρει τη βαρύτητα τους, με ένα αθώο ύφος. Έλεγε μια λέξη ανεπίτρεπτη, σα μην τρέχει τίποτα, εκεί ήταν όλο το αστείο... και όλοι διασκέδαζαν μαζί της.


Στην κηδεία της θειας Λένας ήρθαν πολλοί συγγενείς από Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κατερίνη…. Περιμένοντας τον παπά, μαζευτήκαν κάτω από το κιόσκι, πίνανε καφέ και λέγανε τα νέα τους. Ήταν ευκαιρία να τα πούνε μεταξύ τους γιατί είχαν καιρό να έλθουν κοντά. Παραδόξως, στην Ελλάδα όλοι σκορπίστηκαν, ενώ στη μεγάλη Ρωσία ήταν πιο κοντά.


Η Αντιγόνα έπινε τον ελληνικό καφέ που έφτιαξε μια νεαρή γειτόνισσα και ξαφνικά άκουσε: «Αν ήταν τώρα ο Στάλιν εδώ θα έβγαζε κανέναν καλό λόγο για τη Λένα».



- Και γιατί δεν ήρθε ο Στάλιν να μιλήσει για την θεία Λένα – ρώτησε η Αντιγόνα με μια ειρωνεία.

- ο Στάλιν πέθανε δυο χρόνια πριν. Και αν ήταν ζωντανός, πάλι άγνωστο είναι αν θα μιλούσε για την Ελενίτσα μας. Στην Ελλάδα τον έπιασε βαθειά στεναχώρια, σαν αρρώστια, – απάντησε μια κυρία. Ήταν η Τάγια η κόρη του Στάλιν.

Ο Στάλιν δεν ήταν ο Μεγάλος Στάλιν, ήταν «ο μικρός Στάλιν» - έτσι τον φώναζαν όλοι στο χωριό. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σταύρη.



Ήταν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά της οικογένειας Κωνσταντινίδη.

Το 1942 όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό τους, δεκάδες χιλιόμετρα μακριά από τη μεγάλη πόλη Κρασνοντάρ, στη Ρωσία, ο Σταύρη μαζί με τα τρία του αδέλφια βρίσκονταν στο οικοτροφείο υπό τη φροντίδα του κράτους.

Ο πατέρας του χάθηκε στις φυλακές του Γκουλάγκ το 1937 – πιθανόν τον εκτέλεσαν μαζί με τους άλλους πόντιους που είχαν την υπηκοότητα του Ελληνικού Βασιλείου και ζούσαν στην κομμουνιστική ΕΣΣΔ ως ξένοι. Τους δώσανε γη και σπίτια, σε αντάλλαγμα για να πάρουν τη σοβιετική υπηκοότητα, αλλά λίγοι άλλαξαν τα διαβατήρια και τα επίθετα τους. Οι περισσότεροι περίμεναν να φύγουν στην Ελλάδα.



Τα ίχνη του πατέρα του Σταύρη χάθηκαν και κανένας δεν μπόρεσε να μάθει που βρίσκεται. Ο φόβος μπροστά στην τεράστια κρατική μηχανή δεν άφηνε περιθώρια για πολλές ερωτήσεις. Όλοι ξέρανε ότι δεν έκανε κάτι παράνομο, αλλά δεν τολμούσε κανείς να ρωτήσει αν ήταν νόμιμη η φυλάκιση του πατέρα τους.


Ήταν το κατεστημένο, ήταν το πεπρωμένο όλων των ανθρώπων στη χώρα αυτή.

H μητέρα του Σταύρη και αυτή βρισκόταν στην φυλακή. Ήταν γνωστό ότι βρίσκονταν στα κάτεργα για τρία χρόνια. Το έγκλημα της ήταν μικρό, αλλά ασυγχώρητο από το κράτος του Στάλιν. Για να εξασφαλίσει το ψωμί των παιδιών της η Ελπίδα είχε πάρει στα κρυφά μερικά καλαμπόκια από τα χωράφια του κολχόζ, στο οποίο εργαζόταν μέρα – νύχτα.


Έτσι τα τέσσερα τους παιδιά ξαφνικά ορφάνεψαν και βρέθηκα υπό την κρατική μέριμνα. Στην ΕΣΣΔ αν οι γονείς δεν ήταν σωστοί πολίτες, τα παιδιά τους δεν έφταιγαν σε τίποτα…



Οι Γερμανοί κατακτητές κατέλαβαν το χωριό Ίλσκαγια το 1942. Μια μέρα περνούσαν για έλεγχο σε όλα τα δημόσια κτήρια, ήρθαν και στο οικοτροφείο. Ο Σταύρη ήταν ο μεγαλύτερος και τον ρώτησε ο Γερμανός το όνομα του και αυτός απάντησε «Σταύρη». Είτε ο Γερμανός ήταν κουφός, είτε το καπέλο του έσφιγγε το αυτί τόσο πολύ, και δεν άκουσε «Σταύρη» αλλά «Στάλιν».



Στάλιν; – φώναξε αγριεμένος ο Γερμανός και έβαλε το πιστόλι του μπροστά στο πρόσωπο του Σταύρη, που δεν καταλάβανε τι συμβαίνει … «Στάλιν – Στάλιν!!!» - φώναζε ο Γερμανός και έδωσε στους συνόδους του την εντολή για σύλληψη του Σταύρη .



Ο Σταύρη κατάλαβε ότι πρόκειται για παρεξήγηση, άρχισε να παρακαλεί το Γερμανό να τον πιστέψει ότι ούτε Στάλιν είναι ούτε έκανε απόπειρα να του κάνει πλάκα … Κανείς δεν ξέρει πως έγινε το θαύμα, άλλα ο Γερμανός, ξαφνικά, όταν έμαθε ότι το επίθετο του είναι ελληνικό και ο νεαρός δεν είναι Ρώσος, άλλαξε τη γνώμη του.



Από τότε ο Σταύρη βαπτίστηκε στο χωριό «Ο μικρός Στάλιν».

Πολύ σύντομα ο Σταύρη σα να ξέχασε το πραγματικό του όνομα και απαντούσε μόνο όταν τον φώναζαν «Μικρέ Στάλιν», μέχρι που και ο ίδιος άρχισε να συστήνετε με το παρατσούκλι.



Ο «Μικρός Στάλιν» ξαφνικά έδειξε ενδιαφέρον στη γεωγραφία και την ιστορία, πολύ γρήγορα έμαθε τα ονόματα σχεδόν όλων των ηγετών των κρατών του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο , στη μικρή κοινωνία των ποντίων , εξασφάλισε το κύρος του ως «Στάλιν».



Το 1949 μαζί με όλους τους έλληνες εξορίστηκε στο Καζακστάν. Στα εμπορικά βαγόνια ξεκινούσε το εφιαλτικό ταξίδι προς το νέο τόπο κατοικίας στο Καζακστάν, άκουγε βλασφημίες και κατάρες προς τον Στάλιν και δεν του άρεσε καθόλου αυτό, αλλά έκανε υπομονή.


Άρχιζαν να τον κοιτούν με κατηγορηματικό βλέμμα, δεν τον φοβόντουσαν, αλλά τον αντιμετώπιζαν σαν να είχε και αυτός κάποιες ευθύνες για όλη αυτή τη συμφορά, επειδή υιοθέτησε το όνομα του. Και όταν ο μικρός Στάλιν πλησίαζε τις οργισμένες γυναίκες, αυτές κλείνανε τα στόματα τους και περίμεναν να φύγει.

Mέχρι τα είκοσι τρία του είχε διαβάσει όλη τη βιβλιογραφία για τον Στάλιν. Παρήγγειλε στο ράπτη ένα χακί κοστούμι σαν αυτό που φορούσε ο Στάλιν. Ο καπελάς στην πόλη του έφτιαξε και ένα καπέλο σαν του Στάλιν, ένα πηλίκιο με αστέρι. Το καπέλο αυτό το πρόσεχε με δέος. Και φυσικά έίχε αγοράσει και μπότες..

Έπαψε να χρησιμοποιεί το επίθετο «μικρός» και το όνομα του έγινε σκέτο «Στάλιν»



Το 1952 πέθαινε ο ηγέτης της ΕΣΣΔ και ο Σταύρη πλέον δεν φοβόταν να συστήνετε και σε αγνώστους με το όνομα ‘Στάλιν’.



Παντρεύτηκε ως Στάλιν Κωνσταντινίδης. Βέβαια το πιστοποιητικό γάμου βγήκε με το κανονικό του όνομα, αλλά όλοι μιλούσαν για τον γάμο του Στάλιν Κωνσταντινίδη με την Ελπίδα.

Το χακί κοστούμι με το πηλίκιο και τις μπότες ήταν τα πιο πολύτιμα πράγματα που είχε ο Στάλιν στη ζωή του.


Οι κόρες του πάντα τον παρακαλούσαν να καταργήσει το όνομα «Στάλιν», το όνομα που συμβόλιζε την κακοτυχία για του Ποντίους. Αλλά δεν άκουγε , έλεγε ‘δεν φταίει ο Στάλιν για τα κακά τις μοίρας μας, φταίει η ιστορία’. Οι κόρες του τον μαλώνανε: «Ο Στάλιν εκτέλεσε τον πατέρα σου, έβαλε στην φυλακή τη μητέρα σου, και όλους εμάς μας έβγαλε από τα σπίτια μας και μας εξέφυσε πέταξε στις στέπες της Ασίας – γιατί να τον αγαπάς τόσο πολύ!;



Σε αυτές τις ερωτήσεις ο «Στάλιν» δεν απαντούσε, κουνούσε το κεφαλή του σαν να έλεγε «μη τα βάζετε με τον πατέρα σας», και μετά από περίπου μισή ώρα πέταγε: « …και ποιος ξέρει τι είναι ο καθένας στην ουσία – ίσως και εγώ να έχω ένα προορισμό και δεν είναι τυχαίο που με φωνάζουν Στάλιν, αν και είμαι ένας απλός «γκρεκ», έλληνας, αλλά μπορεί και να μην είμαι τόσο απλός, τίποτε τυχαίο δεν είναι, μερικές φορές νιώθω ότι φταίω κ’ εγώ για όλη αυτή τη δυστυχία».


Δε μιλούσε πολύ, και καλύτερα, γιατί διαφορετικά θα προκαλούσε επεισόδια μέσα από τις έντονες λογομαχίες γύρω από το θέμα αν κάνει το σωστό που κρατάει το όνομα του πατερούλη της Σοβιετικής Ένωσης – σφαγέα των λαών. Οι Πόντιοι ήταν θερμόαιμοι και τα μαχαίρια τα έβγαζαν πολύ γρήγορα για να λύσουν τις διαφορές μεταξύ τους. Σίγουρα θα έτρωγε ξύλο. Ευτυχώς, ο Σταύρη – Στάλιν ήταν ήσυχος και αφελής, αυτό ήταν που τον έσωζε.



Στην χώρα στους υπαλλήλους του δημόσιου απαγορευόταν να φοράνε μουστάκι «αλά- Στάλιν» και γένια – μουστάκι « αλά – Λένιν, Μαρξ, Ένγκελς» Ήταν άγραφος νόμος.


Αλλά παραδόξως ο «Στάλιν» δεν κυνηγήθηκε ποτέ για το όνομά του και για το κοστούμι του με το καπέλο. Ίσως γιατί ποτέ δεν πήρε καμιά σπουδαία θέση στις κρατικές υπηρεσίες, εργαζόταν ως εργάτης οικοδόμος, και γι αυτό δεν τον ενόχλησε κανένας.



Το χακί κοστούμι με το καπέλο και τις μπότες τα φορούσε μόνο για τις δημόσιες εμφανίσεις του, στους γάμους, βαφτίσια, κηδείες. Εκεί ήταν ο Στάλιν σε όλο του το μεγαλείο του.



Μια φορά ένας συμπατριώτης του ο Κόστια Ιωαννίδη που δούλευε στο κολχόζ ως οδηγός του τρακτέρ, παρακάλεσε το «Στάλιν» να πάρει τηλέφωνο τον πρώτο γραμματέα του κόμματος, για να του δώσουν νέο τρακτέρ, που τα μοίραζαν μεταξύ γνωστών και με «μέσον».







«Και τι θα του πω εγώ – δεν είμαι τίποτα… - είπε ο Στάλιν



«Πως! – αντέδρασε ο Κόστια. Πες, ότι είσαι ο Στάλιν και θα σε υπακούσουν» - είπε.



Έτσι κ’ έγινε. Ο Στάλιν πήρε τηλέφωνο, μίλησε με τον υπάλληλο εξηγώντας το θέμα, και ο υπάλληλος τον συνέδεσε με τον Πρώτο γραμματέα. Αυτός τον ρώτησε γιατί ενδιαφέρεται, κι αν είναι συγγενής του Κόστια.



Με λένε Στάλιν Κωνσταντινίδη και ο Κόστια είναι ο φίλος μου – είπε.



Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ακούστηκε τίποτα. Η σιωπή κράτησε μερικά δευτερόλεπτα, και μετά ο γραμματέας του είπε : «Καλά, θα του δώσουμε καινούριο τρακτέρ».





Μετά από αυτήν την ιστορία η φήμη του «Στάλιν» μεγάλωσε. Ο Στάλιν έγινε δημοφιλής. Συνέχεια τον καλούσαν σε γάμους και γιορτές, όλοι τον ήθελαν κοντά τους, να του κάνουν χειραψία, να του μιλήσουν, να τον συμβουλευτούν, και μετά να λένε, «χθες ήπια βότκα με το Στάλιν. Τα ήπιαμε, φάγαμε καλά, γελάσαμε πολύ!»

Κάθε οικογένεια ήθελε να τον έχει στο γάμο τους και μετά να λένε ότι ο γάμος ήταν καλός, ωραία η νύφη, ωραίο το τραπέζι, ήταν και ο Στάλιν εκεί και έκανε πολύ καλή πρόποση…»

Παρόλο που όλοι ήξεραν για ποιον Στάλιν μιλάνε, κάτι μαγικό γινόταν την στιγμή που πρόφεραν το όνομα «Στάλιν», σα να ήταν ο ίδιος, ή σκιά του, πάντως υπήρχε ένας σεβασμός.



Αργότερα, άρχισε και να κουτσαίνει λίγο στο δεξί πόδι, σαν το Στάλιν. Παραπονιόταν ότι πήρε και τα κουσούρια του..





Η εξουσία είναι σαν τον έρωτα, σε κάποιους δίνει φτερά, άλλους τους αλυσοδένει. Ο Στάλιν δημιουργούσε την αίσθηση ενός φτερωτού αλυσοδεμένου. Δεν πέταξε ποτέ ψηλά, αλλά τα φτερά του τα είχε μισάνοιχτα.





Ο ολιγομίλητος Σταύρη – Στάλιν με τα χρόνια «απελευθερώθηκε» και απέκτησε άνεση στην αγόρευση. Από ένα ντροπαλό νεαρό αγόρι μεταμορφώθηκε σε έναν αξιοπρεπέστατο κύριο με χακί κοστούμι.



Το όνομα του τον υποχρέωσε να μάθει να μιλάει σε μαζεμένο κόσμο, σε γάμους και στις κηδείες, να κάνει παρέα με πολλούς και στην ουσία με κανέναν…



Η δόξα τον έκανε άνθρωπο μοναχικό.







Οι κόρες του η Μαρία, η Τάγια και η Νάντια τον πήραν μαζί τους στην Ελλάδα, όταν παλινόστησαν.



Εδώ ο Στάλιν μελαγχόλησε, σα να έχασε τον νόημα της ζωής του. Μετά αρρώστησε και πέθανε. Τον κήδεψαν με το χακί κοστούμι και το πηλίκιο. Στο φέρετρο έμοιαζε στον ίδιο το Στάλιν, αλλά είχε ένα ύφος πονηρού παιδιού που παίζει τον πεθαμένο, που κάνει ότι κοιμάται στα ψέματα... Πάντως τον αποχαιρέτησαν όλοι με ένα ιδιαίτερο σεβασμό σαν να ήταν αξιωματούχος... Στη μαύρη γρανίτινη στήλη του τάφου του, ένας μαρμαρογλύπτης σκάλισε το πορτρέτο του και το πηλίκιο με το αστέρι και έγραψε: Σταύρη (Στάλιν) Κωνσταντινίδης.



Το μνημόσυνο της θειας Λένας μετά την κηδεία της είχε ένα πανηγυρικό χαρακτήρα. Ίσως έφταιγε η βότκα που ήπιαν όλοι μετά από προπόσεις, ίσως και το πλούσιο, με ωραία φαγητά τραπέζι, ίσως και η ιστορία του μικρού Στάλιν, και η ίδια η θεια Λένα έφερε σε όλους μια γλυκιά νοσταλγία για την αθωότητα που χάθηκε.





Σοφία Προκοπιδου

Θεσσαλονικη, 28 Ιουλιου 2011

Από το βιβλίο "Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι"







12 Ιουλ 2011

Ένα «ελληνικό» χωριό στη Ρωσία που θα φιλοξενήσει την Χειμερινή Ολυμπιάδα 2014



Ένα ορεινό «ελληνικό» χωριό της Ρωσίας θα φιλοξενήσει τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες του 2014. Πρόκειται για το χωριό «Κράσναγια Πολιάνα» (Κόκκινο Ξέφωτο) που θα αποτελεί τη βάση των Αγώνων στο θέρετρο Σότσι στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. «Για πρώτη φορά η Ολυμπιάδα θα πραγματοποιηθεί στην περιοχή της Μεγάλης Ελλάδας των αρχαίων Ελλήνων και του Βυζάντιου» – αφηγείται στο ΑΠΕ – ΜΠΕ ο 82χρονος δάσκαλος ιστορίας και διευθυντής του Ιστορικού- Λαογραφικού Μουσείου του «Κράσναγια Πολίανα» – Μπορίς Ντμίτριεβιτς Τσχομάρια.




Το χωριό «Κράσναγια Πολιάνα» επονομάζεται «ελληνικό» γιατί ιδρύθηκε το 1878 από τους δύο Πόντιους Έλληνες τον Μουράτ Ξανθόπουλο και τον Θεόδωρο Αθαναϊλοβ. «Οι δύο αυτοί Έλληνες είχαν έρθει από την περιοχή Σταυρούπολη της Νότιας Ρωσίας περνώντας την μεγάλη οροσειρά του Καυκάσου. Την ίδια χρόνια έφεραν στο «Κόκκινο Ξέφωτο» όλους τους συγγενείς τους και φίλους τους. Από τότε το χωριό, παρόλο που κατοικείται και απ’ άλλες 22 εθνότητες διατηρεί έντονα το ελληνικό στοιχείο. Σήμερα στο χωριό Κράσναγια Πολιάνα κατοικούν περίπου 5.000 άνθρωποι, εκ των οποίων περίπου 800 είναι ελληνικής καταγωγής. Όπως υπενθυμίζει ο Μπορίς Τσχομάρια, η παρουσία του Ελληνισμού στον Εύξεινο Πόντο και στο Σότσι – Κράσναγια Πολιάνα ανάγεται στα μυθικά χρόνια και συνδέεται με τα ονόματα του Προμηθέα, του Φρίξου, του Ηρακλή, των Αργοναυτών και άλλων μυθικών ηρώων». Προσθέτει ο Μπορίς Ντμίτριεβιτς Τσχομάρια «Περισσότερες από 75 Ελληνικές αποικίες ιδρύθηκαν σε όλο τον Εύξεινο Πόντο από τον 8ο ως τον 6ο π.Χ αιώνα και συμμετείχαν ουσιαστικά στην οικονομική, πολιτική και πολιτισμική ζωή της ευρύτερης περιοχής: Ιστρο, Κωσταντιανά, Κάλλατιδα, Σινώπη, Ηράκλεια, Δυοσκουριάδα, Ολβία, είναι μερικές μόνο από αυτές».

Είναι γνωστό ότι στην ιστορία του τόπου πάντα παίζουν μεγάλο ρόλο κάποιες προσωπικότητες. Στο Κράσναγια Πολίανα είναι η Αλεξάνδρα Τσχομάρια, επί εξήντα χρόνια διευθύντρια του σχολείου μέσης εκπαίδευσης και ο αδελφός της Μπορίς Τσχομάρια που κατέγραψε την ιστορία του χωριού τους και φέτος κυκλοφόρησε το βιβλίο του «Κράσναγια Πολιάνα».

«Ο τόπος μας λόγω του καλού του κλίματος ανέκαθεν ήταν το αγαπημένο ορεινό θέρετρο των τσάρων της Ρωσίας». Ο Νικόλαος Β’ είχε στο Κράσναγια Πολιάνα το εξοχικό του. Εδώ ερχόταν για το κυνήγι. Το σπίτι του ακόμα σώζεται και θα γίνει μικρός ξενώνας και εστιατόριο. Το 1899 το Κράσναγια Πολιάνα συνδέθηκε οδικώς με το Άντλερ και το Σότσι και έγινε ακόμα ένας προσφιλής προορισμός για τουρίστες. Μετά ήρθε η Οκτωβριανή Επανάσταση και ο εμφύλιος πόλεμος. Τη δεκαετία του ‘30 το Κράσναγια Πολιάνα άρχισε πάλι να δέχεται ως «τουρίστες» τους ανθρώπους της εξουσίας. Εκεί περνούσαν τις διακοπές τους ο Στάλιν ( 1935), τα μέλη της κυβέρνησης ο Καλίνιν, Βοροσίλοβ και πολλοί άλλοι αξιωματούχοι, που από την μεριά τους συμβάλανε και στην ανάπτυξη της περιοχής. Στο Σότσι και το Κράσναγια Πολιάνα κατά τη δεκαετία του ’40 κατασκευάστηκαν πολλά κτίρια – σανατόρια – νεοκλασικής αρχιτεκτονικής, ενώ την περίοδο του ‘50 άρχισε να κατασκευάζεται χιονοδρομική πίστα που σήμερα έχει φτάσει στα 5,1 χιλιόμετρα. Κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο το μέτωπο του Καυκάσου έφτασε σε απόσταση μόλις 30 χιλιομέτρων από το Κράσναγια Πολιάνα. Στο ιστορικό Μουσείο του χωριού υπάρχει μια αίθουσα αφιερωμένη στη συμμετοχή των Κρασνοπολιατών στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και σε αυτούς θυσίασαν τις ζωές τους στον αγώνα κατά του φασισμού.

«Στην λίστα με τα ονόματα είναι – 156 κάτοικοι – στρατιώτες που δεν γύρισαν πίσω» και το αξιοσημείωτο είναι ότι 48 απ’ αυτούς ήταν Έλληνες. Ο άλλοτε υπουργός Άμυνας της ΕΣΣΔ Αντρέϊ Αντόνοβιτς Γκρέτσκο (1903-1976) αγάπησε πολύ το θέρετρο και ερχόταν επί τριάντα χρόνια εδώ. «Ο στρατηγός και υπουργός άμυνας της ΕΣΣΔ (1968-1976) Αντρεϊ Γκρέτσκο ίσως είχε και ελληνικές ρίζες. Το επίθετό του «γκρέτσκο» μεταφράζεται από τα ουκρανικά «έλληνας» ενώ ο ίδιος γεννήθηκε στην Ουκρανία σε ένα χωριό της περιοχής Ταγκανρόγκ, όπου υπήρχε έντονο ελληνικό στοιχείο. Αλλά δεν το ψάξαμε ποτέ. Έτσι και αλλιώς με μας – τους Έλληνες διατηρούσε άριστες φιλικές σχέσεις, και βοήθησε με κονδύλια του υπουργείου του στην οικοδόμηση του νέου κτιρίου του σχολείου μας» συνεχίζει ο Μπορίς Τσχομάρια

Σήμερα στο σύγχρονο σχολείο της Κράσναγια Πολιάνα φοιτούν πάνω από 550 παιδιά και 140 απ’ αυτούς είναι ελληνικής καταγωγής. «Το ελληνικό στοιχείο σήμερα δεν κυριαρχεί στα μέρη μας, αλλά παίζει σημαντικό ρόλο. Οι Έλληνες είναι η δεύτερη πληθυσμιακή ομάδα μετά τους Ρώσους. Η εκκλησία του Άγιου Χαραλάμπους ονομάζεται ακόμα «ελληνική» γιατί κτίσθηκε από τους Έλληνες το 1878 και ο πρώτος ιερέας – της εκκλησίας – ήταν ο Ιάκωβος Τριανταφυλλίδης». Μαζί με τον Έλληνα Ιάκωβο Βλόντη που ήρθε από την μητροπολιτική Ελλάδα ιδρύσανε στο χωριό και το Ελληνικό Σχολείο που λειτουργούσε μέχρι το 1937 – την χρόνια που έκλεισαν όλα τα μειονοτικά σχολεία στην ΕΣΣΔ.

300 απόγονοι του ιδρυτή του Κράσναγια Πολιάνα

Οι ρίζες του μεγαλοεπιχειρηματία στο Σότσι, Γεωργίου Ξανθόπουλου ανάγονται στον ιδρυτή του χωριού Κράσναγια Πολιάνα – τον Μουράτ Ξανθόπουλο. «Όταν το 1878 ο προ-προπάππους μου ξεκίνησε από την περιοχή Σταυρούπολη να βρει ένα καινούριο μέρος για να εγκατασταθούν, είδαν από ψηλά ένα ξέφωτο που κοκκίνιζε από τις τσουκνίδες που είχαν πάρει αυτό το χρώμα, έτσι δώσανε όνομα στο μέρος – Κόκκινο Ξέφωτο»- εξιστορεί στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο 60χρονος Γιώργος Ξανθόπουλος, – ενθουσιάστηκαν πολύ από την ομορφιά του τόπου και έμειναν.

Το οικογενειακό δέντρο των Ξανθόπουλων μέχρι σήμερα αποτελείται από περισσότερα από 300 άτομα και πολλοί απ’ αυτούς συνέβαλαν αισθητά στην ανάπτυξη της ευρύτερης περιοχής. Η οικοδομική επιχείρηση του Γ. Ξανθόποθλου είναι μια από τις μεγαλύτερες στο Σότσι και ο ίδιος είναι ένας από τα πιο ενεργά μέλη της ελληνικής κοινότητας της πόλης που αριθμεί περισσότερους από 6.000 χιλιάδες Έλληνες. «Είναι τιμή για μας η φιλοξενία της Ολυμπιάδας του 2014. Σίγουρα η πόλη μας θα πάρει μια γοργή ανάπτυξη αλλά, πρέπει να προστατεύουμε το περιβάλλον μας, ανοίγοντας θέσεις εργασίας για τους νέους πρέπει να σκεφτόμαστε τι μέλλον τους επιφυλάσσουμε» τονίζει ο κ Ξανθόπουλος.

 Οι νέοι δεν φεύγουν από εδω

Η 29χρονη Σοφία Ζέπος, κόρη του γνωστού Έλληνα του Σότσι Γιάννη Ζέπου, σπούδασε οικονομικά στο πανεπιστήμιο «Μακεδονία» στην Θεσσαλονίκη, αλλά δεν έμεινε στην Ελλάδα. «Επέστρεψα για να διευθύνω την επιχείρηση του πατέρα μου που είναι μια ελληνική ταβέρνα» – λέει. Εδώ πρέπει να μείνουμε εμείς οι έλληνες- στα μέρη μας. Σήμερα, λόγω της Ολυμπιάδας, η περιοχή παρουσιάζει μεγάλο οικονομικό ενδιαφέρον. Οι Έλληνες δεν πρέπει να λείπουν ούτε από τα κέντα εξουσίας ούτε από την επιχειρηματική δραστηριότητα, – δηλώνει η Σοφία Ζέπος στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

Ο 25χρονος εγγονός του κ. Τσχομάρια – συνονόματος του – Μπορίς και αυτός, βλέπει το μέλλον του στο Κράσναγια Πολιάνα. «Πήγα στο Ροστόβ, σπούδασα, και θέλω να μείνω εδώ». Ο Μπορίς εργάζεται στην εκκλησία του Αγίου Χαραλάμπους ως επίτροπος. Για την Ολυμπιάδα 2014 δεν μιλάει τόσο αισιόδοξα όσο οι περισσότεροι νέοι που βρίσκουν πολύ εντυπωσιακό το γεγονός αυτό: «Οι εγκαταστάσεις για τους αγώνες θα αλλάξουν το περιβάλλον, το Κράσναγια Πολιάνα πλέον ποτέ δεν θα είναι όπως το ξέρουμε και ίσως θα μετανιώσουμε πολύ για όλα αυτά που μας συμβαίνουν» , – δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.

«Το χαρακτηριστικό είναι ότι, την περίοδο που οι Έλληνες μετανάστευαν μαζικά προς την Ελλάδα, από το Κράσναγια Πολιάνα έφυγαν πολύ λίγοι. Και αυτοί που έφυγαν σκέφτονται να επιστρέψουν πίσω» – λέει ο κ. Τσχομάρια. Μεταξύ τους είναι και η 50χρονη καθηγήτρια της αγγλικής φιλολογίας η Σοφία Ιωσηφίδου, που εδώ και 10 χρόνια ζει με την οικογένειά της ως μετανάστρια στις ΗΠΑ.

Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, λέει ότι δεν μπορεί να ξεχάσει το αγαπημένο της χωριό, και παρόλο που η κόρη της παντρεύτηκε και ο γιος της και ο σύζυγος έχουν σταθερή δουλειά, και η ίδια έχει ένα παιδικό σταθμό για τα ρωσόφωνα παιδιά των μεταναστών, θέλει να επιστρέψει πίσω: «Φέτος επισκέφτηκα το Κράσταγια Πολιάνα, – διηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, συναντήθηκα με τους συνάδελφους μου – καθηγητές του σχολείου και με τους μαθητές και σιγουρεύτηκα ότι η απόφαση να επιστρέψουμε είναι πολύ σωστή», και διευκρινίζει – «Το Κράσναγια Πολιάνα» είναι ένα μέρος ευλογημένο, μια φορά θα βρεθείς εδώ και πάντα θέλεις να επιστρέψεις».

Ο γνωστός φωτογράφος της πόλης Γεώργιος Αναστασιάδης γεννήθηκε και μεγάλωσε σ ‘αυτό το χωριό. Διατέλεσε πρόεδρος του Ελληνικού Συλλόγου του Σότσι «Η Ένωση». «Στην περιοχή μπορεί να μην είμαστε παρά πολλοί Έλληνες, αλλά τα έργα μας και η παρουσία μας είναι αισθητή» – λέει ο κ. Αναστασιάδης, και υπενθυμίζει ότι φέτος τον Μάρτιο στο κέντρο του Σότσι εγκαινιάστηκε με πρωτοβουλία ομογενών και του Δήμου της πόλης το Μνημείο του Χρυσόμαλλου Δέρατος των Αργοναυτών. Η πρωτοβουλία για την κατασκευή του μνημείου ανήκει στην ελληνική κοινότητα του Σότσι. Και τονίζει «Η Ελλάδα, το Σότσι και η Ολυμπιάδα συνδέονται άρρηκτα».


Σοφια Προκοπιδου
το κείμενο δημοσιεύτηκε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ το 2008