27 Σεπ 2011

Μυστική οργάνωση «Παιδαγωγική Εταιρία»






Την εποχή του 70’ μαζί με τους φίλους του ο Αχιλλέας είχε ιδρύσει μια μυστική οργάνωση των Ελλήνων. Την ονόμασαν «Παιδαγωγική Εταιρία» με πρωτότυπο της «Φιλικής εταιρίας» του 1812 στην Οδησσό. Τα μέλη της εταιρίας – όλοι Έλληνες – Πόντιοι , δεν σκόπευαν τίποτα ανατρεπτικό, επαναστατικό, και ποτέ δεν στόχευσαν στην ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος, ήθελαν απλά να κρατήσουν πιο δυνατές τις σχέσεις των ποντίων μεταξύ τους και το βασικό, να αλληλοβοηθούνται μεταξύ τους. Οι στόχοι της «Παιδαγωγική Εταιρεία» ήταν γνήσιοι και αθώοι, κανένας δεν ασκούσε κριτική κατά του κόμματος και τα μέλη της Κεντρική επιτροπής ή τον ίδιο τον Πρόεδρο.

Ο Αχιλλέας βασίστηκε στην εμπειρία της «Φιλικής Εταιρίας» και η δομή οργάνωσης τους ήταν σαν αυτής, της «Φιλικής». Το κάθε μέλος γνώριζε αυτοπροσώπως μόνο πέντε άτομα, ενώ όλοι οι εγγεγραμμένοι ήταν πάνω από 200. Ο Αχιλλέας και οι φίλοι του δεν είχαν καμιά σύνδεση με την Ελλάδα. Ίσως γι αυτό το ΚGB άργησε να τους ανακαλύψει...

«Απλά θέλαμε να κρατήσουμε δυνατούς τους δεσμούς μεταξύ μας και να προσέχουμε τη νεολαία. Η οργάνωση μας δεν επέτρεπε μικτούς γάμους, πρόσεχε τις κοπέλες να μη φοράνε κοντές φούστες- τότε στη Δύση είχε γίνει η σεξουαλική επανάσταση που τα ίχνη της έφταναν και στη ΕΣΣΔ. Ελευθερία χωρίς όρια, ναρκωτικά, ροκ- μουσική… Εμείς θέλαμε οι νέοι μας να συμπεριφέρονται σεμνά, σύμφωνα με την ηθική, τα ήθη και έθιμα των Ποντίων. Και μπορώ να πω ότι είχαμε ελάχιστες περιπτώσεις που κάναμε παρατήρηση στις κοπέλες μας, όλες τους ήταν καλές, διατηρούσαν την αθωότητα τους μέχρι το γάμο – έλεγε ο Αχιλλέας στην Αντιγόνα, και έφτανε στο κύριο στόχο της οργάνωση: «Ο βασικός στόχος μας ήταν να αποκαλύπτουμε ταλέντα μεταξύ των νέων και να τους βοηθάμε. Αν ήταν από φτωχές οικογένειες χορηγούσαμε χρήματα για τους σπουδές τους».

Κάθε χρόνο ο Αχιλλέας και οι φίλοι της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» οργάνωναν πανηγύρι σε υπαίθριους χώρους, ψηλά στα βουνά του Καυκάσου, μακριά από τα μάτια των περίεργων ανθρώπων. Στο πανηγύρι – «πικνίκ» μαζεύονταν εκατοντάδες πόντιοι και διασκέδαζαν μαζί τις ημέρες των εθνικών γιορτών της Ελλάδος. Στην αρχή του πανηγυριού πάντα έβγαινε ομιλητής με μικρή εισήγηση για τα γεγονότα της επετείου, είτε ήταν 25η Μαρτίου είτε Ημέρα του «Όχι». Τραγουδούσαν συνήθως ελληνικά τραγούδια, που μαθαίναν από τις ελληνικές ραδιοεκπομπές, που κρυφάκουγαν. Στη χώρα ήταν απαγορευμένο να ακούς ξένους σταθμούς. Από αυτές τις εκπομπές το μουσικό ελληνικό συγκρότημα «Συρτάκι» αντέγραφε τα τραγούδια. Τις άγνωστες ελληνικές λέξης τις έγραφαν όπως τις άκουγαν, χωρίς να καταλαβαίνουν και πολλά. Αλλά το ένστικτό τους, έτσι και αλλιώς, δεν τους πρόδιδε, και στην ερμηνεία του τραγουδιού δεν έκαναν ποτέ λάθη.

Μια χρονιά στο πανηγύρι έστησαν ένα τεράστιο πανό με ζωγραφισμένο τον Παρθενώνα. Ήταν έργο του Όμηρου Μουστίδη. Πετυχημένη ζωγραφιά, σα να ήταν πραγματικός Παρθενώνας. Ο Όμηρος αποτύπωσε ακόμα και την κλίση των κολόνων του ναού στο μουσαμά, διαστάσεων 10 επί 8 μέτρα. Περίπου διακόσια άτομα φωτογραφήθηκαν ομαδικά μπροστά στον «Παρθενώνα». Αν δεν φαινόντουσαν τα δέντρα και το δάσους από τις άκρες του πανό και το δάπεδο, που ήταν ένας χορταρένιος λόφος, θα έλεγε κανείς ότι ήταν πραγματική φωτογράφηση πάνω στην Ακρόπολη της Αθήνας. Η Αντιγόνα, όταν είδε αυτή τη φωτογραφεία σε μια έκθεση από το αρχείου του Ηρακλή Παπουνίδη, το πρώτο που ρώτησε ήταν πώς το 1972 βρέθηκαν τόσοι πολύ Πόντιοι μαζεμένοι στην Αθήνα. Ο Ηρακλής ξελιγώθηκε στα γέλια, της είπε να κοιτάξει προσεκτικά τη φωτογραφία, και τότε η Αντιγόνα πρόσεξε και τα δέντρα και το δάσους που «έβγαιναν» από το ζωγραφισμένο ουρανό της Αθήνας που σκέπαζε τη ζωγραφισμένη Ακρόπολη. Πρόσεξε ακόμα και το λόφο με το βελούδινο χόρτο όπου, καθιστοί, πόζαραν οι περήφανοι καυκάσιοι έλληνες.



Ακόμα και σήμερα ο Αχιλλέας αναρωτιέται πως αποκαλύφθηκε η «Παιδαγωγική Εταιρία», και ποιός τους είχε πρόδωσε στο ΚGB . Δεν τολμούσε να υποψιαστεί κανέναν. «Θα μπορούσε να το κάνει οποιοσδήποτε, οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι, μεταξύ μας υπήρχαν και φοβισμένοι, αλλά δεν ήθελα να πιστέψω ότι μόνοι μας «αυτοκτονήσαμε», Θέλω να ελπίζω ότι μας βρήκαν τυχαία. Αυτά συμβαίνουν! Το ΚGB μας διέλυσε το 1976, - ιστορούσε ο Αχιλλέας στην Αντιγόνα την πιο επικίνδυνη για τη ζωή του περιπέτεια.

Σε όλη τη Γεωργία άρχισαν να καλούν στα τοπικά γραφεία της ΚGB τους Έλληνες, με την κατηγορία της «αντικαθεστωτικής δραστηριότητας». Το μόνο που υποψιαζόταν Αχιλλέας ήταν ότι τον αποκαλυπτικό ρόλο έπαιξε η προσπάθεια της μυστικής οργάνωσης τους να βοηθήσουν τους κομμουνιστές στην Ελλάδα που βρέθηκαν στις φυλακές. Αυτό γινόταν το 1970-71, την περίοδο των «τσέρνιε παλκόβνικι» - των συνταγματαρχών. Από τις σοβιετικές εφημερίδες έμαθαν ότι οι κομμουνιστές στην Ελλάδα είχαν εξοριστεί στα απομακρυσμένα νησιά, ότι πολλοί απ αυτούς υπέφεραν στις φυλακές. Κανένα μέλος της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» δεν μπορούσε να παρακολουθεί σιωπηλά τα θλιβερά αυτά γεγονότα, και αποφάσισαν να βοηθήσουν τους κομμουνιστές στέλνοντας σε αυτούς και στις οικογένειες τους χρήματα. Τα χρήματα τα μάζευαν από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη και τελικά συγκέντρωσαν ένα σεβαστό ποσό – ήταν πεντακόσια ρούβλια, με μέσο μισθό εξήντα ρούβλια. Τα χρήματα αυτά ποτέ δεν έφτασαν στην Ελλάδα. Η ΚGB γρήγορα έβαλε φρένο στην πρωτοβουλία των «γκρέκων» και άρχισαν να παρακολουθούν τον Αχιλλέα και τους φίλους του. Στην ΕΣΣΔ απαγορευόταν οποιαδήποτε πρωτοβουλία πολιτών αν ήταν εκτός κομματικής γραμμής.



Ο ανακριτής Νικόλαϊ Νικολαγεβίτς φαινόταν ευγενικός άνθρωπος. Όταν μιλούσε, δεν ανέβαζε την φωνή του. Ήταν αξιωματικός της ΚGB, ενώ έμοιαζε τραγουδιστής οπερέτας. Είχε μια ελιά στο αριστερό του μάγουλο και το πρόσωπο του - υπερβολικά όμορφο με λεπτά χαρακτηριστικά, θύμιζε γυναικείο πρόσωπο. Ο Αχιλλέας μόλις τον είδε, χάρηκε, έβλεπε απέναντι του ένα συμπαθητικό άνθρωπο και πίστεψε ότι η επίσκεψη του θα είναι σύντομη. Δεν περίμενε ότι αυτήν την ημέρα της ζωής του θα απογοητευόταν πολύ, τόσο πολύ που θα αλλάζει γνώμη για πολλά πράματα που είχε πιστέψει στη ζωή του. Η ημέρα αυτή έκοψε ριζικά και το σοβιετικό «πατριωτισμό» του. Δεν ήξερε ακόμα ο Αχιλλέας όταν έβλεπε το λεπτό πρόσωπο του ανακριτή, ότι σε λίγο θα απαρνηθεί πολλά πράγματα. Και η απογοήτευση του θα του έφερνε μια μελαγχολία παράξενη- αυτήν που νιώθει κανείς όταν αποχαιρετάει κάτι που τον έκανε ευτυχισμένο.

Ο ανακριτής με το γυναικείο πρόσωπο τον κράτησε περίπου έξι ώρες, σχεδόν έκαναν το οκτάωρο, ενώ ο Αχιλλέας υπολόγιζε ότι θα λείψει μια ώρα το πολύ. Είχε πάρει και άδεια μόνο για δυο ώρες από το διευθυντή του σχολείου.

Η ανάκριση έμοιαζε με ένα λογοπαίγνιο - όλη η κουβέντα όλες τις ώρες ήταν ίδια και το ανεξήγητο για τον Αχιλλέα ήταν ότι συνέχεια επαναλαμβανόταν. Δεν χωρούσε το μυαλό του ότι ένας σοβαρός άνθρωπος, όπως ήταν ο ανακριτής μπορούσε να παίζει μαζί του και να ρωτάει τα ίδια και τα ίδια, σα να μην είχε πάρει χαμπάρι ότι έχει απέναντι του έναν «κύριο», άνθρωπο ιδιοφυή με όραμα, έναν περήφανο Έλληνα που ποτέ δεν λέει χαζά, λέει αλήθεια και του αρέσει το δίκαιο.

- Πείτε μου πόσα άτομα ήταν στην οργάνωση σας;

- Ακριβώς δεν ξέρω, περίπου διακόσια.

- Ποιανού ήταν η ιδέα;

- Δική μου. Από μικρός ήθελα κάτι να κάνω για τον λαό μας, τους γκρέκους.

- Τι σκοπεύατε;

- Να κρατάμε τις παραδόσεις μας, Προσέχαμε τη νεολαία μας.

- Τα χρήματα από πού τα παίρνατε;

- Χέρι – χέρι, σπίτι – σπίτι, μαζεύαμε. Κάποιοι που ήταν πιο άνετοι οικονομικά – γιατροί, έμποροι, δίνανε περισσότερο.

- Με ποιους από το εξωτερικό έχετε επαφή;

- Με κανέναν.

- Τα χρήματα για τους Έλληνες κομμουνιστές που θα τα στέλνατε;

- Θα τα στέλναμε μέσω του υπουργείου εξωτερικών της ΕΣΣΔ, πιστεύω θα μας βοηθούσε το υπουργείο. Κομμουνιστική χώρα είμαστε, δεν πρέπει να βοηθάμε και τους Έλληνες κομμουνιστές που υποφέρουν από τη χούντα;

-Ποιός σας έδωσε την ιδέα να το κάνετε;

- Μόνοι μας το σκεφτήκαμε.

- Δεν λέτε την αλήθεια, είχατε σχέση με την Ελλάδα, και σας χρηματοδοτούσαν απ’ εκεί!

- Όχι, δεν έχουμε, ούτε είχαμε σχέση με το εξωτερικό, ούτε με την Ελλάδα είχαμε. Μόνο να βοηθήσουμε θέλουμε, δεν ζητάγαμε βοήθεια!



Ο διάλογος αυτός επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Ο Αχιλλέας παρατήρησε ότι ο ανακριτής δεν σημείωνε τίποτα, μόνο ρωτούσε και τις απαντήσεις σα να μην τις άκουγε. Ο ανακριτής τώρα περισσότερο έμοιαζε με ένα κακό παιδί που δε σταματά να κοροϊδεύει, γιατί του άρεσε να βασανίζει τους άλλους.

Κάποια στιγμή ο Αχιλλέας αισθάνθηκε ότι θα πέσει κάτω στο πάτωμα, ζαλίστηκε, ήταν στα πρόθημα της λιποθυμίας. Αλλά έκανε ότι μπορούσε και άντεξε, δεν έπεσε. Η καρδιά του άρχισε να κτυπάει παράξενα, σαν να ήθελε να βγει έξω, αφήνοντας το σώμα στα χέρια του ανακριτή. Ήδη είχε βραδιάσει και ο Νικολάϊ Νικολάγεβίτς με την ελιά στο μάγουλο πάλι έμοιαζε σα γυναίκα, αλλά μια πρόστυχη γυναίκα που προσπαθούσε να παγιδέψει έναν άνδρα. Ο Αχιλλέας σιχαινόταν τέτοιες γυναίκες.

Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, ταπεινωμένους και άδειος, πριν κοιμηθεί σκέφτηκε, ότι στην ουσία η ζωή του ήταν γεμάτη με πολλά ψέματα που τα πίστευε και τα υποστήριζε με πάθος και τα παρουσίαζε ως αλήθειες. Ομολόγησε στον εαυτό του, ότι είχε δημιουργήσει με το μυαλό του μια εικόνα πολύ αισιόδοξη για τον εαυτό του και τη ζωή του, αλλά δεν ήταν έτσι, «Τίποτα δεν ήταν όπως το πιστεύαμε… Δεν είναι ζωή εδώ, δεν έχουν θεό αυτοί οι άνθρωποι, να φύγουμε στην Ελλάδα, μόλις μπορέσουμε!»- σκέφτηκε και κοιμήθηκε. Το πρωί θυμήθηκε το μπερδεμένο όνειρο που έβλεπε και τον ταλαιπώρησε αρκετά: με μια γυναίκα που έμοιαζε του Νικολάί Νικολάγεβιτς που τον μαστίγωνε φωνάζοντας: «Ομολόγησε πως δεν είσαι γκρέκ, πες την αλήθεια, είσαι ένας Εβραίος - πράκτορας των αμερικανών, δεν θα πας ποτέ στην Ελλάδα, στη φυλακή είναι η θέση σου, προδότη!».

«Είναι η συνέχεια του εφιάλτη που έζησα χθες ξύπνιος», συμπέρανε ο Αχιλλέας και δεν είπε τίποτα στην γυναίκα του, τη Μάρω, που ήξερε από τα όνειρα, τα ερμήνευε καλά και κάπου – κάπου διάβαζε και φλιτζάνι.

Τελικά, κανένας δεν μπήκε στη φυλακή. Είναι άγνωστο γιατί δεν συνέλαβαν κανέναν Έλληνα. Την ίδια περίοδο όποιος έλεγε κάτι κατά της εξουσία ταυτόχρονα χαρακτηρίζονταν αντικαθεστωτικός και τον περίμενε η φυλάκη, ή ως «σχιζοφρενή» τον περίμενε το τρελλοκομείο για έξι τουλάχιστον μήνες.

Ο Αχιλλέας σκέφτηκε τότε ότι ίσως δεν τους πείραξαν οι καγκεμπίτες γιατί η οργάνωση τους πήγε να βοηθήσει του κομμουνιστές, βασανισμένους απ’ τους χουντικούς. Δε συνέφερε την ΕΣΣΔ να τιμωρήσει κάποιους ρωμαίους –«γκρέκους», που έδειξαν με το παραπάνω τη συμπαράσταση τους στο λαό της Ελλάδας και ήταν κατά της Χούντας, άρα κατά και των ΗΠΑ. «Το ταίμινγκ- όπως λέτε εσείς σήμερα ήταν καλό για μας, διαφορετικά θα είχαμε σαπίσει στις φυλακές για πολιτικούς κρατούμενους. Είχαμε τον Άγιο μας!- έλεγε ο Αχιλλέας στην Αντιγόνα πολλά χρόνια μετά.

Μετά από αυτήν την περιπέτεια τον Αχιλλέα , ως έναν απ’ τους αρχηγούς τον «μετέθεσαν» ψηλά στα βουνά, σε ένα απομακρυσμένο γεωργιανό χωρίο, να διδάσκει εκεί στα παιδιά που είχαν μεγάλη ανάγκη από δασκάλους. Ήταν την εποχή που ο Αχιλλέας ετοιμαζόταν να αναλάβει τη θέση του προϊσταμένου της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης στην πόλη του. Το ορεινό χωριό βρισκόταν μακριά από την πόλη και την οικογένεια του. Τρία χρόνια δούλεψε εκεί, μέχρι που ένας παλιός φίλος και συμφοιτητής του από το υπουργείο παιδείας της Γεωργίας τον βοήθησε να μεταθέσει πίσω στην πόλη.

Ο Αχιλλέας ποτέ δεν είπε ότι θυσίασε την καριέρα του για το λαό του, δεν μετάνιωσε ποτέ για την «Παιδαγωγική Εταιρία». Βασικά ποτέ δεν μετάνιωνε, ίσα, ίσα έλεγε: «Τώρα άνοιξα τα μάτια μου και βλέπω καθαρά. Είχαμε πολλές ψευδαισθήσεις, πολλά ψέματα. Είμαστε σαν τον Προμηθέα, δεμένοι με αλυσίδες σ αυτόν τον Καύκασο. Θα έρθει η ώρα, θα φύγουμε όλοι στην Ελλάδα, και τότε θα μας ψάχνουν οι Ρώσοι, οι Γεωργιανοί και όλοι οι άλλοι, αλλά θα είναι πια αργά».

Έτσι και έγινε, αλλά χρειαστήκαν να περάσουν ακόμα 25 χρόνια...


Sofia Prokopidou, απο το βιβλίο μου "Μιά βαλίτσα μαύρο χαβιαρι"
Θεσσαλονικη, 2011

22 Σεπ 2011

Το θέατρο του Αχιλλέα



Στο χωριό Ιραγκά της Γεωργίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε ένας ερασιτεχνικός θεατρικός θίασος που ανέβαζε παραστάσεις για τους συγχωριανούς. Κάποτε και στην Τιφλίδα και στο Ρουστάβι, Σουχούμι, Ροστόβ, Κρασνοντάρ υπήρχαν κανονικά με σκηνές και αυλαίες, ελληνικά θέατρα. Αυτό, την εποχή που ο Αχιλλέα δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Στο σπίτι τους στον τοίχο του σαλονιού, ήταν κολλημένη μια άφίσσα που τη διάβαζε συνέχεια ο Αχιλλέας. Κανένας δε θυμόταν πως βρέθηκε η αφίσα στη Ιραγκά, αλλά ήταν σημαδιακή για τον Αχιλλέα.

Η αφίσα έγραφε σε δύο γλώσσες: ρώσικά και ελληνικά: Τιφλίς, Λαϊκόν Θέατρον, Κ.Ι. Ζουπάλωφ. Σαββάτον, 17 8/βρίου 1915, Υπό του ελληνικού δραματικού ομίλου Τιφλίδος, θα παιχθεί «Η Γκόλφω» Δράμα είς 5 πράξεις υπό Σ. Περεσιάδου. Το έργον εξελίσσεται εν Ελλάδι. Παρ. Άροάνια όρη της Πελοποννήσου. Παρακάτω είχε τα πρόσωπα του δράματος και τους ηθοποιούς: Α.Δουκίδης, Α.Ποιμενίδου, Γγρανδερόκουλος, Ζ. Μπενάρδη, Μ. Σοφιανίδης, Κ. Λαβασάς, Ν Αγγελίδης.

Ο Αχιλλέας ζήλευε όλους αυτούς, που παίζανε στο ελληνικό θέατρο και έλεγε στον παππού του, ότι θα κάνει και αυτός δικό του θέατρο. Μια μέρα αποφάσισε και έγραψε ένα θεατρικό μονόπρακτο όπου σατίριζε την ζωή των Ποντίων που εργάζονταν στα λατομεία της Ιραγκά. Σχεδόν όλοι οι Πόντιοι στο χωριό είχαν σχέση με την πέτρα ή ήταν κτίστες – οικοδόμοι. Το πρώτο θεατρικό του έργο ήταν στην ποντιακή διάλεκτο, αφού ακόμα δεν είχε μάθει ο Αχιλλέας τα ελληνικά.

Η παράσταση είχε θρυλική επιτυχία, όλο το χωριό μαζεμένο στο λόφο, όπου έστησαν σκοινί με αυλαία, έσκαγε από τα γέλια. Μετά από αυτήν την επιτυχία οι γέροντες του χωριού είπαν ότι ο Αχιλλέας είναι προικισμένο παιδί και πρέπει να κάνει και άλλη κωμωδία.

Αυτή τη φορά ο Αχιλλέας σκέφτηκε ότι ίσως ήταν καλύτερα που δεν ήξερε την ελληνική γλώσσα και έγραψε την κωμωδία στην ποντιακή, γιατί απλούστατα οι θεατές δεν θα μπορούσαν να απολαύσουν τα αστεία και το χιούμορ του έργου στα ελληνικά, αφού δεν θα τα καταλάβαιναν.

Η επιτυχία του στο θέατρο δεν τον απέσπασε από το μεγάλο του στόχο, να φέρει την ελληνική γλώσσα στο χωριό του, ή ίσως και σε όλο τον κόσμο!

Ο δόξα του πέρασε να σύνορα του χωριού τους, και ο Αχιλλέας αποφάσισε να μη απογοητεύει κανέναν και έκανε μετάφραση στα ποντιακά του ρώσικου λαϊκού παραμυθιού για το λαϊκό ήρωα Πετρούσκα που ήταν σαν τον έλληνα Καραγκιόζη. Η παράσταση πάλι συζητήθηκε σαν μεγάλο γεγονός του χωριού και πάλι όλη η Ιραγκά μιλούσε για το ταλέντο του Αχιλλέα. Ακριβώς μετά απ’ αυτήν τη δεύτερη επιτυχία ο Αχιλλέας ορκίστηκε στον εαυτό του ότι η επόμενη κωμωδία του θα ήταν οπωσδήποτε στην ελληνική γλώσσα.

Έτσι και έγινε, απλά χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια από τότε.

Για να πετύχει το στόχο του αποφάσισε να σπουδάσει φιλολογία. Ήταν καλοκαίρι του 1955, όταν ο Αχιλλέας για πρώτη φορά έφυγε από το χωριό του για την Τιφλίδα. Διάβαζε μέρα- νύχτα. Ήταν σίγουρος, ότι θα περνούσε στο Κρατικό Πανεπιστήμιο.


«Δεν πέρασα στο πανεπιστήμιο, παρόλο που σε τρία μαθήματα πήρα άριστα – το πέντε. Για να περάσω χρειαζόταν και στο τέταρτο μάθημα «το πέντε». Ήταν το μάθημα της γεωγραφίας και εγώ έδωσε πολύ καλή απάντηση. Αλλά ο καθηγητής μου λέει : «Αχιλλέα, θα σου βάλω «τέσσερα», αφού ξέρεις, βρισκόμαστε στη Γεωργία και το πανεπιστήμιο μας είναι για τους γεωργιανούς. Εσύ, ‘Έλληνας δεν είσαι; Πήγαινε στην πατρίδα σου, και σπούδασε εκεί!». Μου έβαλε «τέσσερα» που σήμαινε «πολύ καλά», αλλά εγώ δεν περνούσα», - εξηγούσε ο Αχιλλέας στους συχωριανούς του που τον περίμεναν με σίγουρη νίκη.

«Αυτή οι γεωργιανοί μας ζηλεύουν, όλα τα πήραν από μας, τους «Έλληνες και θέλουν να δείχνουν πιό έξυπνοι από μας. Ας τους! Πήγαινε αλλού να σπουδάσεις, στους Ρώσους!- είπε ο γέροντας Όμηρος.

Σε ποια πατρίδα να πάω να σπουδάσω;- σκεφτόταν ο Αχιλλέας.

Για την Ελλάδα ούτε έκανε σκέψη. «Εδώ είναι η πατρίδα μου, στην Ιραγκά!» Το 1955 η Ελλάδα για τον Αχιλλέα ήταν απλά ένα μακρινό όνειρο που υπήρχε για να ομορφύνει τη ζωή του.

Απογοητευμένος από την προδοσία των γεωργιανών, ο Αχιλλέας πήγε στη Ρωσία, στην πόλη Στάβροπολ, όπου και πέρασε στην φιλολογία, και μετά από πολλά χρόνια, μέχρι που έφυγε στην Ελλάδα, δούλεψε στη εκπαίδευση ως καθηγητής.

Από την ημέρα που ο γεωργιανός – καθηγητής τον συμβούλεψε να πάει να σπουδάσει στην πατρίδα του είχαν περάσει σαράντα ολόκληρα χρόνια.

Αλλά τα εγγόνια του, πράγματι, έγιναν φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια. «Επιτελώς! Θα έχουμε ολοκληρωμένο ελληνομαθή στην οικογένεια μας » - είπε ο Αχιλλέας, όταν έμαθε για την εισαγωγή της εγγονής του Βασιλείας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης».



21 Σεπ 2011

Ένας Σταυρός Μνήμης για τους Έλληνες, θύματα των σταλινικών διώξεων



Δέκα μέρες πριν, σ' έναν τόπο μακρινό, στο Μαγκαντάν της Ρωσίας, ο καιρός "πενθούσε" σαν να ήθελε ν' αποτίσει φόρο τιμής σ' εκείνους που έχασαν τη ζωή τους τόσο άδικα, στα γκουλάκ. Ήταν η ημέρα της εκδήλωσης των αποκαλυπτηρίων του ελληνικού μνημείου "Σταυρός της Μνήμης", που ανεγέρθηκε με πρωτοβουλία των Ελλήνων της Ρωσίας και του προέδρου της Ομοσπονδίας Ελληνικών Κοινοτήτων Ρωσίας, βουλευτή της ρωσικής Δούμα Ιβάν Σαββίδη, στη μνήμη των Ελλήνων που έχασαν τη ζωή τους στα γκουλάκ της Σιβηρίας, την περίοδο 1930-1938.

Η εκδήλωση ξεκίνησε με χαμηλή θερμοκρασία και καταρρακτώδη βροχή, αλλά- ως δια μαγείας- η βροχή σταμάτησε κι ένα πελώριο ουράνιο τόξο στόλισε σαν θεϊκό στεφάνι το "Σταυρό της Μνήμης", κάνοντας πολλούς από τους παρευρισκόμενους να μιλούν για έναν συμβολικό ξεκάθαρο και μαγικό.

"Πρώτη φορά το ουράνιο τόξο αναφέρεται στην Παλαιά Διαθήκη, όταν στο τέλος της πλημμύρας, ο Νώε πρόσφερε θυσίες στο Θεό, και ο Θεός τον ευλόγησε και στον ουρανό εμφανίστηκε το ουράνιο τόξο ως σημείο καταλλαγής μεταξύ Θεού και ανθρώπου ... Η σημερινή μέρα είναι μια μέρα περισυλλογής για το πώς πρέπει να προστατεύουμε την ειρήνη και τον άνθρωπο από την καταστροφή και την αδικία", σχολίασε χαρακτηριστικά, μετά τη δέηση, ο επίσκοπος του Μαγκαντάν Γκούρι (Γεώργιος) Σαλίμωβ.


"Δεν έχουμε δικαίωμα να ξεχνάμε το παρελθόν μας. Το μνημείο είναι φόρος τιμής στους προγόνους μας, που διώχθηκαν την ιστορική στιγμή αυτή κι άφησαν τις ζωές τους στα στρατόπεδα της Καλιμάς", ανέφερε στη συνέχεια, σε δηλώσεις του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο Ιβάν Σαββίδης.


Το μνημείο, που είναι ένας "Σταυρός της Μνήμης", από άσπρο μάρμαρο, βάρους περίπου δύο τόνων, ανεγέρθηκε στο Μαγκαντάν, στο σταυροδρόμι του οδικού δικτύου, σε έκταση που παραχώρησε η διοίκηση της περιοχής Κολιμά, έτσι ώστε καθημερινά κάτοικοι κι επισκέπτες να βλέπουν το μνημείο.


Κάτω από τα πανιά της Παναγίας

"Δεν μπορεί να καταλάβει ο αλήτης-άνεμος/Ο χρόνος εδώ - είναι ένας γιατρός κι ένας δάσκαλος/Όλα όσα συμβαίνουν στον πλανήτη μας/Είναι εκατό φορές πιο ορατά/Εδώ/Η ημέρα διαρκεί περισσότερο από έναν αιώνα/Αλλά η ζωή είναι ένα μικρό μονοπάτι/μέχρι το κελί/Και η πένα μου τρίζει, διαλύει και δακρυρροεί το χαρτί/Κάτω από τα πανιά της Παναγίας".

Το παραπάνω είναι ένα ποίημα, σ' ελεύθερη μετάφραση, ενός πολιτικού κρατουμένου στις φύλακες του Μαγκάνταν. Ήταν ένας από τους 38.000 ελληνικής καταγωγής Σοβιετικούς πολίτες, που "εξαφανίστηκαν" στη μαύρη τρύπα των γκουλάκ στην Άπω Ανατολή της Ρωσίας, που χαρακτηρίζεται … η άκρη του κόσμου.


Η Κίρα (Κυριακή) Γεροντίδη είναι παιδί ενός εξ' αυτών των εξόριστων Ελλήνων. Ζει όλη τη ζωή της σε μια μικρή πόλη, κοντά στο Μαγκαντάν. "Δύσκολες οι συνθήκες εδώ, αλλά αγαπήσαμε τον τόπο. Στο Μαγκαντάν, με κατοίκους πάνω από εκατό χιλιάδες, πριν από δέκα μέρες έγιναν τα θυρανοίξια της μεγαλύτερης ορθόδοξης εκκλησία της Αγίας Τριάδας, στην ευρύτερη περιοχή [...] Είμαι γιατρός, νιώθω χρήσιμη εδώ και τα παιδιά μου, ο Ανάστασης και ο Βάνια, εργάζονται στο χώρο της δικαιοσύνης. Αδικήθηκαν οι γονείς μου- τον πατέρα μου τον εκτέλεσαν το 1937, αλλά τα εγγόνια του ίσως διορθώσουν τα κακώς κείμενα της ζωής, υπηρετώντας τη δικαιοσύνη", λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Κίρα.

"Ύστερα από επτά δεκαετίες αρχίσαμε να μαθαίνουμε για τον τόπο και την αιτία θανάτου των πατεράδων μας. Κι όλα αυτά χάρη στην έρευνα του Ιβάν Τζούχα, και το σχέδιο της Ομοσπονδίας, το 'Ελληνικό Μαρτυρολόγιο', που ερευνά όλες τις διαστάσεις των καταπιέσεων της σταλινικής εποχής κατά των Ελλήνων", προσθέτει.

Ο ελληνικής καταγωγής κάτοικος του Μαγκαντάν Αλέξανδρος Μαζάν, που ήρθε στην εκδήλωση με τη νεαρή σύζυγο του Νάστια, μας είπε από την πλευρά του: "Δεν είμαστε πολλές οικογένειες σ' αυτόν τον τόπο, που χαρακτηρίζεται 'η άκρη του κόσμου', αλλά τώρα, μ' ένα ελληνικό μνημείο, νιώθουμε πλέον η πιο δυνατή κοινότητα στην περιοχή!".

Ένας άλλος Αλέξανδρος (Ιωαννίδης), μαζί με τη δωδεκάχρονη κόρη του, τη Λία, κατάθεσαν στο "Σταυρό της Μνήμης" ένα μπουκέτο γαρίφαλα. "Ο πατέρας μου λέει πως δεν πρέπει ποτέ να ξεχνώ ότι είμαι Ελληνίδα […]Στο σχολείο έχουμε πολλά παιδιά διαφόρων εθνικοτήτων, αλλά Ελληνίδα είμαι μόνο εγώ. Θα τους πω για το 'Σταυρό της Μνήμης' και θα έρθουμε μ' όλη την τάξη μου εδώ. Πολλά παιδιά στο σχολείο μου είναι δισέγγονα κι εγγόνια πολιτικών κρατουμένων από πολλές πόλεις της πρώην Σοβιετικής Ένωσης", μας λέει η μικρή Λία.


Στην πόλη υπάρχει ήδη ένα μεγάλο μνημείο για τα θύματα των γκουλάκ, είναι η "Μάσκα της Οδύνης". Είναι το έργο του παγκοσμίως γνωστού γλύπτη κι αρχιτέκτονα Έρνεστ Νεϊζβεστνι. Ωστόσο, ο "Σταυρός της Μνήμης" είναι το πρώτο μνημείο αφιερωμένο σε μια εθνότητα, στους Έλληνες.



"Τίποτα δεν ήταν εύκολο- μας ρωτούσαν γιατί επιμένουμε να κάνουμε το δικό μας, ελληνικό μνημείο στην πόλη, αφού ήδη υπάρχει ένα μεγάλο μνημείο. Αλλά προχωρήσαμε, επειδή θέλαμε δικαίωση, ζητούσαμε λύτρωση και το κάναμε, με τη συμμέτοχη όλων των Ελλήνων της Ρωσίας (σ.σ. μαζευτήκαν περίπου 2 εκατομμύρια ρούβλια), και του μεγάλου ευεργέτη Ιβάν Σαββίδη", επισημαίνει ο Μιχαήλ Ατματσίδης, ο οποίος είχε την ευθύνη όλων των εργασιών για το μνημείο.



"Ο σκοπός του έργου αυτού είναι η νομική, ηθική και κοινωνική αποκατάσταση του ελληνικού λαού της πρώην ΕΣΣΔ, που υπέφερε από τις σταλινικές καταπιέσεις και διωγμούς", λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο 35χρονος Ηλίας Κανακίδης, πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας της πόλης Νοβοροσίσκ, στην περιοχή Κρασνοντάρ- Κουμπάν της Νότιας Ρωσίας, μιας περιοχής, που το 1937 έχει σχεδόν "αδειάσει" από Έλληνες.



Οι μεγαλύτερης έκτασης συλλήψεις Ελλήνων έγιναν στην κοιλάδα του Κουμπάν, στη Νότια Ρωσία, όπου υπήρχε Αυτόνομη Ελληνική Περιοχή, μέχρι την άνοιξη του 1938. Η μυστική αστυνομία συνέλαβε μαζικά τους Έλληνες άνδρες, από 16 ετών και άνω. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε θύματα.



Η απόφαση για την ανέγερση του μνημείου ελήφθη στο πλαίσιο του σχεδίου "Ελληνικό Μαρτυρολόγιο", στο οποίο εντάσσεται η πολύχρονη έρευνα του συγγραφέα κι ερευνητή Ιβάν Τζούχα, σύμφωνα με τον οποίο, η "ελληνική επιχείρηση" εκκαθάρισης ξεκίνησε τη νύχτα της 15ης Δεκεμβρίου του 1937, ταυτόχρονα σ' όλη την επικράτεια της τότε Σοβιετικής Ένωσης. Πάνω από 20.000 εκτελέστηκαν και οι μισοί από τους υπόλοιπους στάλθηκαν στα στρατόπεδα της Κολιμά- Μασγκαντάν, όπου ελάχιστοι κατάφεραν να επιζήσουν.



Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Ιβάν Τζουχά επισημαίνει: "Ο σταλινικός διωγμός του 1937, πέρα από τη γενική τρομοκρατία είχε δύο καθαρά ελληνικές αιτίες. Ο Στάλιν υπολόγιζε πάρα πολύ στην Ελλάδα ως μια χώρα, από την οποία θα μεταδιδόταν η ιδέα του κομμουνισμού σε άλλες χώρες. Στη Μόσχα υπήρχαν πάρα πολλοί Έλληνες υπήκοοι, οι οποίοι ετοιμάζονταν γι' αυτή τη διάδοση. Αλλά το 1935-'36, στην Ελλάδα συνέβησαν δύο γεγονότα, τα οποία έθεσαν τέλος στα σχέδια του Στάλιν. Ήταν η αποκατάσταση της μοναρχίας κι ο ερχομός του Μεταξά στην εξουσία. Ο Στάλιν δεν μπορούσε να εκδικηθεί την Ελλάδα ως κράτος, αλλά μπορούσε να εκδικηθεί τους Έλληνες που βρίσκονταν στη Σοβιετική Ένωση".



Στις εκδηλώσεις στο Μαγκαντά το "παρών" έδωσε και ο Χρίστος Ασλανίδης, πρόεδρος της ελληνικής κοινότητας της πόλης Ανάπα στη Μαύρη Θάλασσα, μιας πόλης, που αιώνες πριν ιδρύθηκε ως ελληνική παροικία. "Το βιβλίο του Ιβάν Τζούχα τιτλοφορείται 'Πίσω στεκόταν ο Παρθενώνας, μπροστά μας απλωνόταν η Μαγκαντάν'. Έναν χρόνο πριν, ήταν απλά ένα σπουδαίο ιστορικό βιβλίο και σήμερα, μετά την ανέγερση του 'Σταυρού της Μνήμης', σ' αυτό το μακρινό από εστίες των Ελλήνων μέρος, είναι μια εκπλήρωση της τιμής στους πατεράδες μας, που θυσίασαν τις ζωές τους για το δικαίωμα να είναι και να λέγονται 'γκρέκι', Έλληνες", μας λέει με συγκίνηση.

Αποστολή: Σοφία Προκοπίδου

Φωτογραφίες από την αποστολη στο Μαγκαντάν

20 Σεπ 2011

Ο ξάδελφος Βασιλιάς Κωνσταντίνος Β'






Ο πρόεδρος Σεβαρνάτνζε είχε μια αδυναμία στους έλληνες, αφού είχε έναν οικογενειακό παιδίατρο, τον Γιάννη Μουρατίδη. Ο Μουρατίδης ήταν άνθρωπος της εμπιστοσύνης του προέδρου στα θέματα της υγείας των παιδιών και εγγονών του. Ο γιατρός, που τον φώναζαν στην Τυφλίδα «Ο θεός των παιδιών» δεν έπαιρνε χρήματα από τον πρόεδρο, του αρκούσε η τιμή και η εμπιστοσύνη που είχε από την πρώτη οικογένεια της χώρας. Πάντως ο Γιάννης Μουρατίδης ήταν ένας φύλακας - άγγελος της οικογένειας του προέδρου. Ήταν ταλέντο μεγάλο με σημαντικές σπουδές στο Λένινγκραντ, στην Ιατρική Ακαδημία. Ο δάσκαλος του - δόκτωρ Βασίλιεβ -επέμενε να μείνει ο Γιάννης στη Σχολή, αλλά η μητέρα του, η Μάρθα, του έγραψε ένα γράμμα αυστηρό και του ζήτησε να μη μείνει με τους Ρώσους, να επιστέψει στο σπίτι του.

Η Μάρθα ήταν σκληρή, στην οικογένεια της πάντα γινόταν αυτό που έβαζε στόχο να γίνει. Ο μονάκριβος και μορφωμένος της γιος οπωσδήποτε έπρεπε να επεστρέψει στην Τιφλίδα, όπου θα παντρευόταν μια ρωμαία, ελληνίδα, και θα ζούσε καλά και τίμια όπως όλες οικογένειες.

Ο Πρώτος γραμματέας της ΚΕ ΚΚΣΕ της Γεωργίας Εντουάρντ Αμβρόσιεβιτς Σεβαρνάτζε δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει το Γιάννη και μια μέρα αποφάσισε για την πολύτιμη προσφορά στην οικογένεια του να τον επιβραβεύσει με εισιτήρια και βίζα για το πρώτο και ιδιωτικό ταξίδι στην Ελλάδα.

Ο Γιάννης Μουρατίδης, αργότερα, όταν θυμόταν στιγμές αυτού του ταξιδιού γελούσε και διασκέδαζε πολύ. Συνέχεια περιέγραφε στους φίλους του πως στα σύνορα της Ελλάδας οι έλληνες αστυνομικοί και τελωνιακοί τον κοιτούσαν περίεργα. Σα να βλέπανε έναν εξωγήινο. Ακριβώς έτσι… ένας σοβιετικός τουρίστας μόνος , χωρίς το γκρουπ, στην Ελλάδα το 1974 ήταν σαν τον εξωγήινο που επισκέπτεται τον πλανήτη μας.
Ο Δόκτωρ Μουρατίδης, βέβαια , δεν μπορούσε να πάρει μαζί του την γυναίκα του, τη Νίνα. Αυτό απαγορευόταν αυστηρώς. Ακόμα και ο ίδιος ο Σεβαρνάτζε δεν μπορούσε να επέμβει σ’ αυτήν την απαγόρευση. Φεύγοντας στο εξωτερικό ο κάθε σοβιετικός πολίτης έπρεπε να αφήσει κάποιον συγγενή στη χώρα, «ως όμηρο», μη τυχόν και λιποτακτήσει, και κάνει ρεζίλι όλη την χώρα.

Το ταξίδι αυτό άφησε πολλές γλυκές στιγμές στο Γιάννη. παρά την αυστηρή αλλά διακριτική παρακολούθηση του από ανθρώπους της ελληνικής Ασφάλειας.

Γλυκύτατοι συγγενείς, ωραία ταξίδια, θορυβώδεις ταβέρνες και η αγορά – όλα ήταν τέλεια, έτσι όπως μπορούν να γίνουν στη χώρα την οποία πάντα ονειρευόσουν.

Ο Γιάννης έφυγε σχεδόν χαρούμενος, και το μόνο που του έλειπε ήταν η Νίνα, με την οποία θα ήθελε πολύ να μοιραστεί της ευτυχισμένες στιγμές του ταξιδιού στην ιστορική του πατρίδα.

Στην επιστροφή, στα σύνορα με την Σοβιετική Δημοκρατια της Μολδαβίας, την απορία τους για σοβιετικό τουρίστα  που επέστρεφε από την καπιταλιστική Ελλάδα έδειξαν και οι Ρώσοι συνοριακοί. Δεν μπορούσαν οι άνθρωποι να πιστέψουν ότι στο τρένο ταξιδεύει ένας τουρίστας χωρίς το γκρουπ. Άρχισαν τον αυστηρό έλεγχο.


Ο Γιάννης ήταν πολύ ήσυχος και ήρεμος, δεν πήρε μαζί του τίποτα απαγορευμένο για την εισαγωγή στην ΕΣΣΔ. Αδιάφορα  περίμενε να τελειώσει η τυπική αυτή διαδικασία. Την τελευταία στιγμή, ένας από τους τρεις συνοριακούς έπιασε το βιβλίο, που διάβαζε ο Γιάννης. Ήταν τα διηγήματα του γεωργιανού συγγραφέα Νοντάρ Ντουμπάτζε στα ρώσικα. Ξαφνικά από το βιβλίο έπεσε η καρτ - ποστάλ με την φωτογραφεία της οικογένειας του τέως Έλληνα Βασιλιά Κωνσταντίνου του Β’, που την πήρε για σελιδοδείκτη από ένα συγγενικό σπίτι στην Θεσσαλονίκη.

«Και αυτοί, στη φωτογραφία ποίοι είναι;» - ρώτησε με αυστηρό ύφος ο νεότερος συνοριακός. Φάνηκε πως δεν του άρεσαν οι άνθρωποι της φωτογραφίας που έδειχναν ότι είναι πολύ ευτυχισμένοι, πολύ πλούσιοι και γενικά υπερβολικά λαμπεροί άνθρωποι.

Ο Δόκτωρ Γιάννης τα είχε χάσει, για πρώτη φορά σε όλο το ταξίδι, φοβήθηκε. Το μόνο που σκέφτηκε, ήταν ότι δεν έπρεπε να πει την αλήθεια, γιατί τον κατηγορήσουν ως βασιλικό, και μετά θα έμπλεκε άσχημα…

«Είναι οι συγγενείς μου, όλο το σόι» - είπε με ύφος αδιάφορο, και ξαφνιάστηκε για το γρήγορο και καλό ψέμα που βρήκε και ξεστόμισε.

Ο νεαρός συνοριακός κράτησε την κάρτα, τη γύρισε, έριξε ένα βλέμμα ατσάλινο στο Γιάννη από πάνω έως κάτω, και ρώτησε: «Τότε γιατί δεν υπέγραψαν την φωτογραφία, τι σόι συγγενείς έχεις;»

Ο Γιάννης πάγωσε: «Θα με συλλάβουν και για το ψέμα που είπα!» - σκέφτηκε.
Αλλά με περισσότερη ψυχραιμία, έτσι πως έβρισκε τα αίτια των ασθενειών των παιδιών και πάντα ήταν διάγνωση με μεγάλη ακρίβεια, κοίταξε τη φωτογραφία και είπε: «Δεν το υπογράψανε γιατί εγώ δε διαβάζω ελληνικά, ούτε μιλάω ελληνικά, και οι συγγενείς μου δεν γνωρίζουν ρώσικα..».

Και πως συνεννοήθηκες μαζί τους στην Ελλάδα; - ρώτησε ο μεγαλύτερος συνοριακός. «Στα ρωμαίικα (ποντιακά) – απάντησε ο Γιάννης, - είναι μια γλώσσα που μιλάμε εμείς οι γρέκοι», μόνο την μιλάμε , δεν τη γράφουμε»

Ο συνοριακός δεν έκανε άλλες ερωτήσεις, το βιβλίο το άφησε στο τραπεζάκι, εκεί που το βρήκε, και βγήκε από το κουπέ.

«Έτσι ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος έγινε, έστω και για δυο λεπτά ο ξάδελφος μου» - έλεγε μετά ο Γιάννης και κάθε φορά εξιστορούσε απ’ την αρχή όλη του την περιπέτεια με την οικογένεια του Έλληνα Βασιλιά.


φωτο- Ο Γιαννης Μουρατίδης, ό ίδιος!  και ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Β',  "ο ξαδελφος"
 
Σοφια Προκοπίδου,  απο βιβλίο " Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι"

5 Σεπ 2011

Ο Αχιλλέας και ο Βοροσιλοβ




Τον Αχιλλέα η Αντιγόνα τον γνώρισε εδώ, στην Ελλάδα. Στα εβδομήντα του χρόνια ήταν κομψός και πολύ ευγενικός άνθρωπός. Φαινόταν πολύ πιο νέος από την πραγματική του ηλικία. Ήταν αγαπητός στους συμπατριώτες του που ήρθαν από τη Γεωργία. Toν συμπαθούσαν και οι ντόπιοι . Μόλις τον γνώριζαν κέρδιζε αμέσως την εμπιστοσύνη τους με τα άψογα ελληνικά του. Τα πρώτα χρόνια λίγοι Πόντιοι από την Ρωσία μιλούσαν ελληνικά, και ο Αχιλλέας είχε το βασικό προνόμιο –τη γνώση της ελληνικής γλώσσας που τη δίδασκε κιόλας στη Γεωργία.



Από μικρός ήξερε ότι έχει κάτι που τον έκανε ξεχωριστό. Πάντα είχε την συναίσθηση της μοναδικότητάς του. Αυτό το «κάτι» δεν ήταν τίποτα από την ελληνικότητα του. «Για – γκρέκ!» Είμαι - Έλληνας, - έλεγε με περηφάνια, ακόμα και σε περιστάσεις που δεν τον ρωτούσε κανείς για την εθνικότητα του. Αλλά τα ελληνικά τα έμαθε πολύ αργότερα μετά από αγώνα ζωής.

Οι άνθρωποι φαίνονται από τη μικρή ηλικία, και ο Αχιλλέας στο ορεινό ελληνικό χωριό Ιραγκά της Γεωργίας ήταν ένα ξεχωριστό παιδί. «Μυαλωμένο παιδί!» – έλεγαν για τον Αχιλλέα οι γέροντες. Έξυπνος και περίεργος, από το δημοτικό σχολείο άρχισε να αναρωτιέται γιατί δε μιλάει ελληνικά, αλλά μόνο ποντιακά, λίγα ρώσικα και γεωργιανά.

Ο πατέρας του, ο Ηρακλής, πρόλαβε και τελείωσε το ελληνικό δημοτικό σχολείο πριν το κλείσιμο όλων των Σχολείων των μειονοτήτων, το 1937. Από αυτή την χρονιά και μετά τα ελληνικά σχολεία απαγορεύτηκαν, όπως και τα ελληνικά και ποντιακά θέατρα και οι ελληνικές εφημερίδες.. Ο πατέρας του, λοιπόν, ήξερε να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Αλλά δεν μιλούσε τη γλώσσα στο σπίτι και ποτέ δεν είχε διάθεση να διδάξει τον επτάχρονο Αχιλλέα, ο οποίος ανυπόμονος, τον ενοχλούσε συνέχεια. Τον ρωτούσε πότε θα μπορέσει να μάθει και αυτός ελληνικά;

Ο Στάλιν τότε ήταν στην κορυφή της δόξας του, η περίοδος του ολοκληρωτικού καθεστώτος έφτασε στο απόγειο της, και εδραιώθηκε για τα επόμενα σαράντα χρόνια.

Ο πατέρας του Αχιλλέα ήταν άνθρωπος ήσυχος, ήξερε μόνο να δουλεύει ασταμάτητα, στη δουλεία αισθανόταν ελεύθερος και δυνατός και απέφευγε τις ανεπιθύμητες ερωτήσεις του μικρού του γιου. Δεν του μιλούσε για το ελληνικό σχολείο, και όταν ο Αχιλλέας επέμενε, τον έδιωχνε από κοντά του.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια, και ο Αχιλλέας δεν ξέχασε την μεγάλη του επιθυμία, συνέχιζε επίμονα να προσπαθεί να μάθει ελληνικά, αλλά πρόσθεσε στον προσωπικό του στόχο και ένα νέο όραμα – τα ελληνικά γράμματα να τα μάθουν όλα τα ελληνόπουλα του χωριού τους, στην Ιραγκά. Αυτό το όνειρο ρίζωνε όλο και πιο πολύ μέσα του καθώς μεγάλωνε, έτσι, στο τέλος, ο Αχιλλέας έβαλε στόχο να φέρει τα ελληνικά γράμματα σε όλη τη Γεωργία και ακόμα σε όλη την επικράτεια της Σοβιετικής Ένωσης.



Στα ένδεκα του, είχε καταλάβει , ότι ο πατέρας του κάτι κρύβει, κάτι τον βασανίζει, ίσως ένα μυστικό, γιατί ο πατέρας του, πέρα από σπιτικά και εργασιακά θέματα ποτέ δε μιλούσε ανοιχτά, πάντα με υπονοούμενα, ψιλοκουβέντες έλεγε. Ο Αχιλλέας δεν ήταν τόσο μικρός για μην καταλάβει ότι ο πατέρας του έκρυβε από τον γιο του πολλά γεγονότα για την απαγόρευση της ελληνικής παιδείας στη χώρα.

«Ρωτάς πολλά, και οποίος ρωτά πολλά κακό μπορεί να φέρει, και φυλακή μπορεί να πάει. Ο Στάλιν δεν μας θέλει, δεν θέλει να μιλάμε τη γλώσσα μας. Μόνο να μιλάμε ρώσικα και να σκεφτόμαστε μόνο αυτά που αυτός μας διατάζει» - αυτά είπε ο Ηρακλής στον γιο του.

Και μόλις κατάλαβε ο Αχιλλέας ότι ο πατέρας του δεν πρόκειται να τον βοηθήσει, αποφάσισε μόνος του να δράσει και να πετύχει το στόχο.

Ήταν το 1949, και ο κόσμος ακόμα δε διψούσε τόσο πολύ για γνώση και σπουδές. Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος και όλοι ποθούσανε μόνο την ειρήνη και το ψωμί. Ο μικρός Αχιλλέας, ευτυχώς, δεν κατάλαβε τον πόλεμο. Στο ψηλό βουνό τους ποτέ δεν φτάσανε οι Γερμανοί, και το ψωμί δεν έλειψε ποτέ από το τραπέζι τους. Και το μόνο που τον άγχωνε ήταν πώς να μάθει ελληνικά γράμματα. Έτσι, μια μέρα έγραψε ένα γράμμα στον τότε αναπληρωτή πρόεδρο της κυβέρνησης της Σοβιετικής Ένωσης στον Κλιμέντ Φιόντοροβίτς Βοροσσίλοβ.

«Αγαπητέ Κλιμέντ Φιόντοροβίτς, - έγραφε ο Αχιλλέας, παρακαλώ στείλτε μας έναν δάσκαλο που να μας μάθει ελληνικά γράμματα. Εγώ είμαι Γκρέκ (Έλληνας) και δεν ξέρω ελληνικά, και το όνειρο της ζωή μου είναι να μιλάω και να γράφω ελληνικά. Με μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό, ο Αχιλλέας Τσεπίδης από το χωρίο Ιραγκά της Γεωργίας».



Το γράμμα έφυγε με τον ταχυδρόμο τον αρμένιο Ασότ, και ο Αχιλλέας έμεινε σε αναμονή, περιμένοντας την απάντηση από την Μόσχα. Στο χωριό κανένας δεν πίστευε ότι ο Αχιλλέας θα πάρει απάντηση κ’ όμως, μετά από ένα μήνα περίπου μια μέρα ο ταχυδρόμος έφερε έναν φάκελο στο όνομα του Αχιλλέα. Δεν ήταν από την Μόσχα, αλλά από την Τιφλίδα, από τον υπουργό παιδείας της Γεωργίας, το σύντροφο Τσιμπλάντζε. Ο γεωργιανός υπουργός ήταν πολύ σύντομος, έγραφε: «Αγαπητέ φίλε, Αχιλλέα, επειδή στην χώρα μας δεν υπάρχει καμία δυνατότητα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, γι αυτό, το δικό σου αίτημα δεν υφίσταται».

«Γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα!» - άρχιζε να φωνάζει ο Αχιλλέας. Η απάντηση του υπουργού δεν τον ικανοποίησε, και θύμωσε. Προσπάθησε να μάθει γιατί δεν πήρε απάντηση από τη Μόσχα, πήγε στον Ασότ και τον ρώτησε.

- Δεν ξέρω πως βρέθηκε το γράμμα σου στην Τιφλίδα, ενώ έγραφε καθαρά: «προς: Μόσχα, Κρεμλίνο» - είπε απογοητευμένος ο Ασότ, που πρώτη φορά στη ζωή του κράτησε στα χεριά του ένα γράμμα με διεύθυνση προς το Κρεμλίνο, στην πρωτεύουσα Μόσχα από την ποία κυβερνούσε ο ίδιος ο Στάλιν!

Ο Αχιλλέας παρόλο που ήταν έντεκα χρόνων γρήγορα ανακάλυψε την πονηριά των μεγάλων. Σκέφτηκε πολύ και τελικά έφτασε στο συμπέρασμα ότι όλοι οι φάκελοι, που έγραφαν πάνω: «ΠΡΟΣ Μόσχα», και ήταν προς τους υπουργούς ή άλλους κυβερνήτες της ΕΣΣΔ, δεν έφταναν ποτέ στην πρωτεύουσα.

«Ξέρω γιατί δεν πήρα την απάντηση από τον Βοροσσίλοβ, που είμαι σίγουρος θα με έγραφε, - έλεγε ο Αχιλλέας στο χωρίο. Απλά, ο Βοροσσίλοβ δεν έλαβε ποτέ το γράμμα μου, γιατί το κλέψανε οι Γεωργιανοί για να μην τους ρεζιλέψω. Ίσως σκεφτήκανε ότι είμαι κανένας χαζός και γράφω χαζά πράματα στο Κρεμλίνο! Και όταν το ανοίξανε, κατάλαβαν με ποιόν έχουν να κάνουν, αλλά δεν μπορούσαν πια να στείλουν στον Βοροσσίλοβ ανοιγμένο φάκελο. Τι θα έλεγε ο Κλιμέντ Φιόντοροβιτς, «κάποιος διαβάζει τη δική μου αλληλογραφία!»

«Σε παρακαλώ, μη μιλάς έτσι – έλεγε ο πατέρας του. Μόνο ο Θεός ξέρει γιατί το γράμμα σου δεν το πήρε ο Βοροσσίλοβ, μη το ψάχνεις και μη γράφεις άλλα γράμματα στην Μόσχα, θα βρούμε το μπελά μας!».

Ο Αχιλλέας πια δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο ταχυδρομείο της Γεωργίας. Από τότε δεν επιχείρησε ποτέ να στείλει γράμματα σε κανέναν πολιτικό, απλά, όταν χρειαζόταν κάτι - αλλά ποτέ προσωπικά ζητήματα - πήγαινε μόνος του, αυτοπροσώπως.

 
auhtor Sofia Prokopidou
απο το βιβλίο "Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι"