5 Αυγ 2011

H ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΩΝ


Στο εξώφυλλο είναι έργο του Γεωργιανού ζωγράφου Εμζάρ Χαμπουλιάνι από την συλλογή της Σοφίας Προκοπίδου συγγραφέα


Θεσσαλονίκη 2005



Θεατρικό έργο

Της Σοφίας Προκοπίδου

H ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΑΝΤΑΡΙΝΙΩΝ







Τα πρόσωπα του έργου:



Ιασων Μουρατίδης, Έλληνας ιμπρεσάριος, 50ντάρης. Διατηρεί μεγάλο γραφείο, οι δουλειές του πάνε καλά. Ο Ιάσων είναι Πόντιος, οι παππούδες του -πρόσφυγες από τον Πόντο - εγκαταστάθηκαν πρώτα στο Σουχούμι και αργότερα, το 1922, έφτασαν στην Ελλάδα με το καράβι. Τα παιδικά του χρόνια τα πέρασε στη φτώχεια, και τα νεανικά του σε αγώνες με αριστερούς. Για τις πολιτικές του πεποιθήσεις έκανε φυλακή.

Επιλέγει τα ρωσικά μπαλέτα που μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ είναι φτηνά. Κάθε καλοκαίρι φέρνει παραστάσεις από τη Μόσχα, ενώ αυτό το καλοκαίρι έφερε μεγάλο συγκρότημα καυκάσιων χορών από το Σουχούμι. Το συγκρότημα έχει ταξιδέψει στις περισσότερες χώρες του κόσμου, αλλά όλα αυτά ανήκουν πια στο παρελθόν, όταν άνθιζε η ΕΣΣΔ.



Άνια1 ή Άννα Μουρατίδου, διερμηνέας, είναι τριάντα πέντε χρονών, παλιννοστήσασσα Ελληνίδα από το Σουχούμι, με μια κόρη, την Ελλάντα. (Προφέρει το όνομα στα ρώσικα αντί «δ», «ντ»). Το επίθετο της, «Μουρατίδου», έγινε αφορμή για τη γνωριμία της με τον Ιάσονα. Τα φοιτητικά της χρόνια τα πέρασε στη Μόσχα. Στο Σουχούμι εργαζόταν ως βιολόγος – ερευνήτρια στο Πιθηκοτροφείο του Ινστιτούτου Πειραματικής Παθολογικής Θεραπείας της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ.

Μετανάστευσε στην Ελλάδα μαζί με τα αδέλφια της και τους γονείς της, ενώ ο άνδρας της έμεινε στο Σουχούμι, με σκοπό να πουλήσει το σπίτι τους. Σχεδόν ένα χρόνο δεν έχει νέα του. Ακούστηκε βέβαια ότι έφυγε στη Ρωσία και συζεί με μια Ρωσίδα, άλλοι πάλι είπαν ότι σκοτώθηκε σε συμπλοκή μεταξύ Αμπχαζίων και Γεωργιανών2. Η Άννα δεν ξέρει τι να πιστέψει.

Μαρία Φιλόνοβα, μια πενηντάρα Ρωσίδα – ατζέντισσα. Στη Μόσχα βασικά ασχολείται με τον καλλιτεχνικό χώρο και με ό, τι μπορεί για να βγάλει χρήματα.

Βλαντίμιρ - 60χρονος καλλιτεχνικός διευθυντής του ακαδημαϊκού χορευτικού συγκροτήματος. Ήσυχος και ευγενικός άνθρωπος.

Αναστασία - Ιδιοκτήτρια του ξενοδοχείου στα Χανιά. Μια γλυκιά σαραντάρα. Καλλιεργημένο άτομο με πολλά ενδιαφέροντα. Είναι φίλη του πατέρα Νικολάου και του Ιάσονα.

Δήμαρχος (χωρίς όνομα) - όλοι τον αποκαλούν «Δήμαρχε»). Λαϊκός άνθρωπος με ευαισθησίες, γέννημα-θρέμμα Χανιώτης.

Ελλάδα - Δωδεκάχρονη κόρη της Άννας. Ένα κοριτσάκι, που στο πρώτο μέρος του έργου σχεδόν σιωπηλά παρατηρεί τα γεγονότα. Βοηθάει τη μάνα της στις μεταφράσεις, γιατί τα ελληνικά της είναι πολύ καλύτερα, αφού πηγαίνει στο ελληνικό σχολείο και είναι αριστούχα.

Ο πατήρ Νικόλαος - Άγγλος, ορθόδοξος παπάς. Περίπου 45χρόνων. Φιλέλληνας, ταξίδευε στην Ελλάδα πολλά χρόνια ως τουρίστας και χίπης, ώσπου πήρε την απόφαση να μείνει.

Γιώργης -Τριάντα χρόνων, μετανάστης στα Χανιά (εμφανίζεται στο δεύτερο μέρος του έργου)



Στο έργο αναφέρονται 30 χορευτές, ενώ στη σκηνή παρουσιάζονται μόνο 6

(είναι Aμπχάζιοι και Γεωργιανοί, η ηλικία τους κυμαίνεται από 25- έως 35 χρόνων)

Χορευτές:

Bενιανόρ - Αμπχάζιος, τριαντάχρονος σολίστ του συγκροτήματος

Μανάνα - Γεωργιανή

Σάσα - σολίστ, Αμπχάζιος, σύζυγος της Μανάνα

Τάλη - Αμπχάζια

Λέλια - Αμπχάζια

Γκουράμ - Γεωργιανός

Μουσικός 1ος - νταούλι

Μουσικός 2ος - ζουρνάς

Μουσικός 3ος - ακορντεόν

==============================

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Αύγουστος 1992

Το συγκρότημα καυκάσιων χορών ή, όπως το αποκαλούνε στην Ελλάδα, «τα Γεωργιανά μπαλέτα» από το Σουχούμι, κάνει περιοδεία στα ελληνικά νησιά στο πλαίσιο των καλοκαιρινών φεστιβάλ .

Στις 13 Αυγούστου 1992 φτάνουν στa Χανιά της Κρήτης. Την άλλη μέρα, στις 14 Αυγούστου, ξεκινά ο εθνικιστικός πόλεμος στην Αμπχαζία, μεταξύ Αμπχάζιων και Γεωργιανών .



ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ

1η Σκηνή

Το σαλόνι του ξενοδοχείου «Αναστασία». Επίπλωση συνηθισμένη, όχι πολυτελή έπιπλα, αλλά με καλό γούστο. Στον τοίχο υπάρχουν δύο πίνακες ζωγραφικής με τοπία της Κρήτης και ένα σπαθί. Είναι οικογενειακό κειμήλιο της Αναστασίας από τους προγόνους της, από την Επανάσταση του 1821.



Μπαίνουν ο Ιάσων, η Άννα και ο Βλαντίμιρ



Ιάσων

Ο καπετάνιος έμεινε ευχαριστημένος. Τέτοια παράσταση στο κατάστρωμα δεν ξανάγινε στο πλοίο του. (Στην Άννα) Πες στο Βλαντίμιρο, ότι τα παιδιά του αξίζουν πολλά. Είναι πάρα πολύ καλοί στη δουλειά, και πολύ συνεργάσιμοι, δείχνουν και κατανόηση! Μπράβο τους! Δέχτηκαν την πρότασή μου. Και χόρεψαν για τον κόσμο στο πλοίο. Τα σαράντα λεπτά παράστασης στο κατάστρωμα μας έφεραν καλά λεφτά και έκπτωση στα εισιτήρια!



Αννα

(Ξεκινάει στα ρωσικά) Ιάσον γκαβαρίτ τστο βι μαλαντσί. Ο Ιάσων λέει ότι είναι ενθουσιασμένος. Ήταν υπέροχα! Οι χοροί σας έχουν κάτι που ανεβάζει τους ανθρώπους. Έχουν δύναμη, ενέργεια. Είναι και πολύ δύσκολοι οι χοροί, σαν τα μπαλέτα...



Ιάσων

Σίγουρα δεν είναι σαν τα δικά μας, τα ποντιακά. Τοπ - τοπ -τοπ. Ένα

βήμα μπρος, ένα πίσω. (κάνει σαν να χορεύει). Αλήθεια, πως καταφέρνουν οι

άνδρες σας να χορεύουν στα δάχτυλα των ποδιών;



Βλαντίμιρ (στα ρωσικά)

Σκαζί Ιάσονου, στο μι γατόβι να βσιό ράντι ταγό

τστόμπι ζαβαγεβάτ γρέκοβ).

Άννα

Ο Βλαντίμιρ λέει ότι είναι έτοιμοι να κάνουν τα πάντα για να κερδίσουν το

ελληνικό κοινό.



2 σκηνή

Εμφανίζεται η Αναστασία



Αναστασία

Καλώς τους! Ιάσονα, χαίρομαι που φτάσατε τόσο καλά, ελπίζω να περάσετε κ’ εδώ εξίσου καλά, όπως και στο πλοίο. Όποιος έρχεται στο ξενοδοχείο μου δεν φεύγει ως τουρίστας, φεύγει ως φίλος . Αυτό σημαίνει ότι πάντα

επιστρέφει.



Ιάσων

Δεν θέλουν το ξενοδοχείο σου, αλλά εσένα! Είσαι γλυκύτατη και

παραμένεις όμορφη. Πόσα χρόνια έχουμε να ιδωθούμε! (την αγκαλιάζει και

τη φιλάει στο στόμα φιλικά)



Αναστασία

Σταμάτα άγριε Πόντιε! Εσύ δεν άλλαξες, παραμένεις ηφαίστειο.

Και τα μπαλέτα, τι είναι αυτό; Καινούρια μόδα, χόμπι;



Ιάσων

Είναι καινούρια μπίζνα, θα βγάλω χρήματα και θα πλουτίσω. Κάποτε

ήθελα να αλλάξω τον κόσμο, να μην υπάρχουν φτωχοί και πλούσιοι, και ο

Πολιτισμός να κυβερνάει τον πλανήτη μας. Σήμερα σκέφτομαι πώς να γεμίσω το πορτοφόλι μου, πουλώντας Πολιτισμό.



Αναστασία

Καλά, κάνεις αυτό που κάνουν όλοι. Αλλάξαμε! Έχουμε παραδοθεί στο χρήμα, αλλά εγώ όσο μπορώ αντιστέκομαι. Να, χρόνια ασχολούμαι με τα κοινά. Θέλω να νιώθω χρήσιμη…



Ιάσων

Θέλεις να νιώθεις σπουδαία! Έτσι και εγώ, θέλω να νιώθω σπουδαίος, αλλά δεν κάνω φιλανθρωπίες. Βγάζω χρήματα όσο μπορώ περισσότερα. Και όταν το πορτοφόλι μου είναι γεμάτο, γίνομαι και πολύ χρήσιμος και πολύ αγαπητός, και πολύ σπουδαίος.





3η σκηνή

Μπαίνουν όλοι στη σκηνή. Μιλάνε δυνατά. Ακούγεται το νταούλι. Γέλιο και μουσική…



Ιάσων

Σταματήστε να μιλάτε όλοι μαζί! Ακούστε με προσεκτικά! Εδώ θα μείνουμε τέσσερις μέρες, θα κάνουμε δύο παραστάσεις και μετά φεύγουμε για Μυτιλήνη. Προσπαθήστε παράλληλα και να ξεκουραστείτε, γιατί μετά δεν θα έχουμε τέτοια πολυτέλεια. Μέρα παρά μέρα καινούριες πόλεις, μέρα παρά μέρα παράσταση.



Βλαντίμιρ (Κατσουφιασμένος)

Κακ τσιγκάνι, κατσούεμ! (Επαναλαμβάνει στα ελληνικά) Ούτε τσιγγάνοι να ήμασταν!..



Άννα

Ιάσονα, ο Βλαντίμιρ λέει ότι για πρώτη φορά το συγκρότημα του κάνει τόσο δύσκολη περιοδεία, είναι σαν τους τσιγγάνους, μετακινούνται συνέχεια… Κουραστήκανε πολύ…

Ιάσων

Αυτή είναι η Ελλάδα! Πες τους ότι διαφορετικά δεν γινόταν. Για να βγάλεις χρήματα, σ’ αυτή τη χώρα πρέπει να είσαι λίγο γύφτος.



Αναστασία

Εδώ κοντά είναι η θάλασσα. Στα διακόσια μέτρα, αλλά έχουμε και πισίνα.

Το πρωινό το σερβίρουμε από τις επτά το πρωί και μέχρι τις δέκα…Να μη το χάσετε!



Ιάσων

Αναστασία, εκτός από τη δουλειά και την ξεκούραση πρέπει να προλάβουμε

να κάνουμε και μια καλή πράξη. Να βαπτίσουμε τους χορευτές. Έχεις κανένα

καλό παπά; Θέλουμε και νονούς. Εγώ, η Άννα, εσύ, αν θέλεις, και να βρούμε

και άλλους, ίσως και πολιτικούς , να καλέσουμε και δημοσιογράφους. Είναι καλό θέμα.



Αναστασία

Να βαπτίσουμε τους χορευτές; Δεν είναι χριστιανοί;



Ιάσων

Ούτε ξέρουν τι είναι, το μόνο που ξέρουν ότι είναι Αμπχάζιοι, και όπως κατάλαβα είναι περήφανοι για αυτό.



Αναστασία

Παπά έχω πολύ καλό. Είναι ένας Άγγλος. Φίλος.



Άννα

Άγγλος; Έναν ορθόδοξο παπά δεν έχετε;



Αναστασία

Είναι ορθόδοξος, Άγγλος ορθόδοξος παπάς. Κάποτε ήταν ζωγράφος και χίπης. Αλλά γιατί να τους βαπτίσεις; Τους ρωτήσατε;



Άννα

Στη Ζάκυνθο, όταν μπήκαμε σε ένα ναό, οι χορευτές ομολόγησαν, ότι δεν ξέρουν σε ποια θρησκεία ανήκουν. Κάποιοι Αμπχάζιοι είναι μουσουλμάνοι, κάποιοι - ορθόδοξοι χριστιανοί, και κάποιοι άλλοι δεν ξέρουν..



Ιάσων

Και τότε σκέφτηκα, με ξέρεις εμένα - ποτέ δεν κάθομαι με σταυρωμένα χέρια - και τους ρωτάω: Θέλετε να σας βαπτίσουμε; Θέλετε να είστε ορθόδοξοι; Και μου λένε, ότι θέλουν πάρα πολύ, και ότι γι’ αυτούς θα είναι μεγάλη τιμή να βαπτιστούν εδώ, στην Ελλάδα, στο κέντρο της Ορθοδοξίας. Να – σκέφτηκα- ότι μια καλή πράξη είναι και καλή προβολή για μας. Ψάξε νονούς και καλά δώρα για τα βαφτιστήρια μας (γελάει).

4η σκηνή

Ακούγεται το νταούλι που παίζει καυκάσιο ρυθμό. Η μελωδία λέγεται λεζγκίνκα.

Ο Πρώτος μουσικός με μεγάλα μουστάκια, χαμογελαστός, μπαίνει στο κέντρο της σκηνής. Ο Ιάσων και ο Βενιανόρ κάνουν χαρακτηριστική χορευτική κίνηση.



Ιάσων (Στο Βλαντίμιρο, που χειροκροτεί)

Παίρνεις κ’ έμενα στο συγκρότημα; Πως με βλέπεις; Δεν είμαι πολύ καλός;



(Μπαίνει και η Άννα στο χορό. Χορεύουν λίγο μια «ερωτική» σκηνή από το χορό «λεσγίνκα» *¨: η Άννα κάνει τη ντροπαλή κοπέλα που την διεκδικούν δύο παλικάρια – ο Βενιανόρ και ο Ιάσων. Ο Ιάσων, χορεύοντας, τρέχει στον τοίχο και κατεβάζει το σπαθί από τον τοίχο, κάνοντας πολεμικές κινήσει, και στ’ αστεία πάει «να πολεμήσει» τον Βενινόρ).



Αναστασία

Ιάσονα, μη, μη! Άφησε κάτω το σπαθί, είναι κειμήλιο! Του προπάππου μου από την εποχή της Επανάστασης!



Ιάσων

Ηρέμησε, δεν θα το σπάσω με έναν χορό! (Σταματάει να χορεύει και παραδίδει το σπαθί στην Αναστασία).Νόμιζα ότι είναι ψεύτικο. Ωραίο! (Μελετάει το σπαθί που είναι στα χέρια της Αναστασίας) Απίστευτο ! Μ’ αυτό έκοβε ο προπάππους σου τα κεφάλια των Οθωμανών. Σήμερα δεν χρειάζονται τέτοια όπλα. Μία βόμβα αρκεί – και πάνε οι ζωές εκατοντάδων ανθρώπων.

(Γελάει) Ζήτω η ελευθερία! Το δοξασμένο αυτό σπαθί σήμερα είναι άχρηστο, αλλά είναι πολύ καλή διακόσμηση, είναι μόνο για να το βλέπεις κρεμασμένο στο τοίχο!

(Ξεκινάει πάλι να χορεύει)



5η σκηνή

Λαχανιασμένη μπαίνει η Μαρία



Μαρία: (Μιλάει σπαστά ελληνικά). Μπράβο Ιάσων, πολύ καλά, πολύ καλά. Μπράβο! (Τον χειροκροτεί) Και τώρα πάμε να μιλήσουμε για τα «μάνι-μάνι»(δείχνει με τα χέρια της χρήματα), γιατί μετά θέλω να πάω τάλασσα . Να γίνω μαύρη. Πάω στη Μόσχα μετά και δεν μαυρίζω; Ελλάδα- ήλιο, εγώ - μαύρο σώμα!



Ιάσων

Εδώ δεν ήρθαμε να κάνουμε μπάνιο, για δουλειά ήρθαμε!



Μαρία

Ο .. Νετ – μπάνιο! Μπάνιο έκανε τώρα στο δωμάτιο, θέλω – τάλασσα. (δείχνει με τα χέρια της πως θέλει να κολυμπήσει). Όχι μπάνιο. Τάλασσα! (Το «Θ» το προφέρει σαν «Τ». Παίζει με τον Ιάσωνα).

Ιάσων

Μου κάνεις καμάκι, καριόλα Ρωσίδα. Θέλεις Τάλασσα, τα άλλο θέλεις: Ευτυχώς που δεν καταλαβαίνεις. (Στην Άννα) Άννα, ελπίζω ότι δεν κάνεις πιστή μετάφραση σε αυτά που λέω;



Μαρία

Τι λέει ο Ιάσων, δεν καταλαβαίνω «καριόλα» (Τη λέξη την προφέρει ανεβασμένα).

Ωραία – «κα-ριό-λα»… (λέει τη λέξη τραγουδιστά)



Ιάσων

Σημαίνει ότι είσαι ακόμη νόστιμη γυναίκα, αλλά εγώ είμαι πολύ μικρός

για σένα (γελάει). Καλά, πάμε να σου δώσω τα αγαπημένα σου «ντόλαρς».

(Φεύγουν αγκαλιασμένο. Ο Ιάσων της πιάνει τον πισινό, και η Μαρία φωνάζει αλλά της αρέσει .)



6η σκηνή

Εμφανίζεται η Ελλάδα, η κόρη της Άννας.



Άννα

Όλος ο κόσμος θέλει δολάρια. Η μεγάλη αγάπη είναι τα χρήματα . Πολλά

χρήματα! Θα έχω καμιά φορά και εγώ πολλά χρήματα!; Παλιά δεν με ένοιαζαν τα

χρήματα, τώρα μόνο αυτά σκέφτομαι.



Βλαντίμιρ

«Ντά, ντένγκι ετο χαρασό, νο νε βσεγκντά» (Ναι, τα χρήματα είναι καλά, αλλά όχι πάντα)



Άννα

Ξέρω, ξέρω, χρήματα δεν μας κάνουν ευτυχισμένους. Όλοι το ξέρουμε,

αλλά τα …θέλουμε. Καλό θα ήταν και χρήματα πολλά, και ευτυχία πολλά.



Ελλάδα

- Μαμά, πότε θα μάθεις να μιλάς σωστά. Ευτυχία με-γά-λη! Δεν λέμε

ποτέ ευτυχία «πολλά»! Και λέμε «ΤΑ χρήματα!». Μη ξεχνάς να χρησιμοποιείς τα άρθρα!



Άννα

- Θα μάθω, σ’ το υπόσχομαι, δεν θα ντρέπεσαι για μένα. Έτσι και αλλιώς εμένα με καταλαβαίνουν. Και οι νοικοκυρές των σπιτιών που καθαρίζω, και ο Ιάσων με καταλαβαίνει. Α, ναι, δεν σας είπα, ο δήμαρχος σήμερα μας κάνει το τραπέζι.

(Στον Βλαντίμιρο διστακτικά)Δεν ξέρω, πώς να το πω, αλλά ο Ιάσων, έχει ακόμα μία παράκληση .Να χορέψετε λίγο, πολύ λίγο, είτε να τραγουδήσετε στην ταβέρνα που θα φάμε.



Βλαντίμιρ: Άνιτσκα, μι αρτίστι, προφεσιονάλι! Μι νε ταντσούεμ β ρεστοράναχ! (Άνια εμείς είμαστε χορευτές επαγγελματίες, δεν χορεύουμε στα εστιατόρια!).

(Νευριασμένος πια) Χορέψαμε στο Παρίσι, στην Νέα Υόρκη, στο Λονδίνο, σε όλο τον κόσμο! Πριν μερικά χρόνια, όταν η Σοβιετική Ένωση ήταν δύναμη, εμείς δεν ζητιανεύαμε, χορεύαμε στις μεγαλύτερες σκηνές του κόσμου, ακόμα και στο Ηρώδειο, στην Αθήνα.

(Χαμηλώνει τον τόνο) Καλά, τι να κάνουμε; Θα κάνουμε ότι μας λέει ο Ιάσων. Αυτός έχει τα δολάρια κ’ εμείς τα έχουμε ανάγκη . Θεέ μου! Τι απέγινε η χώρα μας; Μας άφησε στους δρόμους,… και δεν βλέπω μέλλον…



Άννα (τον αγκαλιάζει)

Σε ευχαριστώ πολύ (τον φιλάει στο μάγουλο). Ξέρω το επίπεδό σας, ότι είστε οι καλύτεροι στον κόσμο, αλλά και ο Ιάσων θέλει να ευχαριστήσει τον δήμαρχο. Αυτός μας πληρώνει για την παράσταση και προσφέρει τη φιλοξενία. Κατάλαβες τώρα;

Βλαντίμιρ (στεναχωρημένος)

Καταλαβαίνω!

Άννα (αλλάζει τη κουβέντα). Βλαντίμιρε, εσύ, που έχεις ταξιδέψει σε πολλές χώρες του κόσμου, πού σου άρεσε περισσότερο;

Βλαντίμιρ

Παντού ήταν καλά. Όταν ταξιδεύεις όλα τα βλέπεις ωραία και καλά. Και παντού είχαμε νιώσει φοβερή φιλοξενία. Στη χώρα μας λένε ότι οι Καυκάσιοι είναι οι πιο φιλόξενοι άνθρωποι στον κόσμο. Εγώ θα έλεγα παντού υπάρχουν φιλόξενοι άνθρωποι, αρκεί να πηγαίνεις με ανοιχτή ψυχή και καλή καρδιά...



Άννα

Εσάς παντού σας θέλουν! Οι χοροί σας έχουν τέτοια δύναμη και ομορφιά, και ταυτόχρονα μια γοητεία.. Πόλεμος, παλικαριά, και αγάπη, τρυφερότητα.. Είναι

Συναρπαστική !



7 σκηνή



Επιστρέφει ο Ιάσων.

Ιάσων

Βλαντίμιρε, η Μαρία πληρώθηκε και η σκηνή είναι έτοιμη, φέραμε και στρώσαμε το νοβοπάν. Τώρα δεν θα σπάσουν τα πόδια οι χορευτές σου. (Στην Άννα) Ρώτα τον, αν έχει κανένα άλλο πρόβλημα. Αύριο το βράδυ πρέπει να σκίσουμε, θα έρθει ο δήμαρχος και όλο το επιτελείο του - το δημοτικό συμβούλιο. Εσείς εδώ τι συζητάτε;



Άννα

Τίποτα. Ρώτησα τον Βλαντίμιρο ποια χώρα του άρεσε περισσότερο.



Ιάσων

Και τι σου απάντησε; Είμαι σίγουρος, ότι του άρεσε εδώ. Και σε ποιον δεν αρέσει η Ελλαδίτσα μας;



Βλαντίμιρ (στα ρωσικά)

Γκρέτσια – ετο χαρασό! Κακ ου νας β Αμπχάζιυ: μόρε, σόλντσε, γκόρι, μανταρίνι!



Άννα. Λέει ότι νιώθει σαν στην Αμπχαζία, έχει θάλασσα, βουνά και πολύ ήλιο. Και πολλά μανταρίνια! Περιβόλια με μανταρίνια!





ΠΡΑΞΗ ΔΕΥΤΕΡΗ



Ρεμπέτικη μουσική. Στο ενωμένο τραπέζι της ταβέρνας κάθονται όλοι. Η Αναστασία χορεύει ζεμπέκικο.



Ιάσων (στον Βλαντίμιρο)

Πώς άλλαξαν οι καιροί! Ξέρεις ότι αυτός ο χορός που χορεύει η Αναστασία κάποτε ήταν μόνο για άνδρες, και όπως βλέπεις, έγινε και για γυναίκες.

Εσείς στον Καύκασο ακόμα κρατάτε το ανδρισμό σας, φαίνεται και από τους

χορούς. Οι άνδρες με τα σπαθιά ακόμα.



Δήμαρχος

Και εμείς κρατάμε τον ανδρισμό μας… Τρεις εβδομάδες πριν σε ένα χωριό, τριάντα χιλιόμετρα από εδώ, βγάλανε πιστόλια τα παλικάρια. Για λόγους τιμής. Ο ένας σκοτώθηκε και ο άλλος είναι φυλακή. Πότε θα σταματήσουν τις βεντέτες τους! Είμαστε στο κατώφλι του 21ου αιώνα.



Ιάσων

Έτσι πως πάμε, θα έχουμε χειρότερες βεντέτες.. Εσείς (στον Βλαντίμιρο) είστε περήφανοι άνθρωποι και εμείς πουλημένοι …



Βλαντίμιρ (καμαρώνει την Αναστασία)

Χαρασό ταντσουγετ! Μολοντέτς! (Χορεύει πολύ ωραία, μπράβο της!)



Ιάσων

Σ’ αρέσει, βλέπω. Αλλά στο χορευτικό σου με σαράντα χορευτές,

τριάντα είναι άνδρες και μόνο οι δέκα γυναίκες. Και αυτές κάνουν πολύ σεμνές κινήσεις, σαν τις νύφες είναι.



Δήμαρχος

Άιντε, στην υγειά σας! Να είμαστε καλά όλοι! (τσουγκρίζουν τα ποτήρια, πίνουν το ρακί) Και να πετάξουμε τα πιστόλια και τα σπαθιά! Να επικρατεί η ειρήνη στις ψυχές μας και στον πλανήτη.



Βλαντίμιρ (Για το ρακί)

Καλό, σαν το δικό μας, «τσάτσα» λέγεται…



Δήμαρχος

Εμείς εδώ στην Κρήτη ζούμε άνετα, αγαπάμε τις φιλίες, το καλό κρασί, το ρακί μας και τις γυναίκες.



Βλαντίμιρ

Και εμείς στο Καύκασο τα ίδια πράματα αγαπάμε. Μοιάζουμε πολύ. Οι Καυκάσιοι ξέρουν να εκτιμούν φιλίες, είναι το πάν για αυτούς η φιλία. Για τον φίλο και τη ζωή θα δώσουμε!



Μανάνα

Η Ελλάδα – πολύ ομορφιά, θέλω να μείνω εδώ, σα στο σπίτι μου. Όλα ίδια, μόνο που εδώ περισσότερες πορτοκαλιές, εμείς μόνο μανταρινιές.



Άννα

Στέλναμε σε όλη την Σοβιετική Ένωση μανταρίνια! Είχαμε σε όλη τη χώρα τεράστιους κήπους με μανταρινιές! Όσοι είχαν μανταρίνια ήταν πλούσιοι γιατί τα πουλούσαν στα παζάρια της Ρωσίας, στην Ουκρανία… ακόμα και στη Σιβηρία. Με δεκαέξι ρούβλια το κιλό, ενώ ο μισθός ήταν 80-100 ρούβλια!

Το κάθε πρωτοχρονιάτικο τραπέζι σε κάθε οικογένεια, είχε οπωσδήποτε ένα καλαθάκι με μανταρίνια – σύμβολο της ευτυχίας και του πλούτου. Πουθενά αλλού δεν υπήρχαν μανταρινιές, μόνο στην Αμπχαζία. Ήταν ο χρυσός της χώρας.



(Στη διάρκεια των διαλόγων το συγκρότημα τραγουδιού-τρία άτομα- ξεκινά μια γεωργιανή μπαλάντα…)



Βλαντίμιρ

Πουλούσαμε τον αέρα μας , τον ήλιο μας, τη θάλασσα...



Άννα

Ο πατέρας μου με σπούδασε στη Μόσχα με χρήματα από τα μανταρίνια. Κάθε χρόνο, πριν την Πρωτοχρονιά, έφερνε με τρένο εκατό κιλά μανταρίνια από τον κήπο μας. Τα έδινε στη χοντρική σε εμπόρους και οικονομούσε καλά χρήματα – όλα για μένα ήταν. Έτσι την έβγαζα… με μανταρίνια.



Ιάσων

Έχετε και πολιτισμό να πουλήσετε. Ωραία η μπαλάντα!



Άννα

Στη μανταρινένια χώρα ζούσαμε… αλλά τώρα δεν τρώω καθόλου μανταρίνια, δεν μ’ αρέσουν πια.



Ελλάδα

Μαμά, πάλι λάθος μιλάς! Στη χώρα των μανταρινιών είναι το σωστό.



Ιάσων

Η μαμά σου, Ελλάδα, μπορεί να κάνει λάθη στη γλώσσα, αλλά δεν κάνει ανθρώπινα λάθη, αυτό έχει σημασία. (Αγκαλιάζει την Άννα, τη φιλάει στο κεφάλι).



Δήμαρχος (κεφάτος από το ποτό και από όλη την παρουσία των ξένων)

Δεν ξέρω πότε θα σταματήσουν οι βεντέτες στο νησί μας, μείναμε στο παρελθόν, οι άνθρωποι δεν αλλάζουν.

Η μπαλάντα ακούγεται πιο δυνατά και αποσπά όλη την προσοχή των ηθοποιών και των θεατών.



ΠΡΑΞΗ 3



1η σκηνή

15 Αυγούστου 1992

Είναι η Ημέρα της Παναγιάς, Στις 14 Αυγούστου ξεκίνησε ο πόλεμος στην Αμπχαζία μεταξύ Αμπχαάζιων και Γεωργιανών. Αλλά κανένας ακόμα δεν το ξέρει.

Μπαίνει η Μανάνα



Μανάνα (στην Άννα στα ρωσικά)

Άνια, ταμ Μαρία πλάτσετ ! (Άννα, η Μαρία κλαίει). Δεν ξέρω τι έγινε, από τη στιγμή που ξύπνησε, κλαίει ασταμάτητα, σαν μωρό. Τη ρώτησα τι συμβαίνει δεν μου μίλησε.



Άννα

Καλά, καλά, πάω να δω! (φεύγει)



Βλαντίμιρ

Η Μαρία είναι παλικάρι, την ξέρω χρόνια, δεν κλαίει εύκολα. Κάτι της συμβαίνει! (φεύγει και αυτός)



Ιάσων

Τι έπαθε αυτή η Ρωσίδα, χθες όλο γελούσε και έλεγε ρωσικά ανέκδοτα! Ήπιε πολύ ρακί; Αυτή δεν έχει ανάγκη, είναι σκληρό καρύδι, αλλά πάω να δω. (φεύγει)



2η σκηνή

Επιστρέφουν η Μαρία μαζί με την Άννα. Η Άννα ανοίγει ένα μπουκάλι κρασί.



Μαρία

Δεν ήξερα με ποιον να μιλήσω, το πρωί ξύπνησα και με έπιασαν κλάματα, χωρίς να σκεφτώ κάτι κακό, έτσι απλά τρέξανε τα δάκρυα από μέσα μου, σαν να είχα μια λίμνη μαζεμένα δάκρυα που ξεχειλίσανε σήμερα. Δεν μπορώ να σταματήσω να κλαίω.



Άννα

Τα δάκρυα, έλεγε η γιαγιά μου, είναι θυμός . Έλεγε ακόμα ότι είναι κακία μαζεμένη, που δεν χωράει πια στη ψυχή… Συγγνώμη που το λέω…



Μαρία

Άνια, είσαι καλός άνθρωπος, γι’ αυτό θέλω να καθίσουμε μαζί λίγο, μπορείς; Η αλήθεια είναι ότι είμαι θυμωμένη με τη ζωή μου, σήμερα δεν έχω τίποτα καλό να το χαρώ. Ακόμα και την εγγονή μου, την Κατιούσα, προσποιούμαι ότι χαίρομαι που τη βλέπω, ενώ είναι τόσο γλυκό παιδί! Ντρέπομαι που νιώθω έτσι. Βρίσκομαι στο πουθενά. (Συνέχεια σκουπίζει τα δάκρυα της)



Άννα

Μαρία, μήπως σε πείραξε κάτι εδώ, ή έγινε κάτι με τους χορευτές;



Μαρία

Όχι, οι Καυκάσιοι, ξέρεις, είναι μεγάλοι διπλωμάτες, όταν θέλουν κάτι να διεκδικήσουν ή να πουν, θα βρουν τρόπο. Ειδικά όταν έχουν συμφέρον… Δεν μου δημιουργούν πρόβλημα, άλλωστε εγώ τους έφερα στην Ελλάδα. Με τέτοια οικονομική κρίση στη χώρα μας… μου φιλάνε τα χέρια. (Ξεσπάει στο κλάμα)

Όλα τελείωσαν. Μας κυβερνάει το δολάριο! Θυμάσαι τα ρούβλια; Ήταν τόσο ασήμαντα που τα περιφρονούσαμε, λέγαμε ότι δεν μας ενδιαφέρει το χρήμα, απλά δεν μας ενδιέφερε αυτό το χρήμα που δεν είχε καμιά αξία…

Σήμερα τον μισθό μου μπορώ να τον ξοδέψω μόνο για τα κραγιόν μου και για δύο, τρεις καφέδες με τις φίλες… Ο κύριος «ντόλαρ» μας κυβερνάει. Όλοι ζούμε για αυτόν τον κύριο! Τα πράσινα χαρτάκια μας κάνουν ανθρώπους! (Ξεσπάει σε λυγμούς . Πίνει το κρασί της σαν το νερό, διψασμένη. Κλαίει)

Μη με κατηγορείς, δεν είμαι αλκοολικά, δεν ξέρω τι μου συμβαίνει σήμερα, σαν να πέθανα και να βρίσκομαι στην κηδεία μου.

Ο άνδρας μου, ξέρεις, είναι, μάλλον ήταν, σκηνοθέτης θεάτρου. Περιοδεύων σκηνοθέτης, σε όλη του ζωή ανέβαζε παραστάσεις σε διάφορες πόλεις .

Έλειπε από το σπίτι τρεις – τέσσερις μήνες. Βλαντιβοστόκ, Μακγαντάν, Άστραχαν, Οντέσσα, Τουμέν… Και κάθε φορά ερωτευόταν. Καταλαβαίνεις; Δεν με απατούσε απλά με έδιωχνε από την καρδιά του και έβαζε κάποια άλλη στη θέση μου. Και κάθε φορά μου τα εξομολογιόταν είτε γραπτώς είτε κοιτάζοντας μέσα στα μάτια μου, ζητώντας μια απλή, όπως έλεγε, ανθρώπινη κατανόηση... Ο Μάρκο, έτσι τον λένε, είναι Εβραίος – Μοσχοβίτης, ενώ εγώ μια Ρωσίδα από ένα χωριό ξεχασμένο στα βάθη της Σιβηρίας. Γνωριστήκαμε στη Μόσχα. Ερωτευτήκαμε. Αυτός σπούδαζε σκηνοθεσία, εγώ λογιστικά. Τόσο διαφορετικοί! Αυτός καλλιτέχνης και εγώ μια πεζή λογίστρια! Παντρευτήκαμε και αποκτήσαμε μια κόρη. Ήμουν μόνο είκοσι τεσσάρων χρόνων, όταν για πρώτη φορά ο Μαρκ έφυγε στο Σβερντλόβσκ να ανεβάσει μια παράσταση του Ντοστογέβσκι, τους «Δαιμονισμένους». Μετά από δύο μήνες, μου έστειλε γράμμα όπου έγραφε ότι ερωτεύτηκε την πρωταγωνίστρια και ζητάει κατανόηση. Δεν ζητούσε διαζύγιο αλλά μόνο κατανόηση… (Κλαίει)

Εγώ δεν ήξερα πού να πάω, στη Μόσχα δεν είχα κανέναν. Πώς αλλάζουν τα πράγματα, νομίζω σήμερα είμαι πιο μόνη με τις διασυνδέσεις που έχω στην πρωτεύουσα: υπουργοί, καλλιτέχνες, φίλοι… παρά τότε που δεν είχα όλο αυτό τον κόσμο γύρω μου, αλλά μόνο δυο τρεις φίλες και τον Μάρκο. Φυσικά και δεν τον χώρισα, πού να πήγαινα με δέκα μηνών μωρό;

Όταν επέστρεψε, έπεσε στα πόδια μου, δεν γύρισε καν να κοιτάξει το παιδί του, που είχε μεγαλώσει, και άρχισε να λέει τις πρώτες λέξεις. Μια εβδομάδα δεν με άφηνε από την αγκαλιά του, και έλεγε, έλεγε, έλεγε… Πως με αγαπάει.. (Κλάμα.)

Όταν μετά από δυο χρόνια επαναλήφθηκε η ερωτική του περιπέτεια σε μία άλλη πόλη, στο Σικτιβκάρ, με μία άλλη πρωταγωνίστρια, εγώ νόμιζα ότι δεν θα αντέξω. Τελικά, άντεξα.



Άννα

Την ξέρω αυτήν την πόλη με το αστείο όνομα. Είναι στα Ουράλια, είχαμε στο σπίτι μας, στο Σουχούμι, παραθεριστές, τέσσερα κορίτσια, ήταν φίλες, από αυτήν την πόλη … Όλο με καλούσαν να τους επισκεφτώ στο Σικτιβκάρ. Δεν πήγα ποτέ.



Μαρία

Τον δέχτηκα πάλι, έδειξα κατανόηση. Ξέρεις, τη γεωγραφία των πόλεων την έμαθα από τους έρωτες του άνδρα μου. Σήμερα, όταν μαλώνουμε, καμιά φορά του τις θυμίζω, αποκαλώ τις ερωμένες του με τα ονόματα των πόλεων. Η Οντέσσα, η Άστραχαν η Σικτιβκάρ… Θυμώνει, αλλά δεν έχει να πει τίποτα, γιατί έχει τελειώσει σαν άνδρας. Δεν μπορεί να αγαπάει πια, η καρδιά του κουράστηκε, έγινε ανίκανος, ανίκανος σκηνοθέτης, ανίκανος παντού. Αλλά είναι καλός παππούς. Παππούς,.. τίποτα άλλο.

Έχουμε όλοι μια άδεια, μια ανίκανη ζωή...



Άννα

Καλά, Μαρία, όλα θα διορθωθούν. Θα δεις…



Μαρία

Ναι, δεν σου είπα και το άλλο, ξαφνικά άρχισα να ερωτεύομαι και εγώ. Άλλαξα πολλούς συντρόφους… ερωτικούς.

Ο άνδρας μου τώρα πια δεν ανεβάζει παραστάσεις, τον ξεχάσανε. Ένα μήνα πριν ήθελε να τα οικονομήσει και όλα τα χρήματα μας, περίπου δέκα χιλιάδες δολάρια τα έχασε σε μια στιγμή. Θέλαμε να αγοράσουμε ένα διαμέρισμα με αυτά τα χρήματα. Ο αγοραστής του συναλλάγματος ήταν ένας απλός απατεώνας. Όταν γύρισε σπίτι ο Μαρκ, στην τσάντα του βρέθηκαν αντί ρούβλια κομμένα χαρτιά από εφημερίδες… Δέκα χιλιάδες δολάρια, που τα μάζευα ένα-ένα, έγιναν αέρας! (ξεσπάει σε λυγμούς.)



Άννα

Θέλεις να πάμε στην εκκλησία; Σήμερα είναι μεγάλη γιορτή στην Ελλάδα, Ημέρα της Παναγιάς. Όλος ο κόσμος πάει στην εκκλησία τέτοια μέρα.



Μαρία

Νετ, νετ, β τσερκόβ’ για νε χατσού (Όχι, όχι δεν παω στην εκκλησία) Κάποια άλλη μέρα, δεν είμαι καλά σήμερα.



Άννα

Μα, έχεις και το όνομα της Μαρίας. Γιορτάζεις σήμερα! Χρόνια σου πολλά!

Ίσως η Μαρία θέλει να σε βοηθήσει. Γι’ αυτό κλαις, και δεν βρίσκεις παρηγοριά..



Μαρία

Είμαι αμαρτωλή και δεν μπορώ να πάω στην εκκλησία, δεν μου βγαίνει… Ίσως όταν θα βαπτίσουμε τους χορευτές, θα προσκυνήσω την εικόνα της Παναγιάς…



2η Σκηνή

Μπαίνουν όλοι, θόρυβος, φωνές…

Τάλη

Άνια, βαϊνα! βαίνα νατσαλάς!



Άννα

Πόλεμος; Πού; Τι έγινε;)



Bενιανόρ

Χθες ομάδες Γεωργιανών στρατιωτών πέρασαν τη γέφυρα Ινγκούρσκι, και κατέλαβαν το Σουχούμι.



Τάλη

Ο κυβερνήτης Αρτζίνμπα ανακοίνωσε την επιστράτευση όλων των Αμπχαζίων.

Πόλεμος με τους Γεωργιανούς! Πρέπει να φύγουμε, να πάρουμε όπλα στα χέρια. Τέρμα η περιοδεία! Ζήτω η απελευθέρωση απ’ τους Γεωργιανούς!



Μανάνα (στα γεωργιανά)

Βαϊμε, Βαϊμε!!! (Αλίμονο, αλίμονο) Δεν το πιστεύω! Θεέ μου, μην αφήνεις να συμβεί το κακό!



Bενιανόρ

Η μάνα μου, τα αδέλφια μου! Πρέπει να φύγουμε!



Μανάνα

Δεν έχεις μόνο εσύ μάνα! Σκέψου τα δικά μου παιδιά, που θα είναι στόχος κα των δύο πλευρών.



Λέλια

Ο άνδρας της Μανάνα είναι Αμπχάζιος, και αυτή Γεωργιανή. Τα παιδιά της θα γίνουν στόχος και για τις δύο πλευρές. Μας βρήκε η συμφορά!



Όλοι μαζί

Ο Ιάσων, πού είναι ο Ιάσων; Ο Βλαντίμιρ! Πού είναι ο Βλαντίμιρ;



3η σκηνή

Μπαίνουν ο Ιάσων και ο Βλαντίμιρ



Ιάσων

Δεν καταλαβαίνω, γιατί δεν θέλεις να κάνουμε και την τρίτη παράσταση στο Ηράκλειο, αφού θα πληρωθείτε, θα πάρετε περισσότερα δολάρια!



Βλαντίμιρ

Ναι, αλλά είναι κουραστικό – δύο παραστάσεις σε μία μέρα! Πρέπει να ρωτήσω τους χορευτές…. (τους κοιτάζει και αντιλαμβάνεται ότι κάτι έγινε).

Να σας ρωτήσω αν θέλετε να κάνουμε σε μια μέρα δύο παραστάσεις, αλλά στην άλλη πόλη, στο Ηράκλειο.



Βενιανόρ: Η μεγάλη παράσταση ξεκίνησε, Βλαντίμιρ, και δεν ξέρω πότε θα έχει τέλος, και δεν ξέρω αν θα είναι δράμα ή τραγωδία!



Μανάννα

Βαϊμέ! Βαϊνά!– Πόλεμος! (Τρέχει κοντά στο Βλαντίμιρο και τον αγκαλιάζει σφιχτά) Τι θα κάνουμε!



Βλαντίμι (στην Άννα)

Πες στο Ιάσωνα, ότι πρέπει επειγόντως να επικοινωνήσω με το Σουχούμι και τη Μόσχα. (Φεύγει)



Βενιανόρ

Το Σουχούμι δεν απαντάει, οι Γεωργιανοί περικύκλωσαν την πόλη και είναι κοντά και στα σύνορα με τη Ρωσία, στο ποτάμι Πσώο. Μίλησα μισή ώρα πριν, και τώρα δεν μπορούμε να πιάσουμε γραμμή. Ο αδελφός μου επιστρατεύτηκε στον αμπχάζικο στρατό. Πρέπει να φύγουμε, να πάρουμε κι’ εμείς όπλα στα χέρια μας…



Ιάσων

Να φύγετε; Πώς, και ποιος σας είπε ότι τα πράγματα είναι τόσο σοβαρά; Μπορεί να είναι μια μικρή έκρηξη, σύγκρουση, κρίση, που αύριο θα λυθεί.



Βενιανόρ

Τίποτα δεν θα λυθεί. Αυτό που έγινε το περιμέναμε από καιρό. Το περιμέναμε χρόνια. Δεν είχαμε ποτέ καλή σχέση με τους Γεωργιανούς, ποτέ, όπως και αυτοί μας μισούσαν … (κοιτάζει την Μανάνα) Συγχώρα με, Μανάνα, αυτό δεν αφορά εσένα, ξέρεις πως σε αγαπάω!



Μανάνα

Γιατί δεν με αφορά; Είμαι Γεωργιανή και είμαι περήφανη γι’ αυτό, και ο Σάσα είναι Αμπχάζιος. Κανένας δεν ήθελε τον γάμο μας, ούτε οι δικοί μου, ούτε οι δικοί του. Κανένας! Τα παιδιά μας τι θα πιστέψουν, με ποιανού το μέρος να πάμε;!



Ιάσων

Αναστασία, τι λένε οι ειδήσεις;



Αναστασία

Τα πράματα είναι πολύ σοβαρά.



Ιάσων

Και εμείς δεν παίζουμε εδώ. Δουλεύουμε! Άννα, πες τους ότι μέχρι να μάθουμε για την πραγματική κατάσταση στο Σουχούμ δεν πρόκειται να πάνε πουθενά.



Επιστρέφει ο Βλαντίμιρ. Κάθεται σκεπτικός και στεναχωρημένος.



Βλαντίμιρ

- Ο φίλος μου, από την Μόσχα, δεν βρίσκει τον γιο του που με την παρέα του παραθέριζε στο πατρικό τους σπίτι στην Αμπχαζία, στο χωριό Οτσαμτσίρ… Δεν έχει νέα του, το τηλέφωνο του σπιτιού δεν απαντάει, και φοβάται πολύ για τη ζωή του..



Μανάνα

- Ωιμέ, ωιμέ! Τα παιδιά μου! (Ξεσπάει σε λυγμούς. Πιάνει μια τον Βλαντίμιρ, μια τον Ιάσονα και τους παρακαλάει). Να φύγουμε γρήγορα, να πάμε στα παιδιά μας! Φοβάμαι! Σάσα, Σάσα, πες τους κάτι, άνδρας δεν είσαι; Να φύγουμε!

(Την αγκαλιάζει ο άνδρας της ο Σάσα και την βγάζει έξω, ενώ η Μανάνα δεν σταματάει να φωνάζει και να κλαίει).



4η Σκηνή

Άννα και ο Ιάσων



Ιάσων:

Άννα, πρέπει να κάνεις κάτι για να ηρεμήσεις τα πνεύματα.

Άννα (δεν καταλαβαίνει την έκφραση)

Τα πνεύματα; πώς θα το κάνω; Πνεύμα – ψυχή…. Πώς να τα ηρεμήσω, πως το κάνω;



Ιάσων

Αχ, Άννα, κορίτσι μου, είσαι πολύ αστεία και εγώ δεν έχω όρεξη για να γελάσω. Δεν μιλάω για ψυχές και αόρατα πνεύματα, αλλά για τους χορευτές… Πώς έμπλεξα έτσι! Είναι μία έκφραση, τίποτα παραπάνω. Λέω, να τους ησυχάσεις, τους χορευτές, και να πάψουν να μιλούν για διακοπή του συμβολαίου. Πες τους ότι έτσι τουλάχιστον θα σωθούν και, αν όλα θα πάνε καλά, θα επιστρέψουν και με δολάρια, με τα οποία θα είναι πιο δυνατοί στον πόλεμο τους.



Άννα

Θα τους το πω, μην ανησυχείς. Θα προσπαθήσω!



Ιάσων

Πες μου κάτι, έμειναν πολλοί Έλληνες στο Σουχούμι;



Άννα

Πολλοί. Εμείς φύγαμε, προλάβαμε. Ο πατέρας μου αισθάνθηκε ότι μυρίζει πόλεμος. Εδώ και τρία χρόνια δεν είχαμε ήσυχη ζωή. Είπε να φύγουμε πριν μας βρουν τα χειρότερα. Σα να ήξερε. Έλεγε ότι αυτοί που δεν φεύγουν τώρα, αύριο – μεθαύριο θα αφήσουν τα σπίτια τους και με μια βαλίτσα θα δραπετεύσουν από το Σουχούμι. Η γιαγιά όμως έλεγε, να περιμένουμε το καράβι από την Ελλάδα να μας πάρει. Ξέρεις, αυτή και το ’22 που ήταν μικρή, περίμενε το καράβι με τους γονείς της. Τελικά ήρθε το καράβι, αλλά δεν τους πήραν. Δεν είχαν χρήματα να πληρώσουν… Πέρασαν εξήντα χρόνια και ακόμα οι δικοί μας περιμένουν το καράβι που θα τους πάει στη Ελλάδα.



Ακούγεται φλάουτο, μια μελαγχολική καυκάσια μουσική



Ιάσων (κάνει ότι ακούει)

Να, παίζουν μουσική, άρα όλα πάνε καλά. Μάλλον η Μαρία τους μίλησε. Αυτή η Ρωσίδα δεν πρόκειται να τους αφήσει να φύγουν.

Οι δικοί μου το ‘22 κατάφεραν και έφυγαν με το καράβι, πρόλαβαν. Ο παππούς μου ήταν καπνέμπορος, είχε χρήματα. Χρυσές λίρες. Άφησαν σπίτια, χωράφια στο Σουχούμι, κι έφυγαν για τη Γη της Επαγγελίας! Ξέρεις ότι εδώ βρήκαν χειρότερη κατάσταση; Προσφυγιά, φτώχεια, πείνα. Ο Σαβέλλιος Μουρατίδης στο Σουχούμι είχε δάσκαλο για τα παιδιά του μέσα στο σπίτι του. Η μάνα μου μάθαινε γαλλικά και πιάνο. Μόνο αυτές οι σπουδές της έμειναν. Στην Ελλάδα ούτε σχολείο δεν μπόρεσε να πάει. Ήταν ευεργέτης ο παππούς μου και χρηματοδοτούσε το ελληνικό θέατρο στο Σουχούμι. Από αυτόν κληρονόμησα κι εγώ την αγάπη για την τέχνη. Στο Σουχούμι ήταν ο αξιοσέβαστος «γκρεκ (έλληνας), γκασπαντίν (κύριος) Σαβέλιϊ Εφσταφιεβίτς Μουρατίδη», και στην Ελλάδα έγινε ένας φτωχός πόντιος πρόσφυγας. Με κοστούμι και παπιγιόν έβγαινε τις βόλτες του στο μπουλβάρ του Σουχούμι, στα ελληνικά καφενεία με τους φίλους έπιανε φιλοσοφικές κουβέντες... Με τις σαμπάνιες τους, και τις γυναίκες… Ήταν γλεντζές και γυναικάς! Και σε αυτό του μοιάζω! Και τι κατάλαβε που ήρθε στην Ελλάδα; Πατρίδα! Έχασε τα χρήματά του, δεν σήκωσε το κεφάλι του ποτέ. Εγώ είμαι ο μοναδικός από την οικογένεια, που μετά από τόσα χρόνια μπόρεσα και απέκτησα κάποια περιουσία.



Άννα

Μη νομίζεις ότι θα ήταν καλύτερα, για τους δικούς σου, αν μένανε. Το ’49 σχεδόν όλους τους μάζεψαν και τους εξόρισαν στην κεντρική Ασία. Πέθαναν πολλοί, και αυτοί που επέζησαν ξεκίνησαν από την αρχή τη ζωή τους εκεί. Σπίτι, δουλειά… Ξέρεις, ο πατέρας μου τότε ήταν επτά χρονών και χάρηκε πολύ, όταν ξαφνικά έμαθε ότι θα φύγουν με το τρένο για κάπου μακριά. Όλοι κλαίγανε, η μάνα του έσπαγε τα τζάμια του σπιτιού και αυτός χαιρόταν. Δεν τον φόβιζαν ούτε στρατιώτες με όπλα. Έφαγε και ξύλο από τη μάνα του για αυτήν τη χαρά. Ήταν το πρώτο του ταξίδι έξω από την πόλη. Στα παιδιά αρέσουν τα μακρινά ταξίδια..

Έμεναν πολλοί συγγενείς μας στο Σουχούμι, τι κάνουν τώρα;



Ιάσων

Εσύ με ποιους είσαι; Με τους Αμπχάζιους ή με τους Γεωργιανούς;



Άννα

Δεν ξέρω. Η κάθε πλευρά έχει την δική της αλήθεια. Ευτυχώς που δεν βρίσκομαι εκεί και δεν χρειάζεται να πάρω το μέρος κανενός. Τι κάνουν τώρα οι φίλοι μου, οι γείτονες μου;



(Ο Ιάσων αγκαλιάζει την Άννα).



Ιάσων

Όλα θα πάνε καλά, δεν θέλω να σε βλέπω στεναχωρημένη. Κοίταξε εμένα στα μάτια. Δεν είμαστε συγγενείς αλλά έχουμε το ίδιο επίθετο. Το Μπυρατιδέικο ..Μας ενώνουν πολλά…ήμαστε δυνατοί, πρέπει να ήμαστε ..

(Η Άννα ξεγλιστράει από τα χέρια του)

Δεν σε φοβάμαι, όλα θα αντέξεις.



Άννα

Θυμάσαι όταν σου τηλεφώνησα πρώτη φορά μετά τη γνωριμία μας, όταν μου είπες να σε πάρω τηλέφωνο για μια δουλειά σε ένα σπίτι φίλων σου; Και εσύ μου μιλούσες πολύ γλυκά. Έλεγες: «Ναι, αγάπη μου, ναι, γιαβρί μου, ναι, κορίτσι μου, ναι, γλυκιά μου, ναι, παιδί μου»… Είχα μείνει άναυδη, σκεφτικά για σένα «ότι είσαι τρελός, μόλις με γνώρισες και μου μιλούσες … σαν να ήσουν… μου μιλούσες ..ερωτικά!» (Γελάει)

Δεν ήξερα τότε, ότι στην Ελλάδα μιλούν με γλυκόλογα. Ότι είναι ένας απλός τρόπος επικοινωνίας. Ξέρεις τι σκέφτηκα ; (γελάει) Ότι είσαι ερωτευμένος μαζί μου! (γελάει).



Ιάσων

Ήταν λόγια, τίποτα άλλο. Στην Ελλάδα λέμε πολλές καλές κουβέντες, είναι στο χαρακτήρα μας. Λέμε και κακές λέξεις, θα τις μάθεις και αυτές. (Την πλησιάζει). Μετά, όταν σε γνώρισα καλύτερα, αυτό που σκέφτηκες για μένα, ίσως θα μπορούσε να είναι και αλήθεια . Ίσως.. Η εποχή του έρωτα τελείωσε. Δεν το αισθάνεσαι; Μοναξιά … (τον διακόπτει η Άννα)



Άννα

Πρέπει να πάω στην πισίνα, εκεί είναι όλοι, να μάθω τα νέα τους. Να δούμε και τις ειδήσεις στην τηλεόραση. Ακόμα δεν μπορώ να πιστέψω ότι η λέξη «πόλεμος» έγινε κάτι που με αγγίζει πραγματικά . Ήταν μια λέξη που αναφερόταν μόνο στα βιβλία της ιστορίας στο σχολείο, στη λογοτεχνία και στις ειδήσεις για μακρινές χώρες και ποτέ δεν είχε σχέση με τη ζωή μου.



ΠΡΑΞΗ 4

1η σκηνή



Εκκλησία. Βαφτίσια. Στη μέση της σκηνής μια κολυμπήθρα.

Παρουσιάζονται Αναστασία, πατέρας Νικόλαος, η Ελλάδα.



Αναστασία

Πατέρα Νικόλαε, όλα είναι έτοιμα, οι ανάδοχοι, οι σταυροί και τα δώρα, τους χιτώνες τους ράψαμε. Σαν άγγελοι είναι τώρα. Έχουν άγχος, έχουν και τον πόνο τους. Τα φρόντισα όλα.



Π. Νικόλαος (μιλάει πολύ καλά ελληνικά αλλά με την αγγλική προφορά)

Πάντα ήσουν πολύ καλή και οργανωτική, σε ευχαριστώ. Δεν μιλούν ελληνικά οι άνθρωποι; Τους ρωτήσατε αν πραγματικά θέλουν να γίνουν χριστιανοί ορθόδοξοι;



Άννα

Ναι, και βέβαια το θέλουν, ακόμα περισσότερο, από τότε που μάθαμε ότι ξεκίνησε ο πόλεμος στην πατρίδα τους. Πιστεύουν στον Θεό. Ο πόλεμος, λένε, θα κρατήσει, και πρέπει να είναι έτοιμοι για μεγάλες δυσκολίες. Χύνεται αίμα και οι άνθρωποι φεύγουν, όσοι καταφέρνουν. Στις ειδήσεις είπαν πως με το καράβι πήραν το ρωσικό πληθυσμό του Σουχούμι, έχουμε και Έλληνες εκεί, το ξέρετε; Το Σουχούμι κάποτε ήταν αρχαία ελληνική αποικία – Διόσκουροι..



Π. Νικόλαος

Αυτά τα βαφτίσια για μένα συμβολίζουν πολλά. Και εγώ κάποτε ήμουν απλός θνητός, ούτε καν χριστιανός, δεν ξέρω τι ήμουν. Ένας Άγγλος χίπης… Νιώθω περήφανος που βαπτίζω τους αδελφούς μου από τη μακρινή χώρα . Πως την είπε η διερμηνέας, η Άννα; «Χώρα των μανταρινιών»…(χαμογελάει). Αμπχαζία… σαν γυναικείο όνομα ακούγεται. Θα ήθελα να επισκεφτώ τη χώρα τους, ιδίως τώρα που θα τους βαφτίσω…



Αναστασία

Ωραία ιδέα, μπορώ να οργανώσω ένα γκρουπ και να πάμε του χρόνου. Λένε ότι είναι υπέροχα τα μέρη τους, με πολύ πράσινο και ωραίες παραλίες στη Μαύρη Θάλασσα. Έχουν καλό κρασί και είναι φιλόξενος λαός… Να πάμε και στη Μόσχα! Όλη μου τη ζωή ήθελα να πάω στη Μόσχα και κάθε φορά δεν γινόταν.



Ελλάδα

Και εγώ θέλω να πάω στη Μόσχα! Η μαμά μου εκεί σπούδασε., όλο έλεγε θα σε πάω και θα σου δείξω τα αγαπημένα μου μέρη. Δεν βρήκε χρόνο, τα καλοκαίρια νοικιάζαμε δωμάτια στους παραθεριστές ενώ τον χειμώνα μαζεύαμε μανταρίνια από τον κήπο μας και ο μπαμπάς μου τα πουλούσε στη Μόσχα.. Δεν με πήρε ποτέ μαζί του. Τώρα στην Ελλάδα είμαι πιο μακριά από τη Μόσχα…



2η σκηνή

Παρουσιάζεται η Άννα και την ακολουθούν οι χορευτές και οι μουσικοί, ντυμένοι με χιτώνες, κρατάνε από ένα κερί στα χέρια τους… Πράγματι, θυμίζουν αγγέλους…



Άννα (στην Αναστασία)

Τι κάνουμε, πού να σταθούμε;



Αναστασία

Εδώ, γύρω από την κολυμπήθρα.



Άννα

Αναστασία, εξήγησε στους ανθρώπους τι τους περιμένει εδώ στην εκκλησία.



Αναστασία

Στο νερό βυθίζεται ο παλιός άνθρωπος και βγαίνει αναγεννημένος ο νέος άνθρωπος, ο χριστιανός. Και το λάδι σημαίνει το έλεος και τη χάρη του Θεού, καθώς και τη δύναμη που παίρνει ο νεοφώτιστος. Ο σταυρός είναι η σφραγίδα του Χριστού και συμβολίζει το πνεύμα της θυσίας και την αποδοχή της χριστιανικής ζωής.

Τα ρούχα που φορούν είναι λευκά, συμβολίζουν την καθαρότητα της ψυχής του βαπτισθέντος και το κόψιμο των μαλλιών σημαίνει ότι πλέον αυτός ανήκει στο Θεό.



3η Σκηνή

Ακούγεται μουσική βυζαντινή (ψαλμοί)

Εμφανίζονται οι νονοί - ο Ιάσονας, Δήμαρχος και άλλοι



Δήμαρχος

Δεν σας πειράζει να έρθουν οι τηλεκάμερες, έτσι δεν συμφωνήσαμε; Το δημαρχείο ανέλαβε τα βαφτίσια και πρέπει να το κάνουμε θέμα. «Ενώ άρχισε πόλεμος στην Αμπχαζία, οι Αμπχάζιοι χορευτές βαπτίζονται στην Ελλάδα χριστιανοί ορθόδοξοι!» Κάλο θέμα! Βοηθάμε σε ό, τι μπορούμε ! Μετά τα βαφτίσια, λέμε να μαζέψουμε τρόφιμα, χρήματα και ό, τι χρειάζεται για να στείλουμε στο Σουχούμι. Θα το συζητήσουμε στο Δημοτικό Συμβούλιο.



Ιάσων

Μπράβο, δήμαρχε, είσαι άξιος!



Δήμαρχος

Είμαστε τέτοιος λαός, φιλότιμος. Μας αρέσει να βοηθάμε, να βοηθάμε πραγματικά, χωρίς σκοπιμότητες όπως το κάνουν κάποιοι, οι μεγάλες δυνάμεις., και δεν μου επιτρέπει το αξίωμα μου να συνεχίσω την κουβέντα…



Δυναμώνει η ένταση του ήχου ψαλμού… από κάπου αλλού ακούγεται μια καυκάσια μελωδία (ζουρνάς )



Π. Νικόλαος

Βαφτίζονται οι δούλοι του Θεού… Εις το όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος… Αμήν!



Η μουσική αλλάζει και ακούγεται ζουρνάς, μια καυκάσια μελωδία. Η σκηνή της βάπτισης σβήνει (τα φώτα χαμηλώνουν) , ενώ στην οθόνη εμφανίζεται ο πολεμικός καυκάσιος χορός με τα μαχαίρια*.

Στη διάρκεια του χορού, συνήθως, από τα χτυπήματα των μαχαιριών εμφανίζονται σπίθες, που είναι επικίνδυνες για τα μάτια των χορευτών).



ΠΡΑΞΗ 5

Σκηνή 1

Βενιανόρ και Άννα. Ο Βενιανόρ τραυματισμένος. Έχει το ένα του μάτι δεμένο με γάζα



Βενιανόρ (πιάνει το μάτι του με τη γάζα)

Πρέπει κάτι να κάνουμε, σε μια μέρα χορεύω πάλι και δεν μπορώ να βγω έτσι, τραυματισμένος..



Άννα

Ο Ιάσων είπε ότι πρέπει να βγεις εσύ, δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγής. Είσαι σολίστας και μοναδικός.



Βενιανόρ

Το ξέρω. Όμως κάποια πράγματα δεν μπορούμε να τα ελέγξουμε. Δεν τραυματίστηκα επίτηδες. Και να ξέρεις τέτοια τραύματα από τις σπίθες πολλές φορές παθαίνουμε στον χορό με τα μαχαίρια.



Άννα

Στη σκηνή σαν στον πόλεμο…Μπορούσε να γίνει και χειρότερα. Δεν μ’ αρέσει ο χορός αυτός, είναι βάρβαρος, ενώ στους θεατές αρέσει πολύ. Εντυπωσιάζονται.



Βενιανόρ (αλλάζει τη κουβέντα)

Άνια, ο άντρας σου δεν σου γράφει;



Άννα

Γιατί ρωτάς; Γιατί όλοι με ρωτάνε πού είναι ο άνδρας μου; Δεν έχω άνδρα! Εξαφανίστηκε! Κάποιοι λένε ότι έφυγε στη Μόσχα και είναι με κάποια άλλη. Στη Μόσχα είχε πολλές φιλενάδες, πήγαινε συχνά εκεί με τόνους μανταρίνια, έβγαζε καλά χρήματα και τα έτρωγε με τις Μοσχοβίτες. Δεν τον αγαπούσα, παντρεύτηκα μετά τις σπουδές για να κάνω οικογένεια.. Η γιαγιά μου έλεγε ότι καθυστέρησα ήδη, και ότι θα μείνω γεροντοκόρη…



Βενιανόρ

Πώς και δεν παντρεύτηκες στη Μόσχα; Τόσα χρόνια μακριά από το πατρικό σπίτι ;



Άννα

Ήθελα. Δεν με άφησε ο πατέρας μου. Δεν ήθελε με τίποτα ξένο γαμπρό. Και εγώ αγάπησα έναν Ρώσο. Δεν μπορούσα να πάω κόντρα στον πατέρα μου, γύρισα στο Σουχούμι. Και τι ειρωνεία! Η γιαγιά μου ομολόγησε πολύ αργότερα ότι η μάνα της, η προγιαγιά μου, ήταν μια Ρωσίδα, από τα βάθη της Ρωσίας. Αρχές του αιώνα στα ελληνικά χωριά του Σουχούμι δεν υπήρχαν νύφες, έτσι φέρανε από τη Ρωσία φτωχές και ορφανές κοπέλες. Αυτές παντρεύτηκαν τους Έλληνες, μάθανε τη γλώσσα την ποντιακή, τα έθιμα, την κουζίνα. Μόνο τα γαλανά τους μάτια και τα άσπρα σαν χιόνι πρόσωπα πρόδιδαν την καταγωγής τους.



Βενιανόρ

Και τα ξανθά τους μαλλιά…



Άννα

Τα μαλλιά δεν τα έβλεπε κανένας, φορούσαν μαντίλες συνέχεια… Ο πατέρας μου έχει κάτι μάγουλα κόκκινα σαν της προγιαγιάς Ρωσίδας.



Βενιανόρ

Μερικά χρόνια πριν κι εγώ ήθελα να πάρω μια Αρμένισσα. Ήμασταν πολύ καλά, αγαπιόμασταν. Η μάνα μου μού έκανε πόλεμο σκληρό. Τη λυπήθηκα, τη μάνα μου, και χώρισα. Η Νουνέ – έτσι λέγανε τη κοπέλα μου – ακόμα δεν παντρεύτηκε, και εγώ έμεινα έτσι. Αλλά πρέπει να κάνω οικογένεια, να αποκτήσω παιδιά.

( Πλησιάζει την Άννα) Είσαι πολύ όμορφη, μ’ αρέσεις. Θα μπορούσαμε να γνωριστούμε στο Σουχούμι, ενώ η μοίρα μας έφερε κοντά χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα. Πες μου, αν ο άνδρας σου δεν βρεθεί και μείνεις μόνη, θα μπορούσες να με αγαπήσεις; (Πιάνει το χέρι της )



Άννα (δείχνει ότι της αρέσει όλη αυτή η εξομολόγηση του Βενιανόρ)

Παράξενα νιώθω και εγώ, αλλά είμαστε τόσο μακριά… (ενώ τον πλησιάζει). Θα φύγεις σύντομα…



(πλησιάζουν και οι δύο και φιλιούνται ερωτικά )



2η σκηνή



Μπαίνει ο Γκουράμ (Γεωργιανός χορευτής)



Γκουράμ

Άνια! (σταματάει, βλέπει τη ερωτική σκηνή, νιώθει αμήχανα, προσπαθεί να φύγει)



Η Άννα και ο Βενιανόρ απομακρύνονται ο ένας από το άλλον, αλλά μετά ο Βενιανόρ την πλησιάζει, παίρνει το χέρι της και δεν το αφήνει πια



Άννα

Γκουράμ, έγινε τίποτα;



Γκουράμ

Απλά ήθελα να πω ότι τηλεφώνησα στους συγγενείς μου στην Τιφλίδα και έμαθα, ότι ο υπουργός Λαμινάντζε ανακοίνωσε στην τηλεόραση ότι συλλάβανε όλα τα μέλη της κυβέρνησης της Αμπχαζίας… Και ακόμα συμφώνησαν να φύγουν από την χώρα οι ένοπλοι εξτρεμιστές και από τις δύο πλευρές…



3η σκηνή

Εμφανίζεται ο Βλαντίμιρ με την Ελλάδα



Βλαντίμιρ

Κοιμήθηκα για λίγο και τώρα μόλις ξύπνησα ευτυχισμένος. Ξύπνησα σαν να μην υπάρχει αυτός ο πόλεμος και εμείς να είμαστε στην πόλη μας, στο αγαπημένο μου Σουχούμι…



Ελλάδα

Κύριε Βλαντίμιρε, ξέρετε ότι στα όνειρα βλέπουμε περισσότερα πράγματα παρά στον ξύπνιο μας!



Βλαντίμιρ

Περπάτησα –στο όνειρο μου– στους δρόμους του Σουχούμι. Πέρασα από την οδό Φρούνζε, μετά, ενώ κατέβαινα στην θάλασσα, πέρασα έξω από το μαγαζί «Ντέτσκυϊ Μιρ» και από την Γκαλερί – «Τέχνες», από το Τυπογραφείο, μετά διέσχισα το δρόμο και μπήκα στο πάρκο μας και κάθισα στην καφετέρια δίπλα στο ξενοδοχείο «Ιντουρίστ». Εκεί ήταν οι φίλαθλοι, που έβλεπαν ποδόσφαιρο στην τηλεόραση. Όλοι πίνανε καφέ και εγώ πήρα έναν ελληνικό καφέ. Μίλησα με τον Τζουγκούλι, με τον Κοτέ. Γελάσαμε, είπαμε και καινούρια ανέκδοτα. Μετά ανεβήκαμε στο ρεστοράν «Άμρα» Εκεί συνάντησα τους παλιούς μου φίλους . Ήπιαμε σαμπάνιες και γελάσαμε πολύ. Καλή ήμερα ήταν, ήσυχη, ηλιόλουστη. Και η θάλασσα ήταν πολύ ήρεμη, απόλυτα γαλήνια…



Άννα

Σαν να ήμουν κι εγώ μαζί σου... Καλό όνειρο, ίσως ο πόλεμος θα τελειώσει γρήγορα και όλα θα γίνουν όπως παλιά.



Ελλάδα

Μαμά, τι θα απογίνουν οι μαϊμούδες από τον ζωολογικό κήπο; Θα τις σκοτώσουν;



Άννα

Δεν ξέρω, και εγώ χθες σκέφτηκα τους πιθήκους μας.



4η Σκηνή

Έρχεται ο Ιάσων



Ιάσων

Ποιος είπε «μαϊμούδες»;! Τι κάνετε εδώ; (Στον Βλαντίμιρ) Τι νέα από το μέτωπο;



Βλαντίμιρ

Ένα όνειρο είδα...



Ελλάδα

Κύριε Μουρατίδη, ξέρετε ότι στην πόλη μας είχαμε έναν ζωολογικό κήπο με σχεδόν τρεις χιλιάδες μαϊμούδες; Μόνο μαϊμούδες, άλλα ζώα δεν είχαμε!



Ιάσων

Η πόλη των μαϊμούδων! Περιβόλια με μανταρινιές και μαϊμούδες… Μια ζούγκλα!



Άννα

Ιάσονα, δεν θυμάσαι που σου έλεγα πως εργαζόμουνα ως βιολόγος ερευνήτρια σε ένα ζωοτροφείο με πιθήκους;



Ιάσων

Α, ναι, κάτι θυμάμαι. Και τώρα τι θα κάνουν οι μικροί μας αδελφοί, οι πίθηκοι;



Άννα

Όταν έφευγα εγώ για την Ελλάδα ήδη υπήρχε πρόβλημα, δεν έφταναν οι τροφές. Καημένοι…Κάποιοι κατάφερναν να φύγουν από τα κλουβιά και αναζητούσαν τροφή στα σπίτια των κατοίκων. Δεν φοβόντουσαν καθόλου τους ανθρώπους. Οι μικρές μαϊμούδες κάνανε ζημιές στα χωράφια των αγροτών. Δύσκολο ήταν να τις πιάσεις. (Γελάει) Μία φορά, την ώρα που βράδιαζε, ένας τεράστιος χιμπατζής μπήκε στην αυλή της γιαγιάς μου. Δεν έβλεπε καλά η γιαγιά, και δεν κατάλαβε πως δεν ήταν άνθρωπος. Νόμιζε ότι ήταν ο γείτονας, ο Γιάγκο, ένας μεθύστακας. Φώναξε τον παππού μας, τον Ανέστη (Στα ποντιακά η Άννα αναπαράγει τα λόγια της γιαγιάς) «Ανέστη, αούτος ποιος είναι εκεί, στα μανταρίνια, μοιάζει με τον παλαβό τον Γιάγκο!». Ο πίθηκος, όταν άκουσε φωνές, δεν κουνήθηκε καν, καθόταν έξω στον κήπο και κοιτούσε την γιαγιά σε απόσταση δέκα μέτρων. «Ο αφορισμένος, τι κάνει εκεί!. Μεθυσμένος είσαι; Γιάγκο, έλα μέσα, φώναξε η γιαγιά, θα σε βάλω ολίγο ξύγαλάν!» Και ο χιμπατζής τίποτα. Την κοιτούσε, σαν να περίμενε να αποκαλύψει μόνη της την παρουσία του, σαν να της έλεγε «άνθρωπος δεν είμαι, αλλά και ζώο δεν είμαι». Ο παππούς αργούσε να βγει από το σπίτι, και τότε η γιαγιά πήρε ένα ξύλο και πήγε να συναντήσει όπως νόμιζε, τον μεθυσμένο Γιάγκο.



Ιάσων

Ανέκδοτο η ιστορία σου. Καλά, Άννα, σταμάτα να μας λες παραμύθια!



Άννα

Μα είναι αληθινή ιστορία! Και όταν η γιαγιά αντί για έναν μεθυσμένο γείτονα, όπως περίμενε, είδε μπροστά της έναν πίθηκο, έχασε τις αισθήσεις της. Ο παππούς την βρήκε ξαπλωμένη καταγής και δίπλα τον χιμπαντζή, που έπιανε το χέρι της, σαν να ήθελε να τη συνεφέρει. Ευτυχώς ο παππούς δεν έπαθε τίποτα, γιατί ήξερε ότι φεύγουν πίθηκοι από τον ζωολογικό κήπο. Άρχισε να φωνάζει, να διώχνει τον πίθηκο, ο οποίος δεν έφευγε με τίποτα. Η γιαγιά συνήλθε, έφερε μήλα και σταφύλια στο «διάολο», όπως τον ονόμασε. Τον κράτησαν τρεις μέρες, και μετά με ειδοποίησαν. Έστειλα αυτοκίνητο με εργάτες. Δεν ήθελε να φύγει, με δυσκολία το πιάσανε στον κήπο το ζώο.



Ιάσων

Είπαμε, δεν ήταν ζώο, ούτε άνθρωπος…



Άννα

Ξέρεις, οι δικοί μας πίθηκοι ήταν έξυπνοι σας εμάς. Δεκάδες γκρουπ εκδρομέων επισκέπτονταν τον ζωολογικό κήπο μας και έφευγαν με την αίσθηση ότι συνάντησαν τους… συνάνθρωπους τους.



Ιάσων

Εσύ δεν μου έλεγες ότι ήταν πειραματόζωα; Ότι τους ετοιμάζατε για ταξίδια στο διάστημα, για να δοκιμάζουν καινούρια φάρμακα;



Άννα

Ε, ναι, υπαγόμασταν στο Υπουργείο Άμυνας.



Ιάσων

Μη στεναχωριέσαι, υπάρχουν πολλοί άλλοι που κάνουν πειράματα στους ανθρώπους… Άρα μικρότερο το κακό που έκανες εσύ.



Ελλάδα

Μαμά, ο άνθρωπος κάποτε ήταν μαϊμού, γι’ αυτό οι πίθηκοι μας διασκέδαζαν πολύ, μας μοιάζουν!



5η Σκηνή

Ακούγεται πάλι μουσική (ζουρνάς)

Παρουσιάζεται η Μανάνα



Μανάνα

Τηλεφώνησα στην Τιφλίδα, σε μια φίλη από το Κρατικό Θέατρο. Μου λέει ότι γίνεται εκστρατεία των εθελοντών Γεωργιανών και ότι ο αδελφός της ετοιμάζεται να πάει στο Σουχούμι να πολεμήσει τους Αμπχάζιους… Χθες ήμασταν αδέλφια και σήμερα γίναμε οι χειρότεροι εχθροί… Στην τηλεόραση είπαν ότι ο στρατός κατέλαβε το Κυβερνείο στο Σουχούμι, και γίνονται προσπάθειες για την εκκένωση της περιοχής από τους παραθεριστές που είναι χιλιάδες.



ΠΡΑΞΗ 6



Μπαίνουν Βλαντίμιρ, Άννα, Ιάσων, Αναστασία και ο πατήρ Νικόλαος



1 σκηνή

Π. Νικόλαος

Πέρασαν μόνο τρεις ημέρες και έγιναν τόσο πολλά και δυσάρεστα… Ο Θεός είναι μεγάλος! Εύχομαι να τελειώσει ο πόλεμος σύντομα!



Άννα

Μακάρι, αλλά εγώ πιστεύω ότι και οι δυο πλευρές θα πάνε μέχρι το τέλος. Είναι παράξενη αυτή η αίσθηση, όταν καταλαβαίνεις ότι γίνεται κάτι που ετοιμαζόταν δεκαετίες….



Ιάσων

Μπούρδες! Για όλα φταινε οι πολιτικοί και τα μεγάλα συμφέροντα…



Βλαντίμιρ

Εμένα θα μου λείπει το Σουχούμι όπως ήταν. Μετά τις λεηλασίες και τους βομβαρδισμούς, το Σουχούμι δεν θα είναι πια η πόλη του γλεντιού και του κεφιού, της φιλίας και της αγάπης.



Ιάσων

Αλήθεια, άκουσα και εγώ για την μποέμικη ατμόσφαιρα στην πόλη σας. Ο παππούς μου, ο Σαβέλλιος Μουρατίδης, έλεγε πως τα παλιά χρόνια η ζωή του ήταν ατελείωτο γλέντι. Στην παρέα του ήταν και Αμπχάζιοι και Γεωργιανοί. Ο Σαβέλλιος Μουρατίδης μιλούσε και γεωργιανά και αμπχάζικα και νέα ελληνικά και ποντιακά, και βέβαια ρωσικά και γαλλικά. Θυμάμαι μια φοβερή ιστορία που άκουγα από τον παππού μου πολλές φορές.. Μια φορά ο Σαβέλλιος, με μια παρέα γλεντζέδων τα πίνανε όλη την ημέρα στο εστιατόριο «Κόκκινο Ψάρι». Εκεί σέρβιραν αποκλειστικά σολομό και άσπρο κρασί. Μαζί τους είχαν την άμαξα που τους μετέφερε όπου γούσταραν. Πριν την επανάσταση το Σουχούμι είχε πάρα πολλές άμαξες. Συνήθως η παρέα του πήγαινε βόλτες από εστιατόριο σε εστιατόριο. Μετά το «Κόκκινο Ψάρι» πήγαν σ ένα άλλο με λίγο παράξενο όνομα: «Μην φεύγεις, αγαπητέ μου». Εκεί ήπιανε κρασί «Ιζαμπέλλα». Και μετά βρέθηκαν αλλού για σαμπάνιες, και έτσι όλη την ημέρα διασκέδαζαν. Σ ένα από τα πολλά εστιατόρια που επισκέφτηκαν, ρίξανε μερικά μπουκάλια σαμπάνιας σε έναν κουβά, και έδωσαν το ποτό στο βαρβάτο άλογο της άμαξας τους. Το άλογο ξαφνικά έγινε πιο ζωντανό, πήρε μεγαλύτερη φόρα, απέκτησε και καλύτερη διάθεση, και τους πήγαινε σε όλη την πόλη… Η κομπανία τραγουδούσε αμπχάζικα και γεωργιανά ερωτικά τραγούδια, και από τη χαρά πυροβολούσαν στον αέρα με τα πιστόλια τους. Και δεν υπήρχε κανένας ιδιαίτερος λόγος ή αφορμή, όπως μια γιορτή ή γενέθλια… Το γλέντι για αυτούς ήταν μια καθημερινότητα. Κερνώντας τους περαστικούς, γνωστούς και αγνώστους που έβρισκαν μπροστά τους, ο Σαβέλλιος και οι φίλοι του πλησίασαν το παζάρι. Το άλογο της άμαξας ξαφνικά βλέπει μπροστά του μια πανέμορφη φοράδα, άσπρη σαν το χιόνι. Αυτό ήταν! Ο κουβάς με την σαμπάνια και η αστραφτερή φοράδα έκαναν σαν τρελό το άλογο, που ξαφνικά ξέχασε το φορτίο του και έτρέξε σαν τρελό στην φοράδα, και... καταλαβαίνετε τι έγινε ! Κάποιοι έπεσαν από την άμαξα, που σηκώθηκε και κουνιόταν μαζί με το άλογο, κάποιοι, δύσκολα, αλλά κρατήθηκαν, και έζησαν τον έρωτα του άλογου με την πανέμορφη φοράδα. Δεν περιγράφεται το γέλιο που έγινε! Κρίμα που εγώ δεν ήμουν εκεί.. Αυτή η ιστορία γράφηκε στα χρονικά του Σουχούμι! Αλήθεια… τι καλή ζωή είχε ο παππούς μου και την άφησε πίσω, φεύγοντας για την Ελλάδα με το καράβι…



Βλαντίμιρ (γελώντας)

Ωραίος ο παππούς σου. Η αλήθεια είναι ότι και εγώ άκουσα αυτήν την ιστορία, αλλά από τον παππού μου… που έλεγε ότι όλα αυτά συνέβησαν σε αυτόν και στην παρέα του! Μπορεί να ήταν, μπορεί και όχι…



Ιάσων

Λες ο δικός μου να ήταν παραμυθάς; Μπορεί και να ήταν, αλλά εγώ τον θυμάμαι πολύ σοβαρό και λυπημένο. Στην Ελλάδα η ζωή δεν του έδωσε πολλές χαρές. Τώρα που το σκέφτομαι, δεν έμοιαζε καν με γλεντζέ άνθρωπο, ήταν κάπως θλιμμένος… Η μόνη αλήθεια είναι ότι νοσταλγούσε πολύ το Σουχούμι…



Άννα

Το Σουχούμι μας ήταν… Είπα, «ήταν». Να που και εγώ αρχίζω να πιστεύω ότι όλα πια μόνο ήταν. Δεν είναι πια και δεν θα είναι έτσι όπως παλιά...Θέλω να κλάψω και δεν μπορώ άλλο!





ΠΡΑΞΗ 7



Πρόβα της παράστασης. Όλη η ομάδα είναι στη σκηνή.



Βλαντίμιρ

Παρακαλώ, να πάρετε όλοι θέσεις ! Θα κάνουμε πρόβα χωρίς τον Βενιανόρ, γιατί το μάτι του δεν πέρασε. Σήμερα θα ξεκουραστεί.



Όλοι ντυμένοι με μαύρα κολάν και κορμάκια παίρνουν τις πόζες. Οι μουσικοί αρχίζουν να παίζουν.



Άννα

Ο Ιάσων θέλει η παράσταση να μη χάσει σε τίποτα. Ο Βενιανόρ είναι κορυφαίος σολίστας. Θα τα καταφέρνατε χωρίς αυτόν;



Βλαντίμιρ

Πες του ότι οι χορευτές, όλοι τους, είναι άψογοι! Και να μην γκρινιάζει! Δεν είμαστε καλά με αυτό που συμβαίνει στην πατρίδα μας, από πάνω έχουμε και τον Ιάσονα με τις απαιτήσεις. Κάνουμε ό,τι μπορούμε.



Ξεκινάνε τις φιγούρες του χορού με τα μαχαίρια



Ιάσων

Δεν βλέπεις ότι αυτοί οι λαοί έχουν δραματοποιημένους χορούς; Ολόκληρη παράσταση στήνουν. Μέσα στους χορούς τους κάνουν διάλογους, αγαπούν, μισούν, ερωτεύονται και ηρωικά σκοτώνονται!



Βλαντίμιρ

Ποιος σκοτώθηκε, Άνια; Έμαθες τίποτα;



Άννα

Τίποτα. Δεν υπάρχει επικοινωνία με το Σουχούμι. Πήρα και στη θεία μου, τη Σόνια, στη πόλη Γκούντα - ούτα, ούτε εκεί έχει σύνδεση! Στις ειδήσεις είπαν ότι την περιοχή αυτή την ελέγχουν ακόμα τα αμπχάζικα στρατεύματα.



Αναστασία

Είναι συναρπαστικό το θέαμα… οι χοροί τους!



Ιάσων

Δεν καταλαβαίνω τι συμβαίνει στην πατρίδα σας, και ποιος έχει δίκιο ή άδικο. Δεν ασχολήθηκα και δεν μπαίνω στις λεπτομέρειες. Συνηθίσαμε ότι στη Σοβιετική Ένωση όλα πήγαιναν ρολόι, τουλάχιστον τέτοια εντύπωση είχαμε. Και τώρα που διαλυθήκατε... Πιστεύω ότι κανένας δεν καταλαβαίνει γιατί ξεκίνησαν τον πόλεμο. Είναι ένα ξέσπασμα της στιγμής. Οι άνθρωποι διώκονται και δεν υπάρχει φως. Τίποτα άλλο.



Μαρία

Αγάπη μου, Ιάσων! Τη δεύτερη παράσταση που θα κάνουμε, τη δωρίζουμε σε σένα. Ευχαριστημένος;



Ιάσων

Αφού αρχικά έτσι και αλλιώς συμφωνήσαμε, δυο παραστάσεις δωρεάν.



Μαρία

Νετ, νετ! Συμφωνήσαμε για μία παράσταση στην Ιθάκη. Μαζί με αυτήν, σήμερα, έχεις για την τσέπη σου τώρα δύο παραστάσεις. Θα πάρεις καλά χρήματα!

Αν, βέβαια, εγώ θα καταφέρω να τους κρατήσω, Αμπχάζιους και Γεωργιανούς, εδώ στην Ελλάδα. Ξέρεις τι τραβάω; Θέλουν να φύγουν, να διακόψουν.



Ιάσων (στην Άννα)

Πες της να μην κάνει την έξυπνη! Πες της επίσης (ανεβάζει την φωνή του και αρχίζει να νευριάζει) ότι τα έξοδα και τα νεύρα μου στοιχίζουν πολύ περισσότερα από τις δύο παραστάσεις που μου δωρίζουν. Πες της επίσης, ότι μπορεί και να αλλάξω γνώμη. Θέλουν να πάνε στον πόλεμο τους, να πάνε! Στα αρχίδια μου! Κατάσταση ανωτέρας βίας. Ακυρώνουμε την περιοδεία και να πάνε όπου γουστάρουν. Στο πόλεμο θέλουν να πάνε, να πάνε! Να σκοτώσουν θέλουν; να σκοτωθούν! Δεν με αφορά, παραιτούμαι!



Όλοι δείχνουν αμηχανία, να τον πιστέψουν ή όχι



Ιάσων (στην Άννα)

Μετάφρασε τους όλα όσα είπα τώρα!



Άννα

Ιάσων ραζαζλίλσια. (Ο Ιάσων θύμωσε – Η Άννα προσπαθεί να τους μιλήσει μαλακά και ευγενικά για να ομαλοποιήσει την κρίσιμη κατάσταση)



Ιάσων

Πού είναι η μικρή; Πού είναι η Ελλάδα; Δεν θέλω να μεταφράζεις εσύ, θα με βοηθήσει η μικρή που θα μεταφράζει λέξη προς λέξη όσα λέω εγώ και όπως τα λέω! Εσύ, Άννα, δεν κάνεις. Ώρες, ώρες αναρωτιέμαι ποιος σε πληρώνει; Ο Βλαντίμιρ ή εγώ;



Άννα

Μα, εγώ είμαι μαζί σου! Απλά δεν θέλω τις οξύτητες και τα σκάνδαλα, θέλω να μιλάμε ανθρώπινα!



Ιάσων

Λάθος ! Είσαι λα-θος! οφείλεις να μεταφράζεις ακριβώς ό τι λέω εγώ. Έχει σημασία. Ελλάδα! Έλα δω!



Ελλάδα

Κύριε Ιάσονα, εδώ είμαι!



Ιάσων

Θα τους μεταφράζεις λέξη προς λέξη αυτά που λέω εγώ. Δεν θ’ αλλάζεις τίποτα!

Πες τους, αν θέλουν να σπάσουν το συμβόλαιο, εγώ δεν αρνούμαι. Λέω ναι! Να το σπάσουμε και να φύγουν στον πόλεμο και να χορέψουν εκεί στο ταψί του θανάτου!

Πες τους ότι… στα αρχίδια μου, να πάνε όπου θέλουν και τέρμα οι συνομιλίες! (Φεύγε. Η Ελλάδα νιώθει αμήχανα, δεν ξέρει τι να πει).



Μαρία

Ελάντα, μη λες τίποτα! Καταλάβαμε, ο Ιάσων είναι θυμωμένος.

(Στους χορευτές) Γιατί τον θυμώσατε, παιδιά; Δεν θέλετε να βγάλετε χρήματα; Με τέτοιες δυσκολίες σας έφερα εδώ, στην Ελλάδα – τη χώρα όπου ονειρεύεται να πάει ο κάθε πολιτισμένος άνθρωπος… Και τώρα, τι μου κάνετε; Εγώ δεν φεύγω, έχω οικονομικές υποχρεώσεις και απαιτώ να συνεχίσουμε την περιοδεία.



Μανάνα

Να φύγουμε στο Σουχούμι. Μαρία, σε παρακαλώ, δεν μπορώ να χορεύω, όταν τα παιδιά μου βρίσκονται μέσα στο σφαγείο. Φοβάμαι!



Σάσα

Πρέπει να φύγουμε. Δεν μπορώ και εγώ να χορεύω. Το μυαλό μου είναι στο Σουχούμι.



Όλοι

Nα φύγουμε! Να φύγουμε!



Γκουράμ

Να φύγουμε, αλλά εγώ χρωστάω χίλια δολάρια για το αυτοκίνητο που πήρα, και δεν ξέρω από πού αλλού να βγάλω χρήματα να ξεπληρώσω το χρέος μου…



Μαρία

Να φύγετε; Και ποιος σας είπε ότι εσείς αποφασίζετε για αυτό; Ρωτήσατε εμένα, αν μπορείτε να σπάσετε το συμβόλαιο; Εγώ είχα σχέδια, είχα όνειρα, ρωτήσατε εμένα τι προβλήματα έχω εγώ; Δεν με ενδιαφέρει ο πόλεμός σας, που ίσως κρατήσει μία εβδομάδα. Εσείς, οι Καυκάσιοι, έτσι και αλλιώς χωρίς τον πόλεμο δεν μπορείτε να ζήσετε. Το αίμα σας βράζει! Ακόμα και οι χοροί σας είναι πολεμικοί! Σας ξέρω πολύ καλά! Σας αρέσουν τα πανηγύρια, αλλά σας αρέσει και η παλικαριά. Το μαχαίρι το βγάζετε εύκολα…



Βλαντίμιρ

Μαρία, σε παρακαλώ πολύ!



Μαρία

Όχι, θα μιλήσω, θα τα πω όλα! Αφού ξέρατε πολύ καλά ότι η κατάσταση ήταν εμπόλεμη. Εδώ και τρία χρόνια δημιουργούνται προβλήματα στην περιοχή σας. «Οι Αμπχάζοι θέλουν να απελευθερωθούν από το ζυγό των Γεωργιανών!» Χα χα! Και οι Γεωργιανοί θέλουν να κυβερνούν στην χώρα των μανταρινιών. Χα-χα ! Μα δεν είσαστε τίποτα, μόνο μια χώρα των μανταρινιών. Και τι θα κάνατε μόνοι σας, μια χούφτα άνθρωποι; Χωρίς τους άλλους; Τους Γεωργιανούς ή τους Ρώσους; Άρα γιατί ήρθατε στην περιοδεία, αφού η κατάσταση ήταν κρίσιμη; Θέλατε χρήματα, δουλειά… Να, που την έχετε!



Βλαντίμιρ

Μαρία, φτάνει πια! Κάνεις μεγάλο λάθος!



Λέλια

Εσείς οι Ρώσοι μόνο τα μανταρίνια της Αμπχαζίας, τον ήλιο της και την θάλασσα της θέλατε. Δεν βλέπατε παραπέρα!



Γκουράμ

Εσείς, οι Αμπχάζιοι τι θέλετε επιτέλους; Τι σας λείπει; Απλά θέλατε να κάνετε του κεφαλιού σας, αλλά με αίμα θα το πληρώσετε…



Βενιανόρ

Τι λες; εσείς, οι Γεωργιανοί, μας μισούσατε, μας θεωρούσατε δεύτερης κατηγορίας… (Πάει κοντά του απειλητικά)



Βλαντίμιρ

Στοπ! Στοπ! Σταματήστε! Θα γίνουμε ρεζίλη, σε ξένη χώρα βρισκόμαστε! Πάρτε πόζα. Πάρτε πόζα! Ξεκινάμε!



Αρχίζει η μουσική και οι χορευτές, χωρίς θέληση και κέφι, παίρνουν τις θέσεις τους και ξεκινούν δειλά την πρόβα, αλλά στην συνέχεια παίρνουν φόρα… Βγάζουν τα μαχαιριά και χορεύουν τον «Χορό με μαχαίρια», ενώ στην οθόνη γίνεται προβολή του πραγματικού χορού με όλο το επιτελείο του συγκροτήματος…













































ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ

ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΕΚΑ ΧΡΟΝΙΑ …

Αύγουστος 2002





















Τα γεγονότα εκτυλίσσονται το καλοκαίρι του 2002. Πάλι στα Χανιά, πάλι στο ίδιο ξενοδοχείο, που είναι όμως λίγο αλλαγμένο, έχει και ένα πιάνο στο σαλόνι…



Οι Χανιώτες, η Αναστασία. ο Πατήρ Νικόλαος και ο Δήμαρχος παραμένουν εκεί που τους αφήσαμε.



Η Άννα μετακόμισε από τη Θεσσαλονίκη στα Χανιά και έχει δικό της τουριστικό γραφείο, δουλεύει αποκλειστικά με Ρώσους τουρίστες. Οι δουλειές της πάνε αρκετά καλά..



Η Ελλάδα, η κόρη της, έγινε 23χρονών και είναι τελειόφοιτη του Κονσεβατόριουμ της Μόσχας. Θα γίνει πιανίστρια. Ήρθε για διακοπές και βρέθηκε μαζί με τη Μαρία και τον Βλαντίμιρ στο αεροπλάνο…



Ο Ιάσων νιώθει γερασμένος και δεν έχει πια την αισιοδοξία του και την τρέλα που είχε δέκα χρόνια πριν. Η γυναίκα του πέθανε από καρκίνο, και εκεί που δεν της έδινε πολλή σημασία, ξαφνικά αισθάνθηκε ότι όλα ήταν γι’ αυτήν, ίσως και να νιώθει τύψεις. Έκανε ταξίδι στην Μόσχα, όπου συναντήθηκε με τον Βλαντίμιρ και τη Μαρία. Σε ένδειξη ανταπόδοσης της φιλοξενίας του στη Μόσχα, αποφάσισε να φιλοξενήσει για μια εβδομάδα στα Χανιά τον Βλαντίμιρ και τη Μαρία… Βασικά ήθελε και να κάνει μια αναδρομή στο παρελθόν, και να δει την Άννα, που είναι για αυτόν μια ελπίδα για αναγέννηση.



Η Μαρία και ο Βλαντίμιρ, ο Σάσα και η Μανάνα έφτασαν στα Χανιά, καλεσμένοι από τον Ιάσονα..

Η Μανάνα και ο Σάσα εγκαταστάθηκαν στη Μόσχα από 1993, όταν είχαν φύγει από το Σουχούμι. Έφτασαν και αυτοί στα Χανιά για παρέα.



Ο Βενιανόρ έρχεται στα Χανιά από την Αθήνα, όπού βρισκόταν για δουλειές. Στο Σουχούμι έγινε γνωστός πολιτικός. Με την ευκαιρία του ταξιδιού στην Αθήνα επισκέπτεται την Άννα στην Κρήτη. Δεν την ξέχασε, παρόλο που δεν είχαν καμία επικοινωνία μετά το 1992.



Νέα πρόσωπο ο Γιώργης, μετανάστης από τη Γεωργία, άγνωστης εθνικότητας,. Είναι συνεταίρος της Άννας και έχει ερωτική σχέση μαζί της, μα εκείνη δεν θέλει να γίνει η σχέση τους φανερή. Δεν δέχεται τη πρότασή του να παντρευτούν.



ΠΡΑΞΗ ΠΡΩΤΗ



1η σκηνή



Άννα (κάθεται μόνη της στο ξενοδοχείο και διαβάζει κάτι, φαίνεται πως περιμένει κάποιον)

Μου είπαν πως εδώ είναι όλοι τους και δεν βλέπω κανέναν.



Μπαίνει ο Γιώργης.



Γιώργης

Άνια, τι κάνεις εδώ; Δεν σε περίμενα!



Άννα

Περιμένω κάποιους φίλους από τα παλιά. Θα μείνουν στην Αναστασία. Θέλω να τους καλωσορίσω, γιατί αργότερα δεν θα έχω χρόνο, έρχεται ένα γκρουπ από τη Μόσχα με τσάρτερ πτήση.



Γιώργης; Τελευταία όλο δεν έχεις χρόνο, έχουμε καιρό να ιδωθούμε. Σ’ επιθύμησα, και εσύ δεν κάνεις τίποτα να μείνουμε μαζί! Κουράστηκα να σε ψάχνω και να περιμένω. Θέλω να σε έχω κοντά μου μέρα - νύχτα.



Η Άννα δεν ανταποκρίνεται και παραμένει αδιάφορη.



Άννα

Εγώ σου εξήγησα ότι δεν μπορώ να φανερώσω την σχέση μας, γιατί δεν θέλω να δώσω δικαίωμα στη κόρη μου, που ακόμα περιμένει τον πατέρα της...



Γιώργης

Σου έκανα πρόταση γάμου, να παντρευτούμε!



Άννα

Να παντρευτούμε! Δεν είμαι έτοιμη και δεν ξέρω αν μπορώ να παντρευτώ. Μπορεί ο άνδρας μου να ζει και να εμφανιστεί κάποτε.



Γιώργης

Πέρασαν πάνω από δέκα χρόνια. Δεν εμφανίστηκε μέχρι σήμερα, άρα να μην τον περιμένεις! Τον σκοτώσανε, μάλλον… Και αν είναι ακόμα ζωντανός, δεν σε θέλει πια…. Τόσο πολύ τον αγαπούσες;



Άννα

Δεν θέλω να μιλάμε για αυτό. Και εσύ δεν νομίζω ότι είσαι το καλύτερο για μένα. (Ξαφνικά σηκώνεται, τον πλησιάζει και τον κοιτάει κατάματα). Η αλήθεια είναι ότι ταιριάζουμε και ίσως θα μπορούσα να σε αγαπήσω. Αλλά έχεις κάτι που με φοβίζει…Καλά, πάω, με περιμένουν ( φεύγει).





2η σκηνή



Μπαίνει η Αναστασία



Αναστασία (μιλάει στο κινητό τηλέφωνο)

Τι έκπληξη, Ιάσων! Και βέβαια θα σου βρω δωμάτια. Όχι, όχι, μη με ευχαριστείς, απλά κάποιοι Άγγλοι ακύρωσαν την κράτηση. Τα πληρώνεις όλα εσύ, κατάλαβα, Μεγαλόψυχος! θέλεις να τους φιλοξενήσεις! Έχουμε τόσα χρόνια να ιδωθούμε! (ενώ μιλάει, χαιρετάει την Άννα).

(Στον Γιώργη) Σε θέλει ο δήμαρχος.



Αμέσως μετά έρχονται ο Πατήρ Νικόλαος και ο δήμαρχος)



Π. Νικόλαος

Αναστασία μου! Άργησα, αλλά κατάφερα και ήρθα. Μαζί μου και ο Δήμαρχος.



Αναστασία

Έχω για σας μια έκπληξη! Θυμάστε τον Ιάσονα με τους Αμπχάζιους και Γεωργιανούς χορευτές;



Π. Νικόλαος. Και βέβαια, σα να ήταν χθες.



Αναστασία

Ο Ιάσων έρχεται με τη Μαρία και τον Βλαντίμιρ από την Μόσχα. Θα καθίσουν μια εβδομάδα εδώ και μετά θα κάνουν ταξίδι στην Αθήνα. Ευτυχώς βρήκα δωμάτια και θα απολαύσω την παρέα τους.



Δήμαρχος

Καφέ θα πιούμε; Πέρασαν δέκα χρόνια, πολλά άλλάξαν στο κόσμο, αλλά εδώ στα Χανιά όλα παραμένουν ίδια. Ακόμα και εγώ ξανάγινα δήμαρχος.



Αναστασία

Ο κόσμος σε αγαπάει, και μετά… αλλάζει κανείς εύκολα τους γονείς του; Εσένα σε βλέπουν πλέον σαν πατέρα.



Δήμαρχος

Σαν τον παππού τους! (Γελάει. Στην Άννα) Για τη βοήθεια που ζήτησες για την οργάνωση βραδιάς ελληνορωσικής φιλίας, όλα είναι εντάξει. Θα το κάνουμε μαζί, το χορευτικό μας θα συμμετέχει σε αυτήν την βραδιά... Και θα σας έχω και μια έκπληξη!



Αναστασία:

Έκπληξη; Ωραίο θα είναι, πρέπει να πάμε και εμείς.



Δήμαρχος

Η Άννα, είναι καλή κοπέλα. Έγινε πια κρητικιά, ακόμα και η ομιλία της απέκτησε τη δική μας μελωδία…



Αναστασία

Η Άννα έγινε επιχειρηματίας, φέρνουν τουρίστες στο νησί μας!



Άννα

Σταματήστε να μιλάτε για μένα! Εγώ φεύγω, θα έρθω αργότερα. (Φεύγει)



Δήμαρχος

Θέλω τον Γιώργη! Έλα εδώ άνθρωπε. Γιατί δεν μιλάς! Σε θέλω για μια δουλειά. Έμαθα ότι στο στρατό έκανες τον πυροτεχνουργό και ξέρεις από πυροτεχνήματα. (Απομακρύνονται συζητώντας)



Η Αναστασία φέρνει καφέδες και τους σερβίρει



Γιώργης (αφήνει τον Δήμαρχο)

Κύρια Αναστασία, φεύγω, μήπως θέλετε τίποτα απ’ μένα ;

Αναστασία

Κάτσε μαζί μας ! Θέλεις καφέ;

Γιώργης

Θα καθίσω λίγο, αλλά καφέ δεν θέλω, ήπια μόλις. (Στον δήμαρχο) Θα σας βοηθήσω σε ό, τι μπορώ, δήμαρχε. Αφού είναι για καλό σκοπό, και θα φέρει και οφέλη στην Άννα, στη δουλειά μας...



Δήμαρχος

Καλά. Μπράβο, είσαι άνθρωπος συνειδητοποιημένος, και ξέρω ότι δουλεύεις σκληρά.



Γιώργης

Ναι , δουλεύω πολύ..



Δήμαρχος

Και οι δικοί μας, όταν μετανάστευσαν στις ξένες χώρες, δούλευαν και δουλεύουνε ακόμα πολύ. Γι’ αυτό πρόκοψαν… Εσύ Πόντιος δεν είσαι; Μοιάζουμε εμείς οι Κρητικοί με τους Πόντιους! Ξέρεις ποντιακά;



Γιώργης (δείχνει πως δεν του αρέσει η κουβέντα περί εθνικότητας)

Όχι δεν ξέρω... (σηκώνεται) Πρέπει να φύγω, έχω δουλειά.

Φεύγει ο Γιώργης



Αναστασία

Καλός άνθρωπος, του έχω εμπιστοσύνη, δεν έδωσε τόσα χρόνια κανένα δικαίωμα… Αλλά δεν μιλάει και πολύ για τον εαυτό του. Γνώρισα και άλλους μετανάστες στη δουλειά μου… Είναι γυναίκες καμαριέρες. Μιλούν πολλές φορές για τα μέρη τους, για το πώς ζούσανε στις χώρες τους, τι κάνανε , συγκρίνουν τη ζωή τους εδώ και εκεί… Αυτός ποτέ. Σα να έχει σβήσει το παρελθόν του.



Π. Νικόλαος

Η ψυχή του ανθρώπου είναι άβυσσος. Ποιος ξέρει τι πέρασε;



3η σκηνή



Φωνές χαράς, γέλιο. Εμφανίζονται η Ελλάδα, ο Ιάσων η Μαρία, ο Βλαντίμιρ και το ζεύγος: ο Σάσα με τη Μανάνα.

Όλοι φιλιούνται, χαίρονται…



Ιάσων

Αναστασία μου! Δήμαρχε! Πάτερ! Τι χαρά! Σαν να μη είχαμε αποχαιρετιστεί δέκα χρόνια πριν… (στην Ελλάδα) Πω - πω, πώς περνάνε τα χρόνια. Έγινες μεγάλη γκόμε.. κοπέλα! Δεν θα σε γνώριζα με τίποτα, αν δεν μας πλησίαζες στο αεροπλάνο.



Ελλάδα

Και μόλις σας είδα, σας γνώρισα, και την κυρία Μαρία, και τον κύριο Βλαντίμιρ. Λέω, μήπως θα κάνετε ακόμα μια φορά καμιά περιοδεία; Και εγώ μαζί σας – διερμηνέας! θα το ήθελα πάρα πολύ!



Ιάσων

Πού είναι η μάνα σου; Γιατί δεν είναι εδώ;



Αναστασία

Η Άννα μόλις ήταν εδώ, θα επιστρέψει...



Μαρία

Ω, «Ελλάδα ! Τάλασα! Γκρέκι! Νιώθω ευτυχισμένη! Ιάσωνα, σε ευχαριστώ για όλα!



Βλαντίμιρ (στην Αναστασία).

Αναστασία μου, σου έφερα ένα δώρο. Μικρό αλλά καλό. Είναι ένας πίνακας. Ο φίλος μου, ο Φαζίλ, ένας Αμπχάζιος ζωγράφος ζωγράφισε το Σουχούμι.



Αναστασία (βλέπει τον πίνακα)

Η χώρα των μανταρινιών! Αλλά δεν έβαλε ούτε μια μανταρινιά.. Μόνο κυπαρίσσια και φοίνικες... Ο ζωγράφος πρέπει να είναι πολύ καλός. Όλο θέλαμε να πάμε ταξίδι, να δούμε τα μέρη σας..



Ιάσων

Πού να πας; Στην κατεστραμμένη πόλη;



Βλαντίμιρ

Αντί για ταξίδι θα έχεις ένα τοπίο της πατρίδας μου. Είναι καλός ο ζωγράφος. Σκέφτηκα ότι εσύ, που αγαπάς την Τέχνη, θα χαρείς. Είναι σαν να ήσουν εκεί..

Εγώ πήγα πέρσι το καλοκαίρι. Στην Πιτσούντα. Είναι ένας μικρός παράδεισος. Ακόμα και τα σκουριασμένα κτίρια των ξενοδοχείων μου φάνηκαν ως μια ωραία αντίθεση...



Αναστασία

Θα το κρεμάσω στο σαλόνι! Αλήθεια, τι κάνουν οι χορευτές σας; Πώς είναι;



Βλαντίμιρ

Δύσκολα. Άδειασε η Αμπχαζία... Δεν έχει ζωή εκεί... Μια μικρή χώρα που θέλει την ανεξαρτησία της πάντα έχει προβλήματα.



Εμφανίζεται η Άννα, τρέχει κοντά στο Ιάσονα, τον αγκαλιάζει θερμά. Με τη σειρά χαιρετάει και την Μαρία και τον Βλαντίμιρο. Τρέχει στην κόρη της.



Άννα (στην κόρη της)

Βλέπω πως μ’ επιθύμησες! Δεν πέρασες από το σπίτι…



Ιάσων

Μη μαλώνεις την Ελλάδα. Ξέραμε ότι θα έρθεις εδώ στην Αναστασία, δεν την κατεβάσαμε σπίτι. Για να σε δω! Είσαι η Άννα που γνώρισα δέκα χρόνια πριν;



Άννα

Έχω σαλτάρει με τους Ρώσους. Οι πιο απαιτητικοί τουρίστες, τα θέλουν όλα στην εντέλεια... Δεν το περίμενα από αυτούς… τους συμπατριώτες μου. Σήμερα το πρωί είχα ολόκληρο σκηνικό για τα καπελάκια μπάνιου. Προσπαθούσα να τους εξηγήσω ότι στα τριών αστέρων ξενοδοχεία δεν προβλέπονται καπελάκια. Επιμένουν, λένε ότι στην Τουρκία έχει και καπελάκια…



Βλαντίμιρ

Ένας ήρωας στο έργο του Αντόν Παβλοβίτς Τσέχοβ όλο ρωτούσε έναν άλλον, Έλληνα έμπορο, Αν στην Ελλάδα υπάρχουν λιοντάρια… Και ο Έλληνας έμπορος τον βεβαίωνε κάθε φορά: Η Ελλάδα έχει τα πάντα, ακόμα και λιοντάρια! (Γελάει). Σήμερα λένε έτσι για την Τουρκία.



Ιάσων

Πραγματικός παράδεισος είναι η Κρήτη… Πώς χαίρομαι που αποφάσισα να ξεκουραστώ, έχω να πάρω άδεια πολλά χρόνια.



Μαρία

Εγώ φεύγω στη θάλασσα! Παίρνω και τον Βλαντίμιρο μαζί μου.

(φεύγουν )



Ιάσων (στην Άννα)

Έφυγε η γυναίκα μου. Εκεί που δεν το περιμέναμε. Ξέρεις, πολλές φορές νιώθουμε κάποιους ανθρώπους και κάποιες καταστάσεις δεδομένες… Έτσι ίσως νιώθουμε και περισσότερη ασφάλεια. Και ξαφνικά όλα αλλάζουν. Οι άνθρωποι πεθαίνουν, οι καταστάσεις αλλάζουν... Εσύ πώς περνάς εδώ; Καλά;



Άννα

Καλά. Πολλή δουλειά και άγχος… Η μοναδική χαρά μου είναι ότι η κόρη μου, η Ελλάδα, σύντομα θα πάρει πτυχίο στο Κονσερβατόριουμ της Μόσχας και θα είναι πιανίστρια. Αλλά φοβάμαι πως θέλει να γίνει Μοσχοβίτησσα, δεν την βλέπω να επιστρέφει.



Ελλάδα

Τι ωραίο! Βάλατε και πιάνο στο σαλόνι! (Τρέχει κοντά στο πιάνο, κάθεται στο σκαμπό και ανοίγει το καπάκι. Αρχίζει να παίζει…Π.Τσαϊκοφσκι, Εποχές)



Ιάσων

Όπως κατάλαβα, μένεις μόνη σου και ο άνδρας σου δεν βρέθηκε.



Άννα

Ναι. Είναι φοβερό αυτό, να μην ξέρεις αν είσαι χήρα ή απλά παρατημένη γυναίκα…



Ιάσων

Μια γυναίκα θέλει σύντροφο δίπλα, πρέπει να παντρευτείς ξανά!



Άννα

Ναι, ίσως… Θυμάσαι πως ονειρευόμουν να αποκτήσω όσα χρήματα χρειάζομαι; Τι ωραία χρόνια! Σήμερα έχω όσα χρήματα χρειάζομαι, αλλά δεν έχω τη χαρά που χρειάζομαι… Δεν βρίσκω άνδρα να με εμπνέει, ή ίσως εγώ να έχασα το μικρόβιο της έμπνευσης…



Ιάσων: Ομολογώ, ότι και εγώ έγινα κάπως… Βαριέμαι πολύ… που ζω. Να, έφερα την Μαρία και τον Βλαντίμιρ εδώ, για να θυμηθώ τα παλιά. Τότε, όταν ακόμα είχαμε όρεξη να κάνουμε τη ζωή ωραία… Μάλλον ήταν η τελευταία φορά που έζησα έντονα!

(ακούγεται η μουσική που παίζει η Ελλάδα)

Να, η μικρή, ευτυχώς, έχει την έμπνευση… Ελλάδα! Να σε δω λίγο. (Πηγαίνει προς την Ελλάδα. Εκείνη σταματάει να παίζει και τον κοιτάει )

Η μάνα σου λέει ότι δεν θέλεις να επιστρέψεις ..

(Η Ελλάδα κοιτάει τη μάνα της και κάπως διστάζει να μιλήσει)



Ελλάδα

Δεν ξέρω ακόμη. Θέλω να συνεχίσω τις σπουδές μου στη Μόσχα, και μετά εκεί μπορώ εύκολα θα βρω δουλειά, ενώ εδώ…



4η σκηνή



(Επιστρέφει η Αναστασία με τον Πατέρα Ιωάννη)



Αναστασία

Γιατί σταμάτησες; Τι ωραία που έχουμε εσένα να μας παίζεις πιάνο!



Ιάσων

Μόσχα! Τι πάθανε όλοι, όλοι θέλουν να πάνε στην Μόσχα! Αυτό που μου έκανε εντύπωση, Άννα, η Μόσχα δεν πλησιάζεται! Ο αδίστακτος καπιταλισμός κυβερνάει παντού και κυβερνάει σκληρά… Ξέρεις, αισθάνθηκα νοσταλγία. Μίσησα τις αφίσες με διαφημίσεις, θα προτιμούσα αφίσες με τον Λένιν ή ακόμα με τον φρυδάτο Μπρέζνεφ, ή ακόμα με συνθήματα κομμουνιστικά. Τα φαστφουντάδικά, εστιατόρια , χλιδή… νυχτερινά κλαμπ… Νοστάλγησα όλα τα σοβιετικά. Το μόνο που έμεινε από τη παλιά ζωή, είναι ότι τα θέατρα και τα μουσεία παραμένουν γεμάτα από κόσμο.. να, και τα καπέλα, οι σάπκες, με σοβιετικά σήματα που πουλάνε στην Κόκκινη Πλατεία.

Επιστρέφει η Μαρία

Μαρία

Ακόμα μιλάτε! Εγώ - θάλασσα! Ωραία, Χαρασσό! Τώρα πείνασα. Γκρίκ σάλατ, Χωριά-τι-κή σα-λά-τα και κρέας γύρο με πίτα.. Ο! Νοστάλγησα το γύρο!..



Ιάσων

Τα καλύτερα χρόνια μου ήταν, όταν αγωνιζόμουν, όταν πήγα φυλακή, εκεί έκλαψα και εκεί γέλασα αληθινά. Τότε, μεταξύ θανάτου και ζωής όλα ήταν αξέχαστα Είχαμε όνειρα για την ελευθερία. Και μόλις την αποκτήσαμε τη δημοκρατία, αρχίσαμε να χάνουμε τα όνειρα μας, σιγά- σιγά πεθαίνουμε.

Να ο γιος μου έχει κάποια όνειρα, όπως να αποκτήσει ένα Πόρσε.



Μαρία

Εγώ ονειρεύομαι ένα γιοτ … Όχι καράβι μεγάλο, ένα μικρό με πανιά. Και να πάμε όλοι μαζί θάλασσα…



Ιάσων

Βλέπεις; Οι Ρώσοι που δεν έχουν θάλασσα όλο για θάλασσα μιλούν ..

Άννα

Νομίζω ότι παλιά ήμουνα πιο ευτυχισμένη … Τότε που δεν είχαμε την ελευθερία, είχαμε όνειρα για την ελευθερία. Στα μαθήματα της γεωγραφίας ταξιδεύαμε σε όλες τις χώρες του κόσμου. Ήταν το αγαπημένο μου μάθημα. Και η αστρονομία. Μαθαίναμε για τη ζωή των άστρων. Εκεί που δεν μας άφηναν να αποκτήσουμε τον κόσμο στην Γη, κοιτούσαμε τον ουρανό και νομίζαμε ότι είναι όλος δικός μας. Μετά - η λογοτεχνία. Ξεφεύγαμε με τους ήρωες για να νιώθουμε σημαντικοί δίπλα τους. Μετά ήταν τα μαθηματικά και η φυσική. Ο κόσμος των ψηφίων και των τύπων μας έδινε την δύναμη της γνώσης που δεν είχε αρχή και τέλος. Στην επιστήμη πραγματικά ήμασταν οι πιο ελεύθεροι κ’ ευτυχισμένοι…

Π. Νικόλαος

Η δημοκρατία μας έδωσε την ελευθερία, αλλά και την ελευθερία στο αμάρτημα… γ’ αυτό όλοι μας νοσταλγούμε τον πραγματικό μας, τον καθαρό εαυτό μας…

Μαρία

Τι είναι αμάρτημα; Εγώ δεν ξέρω ελληνικά!

(Όλοι κοιτάζουν την Μαρία , δεν μιλάει κανένας).

Ελλάδα

Το αμάρτημα, Μαρία στα ρώσικά είναι «γκρέχ»



Ιάσων

Γκρέχ; Σαν να ακούγεται γκρέκ, που όσο γνωρίζω στα ρώσικα, σημαίνει «Έλληνας»;



Ελλάδα

(γελάει) Δεν είναι έτσι! Τα μπερδέψατε, κύριε Ιάσων! Γκρέχ – στα ρωσικά σημαίνει αμάρτημα, είναι το ουσιαστικό. Γκρέσνιγ – αμαρτωλός – είναι επίθετο. Γρεσίτ’ – αμαρτάνω, – είναι το ρήμα..

Μαρία

Πεινάω! Πάμε σουβλάκι, χωριάτικη.. τα επιθύμησα! Να φάμε .. νοσταλγικό.. ελληνικό φαγητό ..



Ιάσων

Δεν μπερδεύω τίποτα, Ελλάδα! (Στην Άννα) Θα έρθεις μαζί μας για φαγητό; Θέλω να σε γνωρίσω καλύτερα. Μετά από τόσα χρόνια άλλαξαν πολλά. Και εσύ δεν είσαι πια η Άννα που γνώρισα δέκα χρόνια πριν, μια Άννα φοβισμένη και πληγωμένη.. αλλά και πολύ περήφανη..



Η Ελλάδα παίζει στο πιάνο μια καυκάσια μελωδία.. «Μπαλάντα για την Τιφλίδα»

(Είναι γνωστό γεωργιανό τραγούδι του γεωργιανού συνθέτη Ρεβάζ Λαγκίτζε)



Άννα

Α, ναι, δεν σας είπα, θα έχουμε και έναν φίλο από τα παλιά . Έρχεται ο … Βενιανόρ. Από τον Σουχούμι. Ο σολίστας – χορευτής; Τον θυμάστε; Δεν χορεύει πια, έγινε πολιτικός. Είναι στη νέα κυβέρνηση της Απχαζίας , Υπουργός Πολιτισμού.



Ιάσων

Τι σύμπτωση! Καλά νέα! Θα ήθελα πολύ να τον δω!

Ένας υπουργός μιας χώρας των μανταρινιών!



Άννα

Μη ειρωνεύεσαι. Δεν είναι αναγνωρισμένη η χωρά, αλλά υπάρχει ελπίδα.



Ιάσων

Ποια ελπίδα! Επιτρέψτε μου, να σας πω, ότι δεν πιστεύω ότι θα έχουν μέλλον όλες οι μικρές χώρες που θέλουν την ανεξαρτησία. Αύριο – μεθαύριο θα παρακαλάνε και πάλι να βρουν τους προστάτες τους.. τις μεγάλες δυνάμεις.. Το μόνο που κατάλαβα από την ζωή μου, είναι ότι η ιστορία μας μαθαίνει ότι τίποτα δεν μαθαίνουμε .



Άννα

Δεν θέλω να το συζητάμε. Με κουράζουν οι κουβέντες αυτές. Και θέλω να πω ότι ο Βενιανόρ έρχεται από Αθήνα που ήταν σε κάποιο συνέδριο, στα Χανιά για μένα, (διορθώνεται) για μας.. Θέλει να μας δει...όλους!



Ιάσων

Ένταξει, ότι πεις εσύ! Και τώρα όλοι στην ταβέρνα για φαγητό! Εγώ κερνάω!



Όλοι ξεκινάνε να βγαίνουν με γέλια και φωνές, ενώ η Ελλάδα συνεχίζει να παίζει στο πιάνο την «Μπαλάντα για την Τιφλίδα»

Στην σκηνή θα μείνει μόνη της με το πιάνο.



Επιστρέφει η μάνα της, η Άννα



Άννα

¨Έλά, σε περιμένουμε! Και κάτι άλλο. Μη παίξεις το τραγούδι για την Τιφλίδα μπροστά στο Βενιανόρ, που θα είναι εδώ σε λίγο. Μπορεί να παρεξηγηθεί .. Ξέρείς, αυτοί ούτε θέλουν να ακούνε λέξη για τους γεωργιανούς..



Ελλάδα

Τι λες, μάμα! Ο Βενιανόρ είναι καλλιτέχνης , δεν είναι βάρβαρος !..

(φεύγουν και δύο)



ΠΡΑΞΗ 2

Σκηνή 1

Η Ελλάδα παίζει πιάνο. Κάτι απ’ τον Χατζηδάκη

¨Όλη η παρέα γύρω, με τα ποτά στα χέρια την ακούνε..



Αναστασία

Καλύτερα που δεν πήγαμε έξω στα μπουζούκια, εδώ θα περάσουμε πιο ευχάριστα. Να ακούσουμε και τη μικρή, έχουμε δικιά μας πιανίστρια, που θα μας φύγει σε μια εβδομάδα. Ευκαιρία να την απολαύσουμε.



Π. Νικόλαος

Ο σύγχρονος άνθρωπος πιο πολύ προτιμάει να βρίσκεται στους θορυβώδεις χώρους… Και όλα αυτά, γιατί πλέον αποφεύγουμε τα συναισθήματα μας, σαν να ντρεπόμαστε να είμαστε αληθινοί ..



Ιάσων

Ο θόρυβος έγινε ένας μέρος της ζωής μας, ξεχάσαμε την μελωδία της σιωπής..

Δήμαρχος

Η σιωπή είναι χρυσός …

Πλησιάζει την Ελλάδα, την χαϊδεύει στο κεφάλι

Θα έρθεις στα Χανιά μετά τις σπουδές σου στην Μόσχα και θα σου δώσουμε να διευθύνεις την χορωδία μας στο ΚΑΠΗ..



Ιάσων

¨Όταν ο άνθρωπος ξέρει να σιωπά, ξέρει και να ζει αρμονικά, σύμφωνα

με τη φύση... Αλλά προτιμάμε θόρυβο, είναι κι ένας τρόπος να κρυφτούμε από τον εαυτό μας...



Μαρία

Μπράβο Ελλάντα. Παίξε το «Ζορμπα»! Είναι το αγαπημένο μου…

Λα, λα. Λα.. (προσπαθεί να τραγουδήσει και η Ελλάδα πιάνει τη μελωδία του Μ. Θεοδωράκη αμέσως)

Αναστασία

Το πιάνο αυτό μου το άφησε μια οικογένεια ελληνοπόντιων.. Οι άνθρωποι το μετέφεραν τυλιγμένο σε πουπουλένια μαξιλάρια μέσα σε κοντέϊνερ από το μακρινό Καζακστάν. Μετά αποφάσισαν να φύγουν στην Κύπρο. Βρήκαν εκεί δουλειές και με παρακάλεσαν να το κρατήσω εδώ, στο ξενοδοχείο έως όπου επιστρέψουν.. Πέρασαν οκτώ χρόνια και δεν επέστρεψαν. Είναι καλά στην Κύπρο, όλοι έχουν δουλειά, και θα μείνουν μάλλον εκεί.



Σάσα

Είχαμε και εμείς ένα πιάνο, που είναι κάπου εδώ στην Ελλάδα, σε κάποιο σπίτι…Εξαιτίας αυτού του πιάνου ρισκάραμε και τη ζωή μας, μείναμε μέσα στον πόλεμο στο Σουχούμι.



Ιάσων

Ένα μουσικό όργανο σας κράτησε μέσα στην κόλαση;



Σάσα

Μπορούσαμε να φύγουμε στο Ισραήλ. Η Μανάνα είναι γεωργιανό- εβραία, εκεί μας περιμένανε.

Μανάνα

Και τι θα κάναμε στο Ισραήλ; Το πιάνο ήταν το δώρο της μαμάς μου! Όταν ήμουνα ακόμα μικρό κοριτσάκι, η μαμά μου αρρώστησε βαριά, και πριν πεθάνει αγόρασε για μένα πιάνο … Πάντα ήθελε να μάθω πιάνο..



Σάσα

Δεν μπορείτε να φανταστείτε, τι περάσαμε! Μόλις επιστρέψαμε από την περιοδεία στην Ελλάδα, την ίδια μέρα μας λήστέψαν. Μπήκαν στο σπίτι με όπλα και πήραν όλα τα χρήματα , τα δολάρια. Φαίνεται πως μας περίμέναν... Ήταν φρίκη όλα αυτά που ζήσαμε εκείνη τη χρονιά…Πυροβολισμοί.. Παντού πυροβολούσαν . Ο γείτονας μας τρελάθηκε, όλο πυροβολούσε χωρίς κανέναν σκοπό, μια στην αποθήκη του, μια στον αέρα...

Όλος ο κόσμος έφευγε. Οι Ρώσοι στην Ρωσία, οι Έλληνες στην Ελλάδα, οι Γεωργιανοί στη Γεωργία, και οι Εβραίοι στο Ισραήλ... Παρακαλούσα τη Μανάνα να φύγουμε και να κρυφτούμε στο Ισραήλ, να σώσουμε τα γκοριτσιά μας. Και αυτή αρνιόταν. «Όχι, - έλεγε, δεν μπορούμε να φύγουμε, έχουμε και το πιάνο, το δώρο της μάνας μου, δεν μπορώ να το αφήσω».



Μανάνα

Ήταν το δώρο της μαμάς! Σταμάτα να μιλάς γι’ αυτό!



Ελλάδα

Η μαμά μου θα μου αγοράσει το καλύτερο πιάνο, αν επιστρέψω στην Ελλάδα μετά τις σπουδές...



Σάσα

Τα αεροπλάνα και τα ελικόπτερα πετούσανε τόσο χαμηλά! Εγώ υπέφερα πολύ, δεν ήθελα να πάρω όπλο στα χέρια μου και κρατούσα αποστάσεις και από τις δύο πλευρές. Οι Απχάζιοι με καλούσαν να πάρω όπλο, οι Γεωργιανοί προειδοποιητικά πυροβολούσαν το σπίτι μας.. Οι συγγενείς της Μανάνας σχεδόν όλοι φεύγανε στο Ισραήλ..

Και αυτή έμενε κολλημένη στο πιάνο, σαν να ήταν η ίδία η μητέρα της, παράλυτη και αμετακίνητη ... Και δεν ήξερε να παίζε πιάνο! Καθόλου! Περίμενε να μεγαλώσουν οι κόρες μας και να μάθουν. Από την αγανάκτηση ονειρευόμουν – αλήθεια λέω - , μακάρι να μας ληστέψουν και να εξαφανιστεί το πιάνο από μπροστά μου, και να φύγουμε επιτέλους … Αλλά κανένας δεν μας λήστευε. Τότε έκανα το απίθανο. Βρήκα κάποιους κλέφτες και τους παρακάλεσα να μας ληστέψουν, να κλέψουν και το πιάνο. Και τι μου είπαν, οι αλήτες; «Τι θα κάνουμε στο σπίτι του πρώην χορευτή; Δεν έχεις τίποτα πολύτιμο, εκτός από ένα άχρηστο για όλους σήμερα πιάνο…Ακόμα και αν μας πλήρωνες δεν θα σε κλέβαμε! ».



Ελλάδα

Και εγώ δεν θα το άφηνα το πιάνο, αφού ήταν δώρο της μαμά της!



Μανάνα

Βάϊμε! Σταμάτα να μιλάς για πιάνο. Ήταν το ενθύμιο της μαμάς μου!



Σάσα

Στο Ισραήλ τώρα θα ήμασταν πολύ καλά, αν δεν ήταν το πιάνο σου εμπόδιο…



Μανάνα

Γιατί το λες; Δεν βλέπεις πως οι Εβραίοι επιστρέφουν πίσω και αυτοί που δεν επιστρέφουν ίσως δεν μπορούν, αλλά θα το ήθελαν …



Αναστασία

Και γιατί να πηγαίνατε στο Ισραήλ, εκεί δεν υπάρχει ειρήνη.. Τα ίδια είναι.



Ιάσων

Παντού είναι τα ίδια. Πού να κρυφτεί ο άνθρωπος;



Σάσα

Τελικά μείναμε, και ζήσαμε όλη την φρίκη του πολέμου. Και όταν μετά από ένα χρόνο τελείωσε ο πόλεμος, ακριβώς την τρίτη ημέρα της ειρήνης, το σπίτι μας πήρε φωτιά. Και τι νομίζετε; Η Μανάνα αντί να σβήνει τη φωτιά, έτρεξε να βρει στρατιώτες να σώσουν το πιάνο της. ..



Μανάνα

Το σπίτι έτσι και αλλιώς ήταν κατεστραμμένο, ενώ το πιάνο ήταν της μαμάς.. το δώρο..



Σάσα (Την κοιτάζει αυστηρά αλλά με αγάπη)

Τελικά κατάφερε και έφερε έξι άτομα, τα παλικάρια ηρωικά μπήκαν στο φλεγόμενο σπίτι και έβγαλαν έξω το πιάνο…

Μετά ήρθε το καράβι από την Ελλάδα να πάρει τους Έλληνες. Σκέφτηκα να μπω κι εγώ στο καράβι αυτό, αλλά δεν είχα χρήματα, το ελληνικό διαβατήριο στοίχιζε πολύ ακριβά.. Τις ίδιες ημέρες μας παίρνουν τηλέφωνο οι συγγενείς από την Μόσχα και μας καλούν να πάμε να μείνουμε εκεί, έστω προσωρινά. Όπως καταλαβαίνετε μας κάλεσαν χωρίς το πιάνο...



Ιάσων και Ελλάδα σχεδόν μαζί

Και πού το αφήσατε;



Σάσα

Δόξα τον Θεό συνάντησα τυχαία μια φίλη της Μανάνας, μια ελληνίδα. Αυτή έφεύγε με το καράβι και μου είπε ότι ψάχνει να αγοράσει ένα πιάνο. Ήταν η τελευταία ευκαιρία για μένα, και δεν έκανα πίσω. Είπα στη γυναίκα μου: είτε εγώ φεύγω με τα παιδιά μας στη Μόσχα, και σε αφήνω εδώ με το πιάνο σου, είτε το πιάνο θα φύγει στην Ελλάδα μαζί με τη Σοφία, και φεύγουμε όλοι μαζί στη Ρωσία!

Ολόκληρη μέρα σκεφτόταν η Μανάνα, και μετά πήρε όρκο από την Σοφία, ότι το πιάνο θα το κρατήσει για τον εαυτό της και για τα παιδιά της και ποτέ δεν θα το πουλήσει.



Μανάνα

Ναι η Σοφία, η φίλη μου, ήξερε καλά την μητέρα μου. Ερχόταν σπίτι μας… Αλλά χαθήκαμε, δεν ξέρω πού μένει στην Ελλάδα….



Η Ελλάδα συνεχίζει να παίζει (Τσαϊκοφσκι, Εποχές) .



Σάσα

Έτσι, το φορτώσανε το πιάνο στο καράβι και έφυγε μαζί με τους πρόσφυγες στην Ελλάδα. Κάπου εδώ θα είναι ..



Μανάνα

Πέρασαν δέκα χρόνια και ακόμα εσύ γκρινιάζεις και με θεωρείς υπεύθυνη που μείναμε ένα χρόνο μέσα στον πόλεμο. Ξέρετε συνέχεια με κατηγορεί: «να, εξαιτίας του πιάνου σου, δεν φύγαμε στο Ισραήλ. Εκεί, πιστεύει, ότι δεν θα είχε αρρωστήσει. Ο Σάσα έχει πρόβλημα με τα πόδια ...μετά από τόσα χρόνια χορού.. Και εγώ του λέω «Και ποιος σε περιμένει στο Ισραήλ; Παντού είναι καλά, όπου δεν είμαστε εμείς… Και το Ισραήλ έχει πόλεμο, και τα κορίτσια εκεί επιστρατεύονται..».



Σκηνή 2

Μπαίνει ο Γιώργης

Γιώργης

Κύρια Αναστασία σας ζητάει ένας .. στο ρεσεψιόν.

Αναστασία

Κύριες και κυρίες έχουμε στη παρέα μας και τον Βενιανόρ! Είμαι σίγουρη αυτός είναι!

Γιώργης

Βενιανόρ; Κάτι μου λεει αυτό το όνομα!

Αναστασία

Είναι συμπατριώτης σου από το Σουχούμι, θα έχετε τι να μιλάτε εσείς οι δύο! Για σένα θα είναι βάλσαμο στην καρδιά, αφού έχεις να πας στην πατρίδα σου τόσα χρόνια! (φεύγουν όλοι)



ΠΡΑΞΗ ΤΡΙΤΗ

Σκηνή 1

Μπαίνουν μαζί η Άννα και ο Βενιανόρ στο σαλόνι του ξενοδοχείου.



Άννα

Δεν είναι κανένας; Θα έρθουν τώρα. Πως άλλαξες. Έγινες πιο …



Βενιανόρ

Έβαλα κιλά …. Το ξέρω. Ήμουν πολύ αδύνατος, διατηρούσαμε τη φόρμα.. Τώρα η ζωή μου είναι μακριά από το χορό. Έχω πολύ άγχος, αλλά και πολλά τραπεζώματα...Ξέρεις τι σημαίνει εξουσία, όλοι προσπαθούν να σ’ έχουν στο τραπέζι τους



Άννα

Δεν νοσταλγείς καθόλου το χορό; Δεν σου λείπει η παλιά ζωή;



Βενιανόρ

Όχι. Τότε δεν σκεφτόμουν πολύ… Πρόβες, χορός. Ταξίδευα με το συγκρότημα σε όλο τον κόσμο, όλα ήταν κανονισμένα από τους άλλους … Πιτσιρικάς , από το σχολείο ακόμα, βρέθηκα στο συγκρότημα… Ζούσα υπό την προστασία του κράτους και του καλλιτεχνικού διευθυντή μου… Από μένα χρειαζόταν μόνο να τα δίνω όλα στην σκηνή…



Άννα

Θα πιεις τίποτα;



Βενιανόρ

Μόνο ένα ποτήρι νερό…Ξέρεις ότι άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά την ζωή και να λειτουργώ παλικαρίσια μέσα στον πόλεμο. Έγινα άνδρας σοβαρός.



Άννα

Πάντα ήσουν άνθρωπος και σωστός άνδρας..



Βενιανόρ

Εννοώ, άρχισα τη δράση, έγινα δημιουργικός. Έμπλεξα με την πολιτική, με τα προβλήματα του λαού μου, με σοβαρές δουλειές, υποθέσεις.. (πλησιάζει την ¨Άννα) Αλλά μέσα σε όλα αυτά δε σε ξέχασα .. Έβαλα φίλους να σε ψάξουν . Νόμιζα ότι μένεις στην Θεσσαλονίκη, αλλά σε βρήκα στην Κρήτη. Στην πόλη που σε. γνώρισα .. στην πόλη που μας ένωσε.



Άννα

Εγώ δεν ξέρω αν σε θυμόμουνα .. Εννοώ .. σε σκεφτόμουνα. .. Ξαφνιάστηκα, όταν άκουσα την φωνή σου στο τηλέφωνο.



Βενιανόρ

Στην χώρα σας όλα φαίνονται σαν θαύματα! Ξέρεις ότι σε βρήκα μόνο σε μισή ώρα! Είχα έναν συμπατριώτη, Έλληνα από το Σουχούμι, του ζήτησα να σε βρει, μόλις έφτασα στην Αθήνα. Του λέω το όνομα σου και το επώνυμο.. δεν ήξερα άλλα στοιχεία. Αυτός είπε ότι το επίθετο Μουρατίδη έχουν πολλοί Έλληνες, ο ίδιος δεν πίστευε ότι θα σε βρει εύκολα. Αλλά σε μισή ώρα μου τηλεφώνησε και μου έδωσε το τηλέφωνό σου. Ήταν απίστευτο! Από πάρα πολλά επίθετα που βρήκε στην λίστα του τηλεφωνικού καταλόγου, διάλεξε αυτά με το όνομα Άννα, και στο πρώτο τηλέφωνο που πήρε απάντησες εσύ!..



Άννα

Με ρώτησε αν λέγομαι Άννα Μουρατίδου ή αν κατάγομαι από το Σουχούμι. Του είπα «ναι». Και μετά συνέχισε να μιλάει μαζί μου στα ρώσικα. Ρώτησε αν γνωρίζω κάποιον Βενιανόρ. Του είπα «ναι». Και μετά ρώτησε αν μπορεί να δώσει το νούμερο μου σε σένα, του είπα «ναι»..



Βενιανόρ

Ψεύτρα, γιατί λες ότι δεν ξέρεις αν με σκεφτόσουν; Όλο έλεγες «ναι, ναι, ναι»..



Άννα

Οι άνθρωποι ψάχνουν ο ένας τον άλλον χρόνια ολόκληρα.. Σε μίση ώρα βρέθηκα ..



Βενιανόρ

Το θεώρησα ως κάτι πολύ σημαδιακό και τυχερό για μένα, για μας τους δυο... Εγώ – ερχομέ για δυο μέρες στην Αθήνα και σε βρίσκω στα Χανιά μετά από δέκα χρόνια, μέσα σε εκατομμύρια κόσμο ..

(Την αγκαλιάζει και τη φιλάει στο κεφάλι. Η ¨Άννα συγκινείται και ξεσπάει σε κλάμα )

Αγάπη μου, με περίμενες, με περίμενες! .. Γιατί δεν μου τηλεφώνησες; Δεν μου έγραψες;. (Τη φιλάει με πάθος, και ή Άννα ανταποκρίνεται στα φιλιά του)

Μη κλαις. Εγώ είμαι εδώ, μαζί σου, δεν θα σ’ αφήσω ποτέ πια! Πες μου «ναι, ναι, ναι»!



Άννα

Δεν ξέρω, δεν ξέρω, δεν ξέρω τίποτα!



Σκηνή 2

Εμφανίζεται η Αναστασία. ( Η Άννα και ο Βενιανόρ απομακρύνονται)



Αναστασία

Καλώς μας ήρθε ο μέγας σολίστας χορευτής!. Κύριε Βενιανόρ, τώρα πια πρέπει να μιλάω μαζί σας μόνο στον πληθυντικό, έμαθα ότι στη χώρα σας είστε υπουργός … (αγκαλιάζονται)



Βενιανόρ

Για σας πάντα θα είμαι ο καυκάσιος χορευτής που γνωρίσατε.. Είσαστε όπως σας γνώρισα πολύ κομψή και πολύ όμορφη.. (της φιλάει το χέρι)



Αναστασία

Πάντα ευγενέστατος. Εσείς ακόμα έχετε αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς, να φιλάτε το χέρια των γυναικών.. ενώ οι δικοί μας το ξέχασαν εντελώς. Σε λίγο εμείς οι γυναίκες θα φιλάμε τα χέρια των ανδρών..



Βενιανόρ

Ξέρετε πόσο σας εκτιμώ και σας αγαπώ. Δεν θα ξεχάσω και τη στάση σας, τότε, όταν ήμασταν στα μαχαίρια … Εσείς και η Άννα μας κρατήσατε και δεν κάναμε βλακείες, .. Μα είστε και η νονά μου! Σας οφείλω πολλά και έχω δώρα για σας! (τρέχει στη βαλίτσα του. Προσπαθεί να την ανοίξει, βιάζεται και μπερδεύεται με το κλειδί).



Αναστασία

Δεν ήταν ανάγκη! Το δώρο είναι ότι σε βλέπω μετά από τόσα χρόνια χαρούμενο και ευτυχισμένο.



Βενιανόρ

Σας έφερα ένα μπουκάλι κρασί, είναι δικό μας, από την Αμπχαζία, να δοκιμάσετε το άρωμα της πατρίδας μου και έναν ωραίο πίνακα – είναι το τοπίο του Σουχούμι. (Βγάζει τα δώρα του)



Αναστασία

Και ο Βλαντίμιρ μου έφερε έναν πίνακα ..



Βενιάνορ

Ήθελα να σας φέρω κάτι, που να θυμίζει εμένα .. Εγώ το σταυρό που μου δωρίσατε τον φοράω πάντα.



Αναστασία (μελετάει τον πίνακα)

Ωραία παραλία , καφενεία… σαν την Ελλάδα... Πάω να κρεμάσω τον πίνακα και επιστρέφω! (φεύγει)



Σκηνή 3



Άννα

Πως είναι η ζωή το Σουχούμι;



Βενιανόρ

Νοσταλγείς;



Άννα

Καθόλου. Ούτε όνειρα βλέπω … Μάλλον δεν έχω χρόνο για νοσταλγία.



Βενιανόρ

Καλύτερα.. Η νοσταλγία είναι επιστροφή στο παρελθόν που είναι κάτι που δεν υπάρχει πια..



Άννα

Ξέρω, η ζωή είναι αυτό που γίνεται Τώρα. Ποιος αρχαίος το είπε;



Βενιανόρ

Σίγουρα κάποιος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος. Αλήθεια, ό, τι και να σκεφτείς ότι και να διαβάσεις, ανακαλύπτεις μετά ότι αυτό ήδη ειπώθηκε από τους Έλληνες. Ξέρεις καμιά φορά σκέφτομαι ότι οι προγονοί σου τα είπανε όλα , δώσανε τα μάθημα τους, και εμείς τόσους αιώνες κάνουμε επαναλήψεις του μαθήματος , αλλά είμαστε κακοί μαθητές, δεν μαθαίνουμε τίποτα..



Άννα

Τίποτα δεν νοσταλγώ, ούτε το Σουχούμι, ούτε τη Μόσχα. Περίεργο δεν είναι; Θυμάμαι το παρελθόν σαν ένα βιβλίο που διάβασα. Πήρα τα μηνύματα του και αυτό ήταν.... Το άφησα στο ράφι.



Βενιανόρ

Καλύτερα έτσι. Εγώ αντιθέτως, κάποια πράγματα από το παρελθόν θα ήθελα να τα ξεχάσω αλλά δεν μπορώ...



Άννα

Μίλησα δύο μήνες πριν με μια συγγενή μου που μένει εκεί. Της στέλνω κάπου- κάπου χρήματα να φροντίζει τον τάφο της γιαγιάς μας … Τη ρωτάω, πώς περνάς, τι κάνεις, και μου λέει: «Πλήττω! Λίγες χαρές έχουμε , από γάμο σε γάμο, από κηδεία σε κηδεία. Και αυτές οι κοσμικές έξοδοι έγιναν βαρετές, τα ίδια και τα ίδια.. Βαρέθηκα! Θα έφευγα από το Σουχούμι, αλλά δεν μου φτάνουν τα χρήματα ούτε για ένα εισιτήριο …



Βενιανόρ

Κάτι πρέπει να κάνουμε! Γι’ αυτό έγινα πολιτικός, θέλω να βοηθήσω τη χώρα μου..



Σκηνή 4

Μπαίνουν ο Ιάσων και οι άλλοι



Άννα

Σε τι να βοηθήσεις; Να μοιράζεις στους κατοίκους περιβόλια με μανταρίνια ; Αφού καταλαβαίνεις, τίποτα δεν αλλάζει. Κάποτε κυβερνούσε το κόμμα, και σήμερα - το χρήμα.



Ιάσων

Για όλα φταίει ο Γκαρμπατσιόβ! Μια χαρά είσαστε, και ο κόσμος ήταν μια χαρά όταν η χώρα σας ήταν δύναμη.. Ξέραμε: δεξιά έχουμε την Αμερική και στα αριστερά την Σοβιετία. Είχαμε και να διαλέξουμε …ενώ τώρα δεν έχουμε επιλογές..



Άννα

Ήταν μαλακός άνθρωπος ο Μιχαήλ Σεργέεβιτς. Η Ρωσία μάλλον θέλει κανέναν τύραννο σαν το Μεγάλο Πέτρο ή τον Στάλιν.



Μαρία

Ιάσωνα θα σε πάω στην Αγία Πετρούπολη, εκεί έχει παλάτια και μουσεία, έχει και μια ελληνική αίθουσα με αγάλματα των αρχαίων ελλήνων γλυπτών.. Λέγεται «Ε-ρμι-τάζ»!



Άννα

Ο Γκορμπαστιόβ προσπάθησε να βγάλει από μας τον φόβο της εξουσίας. Αλλά μόλις πάψαμε να φοβόμαστε… Χωρίς αυτόν τον φόβο η χώρα μας έπεσε κατά γης –μπλιάχ - σαν την μέδουσα … που κάτω από το καυτό ήλιο περιμένει να ξεραθεί και να μεταμορφωθεί σε λάσπη ..



Βενιανόρ

Τα χρόνια εκείνα δεν μας ενδιέφεραν και τα πολιτικά. Εγώ το μόνο που ήξερα ήταν να χορεύω καλά..



Άννα

Καημένε μου Βενιανόρ τα ξέχασες όλα ..

Όλοι μας ασχολιόμασταν έτσι και αλλιώς με τα πολιτικά, διαφορετικά θα πήγαινες είτε φυλακή, είτε στο τρελάδικο. Όλοι ήμασταν μια τεράστια ομάδα ανθρώπων δεμένων μεταξύ τους με τον φόβο του κόμματος και του κράτος.



Βενιανόρ

Δεν θυμάμαι να φοβόμουν κάτι , ειδικά το κόμμα. Εγώ ήμουν καλλιτέχνης και δεν μ’ ένοιαζε τίποτα άλλο!



Άννα

Δεν σ’ ένοιαζε γιατί ήσουν χορευτής σε αναγνωρισμένο από το κόμμα συγκρότημα και είχες πράσινο φως για περιοδείες στην Δύση. Ήσασταν το ελίτ, ταξιδεύατε σ’ όλο τον κόσμο...



Βλαντίμιρ

Εγώ ομολογώ ότι φοβόμουν .. Είχα πάντα έναν κόμπο φόβου μέσα μου, κάπου στην καρδιά και στην ψυχή.. Πάντως κάθε φορά που φεύγαμε στο εξωτερικό φοβόμουν να μη συμβεί κάτι που να με κάνει ρεζίλι στο κόμμα… Ο φόβος ήταν η ανταμοιβή στην καλή ζωή που κάναμε.



Αναστασία

Με τόση πείρα, τι φοβόσουν, ότι δεν θα χορέψουν καλά;



Βλαντίμιρ

Όχι, βέβαια! Φοβόμουν τους λιποτάκτες. Φοβόμουν όταν μας πλησίαζαν οι ξένοι δημοσιογράφοι, φοβόμουν .. . Μας έμενε από την εποχή του Στάλιν, που κατάφερε να κρατάει το λαό σε φόβο ακόμα και μετά τον θάνατο του…

Καλά, τι μας έπιασε; Συζητάμε πράματα που είναι πια μακρινό παρελθόν! Να γυρίσουμε σε ευχάριστα!



Αννα (γελάει)

Η γιαγιά μου η Αρχόντισσα μισούσε τον Στάλιν ... «Αυτός ο διάβολος - έλεγε - έσφαξε τόσο κόσμο, πήρε και τον άνδρα μου!.» Τον μισούσε πραγματικά, αλλά τον σεβόταν. Μου ομολόγησε, ότι όταν πέθανε ο Στάλιν, έκλαψε.. Ούτε ήξέρε γιατί..

Ιάσων

Ο πατερούλης!

Αννα

Της έμενε ο φόβος αυτός. Καθημερινά όταν ετοίμαζε χαρτί για την τουαλέτα από τις εφημερίδες, έκοβε τις φωτογραφίες του Λένιν, και του Μπρέσζνεβ . (Γελάει) Έλεγε ότι δεν είναι σωστό να σκουπίζεις τον κώλο σου με τα πρόσωπα των ηγετών της χώρας. Είναι ασέβεια, έλεγε. Τότε δεν είχαμε χαρτί υγείας, ενώ είχαμε πολλές εφημερίδες που καθημερινά έφερνε ο ταχυδρόμος σε όλες τις οικογένειες. Την «Πράβντα», την «Ιζβέστια» την «Τρούντ» (Γελάει)

Εγώ κορόιδευα την γιαγιά για την υπομονή της να μη σκουπιστεί κανένας με τη μούρη του Μπρέζνεφ. Μας μάλωνε και επέμενε: «πρέπει να υπάρχει σεβασμός!»

(Γελάει)



Ιάσων

Πήρες το μάθημα της γιαγιάς σου;

Άννα

Τώρα που θυμήθηκα την ιστορία με της εφημερίδες, σαν να μη ήταν και αληθινή..

Μαρία

Ζούσαμε ένα κακό παραμύθι, αλλά είχαμε και πολλές χαρές! Ήταν ωραία ζωή, ωραία χρόνια! Είχα κύρος, είχα άνεση. ¨Όταν έγινα διευθύντρια του θεάτρου είχα ότι ήθελα. Εμάς, τους ανθρώπους που υπηρετήσαν την Τέχνη τους είχαν σε μεγάλη εκτίμηση. Μπορεί να μη είχαμε χρήματα πολλά. Αλλά είχαμε όλα τα’ άλλα. Σήμερα τίποτε δεν απέμεινε.



Ιάσων (στην Άννα )

Άκουσα για σένα , εδώ .. καλά λόγια, πολύ καλά. Δεν περίμενα να ανέβεις τόσο καλά και γρήγορα σε αυτήν την κοινωνία .. Είναι ακόμα ένας λόγος να σε θαυμάζω.



Μαρία

Η θάλασσα είναι υπέροχη και τόσο ελκυστική!

Γιατί καθόμαστε μέσα;



Ιάσων (στην Άννα)

Πρέπει να μιλήσουμε, αλλά οι δυο μας.



Άννα

Ξέχασες, πως εσύ μου έλεγες ότι δεν με φοβάσαι και ότι θα πάω πολύ καλά … Να που έγινε αυτό που προβλέψεις.



Ιάσων

Ναι, θέλω να σου κάνω μία πρόταση. Θέλεις να συνεργαστούμε;

Εντάξει! Καλύτερα και έτσι, να ακούνε και άλλοι. (την πλησιάζει

Σου προτείνω σοβαρή συνεργασία και είμαι έτοιμος να μπω δυνατά στην εταιρία σου.

Πού είναι τα χειροκροτήματα σας; Δεν κάνω αστεία! Με ξέρετε! Μιλάω πάντα σοβαρά.



Μαρία: Ιάσων θέλεις να είσαι «κομπανιον» (συνεταίρος) της Άνια; Πότε έγινε αυτό; Εγώ δεν το κατάλαβα!…



Βενιανόρ

Ιάσων, καλή σκέψη!



Ιάσων

Άννα πως το βλέπεις;



Άννα

Κύριε Ιάσων..



Ιάσων

Κύριε; Γιατί «κύριε» Μιλάς σαν να είσαι μαθήτρια; Τι έπαθες; Ξέρω, ότι μ’ αγαπάς πολύ, αλλά σήμερα είσαι μια κυρία Άννα Μουρατίδου! Και ..



Άννα

Ιάσονα, δεν νομίζω ότι είναι κατάλληλη ώρα … Η πρόταση με τιμά! Ευχαριστώ πολύ.. αλλά .. δεν μπορώ να πάρω τώρα απόφαση ..

(ξεσπάει στο κλάμα και φεύγει)



Ιάσων

Γιατί κλαίει; Άννα, μη στεναχωριέσαι, μη κλαις, αν δε θέλεις θα μείνουμε φίλοι … Άννα, μη κλαις! Τι έπαθες;… (φεύγει να την προλάβει).



Σκηνή 5



Η Ελλάδα τρέχει στο πιάνο και παίζει το «Γαμήλιο εμβατήριο» του Μέντελσον. Κανένας δεν μιλάει. Η Μαρία πιάνει τον Βενιανόρ και τον τραβάει να χορέψουν βαλς. Ο Βενιανόρ νιώθει αμήχανος και δειλά πηγαίνει μαζί της



Μαρία (γελάει)

Πώς χαίρομαι που είμαστε πάλι στην Ελλάδα! Τι ωραία είναι η ζωή!



Ελλάδα

Δεν θέλω να επιστρέψω στην Ελλάδα! Θα ήθελα η μαμά μου να παντρευτεί, και να μένει με τον άνδρα της. Θα μπορέσω τότε να μείνω και εγώ στην Μόσχα ..



Βλαντίμιρ

Γιατί πολλές φορές λέμε ότι η ζωή «είναι ωραία», και λίγες φορές τη νιώθουμε ωραία;



Μαρία

Η ζωή είναι ωραία, ωραία, ωραία! Πρέπει να το λες συνέχεια για να το πιστέψεις! (Γελάει υστερικά)



Χορεύουν.



Βενιανόρ

Η Άννα θέλει έναν σύντροφο!



Αναστασία

Μιλάς για τον Γιώργη;



Βενιανόρ (Αναστατώνεται απότομα, σταματάει το χορό. )

Ποιος Γιώργης;



Ελλάδα

Ένας φίλος της μαμάς, συμπατριώτης . Ήρθε από το Σουχούμι με το καράβι, με πρόσφυγες.



Βενιανόρ (τρέχει στην Ελλάδα)

Αυτός τι, είναι ο …φίλος της;

Η Ελλάδα δεν τον ακούει, παίζει πιο δυνατά .

Σταμάτα, μίλα μου! Μη παίζεις, σταμάτα!



Ελλάδα (σταματάει απότομα)

Κύριε Βενιανόρ, γιατί με ρωτάτε; Ρωτήστε τη μαμά!



Βενιανόρ

Η μαμά σου μου είπε ότι είναι μόνη, και δεν έχει κανέναν άνδρα..



Μαρία

Η γυναίκα ποτέ δεν πρέπει να μείνει μόνη! Βλαντίμιρ, εσύ τι λες;



Βλαντιμιρ: Πέρασαν τα χρόνια , δεν είμαι πια ντζιγκίτ (παλικάρι), τότε καμιά γυναίκα δεν άφηνα μόνη..



Σκηνή 6

Εμφανίζεται και ο Γιώργης



Αναστασία

Να κι’ ο Γιώργης!



Βενιανόρ

Γιώργης; (τον πλησιάζει κοντά) Κάποιον μου θυμίζεις κύριε. Γνωριζόμαστε;



Γιώργης (Απομακρύνεται )

Ίσως …κάποιον σας θυμίζω. Οι άνθρωποι μοιάζουν μεταξύ τους.



Βενιανόρ (έρχεται κοντά του)

Μου είπαν ότι είσαι συμπατριώτης. Από το Σουχούμι. Που έμενες;



Γιώργης

Γιατί; Θέλεις να μάθείς αν πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο;



Βενιανόρ

Μου φαίνεσαι γνωστός. Tα μάτια τα δικά σου κάπου τα είδα... Μου λένε κάτι… Στάσου! Στον πόλεμο τι έκανες;



Γιώργης

Πολεμούσα.. όπως και οι άλλοι..



Βενιανόρ

Με ποιον ήσουν; Έλληνας δεν είσαι, οι Έλληνες δεν πήραν όπλα! Δεν μπλέξανε.. κρατήσανε αποστάσεις.

(νευρικά πηγαινοέρχεται. Πλησιάζει το πιάνο)

(Στην Ελλάδα) Γιατί σταμάτησες; Παίξε κάτι… χαρούμενο!

(στο Γιώργη) Τελικά δεν μου απάντησες, που έμενες, συμπατριώτη;



Γιώργης

Στην οδό Ρουσταβέλη… θέλεις και το νούμερο του σπιτιού;



Βενιανόρ

Θα ήθελα, γιατί όχι; Εγώ, ξέρεις, είμαι τώρα στην κυβέρνηση, υπουργός, ίσως μπορώ να βοηθήσω τους δικούς σου σε κάτι..



Γιώργη

Δεν χρειάζεται! Κανένας δεν έμεινε στην πόλη.



Σκηνή 7



Επιστρέφει η Άννα.



Άννα

Μου ήρθε φαξ από τη Μόσχα. Ακυρώνεται ένα γκρουπ, το αεροπλάνό εμφάνισε βλάβη..



Γιώργης

Τα αεροπλάνα πέφτουν, τ’ αεροπλάνα συνέχεια πέφτουν! Αλλά είναι το πιο ασφαλές μέσον μεταφοράς! Και τι έγινε; Θα έρθουν με το άλλο αεροπλάνο!.. Εγώ φεύγω, έχω δουλειές να κάνω!..



Αναστασία

Μην φεύγεις! Κάτσε στη παρέα μας.



Βενιανόρ

Γιατί να φύγεις συμπατριώτη, έφερα κι’ ένα ωραίο κόκκινο κρασί από τα μέρη μας. Δεν πιστεύω ότι θα αρνηθείς να πιες ένα ποτηράκι κρασί από την πατρίδα σου.. Φέρτε ποτήρια!



Ο Γιώργης ήταν αποφασισμένος να φύγει άλλα τώρα δεν μπορεί. Για καυκάσιους είναι προσβολή η άρνηση να πιεις με τους φίλους



Γιώργης

Ευχαρίστως, αλλά έχω δουλειά ίσως αργότερα να πιούμε;



Βενιανόρ

Δεν θα πιούμε τώρα πολύ, στο φαγοπότι – αργότερα ! Απλά θα σηκώσουμε στην υγειά μας μόνο ένα ποτηράκι. Για τη συνάντηση και τη γνωριμία μας.



Άννα

Ο Γιώργης είναι πολύ καλός φίλος μου και βοηθός.



Βενιανόρ

Μάθαμε τα νέα!



Αναστασία

Πολύ βοηθάει την Άννα με τους τουρίστες, κι’ εμένα στο ξενοδοχείο, και όλον τον κόσμο της πόλης μας. Δουλευταράς! ..



Βενιανόρ

Εμείς, οι άνδρες στο Σουχούμι ήμασταν λίγο.. καλοπερασάκηδες. Τα μανταρίνια μας χάλασαν! Το εύκολο χρήμα. Έτσι δεν είναι, Άννα;



Αννα

Στην Ελλάδα οποίος δεν δουλεύει δεν ζει.. Είναι ανάγκη..



Ο Βενιανόρ πλησιάζει τον Γιώργη. Του δίνει το ποτήρι με κρασί. Πίνουν.. αλληλοκοιτάζονται με ένα βλέμμα περίεργο..



Βενιανόρ

Έτσι που λες, Άννα, είστε φίλοι με τον συμπατριώτη μας.. Και γιατί με κάλεσες στα Χανιά;



Άννα

Σε κάλεσα γιατί ήθελα να σε δω.. Ο Γιώργης είναι φίλος, και τίποτα παραπάνω!



Γιώργης

Φίλος; Τι λες; Άννα αντιλαμβάνεσαι τι λες. Γιατί λες ψέματα; Τι σημαίνει φίλος για σένα «και τίποτα παραπάνω»;



Βενιανόρ (στον Γιώργη)

Έχεις θλιμμένο βλέμμα.. Κάπου σε ξέρω φίλε! Θα το θυμηθώ, είμαι σίγουρος! Δεν μπορεί! Πάω στη θάλασσα, να πάρω αέρα! Μαρία, Βλαντίμιρε, θα έρθετε;

(φεύγει)



Ελλάδα

Εγώ μαζί σας! Να βρούμε και τον Ιάσονα! (φεύγει)



Αναστασία

Πάω να δω τους προμηθευτές.. (φεύγει)



Σκηνή 8



Άννα

Πάω στο γραφείο.

(Η Άννα ετοιμάζεται να φύγει).



Γιώργης

Άννα, ο Βενιανόρ ήρθε για σένα; Γιατί δε μου είπες τίποτα;



Άννα

Τι θα σου έλεγα; Ο Βενιανόρ είναι το παρελθόν μου, μια ρομαντική ιστορία ... Εσύ είσαι μαζί μου σήμερα και…



Γιώργης

Και τότε γιατί δεν με παντρεύεσαι; Γιατί δεν ανακοινώνεις την σχέση μας στην κόρη σου;

Άννα

Γιατί δεν ξέρω αν ζει ο πατέρας της , ο άνδρας μου.



Γιώργης

Τι δεν ξέρεις; Σκέφτεσαι τον άνδρα σου που ούτε τον αγάπησες ποτέ.. Απλά δεν με θέλεις δίπλα σου για την υπόλοιπη ζωή!

Ίσως έχεις και δίκιο. Δεν αξίζω τίποτα.



Άννα

Εγώ πρέπει να πηγαίνω



Γιώργης

Όχι, δεν θα πας πουθενά! Τώρα μου ήρθε να μιλήσουμε, να σου πω κάτι που δεν ξέρεις.



Άννα

Δεν χρειάζεται. Έχω δουλειά, πρέπει να μάθω για το γκρουπ!



Γιώργης

Ξέρω ότι καταλαβαίνεις πολλά, πάντα περίμενα να με ρωτήσεις, αλλά εσύ ποτέ δεν με ρώτησες. Ποιος είμαι; Ξέρεις; … Ποτέ δεν σε ενδιέφερα ..



Η Άννα προσπαθεί να φύγει αποφασισμένη να μην ακούσει τίποτα.



Γιώργης

Όχι! (την πιάνει) δεν θα πας πουθενά. Θα στα πω όλα, θα με ακούσεις τώρα!



Άννα

Δεν θέλω να ακούσω τίποτα! Εγώ – φεύγω!

(Στην πόρτα συναντάει τον Βενιανόρ, αλλά δεν σταματάει και φεύγει τελικά)



Σκηνή 8

(Μπαίνει ο Βενιανόρ, αλλά κοιτάει την πόρτα από την οποία έφυγε η Άννα)



Βενιανόρ

Δεν μπήκα στη θάλασσα. Κάθισα λίγο στην αμμουδιά, την απήλαυσα.. Εδώ η θάλασσα είναι διαφορετική, έχει πολλά χρώματα και πολλή δύναμη… Έχει ζωντανά νερά. (Πλησιάζει τον Γιώργη)

Η Μαύρη Θάλασσα άλλαξε. Παλιά μας ρωτούσαν : «Γιατί λέγεται «μαύρη, είναι πράγματι μαύρη;» Και εμείς νευριάζαμε με τις ερωτήσεις αυτές… Γιατί ήταν πάντα γαλαζοπράσινη, και πολύ γλυκιά, ενώ τώρα …



Γιώργης

Η θάλασσα έγινε εντελώς μαύρη..



Βενιανόρ

Δεν θα το πιστέψεις, αλλά κάπως έτσι είναι… Δεν κάνω μπάνιο ποτέ. Μετά τον πόλεμο, δεν μπορώ.. Δεν μπορώ και να τα λέω αυτά. Δεν επιτρέπεται σ’ έναν υπουργό μιας τουριστικής χώρας…



Γιώργης

Που είναι το κρασί που έφερες; Βάλε λίγο.



Ο Βενιανόρ βάζει κρασί, πίνουν σιωπηλά…



Βενιανόρ

Δεν σου μυρίζει πατρίδα; Οι μυρωδιές μας δένουν με τους τόπους..



Γιώργης

Εγώ τώρα πίνω ελληνικό κρασί, είναι πολύ καλό, σαν το δικό μας.



Βενιανόρ: Εδώ όλοι μίλησαν για σένα με καλά λόγια. Χαίρομαι που η Άννα έχει επιλέξει καλόν άνθρωπο .. Αλλά έχω την αίσθηση ότι είχαμε συναντηθεί κάπου στο παρελθόν..



Γιώργης

Δεν είμαι και τόσο καλός.

(Πηγαίνει στο πιάνο, ανοίγει το καπάκι και πατάει τα πλήκτρά, προσπαθώντας να βγάλει μια γεωργιανή μελωδία).

Δύσκολο μουσικό όργανο. Πότε δεν μπορούσα να καταλάβω πως γίνεται να παίζεις με τόσα πλήκτρα…



Έρχεται ο Βενιανόρ, και πατάει τα πλήκτρα, μετά προσπαθεί να κλείσει το καπάκι.



Βενιανόρ

Το πιάνο δεν είναι τύμπανο.. Θέλει σκέψη και λεπτά αισθήματα … Τι άλλο δεν μπορείς να καταλάβεις εκτός του πιάνου; Την Άννα την καταλαβαίνεις, την αγαπάς;



Ο Γιώργη σηκώνεται αργά – αργά από το σκαμπό του πιάνου, κοιτάει κατάματα τον Βενιανόρ, τον πλησιάζει πολύ κοντά. Ενώπιος ενωπίω. Ο Βενιανόρ αρχίζει να απομακρύνεται, ενοχλημένος



Γιώργης

Εγώ ήμουν ένας από αυτούς που σε λήστεψαν, μόλις γύρισες από την περιοδεία στην Ελλάδα. Πέρασαν δέκα χρόνια αλλά εγώ τα θυμάμαι σαν ήταν χθες…

Η Βενιανόρ σταματάει στη μέση, έκπληκτος

Έρχεται ξαφνικά η Άννα και σταματάει στην αρχή της σκηνής, Δεν τη βλέπει κανείς



Βενιανόρ

Τα μάτια. Τα θλιμμένα μάτια...



Γιώργης

Εδώ – και τώρα θα τελειώσουμε με τα ψέματα! Κατάλαβε το, εγώ δεν είμαι αυτός που ξέρει η Άννα, είμαι ένας «μπαντίτ», εγκληματίας.



Άννα

Δεν σε πιστεύω! θέλεις να προκαλέσεις εντυπώσεις..

Προχωράει στο κέντρο της σκηνής



Γιώργης(στην Άννα)

Εντυπώσεις; Για ποιο λόγο; Το μόνο άνθρωπο που έχω είσαι εσύ! Μόνο εσύ! … Θέλω να μάθεις την αλήθεια , να ξέρεις ότι κοιμόσουν με κάποιον που δεν σου άξιζε…



Η Άννα σχεδόν πέφτει στον καναπέ. Αισθάνεται δυσφορία, χλομιάζει ..



Βενιανόρ

Τα μάτια σου δεν τα ξέχασα. Έχουν μια αιώνια μελαγχολία.



Γιώργης

Αιώνια μελαγχολία… Φαίνεται πως είσαι καλλιτέχνης. Τα μάτια μου τα πήρα από τη μάνα μου. Έπρεπε να γεννιόμουν γυναίκα, με τέτοια μάτια!

Ήμουν στον πόλεμο αλλά δεν σκότωσα κανέναν. Δεν είμαι άνδρας.. Μόνο.. εκφόβιζα, εκβίαζα.. Αλλά καλύτερα να σκότωνα… Όταν βλέπεις τα μάτια φοβισμένων ανθρώπων… είναι .. … (γελάει). Κάτι βλέμματα! (Στην Άννα) Ξέρεις πώς κοιτάει ένας άνθρωπος, έτοιμος να πεθάνει; Θέλει να πάρει και εσένα μαζί του. Την ψυχή σου θέλει να πάρει! Αν την έχεις…

Δεν ξέρεις; Αλλά ξέρω εγώ! Δεν σκότωνα, μόνο εκβίαζα!

( Τρέχει στο μπαρ και παίρνει ένα μπουκάλι ουίσκι, βάζει σχεδόν ένα ποτήρι γεμάτο και το πίνει με τη μία.)

Βότκα ήθελα να πιω και πήρα ουίσκι.. Απαίσιο ποτό, με κάνει να νιώθω ξένος..



Περνάει στην άκρη της σκηνή. Η Άννα κάθεται στο καναπέ και ο Βενιανόρ όρθιος με το μπουκάλι του κρασιού στα χέρια από την άλλη μεριά της σκηνής



Έφτασα στην Αμπχαζία τις πρώτες ημέρες του πολέμου, αρχές Σεπτεμβρίου. Ήμουν μόνο είκοσι χρονών, και είχα μόλις απολυθεί από το στρατό. Ο φίλος μου ο Ζόρα μου λέει, πάμε στον αληθινό πόλεμο, να μάθουμε τι αξίζουμε!

Ο Ζόρα μου λέει, ο κόσμος εκεί πρέπει να έχει πλούτη. Η χώρα των μανταρινιών και των τουριστών δεν μπορεί να έχει φτωχούς . Και έτσι ήταν. Έλεγε επίσης ότι στον πόλεμο νικάει πάντα αυτός όποιος έχει την μεγαλύτερη λεία, όποιος ξέρει να ληστεύει και να εξαφανίζεται την κατάλληλη στιγμή.

(στον Βενιανόρ). Θέλεις ποτό; Αλήθεια, στο Σουχούμι σήμερα πίνουν ουίσκι ή ακόμα πίνουν τη τσάστα - το τσίπουρο της χώρας των μανταρινιών. Πολύ δυνατό δεν πίνεται… ίσως σε μια ζεστή παρέα και να γελάνε όλοι σαν τρελοί..

Περνάει πάλι στην άκρη της σκηνής και κάθεται γονατιστός

Έφτασα στο Σουχούμι με κανονική πτήση από την Τιφλίδα και με ταξί πήγα στην στρατολογία. Εκεί με γράψανε σε ειδική ομάδα στρατιωτών. Μου έδωσαν στολή και όπλο. Την ίδια μέρα συνάντησα δύο παλιούς γνωστούς, δεν ήταν φίλοι.. Ο Ζόρα συναντήθηκε με τον Μίσα που είχε έρθει από την Ρωσία πριν μια εβδομάδα, και ήδη είχε καλή λεία. Μας πήρε μαζί του.

(Πάει ξανά στο μπαρ, βάζει ποτό. Πλησιάζει τον Βενιανόρ).

Γιατί εσείς οι Αμπχάζιοι δεν πίνετε αλκοόλ; Η υπερηφάνεια θα σας καταστρέψει!

Έπρεπε να γεννιόμουν γυναίκα. Δεν μπορεί ένας αληθινός άνδρας να έχει μελαγχολικά μάτια.. . Εσύ θυμάσαι τα μελαγχολικά μου μάτια, ενώ εγώ τα δικά σου - φοβισμένα… Χέστηκες. Ούτε λέξη δεν είπες, έβγαλες τα δολάρια και τα παρέδωσες.



Βενιανόρ

Πλήρωσα για τη ζωή μου.



Γιώργη

Στο σπίτι σου μας έφερε ο Ζόρα. Έμαθε από έναν ντόπιο, ότι το συγκρότημα επέστρεψε από την Ελλάδα. Ξέραμε, ότι, αν και φτηνά, πουλούσατε την τέχνη σας, είχατε το σκληρό νόμισμα..



(Ο Βενιανόρ σηκώνεται και πλησιάζει τον Γιώργη με το μπουκάλι στο χέρι)



Βενιανόρ

Έμαθα, ότι για ένα δολάριο σκοτώνατε τους ανθρώπους σαν τις μύγες. Προτίμησα να ζήσω, δεν ήθελα να πεθάνω από τα χέρια των αδίστακτών ληστών.

(Σηκώνει το μπουκάλι ψηλά πάνω από το κεφάλι του Γιώργη, που μένει ακίνητος)

Θα σε σκότωνα τότε, μπορώ να σε σκοτώσω και τώρα, αλλά δεν θέλω να λερώσω τα χέρια μου με το βρώμικο αίμα σου, τσακάλι!



(Απομακρύνεται σχεδόν τρέχοντας και πετάει το μπουκάλι στον τοίχο. Σπάει το μπουκάλι και το κόκκινο κρασί κάνει λεκέδες, σαν το αίμα )



Φτάνει! Δεν θέλω να σε ακούω. Πήγαινε σε κανέναν παπά αν θέλεις να ξεφορτωθείς το παρελθόν σου!



Γιώργης (Γελάει υστερικά)

Την ίδια μέρα βρήκαμε ένα γκαράζ, σπάσαμε την κλειδαριά και κλέψαμε το αυτοκίνητο που ήταν μέσα, ένα «Λάντα» ήταν. Με αυτοκίνητο πήγαμε προς το λιμάνι, όπου βρήκαμε εκατοντάδες ρώσους να μπαίνουν στο καράβι, που ήρθε να τους πάρει από την κόλαση. Ντυμένοι στρατιώτες, αρχίσαμε να κάνουμε «έλεγχο» τον διαβατηρίων. Κανένας δεν αντιδρούσε. Μαζί μας ήταν ένας τύπος που ήξερε πολλούς απ’ την ουρά. Αυτός μας έδειχνε ανθρώπους, που πρέπει να είχαν πολύτιμα πράματα, χρυσό ή χρήματα. Τους βγάζαμε έξω από την ουρά και τους κάναμε κατάσχεση των χρυσαφικών. Κανένας δεν διαμαρτυρόταν.. Μία γυναίκα από την χαρά της, που έμεινε ζωντανή, έκανε και τον σταυρό της. Στα μάτια τους ήμασταν άγιοι, που τους αφήναμε να φύγουν με το καράβι.

Τη δεύτερη μέρα μπήκαμε σε ένα συμβολαιογραφικό γραφείο και απειλώντας με όπλο τον συμβολαιογράφο πήραμε τη σφραγίδα του. Μετά φτιάξαμε έγγραφα για αγοραπωλησία των σπιτιών… Στο τέλος της εβδομάδας εγώ είχα στην κατοχή μου έξι μονοκατοικίες και τέσσερα διαμερίσματα…

Ο πανικός άρχισε τον Οκτώβρη. Οι δικοί σου, Αμπχάζιοι, κερδίζανε, είχαν πάρει και την πόλη Γκάγκρα, ενώ ακούστηκαν διάφορα.. ¨Ότι κατεβαίνουν από τα βουνά εκατοντάδες Τσετσένοι μόνο με ένα σπαθί στο χέρι. Και κόβουν, κόβουν τα κεφάλια των γεωργιανών και όλων που δεν τους συμπαθούν ..Λέγανε ότι τα γεωργιανά αεροπλάνα βομβάρδισαν το Σουχούμι.. Εγώ πια δεν πίστευα στην νίκη μας.

Α, ναι, είχαμε και πολλούς δημοσιογράφους εκεί.. Πόλεμος - θέμα για πρωτοσέλιδα.

(Στον Βενιανόρ) Βάλε κρασί να μου θυμίζει πατρίδα! (Πίνει πάλι ποτό)

Κάποιοι απ’ αυτούς συμμετείχαν και στις ανακρίσεις. Όλοι τους έπιναν πολύ, μεθούσαν.. και τα ρεπορτάζ τους ήταν όλο ψέματα. Γράφανε, ότι ακούγανε, φοβόντουσαν να βγουν έξω από το ξενοδοχείο.

Στην πόλη επικρατούσε χάος. Κάθε μέρα βρίσκαμε γνωστούς ή άγνωστους με μια σφαίρα στο κεφάλι.. Μια μέρα και εγώ έφαγα μαχαιριά στο δεξί πλευρό..

Κάθε μέρα είχαμε κηδείες. Κάθε μέρα είχαμε τραπεζώματα – μνημόσυνα μετά από κηδείες. Κηδεύαμε τους σκοτωμένους, τους πεθαμένους, μετά τρώγαμε και πίναμε με ατέλειωτες προσφωνήσεις προς τη μνήμη του απόντα.

Δεν ξεχνούσαμε και τα γενέθλια μας, που κι’ αυτά τα γιορτάζαμε με μεγάλα φαγοπότια. Μερικοί περαστικοί που καθόντουσαν στο τραπέζι για να τιμήσουν την παρέα, ρωτούσανε, γιατί πίνουμε, για τη ζωή ή τον θάνατο;…

Το πανηγύρι δεν είχε τελειωμό.. Μετά από όλα αυτά τι μπορούσαν να γράψουν οι δημοσιογράφοι; Μόνο τις φαντασιώσεις τους.

Όταν οι Αμπχάζιοι έφτασαν στα σύνορα με την Ρωσία, είχα καταλάβει από τους πρώτους, ότι ο πόλεμος τελείωσε. Δεν είχαμε πια καμιά ελπίδα για την νίκη.

Οργισμένοι, λεηλατούσαμε τα πάντα. Φαρμακεία, μαγαζιά, σπίτια, γραφεία, αρχεία, βιβλιοθήκες, σχολεία ..φάμπρικες. Κάποια στιγμή κάναμε και αστεία, λέγαμε ότι πρέπει να πάρουμε μαζί μας και το χαλίκι από τις παραλίες.

Όλοι ήταν μεθυσμένοι, είτε μαστουρωμένοι. Κυριαρχούσε η αναρχία, και κανένας δεν καταλάβανε ποιος σκότωνε ποιον. Απλά, δεν είχε πια καμία σημασία. Σα να είχε έρθει το τέλος του κόσμου.

Τότε αποφάσισα να φύγω. Με εκατό δολάρια αγόρασα μια βεβαίωση ότι έχασα τα έγγραφα μου στη διάρκεια του βομβαρδισμού , πήρα καινούριο διαβατήριο στην πόλη Κουταϊση, πούλησα το αυτοκίνητο, και όλη τη λεία μου, και με 500 δολάρια αγόρασα μιά βεβαίωση ότι είμαι ελληνικής καταγωγής και μπήκα στο καράβι που ήρθε από την Ελλάδα να πάρει τους Έλληνες …

Έτσι βρέθηκα εδώ … και έγινα Έλληνας.

Σηκώνεται

Πολλές φορές πιάνω τον εαυτό μου να σκέφτεται ελληνικά…. Μου λένε ότι μιλάω καλά ελληνικά και δεν έχω ίχνος ξένης προφοράς. (γελάει νευρικά)

Να, η Άννα ακόμα μιλάει με σπαστά ελληνικά, και κάθε φορά την ρωτάνε «από πού είστε»; Έμένα δεν με ρωτάει κανείς.

Βγάζει ένα πιστόλι από τη τσέπη του παντελονιού του, το δείχνει στους θεατές.

Τίποτα δεν έφερα μαζί μου, εκτός από ένα πιστόλι. Ήθελα να έχω κάτι μαζί μου από τον πόλεμο. Ένα σουβενίρ!

Πηγαίνοερχεται . Κρατάει ψηλά το χέρι με το πιστόλι.

Είναι πραγματικό. Ένα σουβενίρ από τον αληθινό πόλεμο!

Οι συνεργάτες μου έφυγαν στην Ρωσία. Ο Ζόρα έγινε επιτυχημένος επιχειρηματίας στη Σιβηρία, έρχεται κάθε χρόνο τουρίστας στην Κρήτη. Τον είδα μια φορά σε μία ταβέρνα, μιλήσαμε πολύ λίγο, δεν ήθελε περισσότερα, ούτε αναφερθήκαμε στο παρελθόν, μαζί του ήταν μια ωραία γυναικά και δυο παιδιά.. Ο άλλος, ο Μίσα, άκουσα, βρίσκεται στην φυλακή…



Με το πιστόλι στο χέρι ψηλά, φεύγει από τη σκηνή. Η Άννα και ο Βενιανόρ δεν έχουν λόγια να πούνε. Δυο τρία λεπτά στη σκηνή επικρατεί σιωπή και μετά, ξαφνικά, ακούγεται ένα πυροβολισμός



Άννα

Ό-χ- ί !!! (το όχι της είναι όλη η αγάπη που είχε για αυτόν τον άνθρωπο)

Τρέχει στον Βενιανόρ και οι δύο σταματάνε ο ένας απέναντι στον άλλον και δεν προχωράνε.



Και ξαφνικά ακούγεται και άλλος πυροβολισμός και στη σκηνή εμφανίζεται όλη η παρέα , εκτός από τον Γιώργη, με πολύ κέφι και χαρά. Η Ελλάδα τρέχει στο πιάνο και παίζει μια ελληνική μουσική.



Δήμαρχος

Έκπληξη! Σας έχω έκπληξή! Ένα , δυο, τρία …

Η σκηνή φωτίζεται με χιλιάδες χρώματα των πυροτεχνημάτων

Δεν σας είπα ότι στη γιορτή μας θα έχουμε πυροτεχνήματα;! Ωραία δεν είναι! Ο κόσμος χαίρεται όπως τα μικρά παιδιά!



Μαρία

(εκφράζει το θαυμασμό της στα ρωσικά ) Σαλιούτ! Σαλιούτ! Ουρά!



Π. Νικόλαος

Δήμαρχε, μέτρα ασφαλείας πήραμε;



Δήμαρχός

Όλα τα σκεφτήκαμε, μην φοβάσαι, πάτερ!



Ίσωσαν

Ο θεός δεν μας προστατεύει πια. Κανένας πουθενά στη γη δεν μπορεί να νιώθει ασφαλής. Να πάρουμε τουλάχιστον λίγη χαρά!



Ελλάδα

(σταματάει να παίζει, σηκώνεται και κοιτάζει μαζί με όλους τα πυροτεχνήματα) Είναι τόσο όμορφα! Μου φαίνεται ότι όλοι οι άνθρωποι στη Γη βλέπουν τώρα μαζί μας τον φωτισμένο ουρανό μας!



Ακούγεται ακόμα ένα πυροτέχνημα όλοι στη σκηνή γυρισμένοι με τη πλάτη στους θεατές, βλέπουν τον φωτισμένο ουρανό που εμφανίζεται στην πίσω οθόνη.



Ακούεται ακόμα ένα «μπαμ». Όλοι χειροκροτούν, αλλά αντί για πυροτέχνημα η οθόνη σβήνει, τα φώτα σβήνουν. Σκοτάδι και απόλυτη σιωπή.



Τέλος.

Θεσσαλονίκη, 17 Ιουλίου 2005



Επισημάνσεις



Τα πρώτα χρόνια της ανεξαρτησίας της Γεωργίας σημαδεύτηκαν από εθνοτικές αλλά και εμφύλιες συγκρούσεις που έφεραν την χώρα στα πρόθυρα της διάλυσης. Δεκαπέντε χρόνια μετά η κατάσταση φαίνεται να έχει σταθεροποιηθεί, όμως τα προβλήματα δεν έχουν λυθεί και υπάρχει πάντα ο κίνδυνος μίας νέας έξαρσης της βίας, μέσα από τις σποραδικές συγκρούσεις που σημειώνονται στις διάφορες υπο κρίση περιοχές.

Τα προβλήματα εσωτερικής συνοχής της χώρας προέρχονται κυρίως, αλλά όχι μόνο, από τις συγκρούσεις των διαφορετικών εθνοτήτων της επικράτειάς της, εξαιτίας των διαφορετικών αντιλήψεων μεταξύ τους για το μέλλον και την σχέση τους με τη Γεωργία.

Πριν ακόμα την ανεξαρτησία της χώρας, η Αμπχαζία στο νοτιοδυτικό μέρος της Γεωργίας, αλλά και η Νότια Οσετία, στη βόρεια κεντρική χώρα, αμφισβητούσαν την ένταξή τους στη σοβιετική αυτή δημοκρατία και διεκδικούσαν αυτονομία ή και ένταξη στην δημοκρατία της Ρωσίας.

Μετά την ανεξαρτησία της Γεωργίας οι περιοχές αυτές διεκδίκησαν την ανεξαρτησία τους, προσπαθώντας μέχρι και να ενωθούν με την Ρωσία. Ωστόσο, η προσπάθεια τους απέτυχε, ενώ διεκδικούν μέχρι σήμερα την πλήρη αυτονόμηση τους.

Επιπλέον, η περιοχή της Αζαρίας στο νοτιοδυτικό άκρο της χώρας, αλλά και η Τζαβεκετία, στα σύνορα με την Αρμενία, είναι περιοχές στις οποίες η Γεωργία δεν ασκεί πλήρη έλεγχο.

Συνολικά, περίπου 20% της χώρας δε βρίσκεται κάτω από τον έλεγχο της κεντρικής κυβέρνησης: η Απχαζία και η Αζαρία θεωρούνται αυτόνομες περιοχές, χωρίς όμως να έχει διευκρινιστεί το διοικητικό το καθεστώς τους.

Η Αμπχαζία έχει κηρύξει μονομερώς την ανεξαρτησία της και δεν υπακούει στις εντολές της Τιφλίδας. Επιπλέον, ο αδύναμος κρατικός μηχανισμός δεν είναι σε θέση να επιβάλει την τάξη και σε άλλες περιοχές της χώρας, με συνέπεια να ελέγχονται από τους ντόπιους αρχηγούς ή τις ρωσικές δυνάμεις ασφαλείας.

Οι συγκρούσεις αυτές δεν είναι στην πλειοψηφία τους πραγματικές εθνοτικές συγκρούσεις, αλλά προκαλούνται από τις συγκρούσεις μεταξύ των διαφόρων ελίτ της περιοχής, οι οποίες προσπαθούν να βρουν έναν νέο ρόλο στη νέα πραγματικότητα της χώρας . Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι εντάσεις και συγκρούσεις υπήρξαν, και υπάρχουν ακόμα και ανάμεσα σε μέλη της ίδιας εθνότητας, ακόμα και μεταξύ των γεωργιανών.

Στο πολύπλοκο αυτό περιβάλλον μπορεί κανείς να προσθέσει τον μεγάλο αριθμό εσωτερικών προσφύγων στη Γεωργία από τις μέχρι τώρα διαμάχες, την παρουσία μειονοτήτων που εκδιώχθηκαν από την περιοχή κατά την διάρκεια της σοβιετικής εποχής και επιθυμούν να γυρίσουν, αλλά και τις συγκρούσεις στην Τσετσενία, οι οποίες «εξάγονται» στην βόρεια Γεωργία, όταν Τσετσένοι αυτονομιστές κρύβονται στην περιοχή για να διαφύγουν ή και υποκινούν αποσχιστικά κινήματα εντός της χώρας. Έτσι, το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικά πολύπλοκο και αρκετά ασταθές σκηνικό, μέσα στο οποίο η ηγεσία της χώρας πρέπει να κινηθεί για να χαράξει και να προωθήσει της επιδιώξεις της εξωτερικής της πολιτικής.



Τριακόσιες χιλιάδες πρόσφυγες αναγκάστηκαν να φύγουν από την Αμπχαζία προς την Γεωργία, Ρωσία, Ελλάδα, Ισραήλ και άλλες χώρες.