21 Οκτ 2011

Πως ο θειος Κώστας έφτυσε τον Λένιν




Η Αντιγόνα λάτρευε τη Μόσχα. Η Κόκκινη πλατεία της πρωτεύουσας ήταν τόπος προσκυνήματος. Όσες φορές πήγαινε στη Μόσχα κάθε φορά πηγαίνε και στην Κόκκινη πλατεία. Αλλά ποτέ δεν μπήκε στο Μαυσωλείο, όπου βρισκόταν το λείψανο του «πιο ανθρώπινου ανθρώπου». Ήταν ο Λένιν. Παλιά δεν άντεχε τις τεράστιες ουρές, δεν της άρεζε να περιμένει τόσο πολύ για να ικανοποιήσει την περιέργεια της. Αλλά τα τελευταία χρόνια, μετά την κατάρρευση της χώρας, δεν υπήρχαν πια ουρές και θα μπορούσε άνετα να δει τον «Αγαπητό Λένιν»

Ο λαός μετά την επιστροφή στο καπιταλισμό δεν ήθελε πλέον τον Λένιν και το σύνθημα «Το έργο του Λένιν ζει!» το έκαναν: «Το σώμα του Λένιν ζει!» Βέβαια στα ρωσικά ήταν εύστοχο λογοπαίγνιο γιατί το «έργο» λεγόταν «ντέλο» και το σώμα – «τέλο» … Ήταν σαρκαστικό, αλλά οι άνθρωποι που έπαψαν να φοβούνται πλέον το Λένιν ήθελαν να εκφραστούν. Τόσα χρόνια περίμεναν να πουν την αλήθεια, αυτό που αισθάνονταν στην πραγματικότητα. Ότι το σώμα του βρίσκεται στο σαρκοφάγο και είναι εκτεθειμένο για προσκύνημα, αλλά ακόμα «υπάρχει»..



«Πάμε να τον δούμε το Λένιν, γιατί μάλλον θα τον θάψουν επιτέλους και θα μετανιώσεις που έχασες την τελευταία ευκαιρία να τον δεις. Ανήκει στην ιστορία και πρέπει να την σεβόμαστε» - πρότεινε ο φίλος της Αντιγόνα, ο Νίκος Σιδηρόπουλος, ένας έλληνας Μοσχοβίτης ιστορικός.

Η Αντιγόνα συμφωνούσε ότι έπρεπε να έχει τη δική της άποψη για το λείψανο του Λένιν και δέχτηκε την πρόταση του φίλου της.

Αλλά δεν τους άφησαν να μπουν. Ο Λένιν ήταν σε συντήρηση - έλεγε η γραπτή ανακοίνωση.

Δεν χάνουμε και τίποτα, πάμε για καφέ - είπε η Αντιγόνα. Ουσιαστικά είχε δεχτεί τη πρόταση του Νίκου γιατί δεν ήθελε να του χαλάσει το χατίρι.

Κι ο Νίκος χάρηκε γιατί έχει πάει πολλές φορές. Ως μοσχοβίτης τακτικά φιλοξενούσε τους συγγενείς του από το Καζακστάν και την Νότια Ρωσία. Και σε όλους έκανε ξενάγηση στην πόλη και την Κόκκινη πλατεία με αποκορύφωμα την επίσκεψη στο Μαυσωλείο. Ήταν δρομολόγιο καθιερωμένο για τον κάθε σοβιετικό πολίτη – επισκέπτη της πρωτεύουσας. Κουραζόταν πάντα να ικανοποιήσει την περιέργεια των συγγενών κι φίλων του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Η φιλοξενία ήταν άγραφος νόμος. Δεν υπάρχει «δεν μπορώ», «δεν έχω χρόνο» ή «δεν έχω χρήματα», υπάρχει μόνον «πρέπει».

«Κρατάμε συγγένειες και φιλίες εμείς οι Έλληνας, αλλά καμιά φορά γινόμαστε και θύματα, αλλά εγώ πήρα απόφαση να μη χαλάσω σχέσεις με κανέναν και έκανα ότι μπορούσα να μείνουν όλοι πάντα ικανοποιημένοι – είπε ο Νίκος. - Μόνο το θείο τον Κώστα φοβόμουν να τον πάω στο Μαυσωλείο, γιατί ο θειος μου είχε ένα απώτερο σκοπό σνη ζωή του, να δει το Λένιν και.. να τον φτύσει. Ήταν φούρναρης και όλη του τη ζωή έψηνε ψωμί, αγαπούσε πολύ τη δουλειά του. Αλλά είχε και ένα μίσος κατά του Λένιν – Στάλιν. Ήταν ένθερμος αντικομουνιστής. Αυτό έγινε μετά όταν εξόρισαν την οικογένεια του σε 24 ώρες από το Κουμπάν, και αυτός δεν πρόλαβε καν να τους δει γιατί δούλευε στο μεγάλο φούρνο σε μια άλλη πόλη μερικά χιλιόμετρα μακριά και δεν ήξερε τίποτα».

Η Αντιγόνα αμέσως ζωντάνεψε. «Θέλω να τον γνωρίσω!» - είπε. «Έχει πεθάνει το 1998, στην Αθήνα. Και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν συγχώρησε τους κομμουνιστές για όλα αυτά που πέρασε αυτός και η οικογένεια του. Εξορίες, φυλακές και θάνατοι, και για όλα έφταιγαν οι κομμουνιστές. Τον μισούσε τον Λένιν, και θεωρούσε το κομμουνιστικό κόμμα απάνθρωπο γιατί είχε φέρει μεγάλες δυστυχίες στον αθώο κόσμο και στους έλληνες.



Τελικά ο Νίκος δεν γλύτωσε από τον «επικίνδυνο» θειο. Πριν την αναχώρηση του θειου Κώστα στην Ελλάδα, το Νοέμβριο του 1989, όταν είχαν όλα τα έγγραφα ανάκτησης της ελληνικής ιθαγένειας τακτοποιημένα, ξαφνικά ο θειος εξέφρασε την επιθυμία να πάει στο Μαυσωλείο, ενώ ήταν στην τελική ευθεία της "μεγάλης ιδέας" – της φυγής στην Ελλάδα..

«Παραγγείλαμε εισιτήρια για το τρένο από το σιδηροδρομικό σταθμό «Κιέβσκι» και ξαφνικά μου λέει «Όχι, θέλω αύριο πριν φύγω στην Ελλάδα να με πας στο Μαυσωλείο!».

- «Μα θείε εσύ ποτέ δεν ήθελες τον Λένιν, έλεγες ότι είναι για φτύσιμο αυτός ο άνθρωπος!»

- Ακριβώς γι αυτό θέλω να πάω να τον δω πριν φύγω από αυτήν την καταραμένη χώρα!»

Ο Νίκος κάτι υποψιάστηκε, γιατί ήξερε καλά τον θειο του –ήταν ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, να του πάει κόντρα. Ήταν ο αγαπημένος και σεβαστός θειος.

Στην Κόκκινη πλατεία περίμεναν πολύ ώρα στη μεγάλη ουρά που ξεκινούσε από το πάρκο Αλέξανδρίησκι. Πριν την είσοδο στο μαυσωλείο, μπροστά στη φρουρά, τους αστυνομικούς και τους ανθρώπους της υπηρεσίας πληροφοριών ο θείος Κώστας ξαφνικά έβγαλε το καπέλο του, έκανε ένα τριπλό σταυρό και είπε φωνακτά : «Επιτέλους, διάβολε, θα σε δω και θα σε φτύσω! " και μπήκε μέσα.



«Θυμάμαι από τον φόβο έβγαλα κρύο ιδρώτα, κόπηκαν τα πόδια μου .

Ομολογώ, ήμουν πολύ θυμωμένος μαζί του. Το 1989, παρά τις δημοκρατικές αλλαγές στη χώρα, ακόμα δεν μπορούσαμε να εκφραζόμαστε ελεύθερα, υπήρχε και κίνδυνος της απαγόρευσης της εξόδου από την χώρα. Και εγώ δεν άντεχα να έχω προβλήματα εξαιτίας του καπρίτσιου του θειου μου. ...Άρχισα να τον παρακαλάω να μη το κάνει. Δηλαδή να μη φτύσει τον Λένιν. Ο θείος δεν συμφωνούσε μαζί μου, επέμενε πως πρέπει να το κάνει στη μνήμη της μάνας του, του πατέρα του, των αδελφών του που σκοτώθηκαν στα γκούλαγκ, και αυτή που έμεναν ζωντανοί πέρασαν κόλαση στη Σιβηρία και το Καζακστάν.

«Μη με παρακαλάς, θα το κάνω, γι αυτό ήρθα»- επέμενε ο θειος.

Και ο Νίκος ξαφνικά δάκρυσε από την αδυναμία του και του είπε: «Θείε μου, εσύ αύριο φεύγεις στην Ελλάδα, εγώ θα μείνω εδώ, σπουδάζω, θέλω να βρω καλή δουλειά να κάνω καριέρα. Δεν θα φτύσεις το Λένιν, θα φτύσεις το μέλλον μου!» - του είπε. Ο θειας κοίταξε τον αδύναμο ανιψιό του και προβληματίστηκε. Σίγουρα αγαπούσε το Νίκο, το γόνο του γένους Σιδηρόπουλου, αλλά η συγκίνηση του κράτησε για κάποια δευτερόλεπτα και επέμενε: «Πρέπει να τον φτύσω είναι σημαντικό αυτό και για εσένα, Αν τον φτύσω τότε θα απελευθερωθούμε απ’ αυτόν το διάβολο, θα είσαι πιο ελεύθερος, περήφανος». Ο Νίκος κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος του. Αμέσως φαντάστηκε πως συλλαμβάνουν τον θειο του και τον ίδιο μαζί του, τους πάνε στην ασφάλεια, τους ανακρίνουν προσπαθώντας να αποκαλύψουν σε πιια μυστική υπηρεσία ξένης χώρας υπηρετούν… Μετά του ήρθε μια παρήγορη ιδέα. «Αν μας συλλάβουν θα πω ότι ο θειος μου είναι τρελός…» - σκέφτηκε.

Πλησίασαν πια το σαρκοφάγο. Ο Νίκος περίμενε τα χειρότερα. Ο θυμωμένος θείος με ένα ύφος αυστηρό, πήγε κοντά στον Λένιν, κοίταξε το πρόσωπο του για μερικά δευτερόλεπτα και είπε ψιθυριστά, αλλά ο Νίκος το άκουσε. «Σε φτύνω όχι με τα σάλια μου, γιατί ο Νίκος δεν με αφήνει να το κάνω, απλά σε φτύνω με όλη μου την ψυχή, να το ξέρεις! Και έκανε μια απειλητική κίνηση προς τη σαρκοφάγο.

Ο Λένιν ήταν «αδιάφορος» για όλα αυτά. Και ξαφνικά ο θειος Κώστας συνειδητοποίησε ότι ο Λένιν δεν είναι τίποτα, είναι ένα απλό συνηθισμένο ταλαιπωρημένο πτώμα που πάνω από μισό αιώνα περιμένει να μπει στο χώμα και δεν το αφήνουν. Και τότε ο θειος Κώστας, συγκινήθηκε. Λυπήθηκε το πτώμα του Λένιν. Σκέφτηκε «ίσως είναι κατάρα για ολόκληρο το λαό, που δεν τον θάβουν. Και αν τον έθαβαν ίσως η χώρα δεν θα είχε περάσει τόσες δοκιμασίες και δυστυχίες από το κόμμα του Λένιν». Τον κοίταξε ακόμα μια φόρα, και γύρισε το κεφάλι του στον φρουρό. Όλος ο θυμός του πήγε σ’ αυτόν, τον κοίταξε και αυτόν αυστηρά και του είπε φωναχτά «Γεια σας και αντίο!» Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και βγήκε έξω με βήματα μεγάλα και δυνατά.

Ο Νίκος δεν πίστευε στα μάτια του. «Σώθηκα! – σκέφτηκε. - Σώθηκε και ο θείος και τώρα μπορεί να φύγει στην Ελλάδα!



Χαιρετίζοντας το θειο Κώστα στο σιδηροδρομικό σταθμό Κίεφσκι, ο Νίκος σκέφτηκα ότι τελικά ίσως είχε δίκιο. Πριν φυγή στην Ελλάδα τον έβλεπε χαρούμενο και ομιλητικό. Έλεγε μια παλιά ιστορία που του συνέβη πριν την εξορία στη Σιβηρία:

Μια φορά στο φούρνο του έπεσε μια βεβαίωση από την τσέπη του στο καζάνι με το ζυμάρι και δεν το πρόσεξε, ενώ τη χρειαζόταν για μια δουλειά. Έψαξε παντού και μετά από μέρες του την έφερε μια θυμωμένη κυρία που τη βρήκε στο ψωμί της.

«Άρχισε να μου λέει πως θα με καταγγείλει στο Σοβιέτ, γιατί δεν τηρώ κανόνες υγιεινής και διάφορες άλλες απειλές. Και απλά εγώ την κοιτούσα. Ήταν όμορφη. Και ξαφνικά της είπα: «Είσαστε πολύ καλή κυρία μου, και αν δεν βρίσκατε το χαρτί αυτό, δεν θα σας γνώριζα ποτέ, και χαίρομαι πολύ που σας γνώρισα». Η κύρια κοκκίνισε , έκλεισε αμέσως το στόμα της και βιαστικά έφυγε. «Αλλά, ξέρεις, μόνο από το περπάτημα της κατάλαβα πως κι’ εγώ της άρεσα, της άρεσαν και αυτά που της είπα!».



Ο «Γάμος» της 25ης Μαρτίου






Πλησίαζε η 25η Μαρτίου – η μεγάλη εθνική γιορτή για τους περήφανους Έλληνες, και ο Ηλίας ακόμη δεν είχε βρει τον γαμπρό για τον «γάμο». Αυτή τη φορά ζορίστηκε να βρει έναν κατάλληλο άνδρα. Ο ένας υποψήφιος έλεγε ότι μόλις παντρεύτηκε και το έβλεπε σαν γρουσουζιά. Ο άλλος δεν ήταν κατάλληλος λόγω.. εμφάνισης … Ο Ηλίας ήθελε τη νύφη και το γαμπρό όμορφους, «για να τους βλέπεις και να χαίρεται το μάτι!»- έλεγε.

Η νύφη βρέθηκε εύκολα, ήταν η νέα λογίστρια του, η Κίτσα, ωραία με μια σπίθα στο βλέμμα της. Η Κίτσα το διασκέδαζε πολύ, έλεγε θα κάνει «πρόβα γάμου», και ότι όλα είναι θέμα της τύχης, «και ποιος ξέρει μπορεί να έρθει κανείς εργένης στο γλέντι και την ερωτευτεί». Ήταν πάνω από 25 χρονών και ανησυχούσε πλέον ότι δε θα βρει άνδρα για παντρειά. Όλες οι συμμαθήτριες της και φίλες – ελληνίδες είχαν παντρευτεί και ήδη είχαν κάνει από ένα –δυο παιδιά.

Η Κίτσα πρότεινε στον Ηλία να οργανώσει κάτι σαν «κάστινγκ» για το γαμπρό, και να το ανακοινώσει μεταξύ «γκρέκων» μόνο στα ποντιακά, στόμα-στόμα... να μην καταλάβουν οι Ρώσοι. Αλλά ο Ηλίας ήξερε ότι αν θα το έκανε, μπορεί να μαθευόταν έξω, να έφτανε στη μυστική υπηρεσία της Ασφάλειας, και να τους χαλούσαν τη γιορτή.

Αυτή τη χρονιά στο Κρασνοντάρ από είχε έρθει η άνοιξη από νωρίς, τα δέντρα έβγαλαν φρέσκα φύλλα, αλλά η πόλη φαινόταν σαν να ξύπνησε μόλις με μια τσίμπλα στο μάτι... σε πολλά σημεία της είχαν μείνει χειμερινές βρωμιές και σκουπίδια...Ο Μάρτιος πάντα ήταν ένας μήνας δύσκολος, και ο Ηλίας ήθελε να γίνουν όλα γιορτινά και όμορφα, γι αυτό επέλεξε το καλύτερο εστιατόρια της πόλης.

«Μια φορά το χρόνο γιορτάζουμε όλοι μαζί την Εθνική Γιορτή όλων των Ελλήνων, γιατί να μην το κάνουμε με τον καλύτερο τρόπο;» -έλεγε.

Μέσα στη φασαρία της προετοιμασίας της γιορτής ο Ηλίας παραμέλησε και τις υποχρεώσεις του στην κοοπερατίβα όπου ήταν διευθυντής.

Κάποια στιγμή σκέφτηκε να έκανε ο ίδιος το γαμπρό, αλλά τον ήξεραν πολύ καλά στην πόλη. Και στο ρεστοράν, αυτό το χουβαρντά τον Ηλία που άφηνε πάντα πολύ καλό πουρμπουάρ, τον ήξερε κάθε σερβιτόρα.

Ήταν η δεκαετία του ‘80. Οι Έλληνες του Κρασνοντάρ είχαν βρεί μια πολύ καλή λύση να οργανώνουν το γλέντι της 25ης Μαρτίου χωρίς φόβο απέναντι στην τοπική εξουσίας και τις μυστικές υπηρεσίες.

Επίσημα στη χώρα δεν υπήρχε κανένας νόμος που να απαγόρευε τη γιορτή των «γκρέκων» - την Ημέρα της Ελληνικής Επανάστασης της 25ης Μαρτίου. Αλλά μετά την πρώτη εκδήλωση που οργάνωσαν, κάποιοι αμέσως έλαβαν προειδοποίηση. Τον καθηγητή που έκανε διάλεξη για την ελληνική επανάσταση τον κάλεσαν «για συζήτηση» στα όργανα της KGB. Αλλά και το ξέφρενο ελληνό-ποντιακό γλέντι άφησε ιστορία και δεν μπορούσε να μείνει μυστικό. Την άλλη μέρα όλη η πόλη μιλούσε για τους «γκρέκους» που γιόρτασαν την εθνική τους γιορτή και «ξόδεψαν πολλά ρούβλια!»

Η προειδοποίηση δεν ήταν γραπτή, αλλά μόνο προφορική. Κάποιοι φίλοι τηλεφώνησαν και είπαν στον Ηλία «να μη επαναληφτεί και να «προσέχουν, διαφορετικά θα έχουν άλλα προβλήματα».

«Καλά που δεν έγινα κομμουνιστής! Τι είναι αυτοί οι κομμουνιστές, σαν τους μαφιόζους! – διαμαρτυρόταν ο Ηλίας. Παράνομα μας κυνηγούσαν, αφού δεν κάναμε τίποτα παράνομο», – έλεγε στην γυναίκα του στη κουζίνα του σπιτιού του, γιατί δεν θα τολμούσε ποτέ να πει τα ίδια έξω.

Τη δεύτερη φορά η εκδήλωση για την Ελληνική Επανάσταση ήταν πολύ περιορισμένη. Μαζεύτηκαν σε ένα εξοχικό σπίτι και πρόσεχαν πολύ να μη μαθευτεί σε ευρύτερο κόσμο.



Και μετά ήρθε στον Ηλία η καταπληκτική αυτή ιδέα, να οργανώνουν την 25η Μαρτίου ένα ψεύτικο ελληνικό γάμο. «Να γλεντάμε όσο θέλουμε και όπως το θέλουμε. Ποιος μπορεί να μας απαγορεύσει να μιλάμε και να τραγουδάμε ποντιακά και ελληνικά σε ένα γάμο; Να έχουμε στα τραπέζια μαζί με ανθοδέσμες και από μια ελληνική σημαία» - είπε ο Ηλίας.

Το σχέδιο του Ηλία «γάμος – γιορτινή γιάφκα» άρεσε σε όλους, ιδικά η μυστικότητα του, που έφερε περισσότερο κόσμο. Ήταν ρομαντικοί οι Έλληνες, αισθάνθηκαν και λίγο-πολύ σα μικροί ήρωες. Μάζεψαν χρήματα χωρίς τσιγκουνιές. Και τον Ηλία τον διόρισαν «ταμαντά».

Ο ταμαντάς είχε πολλές υποχρεώσεις, είχε και την ευθύνη για όλα τα καλά και τα κακά που συνέβαιναν στο γλέντι... Συνήθως φρόντιζε, να μη μεθύσει κανείς πολύ, ή αν τελικά κάποιος έχανε τις ισορροπίες του, ο ταμαντάς κανόνιζε να τον ηρεμήσουν ή, να τον προβαδίσουν σπίτι του, αλλά πολύ διακριτικά , να μη καταλάβει ο κόσμος για αδυναμίες του συγκεκριμένου ατόμου. Ο ταμαντάς ήλεγχε το τραπέζι σε όλα τα επίπεδα: να μη λείπει τίποτα. Πρόσεχε επίσης να υπάρχει πειθαρχία και τάξη, και χωρίς την άδεια του δεν μπορούσε να φύγει κανείς από το τραπέζι. Και το κυριότερο, ο ταμαντάς έδινε στους καλεσμένους με τη σειρά, το λόγο για πρόποση. Και ο ίδιος συνέχεια έκανε τοποθετήσεις, κι έτσι το τραπέζι και το γλέντι δεν είχε τελειωμό. Πάντως, η πρώτη πρόποση ήταν πάντα «για την ειρήνη σε όλο τον κόσμο», η δεύτερη «για την πατρίδα Ελλάδα», ή τρίτη «για την πατρίδα τη Σοβιετική Ένωση, και μετά σήκωναν τα ποτήρια στη μνήμη των συγγενών, των γονιών, των παιδιών και φίλων. Έλεγαν προπόσεις για γυναίκες, για άνδρες, για το δέντρο που φύτεψε ο νοικοκύρης στην αυλή, για το σπίτι του και πολλές άλλες: όπως για το πουλί που πέταξε πάνω από τα κεφάλια των καλεσμένων. Σίγουρα θα ήταν ένα πουλί που φέρνει ευτυχία! Για τον ήλιο, «για να λάμπει για πάντα!», για το δάσος, «να μας δίνει τη δροσιά του!», για τον ουρανό, «να είναι πάντα καθαρός!», και για τη θάλασσα «χωρίς φουρτούνες!», για το ψηλότερο βουνό «που δοκιμάζει τους αληθινούς άνδρες», για το ψωμί «να μη λείπει ποτέ!» , για το κρασί «πάντα να γεμίζει τα ποτήρια μας!» και για τη ζωή γενικά «που είναι, φυσικά, ωραία» ... Οι ομιλούντες έπιναν στο όνομα του τάδε... και έλεγαν αρκετά έως πολλά για να επιδείξουν παράλληλα και την εξυπνάδα τους και τις ρητορικές τους ικανότητες.

Σε τέτοια γλέντια γινόταν και διαγωνισμός στο ποτό. Το κρασί, πράγματι, δεν τελείωνε ποτέ, όσο και να έπιναν οι άνθρωποι, σα να έτρεχε από μια πηγή, που είχε την αρχή της κάτω από το συγκεκριμένο τραπέζι. Για τις γυναίκες η χειρότερη στιγμή του γλεντιού ήταν να βλέπουν το διαγωνισμό για τον πιο δυνατό πότη, που συνήθως γινόταν στο τέλος. Ο νικητής ήταν αυτός που έπινε περισσότερα λίτρα κρασιού από το κοκαλένιο κέρατο του ενός – δύο λίτρων. Ο στόχος ήταν μετά από τόσα λίτρα κρασί να μη πέσεις καταγής, να πάς σπίτι σου με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο σου, και όχι με βοήθεια φίλων ή συγγενών, και την άλλη μέρα το πρωί οπωσδήποτε να εμφανιστείς στην παρέα σου στο μαγειρείο, σα να μην είχες πιει όλα αυτά τα κρασιά. Η πρωινή ζεστή σούπα –το «χας» ήταν σαν τον πατσά - έσωζε τα στομάχια πολλών διαγωνιζόμενων στο ποτό ανδρών.



Αλλά οι γάμοι των Ποντίων πολλές φορές τελείωναν με ένα φοβερό καυγά, γι αυτό η Αντιγόνα απέφευγε να πηγαίνει στους γάμους. Η αρχή πάντα ήταν πολύ εντυπωσιακή, ειδικά η παράσταση των εκπροσώπων του γαμπρού, όταν έρχονταν να πάρουν τη νύφη. Με λύρα – κεμεντζέ με χορούς και τραγούδια.

Από τη χαρά ο γάμος- που στην ποντική γλώσσα λέγεται «χαρά» - κατέληγε σε καβγά όπου οι θερμόαιμοι έδιναν μπουνιές και καμιά φορά έβγαζαν και μαχαίρια. Τα μαχαιρώματα στο φινάλε του γάμου ήταν «γραμμένο σενάριο που δεν πρέπει να αλλάζει». Βωμολογίες μεθυσμένων ανδρών, τσιρίγματα φοβισμένων γυναικών, κλάματα παιδιών... όλο αυτό το «γνώριμο» σκηνικό δεν άρεζε ποτέ στην Αντιγόνα. Ντρεπόταν μερικές φορές που ήταν και αυτή ένα κομμάτι από αυτούς τους άγριους στη συμπεριφορά, αλλά τρυφερούς στα αισθήματα ανθρώπους που χαλούσαν τη χαρά. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν εθισμένοι στην πάλη – καυγά, πόνο και κλάμα. Σα να ήθελαν να αποδείξουν κάθε φορά πως δεν αντέχουν να είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι.. Είχαν περάσει πολλά, και η ψυχή τους είχε μάθει να πονά και δεν άντεχε τη μεγάλη δόση χαράς και ευτυχίας. Αλλά ο ίδιος ο Θεός προστάτευε αυτούς τους ανόητους ανθρώπους. Σχεδόν ποτέ δεν υπήρχαν σε γάμους βαριά τραυματίες ή θάνατοι.

Έτσι ήταν τα γλέντια στην Μαύρη Θάλασσα. Παραδόξως, όταν οι ¨Ελληνες μετοίκισαν στην Ελλάδα, οι προπόσεις γρήγορα κόπηκαν, συντομεύτηκαν. Εδώ η ζωή πήρε γρήγορους ρυθμούς, είχαν χάσει πολλές απολαύσεις. Οι φιλίες πέρασαν σε δεύτερη μοίρα στη ζωή των ανθρώπων, στην πρώτη βγήκαν τα χρήματα και ότι είχε σχέση με αυτά.



Η Αντιγόνα όταν μπορούσε να αποφύγει ένα γάμο, το έκανε. Μόνο στον γάμο του Ηλία στο Κρασνοτάρ θα ήθελε να πάει, «το γάμο» της 25ης Μαρτίου, αλλά δεν έτυχε ποτέ...γατί γινόταν σε άλλη εποχή, όταν ήταν μικρή ακόμη.



Τελικά ανάγκασαν τον περσινό γαμπρό, το Σωκράτη, να παίξει και αυτή τη φορά τον ίδιο ρόλο. Ο Σωκράτης ήταν τριαντάρης και ανύπαντρος. Σπούδασε, διορίστηκε, έμενε με τους γονείς του σε ένα σπίτι μονοκατοικία στα προάστια της πόλης. Η μάνα του κάθε μέρα γκρίνιαζε, ήθελε να τον παντρέψει, αλλά ο Σωκράτης άκουγε τις γκρίνιες , δεν αντιμιλούσε ποτέ και σιωπηλά επέμενε στη δική του γνώμη.

Μερικά χρόνια πριν ήθελε να παντρευτεί τη φίλη του από Πολυτεχνείο, που σπούδαζαν μαζί. Ήταν Ρωσίδα, και η μάνα του είχε πει «μόνο αν θέλεις να πεθάνω…!». Δεν ήθελε ο Σωκράτης να την πληγώσει και υποχώρησε, αλλά μετά κατάλαβε πως η Βέρα – έτσι έλεγαν την κοπέλα του είναι ο μεγάλος του έρωτας, και δεν μπορούσε να την ξεχάσει, αν και προσπάθησε. Και μετά, όταν έμαθε πως η αγαπημένη του παντρεύτηκε, την ήθελε ακόμα περισσότερο και ούτε σκεφτόταν κάποια άλλη γυναίκα δίπλα του. Αυτός ήταν ο Σωκράτης και δεν μπορούσε να τον αλλάξει κανείς. Ο ρόλος του γαμπρού του ταίριαξε απόλυτα. «Να ζήσω έστω στα ψεύτικα τον γάμο» - σκέφτηκε, και ήταν πολύ αληθινός.



Το γλέντι ξεκίνησε στις επτά το βράδυ. Η αίθουσα του εστιατόριο ήταν στολισμένη για τον γάμο, αλλά στα τραπέζια τοποθέτησαν μαζί με τα λουλούδια και από μια ελληνική σημαία. Τις έραψε ο Αβραάμ στην κρατική βιοτεχνία που δούλευε προϊστάμενος. Εκεί μαζί με ρόμπες για εργάτες, έραβαν στα υπόγεια παράνομα και τζιν. Ακριβώς στο παράνομο τμήμα αυτό έραψε και τις τριάντα σημαίες. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα μεζέδες και φαγητά, ποτά, φρούτα και ελληνικές σημαίες....

Οι σερβιτόροι σε όλους τους απρόσκλητους επισκέπτες που ήθελαν να περάσουν την ίδια βραδιά σ΄’ αυτό το ρεστοράν, έλεγαν «Συγγνώμη, σήμερα είμαστε κλειστά, έχουμε ελληνικό γάμο». Η μουσική στο γάμο ήταν ζωντανή από το συγκρότημα που ήρθε από την Τιφλίδα. Τραγουδούσαν μόνο ελληνικά. Ήρθε και ο Γιώργος με τον κεμεντζέ του.

«Ζήτω η Ελλάδα! Ζήτω η Ελευθερία!» – φώναζε ο Ηλίας στα ελληνικά και εκφωνούσε ασταμάτητα προπόσεις. «Ζήτω η Ελλάδα!» – επαναλάμβαναν όλοι οι καλεσμένοι. Ξεχάστηκαν η νύφη και ο γαμπρός.. Αλλά κάπου- κάπου, ο Ηλίας απευθυνόταν και σ’ αυτούς – λέγοντας «Να ζήσετε ευτυχισμένα! Και μια μέρα να βρεθείτε για πάντα στην Ελλάδα!» Ήταν η καλύτερη ευχή. Αχ, αυτή η Ελλάδα – ένα όνειρο ατελείωτο – όλο γι αυτήν μιλούσαν, σα να ήταν η ερωμένη τους, σα να ήταν ένας πάθος που δεν έσβηνε με τίποτα.

Ο ελληνικός γάμος της 25ης Μαρτίου τελείωσε τα μεσάνυχτα, αλλά με ένα κομφούζιο που μετατράπηκε σε καυγά… Μια απρόσκλητη επισκέπτρια που κατάφερε να μπει με την παρέα της στο εστιατόριο και καθόταν κάπου στην γωνιά μακριά από το τράπεζι του γάμου, αναγνώρισε στο «γαμπρό» το φίλο της, όταν αυτός ήδη πιωμένος χόρευε στη πίστα.. Η κοπέλα ήταν και αυτή πιωμένη, τον πλησίασε και άρχιζε να φωνάζει πως είναι «καθίκι» και «ψεύτης». Ήταν η φιλενάδα του Σωκράτη. Η κοπέλα φώναζε και πήγε να τον χαστουκίσει, αλλά ο Σωκράτης τη σταμάτησε λέγοντας πως ο γάμος είναι ψεύτικος, είναι μια φάρσα, είναι στα αστεία… Η κοπέλα βέβαια δεν τον πίστεψε και έφυγε οργισμένη. Αλλά την επόμενη μέρα άρχισε να το ψάχνει το θέμα. Τηλεφώνησε σε κοινούς φίλους και, πράγματι, κανένας δεν επιβεβαίωσε τον γάμο του Σωκράτη. Ρώτησε και τον ίδιο τον Σωκράτη, και αυτός αναγκαστικά ομολόγησε πως έπαιξε τον ρόλο του γαμπρού για ένα ψεύτικο γάμο της 25ης Μαρτίου- της Ημέρας της Επανάστασης για την ανεξαρτησία της Ελλάδος. Η κοπέλα δεν μπορούσε να καταλάβει πως μπορεί κανείς να ντυθεί γαμπρός για μια εθνική γιορτή… «Αυτοί οι γρέκοι είναι τρελοί!» - είπε. Το ίδιο βράδυ βγήκε με φίλιους και τους είπε για την περίεργη γιορτή - γάμο που έκαναν οι έλληνες της πόλης. Ένας από τους φίλους δούλευε στα όργανα Ασφαλείας, και έτσι την άλλη μέρα όλη η εξουσία έμαθε την αλήθεια.

Κάλεσαν τον Ηλία στα όργανα για απολογία και αυτός πήρε την ευθύνη πάνω του. Αλλά βρήκε και μια δικαιολογία, λέγοντας πως στην ελληνική παράδοση υπάρχει ένα δρώμενο με νύφη και γαμπρό και ανέβασαν αυτό το δρώμενο για το γλέντι τους. Τι άλλο θα έλεγε; Δεν τον πίστεψαν, αλλά σταμάτησαν να σκαλίζουν το θέμα. Δεν έκαναν και αναφορά στα ανώτερα όργανα της Μόσχας. Τους γλύτωσε ο πρώτος γραμματέας του Κόμματος της πόλης που αγαπούσε τους Έλληνες γιατί είχε μεγαλώσει μαζί τους στην ίδια γειτονιά. Ήξερε πως αυτοί οι ζωντανοί κι δημιουργικοί, εργατικοί άνθρωποι είναι τόσο «παιδιά» και τόσο πατριώτες ανόητοι, πως ρίσκαραν να κάνουν μια μάζωξη για μια εθνική γιορτή του «ξένου καπιταλιστικού κράτος» μόνο και μόνο για να νιώθουν πως ακόμα υπάρχουν ...

 
Sofia Prokopidou, 2004-2011

Απο το βιβλίο "Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι"

14 Οκτ 2011

Ο ΠΑΤΕΡΑΣ ΒΑΝΙΑ





Ο πατέρας της Αντιγόνα επέμενε ότι θυμάται λίγες τραγωδίες από την εξορία της οικογένειας τους το ‘42.

Τίποτα δεν τον φόβισε, ούτε η έλλειψη της τροφής, ούτε οι αρρώστιες και ο καθημερινός κίνδυνος, ακόμα και οι πεθαμένοι, που τα πτώματα τους έμειναν μέρες στα βαγόνια μαζί με τους ζωντανούς, μέχρι το επόμενο σταθμό, δεν τον φόβιζαν.

Η στέπα ήταν ατελείωτη, χωρίς πόλεις, χωριά και σταθμούς. Το φθινόπωρο μύριζε χειμώνας. Οι πεθαμένοι ήταν παρέα με τους ζωντανούς σα να ήταν ζωντανοί και οι ζωντανοί, σα να ήταν πεθαμένοι….κανένας δεν είχε πια αισθήσεις, όλοι αφέθηκαν στη μοίρα τους, και στον Θεό.



Τότε, το ’42, το Βάνια τον είχε καταλάβει η χαρά του ταξιδιώτη. Μέσα του έκρυβε έναν ερευνητή που θα ήθελε να μάθει όλα όσα συμβαίνουν σ΄ αυτόν τον πλανήτη.

Και χρόνια μετά πολλές φορές τηλεφωνούσε στην Αντιγόνα και ρωτούσε: «Δες στο ιντερνέτ, πόσο στάρι παράγει η Ελλάδα. Και πόσο εισάγει. Πρέπει οπωσδήποτε να το πω στο καφενείο σήμερα το βράδυ. Εκεί λένε ότι η Ελλάδα δεν εισάγει σιτάρι και ζει από τη παραγωγή της. Τους λέω, ότι καμία χώρα δεν παράγει όσο χρειάζεται, ιδίως η Ελλάδα! Δεν με πιστεύουν στο καφενείο, σε παρακαλώ, βγάλε στοιχεία, και γρήγορα!» Έκανε σαν μικρό ανυπόμονο παιδί.

Στο καφενείο δεν του άρεσε να παίζει χαρτιά ούτε τάβλι, ήξερε καλά να παίζει μόνο σκάκι, άλλα δεν εύρισκε στο χωριό συμπαίκτες. Μόνο ένας συμπατριώτης του ο Γκεόργι ήξερε σκάκι. Και αυτός δεν ερχόταν τακτικά, μόνο όταν ήθελε να πιει. Πιωμένος ερχόταν στο καφενείο, και ο Γιάννης δεν άντεχε τη δυσάρεστη αναπνοή του από τη βότκα και τα φτηνά τσιγάρα. Ο ίδιος είχε σταματήσει το κάπνισμα πέντε χρόνια πριν, όταν αισθάνθηκε πως είναι πλέον γεμάτος από νικοτίνη, και δεν μύριζε πια το φρέσκο αέρα του Φιλύρου.

Ο Βάνια έπαιζε σκάκι με το Γκιόργκι και δεν κρατιόταν, τον μάλωνε, και του έλεγε να μη πίνει πολύ στην ηλικία του.

Ο Γκιόρκι τον άκουγε, δεν αντιμιλούσε, τον κοιτούσε με ένα ενοχικό βλέμμα άτακτου παιδιού, καμιά φορά κάτι μουρμούριζε. Ήταν αφελής άνθρωπος, στα εβδομήντα πέντε του εργαζόταν σκληρά ως εργάτης οικοδόμος, ενώ ο Βανια δεν χρειάστηκε να βγει στο μεροκάματο, είχε φέρει χρήματα από τη Ρωσία. Κάποιες φορές ο Γκιόργκι θύμωνε και δεν ερχόταν για μέρες στο καφενείο, αφήνοντας το Βάνια στη μοναξιά μέσα στους ντόπιους θαμώνες … Ήταν η τιμωρία του.

Τα βράδια το καφενείο βούιζε από φωνές, σα να ήταν σιδηροδρομικός σταθμός πριν την αναχώρηση των τρένων με την διαφορά, ότι εδώ κανένας δεν βιαζόταν να φύγει, και δεν έχανε το τρένο του, εδώ όλα ήταν στάσιμα, και η φασαρία ήταν για την φασαρία. Ο κάθε ένας φωνάζοντας ήθελε να επισημαίνει την ύπαρξη του σε αυτό το κόσμο. Άλλες φορές μέσα σ’ αυτό το βουητό, το Βάνια τον έπιανε νοσταλγία : «Θα φύγω πίσω, στην Ρωσία, εδώ με ποιον θα μιλήσω, με ποιον θα κάνω παρέα;». Είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει, να προβληματιστεί, αλλά ελληνικά δεν έμαθε καλά, και δεν προσπάθησε, πιστεύοντας ότι αρκούν τα ποντιακά. Ακόμα και γλωσσολογικά ζητήματα τον ενδιέφεραν, ειδικά, οι έννοιες των λέξεων και η προέλευση τους. «Α, κατάλαβα τώρα, γιατί λένε … «για σου» - «στην υγειά σου!» πολύ σωστό, έτσι χαιρετάμε και στα ρώσικα «ζντράβστβουϊ» που σημαίνει «να είσαι πάντα γερός! Τελικά όλοι οι άνθρωποι σκέπτονται τα ίδια και με το ίδιο τρόπο, αλλά γιατί τα λένε διαφορετικά και δεν καταλαβαίνουν ένας τον άλλον;» αναρωτιόταν.

Καθόταν μόνος στο τραπεζάκι του καφενείου, κοιτούσε με αυστηρό βλέμμα το γύρω κόσμο, τους ντόπιους έλληνες, που έπιναν το καφεδάκι τους, κουτσομπόλευαν τους γείτονες, σχολίαζαν τα πολιτικά και τους πολιτικούς, παίζανε χαρτιά. Τα γεράματα τους ήταν καλά, οι περισσότεροι είχαν τις συντάξεις τους, τα σπίτια τους, τους γιατρούς τους.

Και στο Βάνια όλα πήγαν δόξα τον Θεό, καλά, αλλά δεν έβρισκε έμπνευση και χαρά σ’ αυτήν την χώρα. Μια έλεγε «καλοί-κακοί εδώ γύρο μου όλοι Έλληνες είναι, δικό μας αίμα, ενώ εκεί (εννοούσε την Ρωσία), σαν ξένοι ήμασταν. Εδώ παντού ελ-λη-νι-κά ακούω! Δεν τα καταλαβαίνω όλα, αλλά μ’ αρέσει μόνο να τα ακούω! Την άλλη στιγμή πάλι άλλαζε γνώμη, και επέμενε ότι έκανε μεγάλο λάθος που έφυγε από την Ρωσία. «Όλα εδώ στην Ελλάδα είναι ακαταλαβίστικα. Οι παπάδες με ράσα καπνίζουν τσιγάρα στο δρόμο, και δεν ντρέπονται. Οι πολιτικοί βρίζουν ένας τον άλλον και μετά αγκαλιάζονται, σα είναι όλοι από ένα κόμμα, οι νεολαία δεν σέβεται τους μεγάλους στα λεωφορεία, ο κόσμος δεν αγαπάει τα ζώο, και το χωριό γέμισε αδέσποτα σκυλιά των μετανιωμένων ζωόφιλων. Απάνθρωποι! –έλεγε ο Βάνιας γιατί λυπόταν όλα τα ζωντανά ακόμα και τις αράχνες, έλεγε ότι κ αυτές είναι ένα μέρος του οικοσυστήματος και δεν πρέπει να τις σκοτώνουμε.

Οι γονείς της Αντιγόνης καθημερινά μαγείρευαν μεγάλη κατσαρόλα σκυλίσιου φαγητού που το άφηναν πίσω από τα κάγκελα της αυλής τους σε ένα τενεκέ. Δεν άφηναν τα σκυλιά να μπαίνουν μέσα στην αυλή, για να μη σπιτωθούν.

Η Βάλια, η γυναίκα του, του έλεγε να μη γκρινιάζει: «Όλοι οι φίλοι σου είναι τώρα στην Ελλάδα, και όταν θα πεθάνεις θα έρθουν στην κηδεία σου. Αθήνα, Δράμα, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη». Ενώ στη Ρωσία δεν έχεις πια κανέναν, - έλεγε.

Και τότε το Βάνια έπιανε υστερία : «Όταν θα πεθάνω, καθόλου δεν θα με νοιάζει ποιος θα έρθει στην κηδεία μου! Μόνο για τον εαυτό σου σκέφτεσαι, πως θα οργανώσεις την κηδεία μου, και τι θα πει ο κόσμος! Κατάλαβε το, δε θα με νοιάζει ποιοι θα με θάψουν! Θα φύγω, θα φύγω στη Ρωσία!».

Όταν σε μερικά χρόνια και οι δυο σκοτώθηκαν σε τροχαίο στο θανατηφόρο Μαλιακό, στην κηδεία τους ήρθε πάρα πολύς κόσμος, Γρήγορα έμαθαν από τις τηλεοράσεις ότι ο Βάνια και η Βάλια έφυγαν τραγικά. Ήταν τα 131α θύματα του συγκεκριμένου καταραμένου δρόμου από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα. Μαζί τους ήταν και η νονά της Αντιγόνα, η Νάντια. Παρέα έφυγαν και στην αιωνιότητα. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι έφυγαν ευτυχισμένοι. Στην πόλη της Κατερίνης από όπου πέρασαν για να πάρουν μαζί τους την αγαπημένη τους φίλη, τη Νάντια έριξαν τόσο γέλιο, θυμήθηκαν τα παλιά χρόνια τους στο Καζακστάν, τις πλάκες που έκαναν.

Η Αντιγόνα αισθανόταν ενοχές για το θάνατο τους γιατί πάντα τους έλεγε να μη κάθονται σπίτι με γκρίνια, να ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα. Αλλά τα τελευταία δυο χρόνια ο Βάνια δεν πήγαινε πουθενά παρόλο που έλεγε ότι θέλει να φύγει και δεν ήξερε που να πάει… Πιθανόν ήταν η κατάθλιψη που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν μετά από πολύ καιρό φτάνει στο τέλος του ονείρου του, στο τέλος μιας ιστορίας ή ενός παραμυθιού.



Στην κηδεία τους η Αντιγόνα κατάφερε μέσα στη θλίψη να φωνάξει έναν λυράρη που συγκίνησε βαθύτατα, έφερε οδύνη, κι ο κόσμος έκλαψε με όλη του ψυχή, πενθώντας το Βάνια και τη Βάλια και την κακή τους μοίρα.

Αλλά το μεγαλύτερο πλήγμα για το Βάνια ήταν ο γιος του ο Χάρης, πολλά χρόνια χρήστης ναρκωτικών, που βρισκόταν στις ελληνικές φυλακές. Δεν έγινε καλά στην Ελλάδα, όπως το περίμενε. «Εδώ τα ναρκωτικά κυκλοφορούσαν σχεδόν ελεύθερα έπρεπε να πηγαίναμε στο Φεγγάρι, για να γλιτώναμε το κακό»…, - έλεγε με πικρή ειρωνεία ο Βανιας. Ο Χάρης δεν άλλαξε στην Ελλάδα, όπως ήλπιζε, και ντρεπόταν πολύ γι αυτό.



Μέσα σε όλα αυτά που τον στενοχώρησαν στην Ελλάδα, ο Βανιας μια μέρα και για πρώτη φορά μίλησε για την εξορία τους το ‘42. Μέχρι τότε δεν έλεγε ποτέ τίποτα. Ποτέ δεν είχε όρεξη να μιλάει γι αυτές τις τραγικές περιπέτειες που σημάδεψαν τις ζωές ολόκληρου λαού.

Ήταν μια μέρα – Κυριακή, ήρθαν στο σπίτι τους οι φίλοι, η Λήδα και ο Κώστας , ήρθαν και τα παιδιά τους, όλοι μαζεύτηκαν στο τραπέζι, έφαγαν καλά και ήπιαν λίγο κρασί και βότκα. Μετά ο Γιάννης έφερε από τη κρεβατοκάμαρα την ποντιακή λίρα –τον κεμεντζέ. Τις χορδές τις τέντωσε όπως ήθελε και άρχισε να παίζει και να τραγουδάει δικούς του στοίχους. Έφυγε ο θυμός, και εξέπεμπε φως και μια απεριόριστη χαρά το πρόσωπο του. Ήταν πλέον κάπου αλλού. Μισόκλεινε τα μάτια του σαν να είχε πάρει ένα φάρμακο χαλαρωτικό και έφευγε – έφευγε… Ήταν από λίγες φορές που αισθανόταν απόλυτα ευτυχισμένος και γαλήνιος.

Εκείνη την Κυριακή ο Βάνιας τραγουδούσε και τραγουδούσε, έβγαζε τα λόγια από την ψυχή του. Ένα πικρό μακρύ δάκρυ κατέβηκε από το αριστερό του μάτι. Δεν το σκούπισε. Την ίδια μέρα για πρώτη φορά μίλησε και για τα παιδικά του χρόνια και την εξορία τους.

Η Αντιγόνα πάντα ήθελε να μάθει την ιστορία αυτή και πολλές φορές ρωτούσε και τη γιαγιά Μαρία, τη «μάμα», για όσα είδε και όσα πέρασε στην ζωή της. Η μάμα αμέσως κατέβαζε το κεφάλι της σα να περίμενε μια μπουνιά από πίσω, χαμήλωνε τη φωνή της και σχεδόν ψιθυριστά έλεγε: «Ήταν άσχημα χρόνια, μη με ρωτάς πολλά, και δε θυμάμαι τίποτα, τι να σου πω;» Εκεί σταματούσε όλη η κουβέντα, μετά έβρισκε πάντα κάτι να κάνει και εξαφανιζόταν. Η Αντιγόνα δεν επέμενε να την ενοχλήσει ξανά, γιατί φοβόταν μη φάει ξύλο, ήταν πολύ αυστηρή η μάμα.



Τα σπασμένα τζάμια

Ο μικρός Βάνιας όταν άκουσε ότι όλοι από το χωριό φεύγουν κάπου μακριά, πήδηξε από την χαρά του. Αμέσως φαντάσθηκε πως θα δει τρένα, αυτοκίνητα, καράβια, αεροπλάνα και κόσμο, πολύ κόσμο. Έτσι ακριβώς και έγινε: φεύγανε από το χωριό Λέσνογιε με φορτηγό - ο ένας πάνω στον άλλο - μέχρι το Άντλερ και το Σουχούμι, απ’ κει με το τρένο μέχρι το Μπακού. Στην Κασπία θάλασσα τους φόρτωσαν στο καράβι.



Το καράβι το συνόδευαν αεροπλάνα για να μη το βομβαρδίζουν τα γερμανικά αεροπλάνα, Μετά πάλι ήταν φορτηγά, τρένα, στην Καλμικία, στο Καζακστάν, Τουρκμενιστάν μέχρι και τη Σιβηρία.

Κανένας στο χωριό Λεσνόγιε δεν ήξερε που θα τους πάνε οι ένοπλοι ρώσοι στρατιώτες με τα σκυλιά . Μόνο ο δάσκαλος ο Παναγιώτης ήξερε: «Στο Καζακστάν μας πάνε, εκεί θα ζήσουμε, μακριά από τη Μαύρη θάλασσα», - είπε στη Μαρία, τη μάνα του Βάνια. Ο δάσκαλος δεν μιλούσε πολύ για το ταξίδι αυτό, δεν ήθελε και να απαντάει στις πολλές ερωτήσεις που του έκαναν, φαινόταν πολύ στεναχωρημένος, τα γαλανά του μάτια σκοτείνιασαν πολύ και έγιναν σα μαύρα.

Ο Βάνιας μόλις πήγε στο δημοτικό σχολείο, δεν πρόλαβε καλά-καλά να γνωρίσει τον δάσκαλο, αλλά πρόλαβε να τον συμπαθήσει γιατί αυτός θα τους μάθανε ρώσικα γράμματα. Ο Βάνιας στα ρώσικα ήξερε μόνο τρις λέξεις : «ντομ» - σπίτι, «λες»- δάσος και «τετράντ»- τετράδιο και αυτές είχαν ελληνική προέλευση, απλά δεν το είχε καταλάβει τότε, αλλά πολύ αργότερα όταν άρχισε σα μανιακός να ψάχνει παντού ελληνικά στοιχεία.

Το 1942 ο Βάνιας δεν ήξερε ρώσικα και δεν καταλάβαινε τι έλεγαν οι ρώσοι στρατιώτες. Κανένας δεν καταλάβανε ρώσικα, μόνο ο δάσκαλος Παναγιώτης, που έκανε και το μεταφραστή.

Ο πατέρας έλεγε, ότι δε θυμόταν ούτε τα δάκρια και τα μοιρολόγια των γυναικών και των γέρων, που έκλαιγαν πικρά, έλεγαν πως ήρθε στη ζωή τους η νέα συμφορά. Στο χωριό έμειναν μόνο γυναίκες με παιδιά και ηλικιωμένοι. Πέντε χρόνια πριν, είχαν συλλάβει όλους τους άνδρες και τους έβαλαν στις φυλακές, όπως έλεγαν. Λέγανε επίσης ότι τους συλλάβανε γιατί έβαζαν τον Θεό πάνω απ’ όλα, ακόμα πάνω και απ’ τους κομμουνιστές. Οι κομμουνιστές - είναι γνωστό - δεν πίστευαν στο Θεό γιατί είχαν το δικό τους Θεό - τον αρχικομμουνιστή – το Λένιν. «Άλλο ο Θεός, άλλο ο Λένιν»,- είπε ο Παντελής, ο πατέρας του Βάνια, και τον πήραν την άλλη μέρα στην φυλακή.

Ο Βάνιας δε θυμόταν τον πατέρα του, ήταν μόλις τριών χρόνων, όταν τον πήραν οι καγκεμπίστες. Ήταν πολύ ήσυχος και αμίλητος άνθρωπος, αλλά πεισματάρης, ήταν πολύ πεπεισμένος ότι μια μέρα θα φύγει στην Ελλάδα και δεν κρύφτηκε στο δάσος.

«Γιατί να κρυφτώ, δεν έκανα τίποτα κακό σε κανέναν. Θα φύγουμε στην Ελλάδα, έτσι και αλλιώς, θα έρθει ένα καράβι και θα μας πάρει» - έλεγε στη γυναίκα του.

Τον συλλάβανε, σα να ήταν κλέφτης ή δολοφόνος. Στη φυλακή πέθανε από πνευμονία, - έτσι έγραφε το επίσημο έγγραφο που λάβανε μετά από 20 χρόνια…

Ο Βανιας θυμόταν μόνο, πως η μητέρα του πριν να αφήσουν το χωριό Λεσνόγιε, πρόλαβε και έσφαξε ένα γουρουνάκι, για να πάρει το κρέας μαζί τους και έσπασε όλα τα τζάμια των παραθύρων, να μη μπει κανένας ξένος μέσα. Όλοι πίστευαν ότι θα επιστρέψουν σύντομα.

Και το μεγάλο πλεκτό σάλι θυμόταν ο Βάνιας, σ’ αυτό το σάλι ήταν τυλιγμένος όλο το χειμώνα. Πολλές φορές στους σιδηροδρομικούς σταθμούς τον διώχνανε από τις ανδρικές τουαλέτες, νομίζοντας ότι είναι κορίτσι, τον διώχνανε και από τις γυναικείες τουαλέτες, όταν τον βλέπανε που κατούραγε όρθιος.

Στη διαδρομή προς τον τόπο εξορίας κανένας δεν σκεφτόταν το μέλλον, σκέφτονταν μόνο την κάθε στιγμή, και το μόνο που φρόντιζαν με όλες τις δυνάμεις τους ήταν να διώχνουν το θάνατο. Ήταν μοναδικός σκοπός, το μεγάλο στοίχημα – να μη πεθάνει κανείς. Κάθε μέρα αρρώσταινε κάποιος. Η κόρη της Παρθένας έβγαλε μεγάλο πυρετό, ήταν πνευμονία και το κορίτσι πέθανε πολύ γρήγορα. Μετά έφυγε και η Παρθένα, αφήνοντας τα άλλα τρία της παιδιά στα χέρια των ζωντανών. Η Μαρία, μέσα σ’ αυτό το χάος , φρόντιζε να μη χαθούν ο ένας από τον άλλο και να μείνουν όλοι ζωντανοί. Την πείνα, το κρύο και τις αρρώστιες τα έδιωχναν με τις καθημερινές προσευχές τους προς τον Θεό, το Σωτήρα, τον Χριστό και την Παναγιά.



Στην Άλμα-ατά τη Μαρία με τα δύο παιδιά φιλοξένησε για λίγες ημέρες μια οικογένεια Ποντίων που ζούσαν εδώ ως «κουλάκοι», εξόριστοι από το 1933, πλούσιοι αγρότες που δεν ήθελαν να παραδώσουν στο κολχόζ την ιδιοκτησία τους.

Ο πατέρας της μάνας της Αντιγόνα , ο Χαράλαμπος, ήταν πρόεδρος στο κολχόζ και δεν είχε να παραδώσει στο κράτος τα απαιτούμενα από το κολχόζ προϊόντα. Το μοιραίο λάθος του ήταν η απάντηση που έδωσε όταν τον ρώτησαν γιατί δεν εκτελεί την εντολή του κόμματος. Έπρεπε να απαντήσει «Το σιτάρι, και άλλα αγροτικά προϊόντα υπάρχουν στα σπίτια των αγροτών, αλλά είναι κρυμμένα, κι εμείς θα ψάξουμε και υπόσχομαι ότι θα τα κατασχέσουμε, μόλις βρούμε!». Ο Χαράλαμπος είπε την πικρή αλήθεια , ότι «στο χωριό δεν υπάρχει ούτε ψωμί, ούτε αυγά. Είπε στα ίσα ότι ο κόσμος πεθαίνει από την πείνα».

Η λάθος απάντηση του στοίχισε την ζωή του. Τον συλλάβανε – ήταν το 1937- και την ίδια μέρα τον πήγανε στο Κρασνοντάρ, στη μεγάλη πόλη, και από τότε κανένας δεν ήξερε τι απέγινε ο Χαράλαμπος. Μετά ήρθε ένα χαρτί στην οικογένεια ότι πέθανε. Κανένας δεν το πίστεψε, αλλά το δεχτήκανε, και μόνο το ‘53 μάθανε την αλήθεια, ότι την άλλη μέρα της σύλληψης του, μετά από την ανάκριση του στην Κα-Γκε-Μπέ, τον σκότωσαν μπροστά στον τοίχο μαζί με άλλους τρεις προέδρους των κολχόζ. «Καλύτερα έτσι, δεν βασανίστηκε πολύ όπως εμείς»- είπε η γυναίκα του, η Άννα, όταν έμαθε αυτές τις λεπτομέρειες από τον Ευθύμιο Σαββουλίδη, που ήταν στην ίδια φυλακή. Ο Ευθύμιος ήταν από τους λίγους που επέζησαν, και αυτό, όπως επεσήμανε πάντα ο ίδιος, ήταν το θέλημα του Θεού. Ήταν πολύ πιστός, το Ευαγγέλιο ο Εφήμ δεν το άφηνε από τα χέρια του ούτε λεπτό. Ακόμα και την ώρα της ανάκρισης ο αξιωματούχος - καγκεμπίστας νευρίαζε πολύ, αλλά δεν τόλμησε να κατασχέσει το Ευαγγέλιο. Κάποια δύναμη τον σταματούσε να το κάνει, ποιός ξέρει, μπορεί βαθιά στην ψυχή και αυτός ήταν να πιστός χριστιανός.

Ο Ευθύμιος επέμενε ότι ήταν το θέλημα του Θεού να μείνει ζωντανός στις σταλινικές φυλακές. «Εγώ δεν φοβήθηκα ούτε λεπτό, πίστευα ότι θα γλιτώσω – εξιστορούσε την περιπέτεια του στις φυλακές της ΚαΓκε-Μπε. Ο Εφίμ τελικά είχε κάνει μακρόχρονη ζωή, αφού σχεδόν στα ενενήντα πέθανε και όπως ήθελε και έγινε αυτό στην Ελλάδα, όπου έφτασε με τα εγγόνια του.



Ο πατέρας της Αντιγόνα, ο Βάνια δεν θυμόταν τίποτα κακό ή τραγικό από το ταξίδι της εξορίας τους. Η Αντιγόνα απορούσε: «Καλά δεν πεινούσες; δεν έκλαψες από τον πόνο; δεν φοβήθηκες;». «Όχι, - έλεγε,- Θυμάμαι πως ζητιάνευα και δεν ντρεπόμουν καθόλου, ενώ η αδελφή μου η Ελένη δεν μπορούσε να το κάνει».

Η Αντιγόνα ήξερε τον πατέρας της ως άνθρωπο πολύ διακριτικό, και σεμνό. Ακομα και στους γάμους ντρεπόταν να φανεί πεινασμένος, και όταν επέστρεφε στο σπίτι του αργά τη νύχτα, κάθε φορά ξυπνούσε τη μάνα του ή τη γυναίκα του και ζητούσε να του στρώσουν τραπέζι. «Καλά Βάνια, στη χαρά ήσουν, δεν έφαγες!»,- γκρίνιαζε η γυναίκα του.



«Είναι καλό καμιά φορά να πεινάσεις στη ζωή σου, η πείνα δυναμώνει τις ψυχικές σου ικανότητες και αντοχές»- έλεγε ο Βάνιας στα τραπέζια με τους φίλους με μπόλικους μεζέδες από χαβιάρι, βρασμένα κρέατα και τουρσιά.



Στο μεγάλο σταθμό του Νοβοσιμπίρσκ, στην καρδιά της Σιβηρίας η Μαρία με τα δύο της παιδιά της και ακόμα επτά οικογένειες από το χωριό τους έμεναν έναν ολόκληρο μήνα. Ήταν Νοέμβριος του 1942. Περίμεναν το τρένο που θα τους πήγαινε στον τόπο προορισμού. Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού ήταν ένα μέγαρο με κολόνες, με γλυπτά και με μαρμάρινα πατώματα. Όλοι κοιμόντουσαν κάτω στα μάρμαρα. Ο Βάνιας, τυλιγμένος στο μάλλινο πλεκτό σάλι της μάνας του, δεν καθόταν ούτε λεπτό ήσυχος. Όλο εξαφανιζόταν, έλειπε πολλές ώρες, μετά γυρνούσε με γεμάτες τσέπες ψωμί . Έτσι, γλύτωνε το ξύλο για την πολύωρη εξαφάνιση του. Το ψωμί που έφερνε το τρώγανε όλοι, αλλά ποτέ δεν άκουσε από κανέναν ένα «ευχαριστώ». Αυτή «η αγένεια» τον πλήγωνε, θύμωνε, αλλά δεν έλεγε τίποτα. Καθόταν λίγο, κοιτάζοντας όλους να μασάνε την τροφή που τους έφερνε και μετά βαριόταν πάλι, έλεγε ότι πάει τουαλέτα και έφευγε για περιπέτειες. Τις στιγμές αυτές ο Βάνια δεν τις ξεχνάει, γιατί του είχαν αποκαλύψει πολλά καινούρια πράγματα και τον άγνωστο γι αυτόν κόσμο.

Μια φορά γνώρισε ένα στρατιώτη χωρίς πόδια, που καθόταν σε μια ξύλινη καρότσα και ζητιάνευε. Ο Βάνιας τον λυπήθηκε, δεν σκέφτηκε πολύ, και του έδωσε όλο το ψωμί που είχε μαζέψει. Ο στρατιώτης δάκρυσε, χάιδεψε το κεφάλι του Βάνια σκεπασμένο με το μάλλινο σάλι, κάτι του είπε στα ρώσικα, ο Βάνιας δεν κατάλαβε τίποτα, και έφυγε βιαστικά.

Άλλη μια φορά άκουσε πυροβολισμούς και έτρεξε να δει. Τον έπιασε ένας άνδρας και τον έσπρωξε κάτω. Είδε πως δυο άτομα κρύφτηκαν πίσω από ένα βαγόνι. Όταν σηκώθηκε, μπροστά του φύτρωσαν τρεις άνδρες με στολές. Κάτι φώναζαν, ο Βάνιας έφυγε και μπήκε στο κτίριο του σταθμού. Ποτέ δεν χανόταν, πάντα έβρισκε τους δικούς του, μόνιμα ξαπλωμένους στο πάτωμα σα να είχαν κολλήσει στο κρύο αυτό μάρμαρο. Μόνο μια φορά κατάλαβε ότι θα είχε χαθεί από την οικογένεια του, και ίσως για πάντα, όταν βρέθηκε σε μια ουρά παιδιών που κάτι περίμεναν. Νόμιζε ότι μοιράζουν τροφή και πήρε τη σειρά. Μετά αντιλήφθηκε ότι στην ουρά ήταν μόνο παιδιά σαν αυτόν και μεγαλύτερα. Δεν άργησε να καταλάβει ότι εδώ ψωμί δεν θα πάρει, άλλα γίνεται κάτι άλλο. Όταν έφτασε η σειρά του και τον άρπαξε μια χοντρή γυναίκα με πολύ δυνατή φωνή και τον έσπρωξε μέσα στο δωμάτιο, λέγοντας κάτι, φοβήθηκε. Ήταν η επιτροπή που μάζευε τα άστεγα ορφανά παιδιά για τα ορφανοτροφεία. Ο Βάνιας γλίστρησε από τα χέρια της χοντρής και έτρεξε πολύ γρήγορα για να μην τον πιάσουν. Βρήκε τη μάνα του ξαπλωμένη όπως πάντα στο πάτωμα και βούτηξε μέσα στα παπλώματα. Η Μαρία άρχιζε να τον ρωτάει. «Ρίζαμ, ντο έντονε;»- τι έγινε μωρό μου; Και ο Βάνια δεν ήξερε τι να πει, γιατί απλά δεν ήξερε. Τον έπιασαν τα κλάματα, μετά ξέσπασε σε λυγμούς, και αντί για παρηγοριά έφαγε χαστούκι από τη μάνα του. «Για να μη απομακρύνεσαι για πολύ ώρα!», - του είπε. Τότε σταμάτησε να κλαίει και αμέσως κοιμήθηκε στη ζεστή αγκαλιά της μάνας του σα να ήταν βρέφος.

«Αν θα με έπαιρναν στο ορφανοτροφείο, θα ήμουν κάπου άλλου και θα είχα άλλη ζωή,- έλεγε μετά στα παιδιά του. Ξέρεις πόσα παιδιά χάθηκαν στον πόλεμο και στην εξορία!»- έλεγε. Και τότε ίσως δεν θα μάθαινα ποτέ ότι ήμουν γεννημένος έλληνας, και οι μνήμες μου θα ήταν άλλες».

13 Οκτ 2011

ΚΚΣΕ και το νεφρό της Αντιγόνας



«Σίγουρα πρέπει να γίνεσαι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αν θέλεις να πετύχεις σημαντικά στην καριέρα σου»,- ήταν η συμβουλή στην Αντιγόνα από μια Πρώτη Γραμματέα της τοπικής επιτροπής του κόμματος με την οποία γνωρίστηκε σε ένα σεμινάριο, στη Διεθνή κατασκήνωση των πιονέρων και των κομσομόλ «Αρλιόνοκ». Στη ζωή της η Αντιγόνα είχε βάλει την κοινωνική δράση, της άρεσε να ασχολείται με οργανώνεις και εκδηλώσεις. Έβλεπε τη ζωή της σαν ένα κομματάκι σε μωσαϊκό με τις ζωές πολλών ανθρώπων. Δε θα μπορούσε να ζήσει μόνη της χωρίς τον κόσμο και χωρίς την αίσθηση ότι είναι χρήσιμη σε αυτόν τον κόσμο.

Ήταν ακτιβίστρια πιονέρ, μετά ακτιβίστρια κομσομόλ, και μετά ήρθε η ώρα να είναι μέλος του κόμματος. Όταν μιλούσαν για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης , λέγανε μόνο μια λέξη: «κόμμα», γιατί δεν υπήρχε κανένα άλλο κόμμα στην χώρα. Μόνο ένα κόμμα, μόνο μια λέξη αρκούσε. Το όλο όνομα του κόμματος αναφερόταν μόνο σε επίσημες προσφωνήσεις, σε πλακάτ, σε διπλωματικές συνομιλίες.. . Ήταν επίσης πολύ χρηστική η συντόμευση, που στα ρώσικα ακουγόταν κάπως έτσι: «κα-πε-εσ-ές» (ΚΠΣΣ), δηλαδή το -«κουκουσέ» (ΚΚΣΕ).

Ο μηχανισμός της εισαγωγής στο κόμμα ήταν ξεκάθαρος: πρώτα «πρέπει να σε προτείνουν οι έμπιστοι σύντροφοι». Όχι που δεν μπορούσε κανείς να πάει στα τοπικά γραφεία του κόμματος και να πει ότι «δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του εκτός κόμματος, και από δω και πέρα θέλει να προσφέρει στη χώρα αλλά και στο κόμμα τον καλύτερο τον εαυτό και να είναι πιο χρήσιμος για την πατρίδα» . Όσο και να ήθελε ο κάποιος ή κάποια να μπει στο κόμμα με τη θέληση του ίδιου θα τον άκουγαν ευγενικά, ίσως θα του έδιναν να συμπληρώνει και μια αίτηση, και μετά θα τον είχανε σε αναμονή. Μπορεί και ποτέ να μη γινόταν δόκιμο μέλος (αρχικά για ένα χρόνο σε δέχονταν ως δόκιμός μέλος και μετά γινόσουν μόνιμος). Έτσι, λοιπόν, για να σε εγγράφουν ως μέλος του κόμματος ήταν σα να σε βράβευαν. Το κόμμα σου άνοιγε πόρτες, η ζωή σου γινόταν πιο ασφαλής, και τα όνειρα σου για μια επαγγελματική καριέρα πλησίαζαν την πραγματικότητα.





Μια μέρα μετά το φεστιβάλ για τον Πάμπλο Νερούντα που οργάνωσε η Αντιγόνα στο πανεπιστήμιο μαζί με τους φίλους της με στόχο την συμπαράσταση στους Χιλιανούς κομμουνιστές, της έκαναν για πρώτη φορά την πρόταση για το κόμμα.

Την είπαν ότι μπορεί να περάσει από τα γραφεία και να συμπληρώσει αίτηση για εισαγωγή στο κόμμα. Η Αντιγόνα που νόμιζε πως ήταν το όνειρο της να γίνει μέλος του «κα-πε-εσ-ες» ξαφνικά αισθάνθηκε μια αμηχανία, δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Με κατεβασμένο βλέμμα άκουγε πως την εκτίμησαν πολύ για την προσφορά της στο κομμουνιστικό έργο, για τη δραστηριότητα και την πίστη της στις ουμανιστικές ιδέες. Κοκκίνισε, σα να τρεπόταν να τα ακούει, θα ήθελε να πει ότι δεν είναι το θέμα του κομμουνισμού, αλλά του Δικαίου, ότι απλά ήθελε να είναι κοντά στους αδικημένους και αδύναμους, και τα γεγονότα στη Χιλή τα αντιμετώπισε σαν να ήταν ίδια Χιλιανή στο στρατόπεδο του Πινοτσέτ, αλλά δεν είπε τίποτα.

Σκεφτόταν το μοιραίο θάνατο του ποιητή λίγο μετά το πραξικόπημα του 1973. Θυμήθηκε τις σκηνές στις ειδήσεις από την τηλεόραση που έδειχναν πως χιλιάδες Χιλιανοί τραγουδούσαν στην κηδεία του «Venceremos!" και φώναζαν "Viva Neruda», ενώ ο δικτάτορας Πινοτσέτ παρακολουθούσε από το μπαλκόνι του Μεγάρου του λαοθάλασσα… Και τον ζήλευε, ζήλευε πολύ γιατί ήξερε ότι από δω και πέρα αρχίζει η ζωή του ποιητή. «Ένας δικτάτορας είναι σαν ένας σκουπιδιάρης: τον χρειάζονται πολύ, αλλά τον απεχθάνονται». «Ο Νερούδα ήταν με τους αδικημένος και όχι με τους κομματικούς»,- σκέφτηκε, αλλά δεν απάντησε στην πρόταση που της έκαναν, ούτε είπε «ευχαριστώ» για τα καλά λόγια που άκουσε, μόνο χαμογέλασε αμήχανα.



Η Αντιγόνα ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, ενώ της άρεσαν οι κομμουνιστικές ιδέες, ταυτόχρονος σα να ντρεπόταν όταν μιλούσε για την πολιτική. Χωρίς να ξέρει πολλά πράγματα, αισθανόταν ότι κάτι κρύβεται πίσω απ’ όλο αυτό το φανταχτερό κόμμα. Αλλά δεν είχε κουράγιο να το ψάξει.

Το καλοκαίρι του 1975, οι ευρωπαίοι ηγέτες στο Ελσίνκι υπέγραψαν τη Συνθήκη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη. Τότε, στη Φινλανδία αναγνωρίστηκε επίσημα ο ρόλος της ΕΣΣΔ στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Όλοι μιλούσαν για το τέλος του ψυχρού πολέμου, αλλά , στην ουσία ο ψυχρός πόλεμος μετονομάστηκε σε «ύφεση στις διεθνείς σχέσεις». Απλά η Δύση και η Σοβιετική Ένωση, για πρώτη φορά μετά από την Συνάντηση στην Γιάλτα το 1945, καταχώρησαν τις ζώνες ελέγχου στην Ευρώπη. Στο Ελσίνκι υπέγραψαν και τη Συνθήκη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που η χώρα της ποτέ δεν ακολούθησε. Χρειάστηκαν ακόμα δεκαπέντε χρόνια να καταρρεύσει και να μείνουν μόνο συντρίμμια από την ΕΣΣΔ για να έρθει η ελευθερία, που τελικά τα πρώτα χρόνια έγινε πραγματικός εφιάλτης για την χώρα και τους πολίτες τις.



Μετά από τέσσερα χρόνια, το 1979 ο στρατός της ΕΣΣΔ μπήκε στο Αφγανιστάν, και η χώρα έμεινε για πάνω από δέκα χρόνια αποκλεισμένη απ’ όλον τον κόσμο. Η Αντιγόνα κατάλαβε ότι το «Πολιτμπουρό» που κυβερνάει την χώρα αποτελείται από μια ομάδα γερασμένων απατεώνων και δολοφόνων. Αλλά δεν το σχολίαζε με κανέναν, θα τη θεωρούσαν επικίνδυνη κια τρελή.
Το κατάλαβε όταν βρέθηκε το 1977 μαζί με άλλους σαράντα συμφοιτητές στην Πράγα. Ήταν το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών.

Οι Τσέχοι την κατενθουσίασαν, ήταν άνθρωποι πρόσχαροι, ζεστοί, χαμογελαστοί.. Αλλά για πρώτη φορά η Αντιγόνα κατάλαβε τι σημαίνει αποκλεισμός ή πολιτικός ρατσισμός. Οι «φιλόξενοι» Τσέχοι ήταν χαμογελαστοί μέχρι που μάθαίναν ότι το γκρουπ φοιτητών είναι από την ΕΣΣΔ ή μέχρι που άκουγαν την ρωσική γλώσσα. Αυτή την απέχθεια, το μίσος το έδειχναν απλοί περαστικοί άνθρωποι, είτε στο δρόμο, είτε στις καφετέριες. Ο κόσμος δεν τους ήθελε τους τους Ρώσους, και γενικά τους σοβιετικούς. Ο λαός εδώ δεν ξεχνούσε τα γεγονότα του 1968, ότι οι Τσέχοι δεν έχασαν την περηφάνια τους, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα εναντίον των Ρώσων παρά μόνο να εκφράζουν το μίσους τους. Η Αντιγόνα δεν είχε μισήσει κανέναν στη ζωή της, απλά δεν είχε το ιό του μίσος, για αυτό «συγχωρούσε» τους Τσέχους, ενώ τα παιδιά του γκρουπ έλεγαν ότι, είναι αχάριστος λαός. «Αν δεν είμαστε εμείς, που τους απελευθερώσαμε το 1945 από τουε γερμανους!»



Μετά όταν κατά της ΕΣΣΔ ξεσηκώθηκαν οι Πολωνοί το 1979. O φρυδάτος Μπρέζνεβ δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσε το σοβιετικό στρατό που είχε μόνιμες βάσεις στην Πολωνία. Έβαλε τους κομμουνιστές με επικεφαλής το Γιαρουζέλσκι να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση μεταξύ τους.

Η Αντιγόνα είχε μια εμπειρία με τους Πολωνούς. Ήρθε ένα γκρουπ φοιτητών και η διευθύντρια του φιλολογικού τμήματος την κάλεσε να οργανωσει το βράδυ πάρτι φιλιας που βρηκε πολύ δυνατό, με μουσικούς και διάφορες εκπλήξεις. Χορέψανε , γελάσανε, κάνανε πλάκες. Η Αντιγόνα για πρώτη φορά γνώρισε από κοντά τους πολωνούς, που είναι πάρα πολύ γλεντζέδες.



Αλλά το αποτέλεσμα ήταν λυπηρό γι αυτήν. Όχι ότι έγινε κάτι άσχημο, απλά έγινε κάτι που δεν το άντεχε η ψυχή της, ένιωσε μεγάλη απογοήτευση για τους ανθρώπους: την άλλη μέρα την κάλεσε η Ραϊσα Ιβάνοβνα (διευθύντρια), και την προειδοποίησε ότι άλλη φορά σε τέτοιες συνεστιάσεις να μη είναι τόσο «έξω καρδιά» . Πράγματι, η Αντιγόνα ήταν  φιλική και ανοιχτη μαζί με τους Πολωνούς, ενώ έπρεπε να είχε κρατήσει τους τύπους. «Μη ξεχνάς, δεν είναι τόσο φίλοι, είναι οι απέναντι, οι άλλοι, να το θυμάσαι!» - της είπαν.

Κάποιος στην παρέα, ίσως και Πολωνός, ήταν από τα όργανα ασφάλειας… Προσπάθησε να θυμηθεί, ποιός μπορούσε να είναι αυτός ή αυτή που έκανε την αναφορά. Αλλά όλο θυμόταν πρόσωπα ωραία, χαμογελαστά, φιλικά… «Δεν μπορεί! Κάποιος θα ήταν!» Αλλά πάλι δεν μπορούσε να υποψιαστεί κανέναν, τόσο καλοί άνθρωποι και ζεστοί ήταν όλοι τους!

«Στο δρόμο – γρήγορα, ή ξάπλωσε στο φέρετρο!»

Η εποχή των 80 ήταν μια περίεργη εποχή. Τα ψέματα σιγά –σιγά τελείωναν ενώ όλοι σα να παίζανε κρυφτό με τον εαυτό τους - δεν είχαν εμπιστοσύνη ούτε στον εαυτό τους. Να είσαι σκλάβος είναι δύσκολο, πιο δύσκολα είναι να είσαι ελεύθερος. Αυτήν την ελευθερία όλοι τη φοβόντουσαν. Εκτός από τους λίγους ποιητές, βάρδους, όπως τον απαγορευμένο Βλαδίμηρο Βισότσκι που φώναζε την αλήθεια μέχρι που βράχνιασε η φωνή του… Αλλά ένας ποιητής δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, μόνο να τα καταγγείλει . Και απ’ την αδυναμία του να φτάσει στα αφτιά των αρχηγών, η φωνή του βράχνιασε.

Ο Βισότσκι όλη του ζωή πολέμησε για να αλλάξει την γουρουνίσια ζωή των ηρώων του. Των αγροτών, των εργατών, των φυλακισμένων…. Εκατομμύρια σοβιετικοί στις κουζίνες των πολυκατοικιών άκουγαν από τα μικρά φορητά κασετόφωνα που μόλις είχαν βγει στην αγορά, τη βραχνή φωνή του Βισότσκι, στην οποία συσσωρεύτηκε όλος ο πόνος τους. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν έτσι. Τον άκουγαν και έκλαιγαν από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη:

Στο δρόμο – γρήγορα, ή ξάπλωσε στο φέρετρο!

Ναι, δεν έχεις άλλες επιλογές.

Μας ανάγκασαν στην γκρίζα ζωή

Και για τη σιγουριά, με αλυσίδες μας έδεσαν σ αυτήν.

- έγραφε ο ποιητής σε ένα απ τα πολλά ποιήματα του.

Η Αντιγόνα ήξερε ότι ο Βισότσκι δεν μεταφράζεται… πως γίνεται να μεταφράσεις κάτι που δεν ξέρεις... Να ζεις μια ζωή στη σκηνή του θεάτρου, χωρίς αυλαία, και να αναγκάζεσαι να παίζεις σε συγκεκριμένο έργο, χωρίς καμιά ελπίδα ότι θα έχει καλό τέλος.

Τελικά το τέλος ήρθε - ούτε τραγωδία, ούτε κωμωδία ήταν, αλλά ήρθε τόσο βιαστικά και έφερε τόσο χάος, που έφυγαν όλοι από τη σκηνή, και δεν έμενε ούτε ένας κομπάρσος. Χρειάστηκαν κάποια χρόνια μέχρι να καταλάβουν ότι το τέλος, τελικά, ήταν καλό – γιατί όλοι έφτασαν στον πάτο, και μόνο από τον πάτο μπορεί να σηκωθεί κανείς όρθιος.


Στο Πανεπιστήμιο η Αντιγόνα έπαιζε στο ερασιτεχνικό θέατρο. Το φιλολογικό τμήμα κάθε μήνα ανέβαζε παράσταση – επιθεώρηση, το γέλιο ήταν αναγκαίο βάλσαμο. Όλοι, ακόμα και τα μέλη της κυβέρνησης έδειχναν σοβαροί μόνο στο Κρεμλίνο, ή στους χώρους εργασίας, ενώ στην προσωπική τοθ ζωή ο κάθε ένας προσπαθούσε να διασκεδάσει με τους φίλους του, πίνοντας βότκα με χαβιάρι στα εξοχικά του, στα χαμάμ και στις σάουνες…Και όλος ο λαός ήταν καθηλωμένος στις τηλεοράσεις όταν μετάδιναν εκπομπές που σατίριζαν την ζωή τους. Το γέλιο έγινε μια μορφή ατομικής επανάστασης.

Αλλά η σάτιρα επιτρεπόταν μέχρι κάποια όρια. Κανένας δεν θα τολμούσε να σατιρίσει κάποιο μέλος της Κεντρική Επιτροπής ούτε τον Πρόεδρο, μέχρι κανέναν Α’Γραμματέα κάποιας πόλης, αλλά όχι της Μόσχας και του Λενινγκρατ. Η εξουσία χρησιμοποιούσε τη σάτιρα και το γέλιο ως φάρμακο, για την «ύπνωση του λαού». Ο κάθε ένας, γελώντας μαζί με τους εκατομμύρια συμπατριώτες του για ότι συνέβαινε, απενεργοποιούσε κάθε επιθυμία, κάθε προσπάθεια και σκέψη για αντίδραση. «Όταν όλα είναι για κλάμα, καλό είναι να γελάς. Η ζωή είναι για να την ζήσουμε καλά!» - έλεγε ο Αλμπέρτ, φίλος της Αντιγόνα. Είχε απόλυτο δίκαιο. Πολλά χρόνια μετά η Αντιγόνα διάβασε ότι αυτή η αισιόδοξη φιλοσοφία βοηθάει πολύ, αρκεί να μπορέσεις να ξεκόψεις τις μνήμες σου και να μη έχεις οράματα.

Η εποχή του παραλόγου ήταν στο απόγειο. Η Αντιγόνα θυμόταν πολύ καλά, πως ο απλός κόσμος που περνούσε τα βράδια μπροστά στην τηλεόραση, διασκεδάζοντας με τους κωμικούς, που με κατεβασμένα κεφάλια σα να ντρεπόταν για κάτι, πηγαινο- ερχόταν στη Μόσχα, κουβαλώντας τσουβάλια γεμάτα τρόφιμα. Αυτήν την εποχή σπάνια έβλεπες στην Πρωτεύουσα κανονικό ταξιδιώτη με μια βαλίτσα στο χέρι. Οι τέσσερεις σιδηροδρομικοί σταθμοί της Μόσχας ήταν γεμάτοι από ανθρώπους με τσουβάλια. Σαλάμια, κρέατα, ζάχαρη, αλεύρι και ό,τι άλλο μπορούσαν να αγοράσουν οι επαρχιώτες και να τα σηκώσουν από τη Πρωτεύουσα Μόσχα. Στα ρώσικα η λέξη αυτή είναι «Στολίτσα». Η ρίζα της λέξης «στολ» σημαίνει «τραπέζι». Το μεγάλο «τραπέζ騻 η Μόσχα ακόμα θύμιζε τη χώρα του ανεπτυγμένου σοσιαλισμού, ήταν γεμάτη και, ακόμα , χαρούμενη πόλη.

Οι άνθρωποι πλέον δεν φοβόντουσαν, περισσότερο βαριόντουσαν. Ίσως και να αδιαφορούσαν, και να περίμεναν να συμβεί καμιά ανατροπή, αλλά από μόνη της...



Η συνείδηση της δεν την άφηνε να πει το «ναι» στην πρόταση του Γραμματέα του κόμματος. Η ΕΣΣΔ ζούσε στην κορυφή της διαφθοράς και η Αντιγόνα ζούσε σ’ αυτόν το ψεύτικο κόσμο μαζί με άλλα 240 εκατομμύρια ανθρώπους, και κανένας δεν αποφάσιζε πως και πότε πρέπει να βγουν έξω στο φως. Γι αυτό ήταν σίγουρη ότι δεν έπρεπε ποτέ να μπει στο κόμμα, να φίνει κομμουνίστρια. Θα ήταν προδοσία, θα ήταν κάτι που δεν θα άντεχε ο οργανισμός της.

Και πως θα πει το "Οχι"; Προβληματιζόταν πολύ. Αυτό δεν μπορούσε να το κάνει κανείς. Το «όχι» στην πρόταση για να γίνεις μέλος του κόμματος σήμανε αυτομάτως «αντικαθεστωτικός». Και μετά ψάξε – γύρευε το δίκαιο σου και απόδειξε ότι δεν είσαι για το τρελοκομείο, όπου με ένδειξη «σχιζοφρένειας» «φιλοξενούνταν» αυτοί που είχαν το θάρρος να λένε «όχι». Τέτοιο είδους θάρρος στη χώρα χαρακτηριζόταν από ιδικούς ψυχίατρους ψυχική αρρώστια. Και ο δρόμος για «ανάρρωση» ήταν μόνο μετάνοια στο κόμμα ή θάνατος.


Τελικά, μόνο σε μια φίλη η Αντιγόνα μίλησε για το πρόβλημα της, και η απάντηση της ήταν ψυχρή. Της είπε να καθήσει ήσυχα στο πανεπιστήμιο, χωρίς τις κοινωνικές δράσεις. «Και τι σε νοιάζουν οι κομμουνιστές της Χιλής, οι ίδιοι φταίγανε, φτάσανε τη χώρα τους στην πίνα, ανεργία, και η Αμερική δεν έχασε την ευκαιρία. Και τώρα – ήρωες έγιναν!». Η Τάνια με τον κυνισμό της σκότωνε όλο το όνειρο για το Δίκαιο με το οποίο ζούσε η Αντιγόνα.

Δεν απάντησε, γιατί έτσι και αλλιώς ήξερε ότι η Τάνια έχει διαφορετική άποψη για όλα αυτά που την απασχολούσαν. Ίσως γι αυτό και μίλησε σ’ αυτήν. ΄Κατά βάθος, ήθελε να τα ακούσει.


Τελικά ήρθε ο απο μηχανής Θεός και έσωσε την Αντιγόνα από το κόμμα, αλλά ως αντάλλαγμα πήρε... το νεφρό της. Μια αρρώστια στο νεφρό (ένα πετραδάκι) την έφερε στο χειρουργικό τραπέζι. Η εγχείρηση δεν πέτυχε, παρόλο που ήταν απλούστατη, σύμφωνα με τους έμπειρους γιατρούς που την ανέλαβαν. Η αναρρωση καθυστερούσε, ο πυρετός δεν έφευγε και η Αντιγόνα όλο άρρωστη ήταν, απείχε από το πανεπιστήμιο για ένα ολόκληρο εξάμηνο. Τελικά το νεφρό μολύνθηκε στην διάρκεια της εγχείρησης και μετά, με δεύτερη εγχείρηση, το αφαίρεσαν εντελώς. Μάλλον αφαιρεσανε ένα σάπιο κομματάκι, που ήταν κάποτε νεφρό.


Η περιπέτεια με το νεφρό και η απουσία της από το πανεπιστήμιο την απάλλαξαν από κόμμα. Είχε χάσει τη σειρά για εισαγωγή της στο ΚΚΣΕ και δεν χρειάστηκε να πει το «όχι».

Μετά από πολλά χρόνια, η Αντιγόνα, όταν την ρωτούσαν πως γλύτωσε, και δεν έγινε κομμουνίστρια, γελώντας, έλεγε ότι θυσίασε το νεφρό της για να μη γίνει μέλος της ΚΚΣΕ. Δεν την καταλάβαιναν, γιατί μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ κάποιοι δύστυχοι άνθρωποι πουλούσαν ακόμα και τα νεφρά τους για να ζήσουν σε μια καπιταλιστική, πλέον, και ελεύθερη χώρα. Και για να μη παρεξηγηθεί, έλεγε από την αρχή την ιστορία για το πως έχασε το νεφρό της και ταυτοχρόνως έχασε την "ευκαιρία" να είναι μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης.







12 Οκτ 2011

Η γιαγιά – ρατσίστρια


Η  Αντιγόνα   πολλά χρόνια  είχε την εντύπωση ότι οι έλληνες  – πόντιοι μένανε μόνο στις παραλίες της Μαύρης Θάλασσας και στο Καζακστάν.  Δεν υποψιαζόταν ότι στην ορεινή Γεωργία μένουν  χιλιάδες άνθρωποι που μιλούν την ποντιακή γλώσσα και κάποιοι άλλοι την τουρκική. Και οι μεν και οι δε ονομάζονταν «γκρέκοι», έλληνες. Οι τουρκόφωνοι, για να σφραγίσουν την ελληνικότητα  τους, έδιναν στα παιδιά τους ελληνικά ονόματα: Ιάσων, Πλάτων, Σωκράτης, Μήδεια, Αθηνά, Δημοκρίτ, Αριστότελ και πολλά άλλα ωραία ονόματα που είχαν άμεση σχέση με την ιστορία της ανθρωπότητας – της Αρχαία ελληνική ιστορία. Πολλές οικογένειες είχαν και από μια «Ελλάδα». Ήταν ελληνικό κοριτσίστικο όνομα. Προφερόταν αλλιώτικα - «ελλάντα» γιατί το «δέλτα» δεν υπήρχε ούτε στη ρωσική ούτε στη γεωργιανή - επίσημες γλώσσες της Γεωργίας. 

Από μικρή έμαθε από τη γιαγιά Μαρία ότι ανθρωπότητα στη Γη,  χωρίζεται  στα δυο: Έλληνες και μη Έλληνες. Δεν την  ενδιέφερε τη γιαγιά  αν κάποιος ήταν ρώσος, ή  γάλλος ή τούρκος.... Όλοι αυτοί  γι αυτήν σα να μην υπήρχαν. Αν ήταν κάποιος «μη Έλληνας» σήμαινε ταυτόχρόνως ... «μη άνθρωπος». Η Αντιγόνα σα να ντρεπόταν γι αυτήν την απόλυτη στάση της γιαγιάς, αλλά δεν έλεγε τίποτα, της φαινόταν αστείο και χαζό, μια και οι γονείς της ήταν άνθρωποι ανοικτοί, είχαν φίλους διαφόρων εθνικοτήτων (ρώσοι, εβραίοι ουζμπέκοι, καζάχοι...) Πολλές φορές η ίδια, η ίδια η γιαγιά τους σέρβιρε φαγητό όταν βρίσκονταν στο σπίτι τους, καλεσμένοι από τον γιο της, αλλά να ταΐσεις έναν ξένο δεν σήμαινε γι αυτήν και να τον θεωρήσεις άνθρωπο.. δικό της.     

Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα στη συνείδηση της γιαγιάς με τους τουρκόφωνους γκρέκους - έλληνες,   που τους λυπόταν. Βασικά δεν τους αγαπούσε, και έλεγε ότι, όπως και να ονομάζεσαι, αφού δε μιλάς την ποντιακή γλώσσα και δεν την καταλαβαίνεις δεν είσαι και έλληνας. Έλεγε ότι είναι  χριστιανοί μεν, αλλά αβάφτιστοι. Έλεγε και άλλες κακίες κατά των ανθρώπων που δεν μιλούσαν την ποντιακή.  Σίγουρα η γιαγιά ήταν ρατσίστρια, δεν αναγνώριζε τους τουρκόφωνους ως πόντιους, και η Αντιγόνα δεν μπορούσε να διαφωνήσει μαζί της γιατί δεν ήξερε κανένα τουρκόφωνο πόντιο, μέχρι που έφτασε στην Ελλάδα όπου πολλοί από αυτούς έγιναν καλοί φίλοι της.

Η Αντιγόνα δεν μπορούσε να βρει γερά επιχειρήματα για το ότι όλοι οι άνθρωποί είναι αυτό που πιστεύουν ότι  είναι,  και χωρίς να το θέλει τιμώρησε τη γιαγιά Μαρία για τις ρατσιστικές της βλέψεις όταν παντρεύτηκε έναν κοκκινομάλλη Ρώσο.

Η Μαρία δεν ήθελε με τίποτα ρώσο στην οικογένεια τους. Κανένας δεν ήθελε ούτε Ρώσο, ούτε Αρμένιο, ούτε Γάλλο. Η Μαρία ντρεπόταν για το γάμο της εγγονής της, και έλεγε στις φιλενάδες της όταν έπιναν μαζί τσάι. «Να, και τι να κάνω, αφού την αφήσαμε, και πήγε μέχρι τη Μόσχα να σπουδάσει , αυτό πάθαμε! Τόσα χρόνια καθόταν αυτός ο Ρώσος δίπλα της στα θρανία του πανεπιστήμιου, και βέβαια τον είχε συνηθίσει.  Αν κάθονταν δίπλα της κανένας μαύρος και αυτόν  θα τον είχε συνηθίσει. Και όταν συνηθίσεις κάποιον δίπλα σου, σου φαίνονται όλοι ίδιοι. Ευτυχώς που δεν ήταν κανένας μαύρος! Τα κορίτσια δεν πρέπει  να μαθαίνουν πολλά γράμματα, θα μπορούσε και στην πόλη μας να κάνει σπουδές, να μάθανε λογιστικά  ή κομμωτική».

Η γιαγιά βασικά όλα αυτά τα έλεγε για τις φίλες της, για να καλύψει «το κουσούρι» της οικογένειας, που ήταν ο ρώσος γαμπρός.

Στην πραγματικότητα, η Μαρία  δεν ήθελε να κάνει κακό στην εγγονή της, αφού ήξερε ότι η ευτυχία είναι δώρο θεού, και όταν ο θεός μας δίνει κάτι… , ακόμα και τον Ρώσο γαμπρό, είναι κι αυτό δώρο.   Η ίδια δεν υπήρξε ποτέ ευτυχισμένη γυναίκα και γι αυτό δεν έβαλε το  απαγορευτικό της στο γάμο της Αντιγόνα, ενώ θα μπορούσε να πει το δικό της «Όχι!» ή «Νετ», και αυτό θα ήταν δυνατή εντολή στο γιο της να μη επιτρέψει στην Αντιγόνα  να παντρευτεί  το ρώσο συμφοιτητή, όπως συνήθως και έκαναν οι περισσότεροι  πόντιοι  οικογενειάρχες.  Σε μερικά χρόνια, όταν η οικογένεια είχε καταλάβει ότι η Αντιγόνα δεν ήταν  ευτυχισμένη στο γάμο της, η γιαγιά δικαιολογούνταν: «Είπα, να παντρευόσουν το δικό σου αίμα, άμα δε ακούς όταν σου λένε! Θα ήταν αλλιώτικα! Όταν δεν είσαι καλά με το δικό σου άνθρωπο δε νιώθεις αποξενωμένη, σα να αλλάζεις πατρίδα και, εκεί που νομίζεις ότι βρήκες τον παράδεισο, γίνεται κόλαση. Που να πας, τι θα πεις;  Ο ξένος άνδρας πάντα έχει άλλα χούγια, πού να τον καταλάβεις, ενώ ένας άνδρας της εθνικότητας σου - ακόμα και κακός - είναι δικός σου, δεν τον φοβάσαι!»   Κάτι τέτοια έλεγε  η γιαγιά, και η Αντιγόνα γελούσε μαζί της. «Μα εγώ ζω σε άλλες εποχές, η άνθρωποι παντού είναι ίδιοι, μαθαίνουν ίδια πράματα, τρώνε σχεδόν ίδια τρόφιμα, ακούνε ίδια μουσική..» Η γιαγιά ήταν απαρηγόρητη: «μα λες «σχεδόν», αυτό το σχεδόν κάνει όλη τη διαφορά!».



Μια φορά στο τρένου που πήγαινε από τη Μόσχα μέχρι το Λένινγκραντ  η Αντιγόνα με τον  Μίσσα γνώρισαν ένα ζευγάρι. Ο νεαρός ήταν ωραίος, μελαχρινός άνδρας με καυκάσια χαρακτηριστικά, ενώ η κοπέλα του ήταν μια άχρωμη και  αμίλητη, με βιβλίο στα χέρια  που το διάβαζε αφοσιωμένη. Ήταν μία που τη βλέπεις και αμέσως την ξεχνάς.  Οι ώρες του ταξιδιού δεν ήταν και τόσο πολλές για να ψάχνει κανείς συντροφιά, απλά η Αντιγόνα και ο νεαρός κοιτάχτηκαν σα να ήταν παλιοί γνωστοί. Μίλησε πρώτη η Αντιγόνα, όταν άκουσε από την κοπέλα του το όνομα Γκομέρ (Όμηρος). Τον ρώτησε ποιος του χάρισε τόσο ωραίο όνομα... Παρουσιάστηκε και η ίδια μόνη της: «Και εγώ έχω αρχαίο ελληνικό όνομα – Αντιγόνα. Είναι της προγιαγιάς μου, που αγαπούσε πολύ ο πατέρας μου. Εσένα ποιος σου έδωσε αυτό το όνομα;

-          Ο παππούς μου  ήταν Γκομέρ, και εμένα μου  έδωσαν το όνομα του.

-          Αλήθεια; Πολύ ωραίο όνομα, δεν αισθάνεσαι μ’ αυτό το όνομα, σαν να είσαι έλληνας;

-          Μα, είμαι Ελληνας- είπε.

-          Πώς είσαι  Έλληνας; Και εγώ είμαι Ελληνίδα!.

Η άχρωμη σήκωσε το κεφαλή της από το βιβλίο και αδιάφορα κοίταξε την Αντιγόνα. Δεν ήταν περίεργη για την Αντιγόνα, μάλλον την ενοχλούσε ο ενθουσιασμός της που δεν είχε  τέλος.

-          Από που είσαι; - ρώτησε το Γκομέρ.

-          Από  την Γεωργία.

-          Πως; Στην Γεωργία υπάρχουν έλληνες; Δεν το πιστεύω! Από πού ως που; 

-          Ναι , και παρά πολλοί! Πολλά χωριά , αλλά και στην Τιφλίδα υπάρχουν, από ‘κει είμαι. Και εσύ από πού είσαι;

-          Εγώ, από μια παραδεισένια πόλη που την ονειρεύεται ο κάθε σοβιετικός, από το Σότσι!

Ο Γκομέρ έδειξε περισσότερο σεβασμό  στην προνομιούχα Αντιγόνα. Το Σότσι πράγματι, ήταν ένα όνειρο για κάθε άνθρωπο: θάλασσα, καράβια, πάρκα, δάση, βουνά – μια πόλή για χαρούμενες, αιώνιες διακοπές.

-          Υπάρχουν εκεί έλληνες; ρώτησε και αυτός την Αντιγόνα.

-          Ναι υπάρχουν, και πολλοί, δεν λέω παρά πολλοί, αλλά  πολλοί. Δεν τους μέτρησα!

Ξέρεις ελληνικά; -ρώτησε η Αντιγόνα – ήθελε περισσότερες αποδείξεις της ελληνικότητας του Γκομέρ.

-          Ναι ξέρω- απάντησε.

-           Τότε πες μου πώς  θα είναι στα ελληνικά «χλεμπ» ;

-          αϊμεκ- είπε ο Γκομέρ.

-          Πως; - η Αντιγόνα ήταν σίγουρη ότι ο απέναντι νεαρός την κοροϊδεύει, γιατί το «χλέμπ» στα ποντιακά ήταν «ψωμί». Και πως θα πεις  «ζντραστβουϊ»

-          «Σαλιάμ»

-          Και το «ντομ»;

-          Γιαπί…

Στα ποντιακά οι αναφερόμενες λέξεις αντιστοιχούσαν σε «καλημέρα» και «σπίτι».

- Δεν είσαι έλληνας αφού δεν μιλάς ελληνικά! Αυτές οι λέξεις είναι τούρκικες ή σαν τις τούρκικες, δεν είμαι σίγουρη.

Ο Γκομερ κοκκίνισε σαν παντζάρι όχι από την ντροπή, αλλά από την οργή. Η άχρωμη κοπέλα του και ο κοκκινομάλλης Μίσα της Αντιγόνα σιωπηλά παρακολουθούσαν τη διαφωνία των συντρόφων τους.

Ο Γκομέρ σηκώθηκε απότομα, βγήκε έξω,  στο προθάλαμο του τρένου, δεν είπε τίποτα στην παρέα. Πέρασαν πάνω από είκοσι  λεπτά, δεν επέστρεψε, και η Αντιγόνα πήγε να δει τι κάνει έξω, αφού η κοπέλα του δεν άφησε το διάβασμα ούτε λεπτό.    

-          Ο Γκομερ κάπνιζε και κοιτούσε έξω στο παράθυρο, ήταν στεναχωρημένος. Η Αντογόνα τον φώναξε:

-          Έλα Γκομερ, μη στεναχωριέσαι, όλοι μας  άνθρωποι είμαστε!

-          Δεν θα μου πεις αν είμαι άνθρωπος ή όχι. Δεν θα μου πεις αν είμαι «γκρεκ» ή όχι. Πια είσαι, που θα με κρίνεις; - ξέσπασε ο Γκομέρ, και ξαφνικά έκλαψε.

Αυτό δεν περίμενε η Αντιγόνα, ήθελε να φύγει για να μείνει μόνος και να μη ντρέπεται που κλαίει, αλλά κάτι την σταμάτησε και πήγε κοντά του, τον αγκάλιασε. Ξαφνικά έκλαψε και η Αντιγόνα. Έκλαψαν μαζί. Δεν μπορεί ακόμα και σήμερα να εξηγήσει γιατί έκλαψε. Τα δάκρια βγήκαν μόνη τους από μια πηγή, που ήταν θαμμένη μέσα της, πολύ βαθιά, στη μνήμη της , στη συνείδηση της, στην αύρα της, ή στο αίμα της.  Ούτε μπορούσε να προσδιορίσει την τοποθεσία της πηγής αυτής. Που βρισκόταν; Στο εγκέφαλο της, μέσα στο κεφάλι ή στις φτέρνες των ποδιών της που λύγισαν από την συγκινήσει.

Πάντως, από τότε, η Αντιγόνα έπαψε να χαρακτηρίζει και να ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: στους έλληνες και μη.  Αλλά η ρατσίστρια μέσα της ζούσε ακόμα πολλά χρόνια, και  η Αντιγόνα την έκρυβε βαθιά και για να «τιμωρήσει τον εαυτό της» οργάνωνε διάφορες αντιρατσιστικές εκδηλώσεις. Μια φορά οργάνωσε και ένα μεγάλο φεστιβάλ.  Κουραζόταν πολύ, και όταν τη ρωτούσαν γιατί αναλαμβάνει μόνη της σχεδόν όλη την οργάνωση των εκδηλώσεων, έλεγε ότι πιστεύει ότι θα τα κάνει καλύτερα από κάποιον άλλον: «Έχω μεγάλη πείρα» - έλεγε.

Sofia Prokopidou, 2004-2011
Απο το βιβλίο "Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι"