23 Νοε 2011

"Η αρχαία ελληνική τραγωδία είναι η πηγή έμπνευσής μου"

Η αρχαία ελληνική τραγωδία είναι η πηγή έμπνευσής μου", δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο διεθνούς φήμης Ρώσος σκηνοθέτης Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ, ο οποίος συμμετέχει στο 52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με την ταινία του "Ελένα", που προσέλκυσε το ενδιαφέρον των φίλων της έβδομης Τέχνης.

    "Η ταινία μου είναι μία σύγχρονη τραγωδία, που προσπαθεί να θέσει στους θεατές αιώνια ερωτήματα, όπως αν μπορεί κάποιος να εγκληματήσει για το καλό της οικογένειας του. Βαθιά μέσα του, κάθε ανθρώπινο πλάσμα είναι απελπιστικά μόνο και αποφασίζει μόνο", σημειώνει ο Ρώσος σκηνοθέτης.

    Ο άνθρωπος, όπως λέει, "όταν βρίσκεται σε κρίσιμες καταστάσεις, πρέπει να πάρει μια απόφαση με ποιον τρόπο θα επιβιώσει μέσα στη σκληρή πραγματικότητα".

    Σε ό,τι αφορά στο ρόλο του ως σκηνοθέτης, ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ σημειώνει: "Εγώ, ως σκηνοθέτης, μπορώ μόνο να παρατηρώ τα γεγονότα και προσπαθώ να δείξω αντικειμενικά ότι σε τέτοιες τραγικές στιγμές της ζωής μας ουσιαστικά ο καθένας ξέρει την αλήθεια του- ακόμα κι αν αυτή είναι να γίνεσαι δολοφόνος για το καλό του άλλου".

    Η "Ελένα" προβλήθηκε το βράδυ της Κυριακής σε μια ασφυκτικά γεμάτη αίθουσα του φεστιβάλ, ενώ την ίδια ώρα, χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, η ίδια ταινία προβαλλόταν στο κρατικό κανάλι της Ρωσίας, με 20 εκατομμύρια τηλεθεατές.

    Ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ είχε κερδίσει την προσοχή των απανταχού σινεφίλ, όταν, με την πρώτη του ταινία, την "Επιστροφή", είχε κερδίσει το Χρυσό Λιοντάρι στη Βενετία. Μ' ένα διαφορετικό ύφος αυτή τη φορά, αλλά με την ίδια εσωτερική δύναμη, παρουσίασε την "Ελένα" για την οποία, όπως ο ίδιος τονίζει: "μου επέτρεψε να εξερευνήσω μια κεντρική ιδέα των ημερών μας: επιβίωση με κάθε κόστος". 

    Μπορούμε να μιλήσουμε για επιστροφή στις απαρχές του κλασικού σοβιετικού κινηματογράφου, τον ρωτάμε κι αυτός μας απαντά: "Θα έλεγα στις ιδέες του καλού κλασικού κινηματογράφου. Η ηρωίδα μου έγινε δολοφόνος για το καλό του εγγονού της- είναι ευγενική και γλυκιά γυναίκα, γεμάτη από αγάπη και φροντίδα, που μετατρέπεται σε δολοφόνο και ύστερα μετανιώνει σ' έναν ναό".

    Ο Αντρέι Ζβιάγκιντσεφ δεν τιμωρεί, ωστόσο, την ηρωίδα του για τις πράξεις της. "Δείχνω πως η ζωή συνεχίζεται και, ίσως μπορεί να πάνε όλα καλά γι' αυτήν την οικογένεια. Αλλά, πάλι, δεν ξέρουμε, γιατί τίποτα δεν μένει στάσιμο κι όλα αλλάζουν", σημειώνει.

    Σε ό,τι αφορά το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, λέει πως πρόκειται για ένα "ιστορικό Φεστιβάλ" με ωραίο κοινό. "Μου αρέσουν οι θεατές σας. Στη Θεσσαλονίκη φαίνεται πως το κοινό ξέρει τι σημαίνει κινηματογράφος. Το φεστιβάλ σας έχει ήθος και ύφος, και είναι σημαντικό για εμάς, τους σκηνοθέτες από τη Ρωσία, να βρισκόμαστε στη Θεσσαλονίκη", καταλήγει.
  

    Σοφία Προκοπίδου

«Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης υπηρετεί την Έβδομη Τέχνη», δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Ρωσίδα σκηνοθέτης Σιτόρα Αλίεβα



   «Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης είναι ένα φεστιβάλ ουσίας και όχι επίδειξης, ένα φεστιβάλ μ' έναν και μοναδικό σκοπό: την τέχνη του κινηματογράφου», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η διευθύντρια προγράμματος του κινηματογραφικού φεστιβάλ "Κένταυρος", με έδρα το Σότσι της Ρωσίας.

    Η Σιτόρα Αλίεβα, η οποία βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη ως μέλος της κριτικής επιτροπής του Διεθνούς Διαγωνιστικού τμήματος του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης δεν κρύβει τον ενθουσιασμό της για τη διοργάνωση.

    «Ως διευθύντρια προγράμματος του φεστιβάλ κινηματογράφου στο Σότσι έχω επισκεφτεί πολλά φεστιβάλ και μπορώ να πω, με κάθε ειλικρίνεια, ότι το φεστιβάλ σας υπηρετεί πραγματικά την Έβδομη Τέχνη. Αυτό φαίνεται από το κοινό σας, που είναι ένα κοινό εκπαιδευμένο, έξυπνο, που έχει αναπτύξει μια σχέση ερωτική με το σινεμά», τονίζει.

    Η Σιτόρα Αλίεβα χαρακτηρίζει τη συμμετοχή της στην κριτική επιτροπή ως μια εξαιρετικά πλούσια εμπειρία, τόσο σε καλλιτεχνικό όσο και σε προσωπικό επίπεδο, αφού, όπως λέει, "κάθε ταινία είναι για μένα σαν ένα νέο βιβλίο".

    Η Ρωσίδα κινηματογραφίστρια υπογραμμίζει ακόμη τον σημαντικό ρόλο του Καλλιτεχνικού Διευθυντή του Φεστιβάλ Δημήτρη Εϊπίδη, λέγοντας πως έχει καταρτίσει ένα πολύ δυνατό πρόγραμμα, καθώς οι ταινίες που συμμετέχουν στο Φεστιβάλ "έχουν γίνει από δημιουργούς που δεν νιώθουν καμιά πίεση από τους παραγωγούς και μπορούν να εκφραστούν ελεύθερα".

    Σε ό,τι αφορά το ρόλο που θα πρέπει να διαδραματίζουν τα διάφορα φεστιβάλ κινηματογράφου ανά τον κόσμο, εκτιμά πως αυτό που πρέπει να προωθούν είναι το καλλιτεχνικό σινεμά.

    «Νομίζω ότι όλα τα φεστιβάλ μπορούν να προωθήσουν το καλλιτεχνικό σινεμά. Για παράδειγμα, είναι σχεδόν αδύνατο να δει κάποιος, σήμερα, μια ευρωπαϊκή ταινία στη Ρωσία, παρά μόνο μέσω ενός φεστιβάλ. Επομένως, όλα τα φεστιβάλ ανά τον κόσμο μπορούν να αποτελέσουν ένα είδος εταιρειών διανομής της παγκόσμιας κινηματογραφικής παραγωγής. Είναι πολύ σημαντικό, που, εδώ, στη Θεσσαλονίκη, είδα νέες ρωσικές ταινίες, όπως οι: Φάουστ, Έλενα και Πορτραίτο στο λυκόφως».

    Αναφορικά με την πορεία του κινηματογράφου στη Ρωσία, λέει πως οι κινηματογραφικές αίθουσες δεν γεμίζουν ακόμη όσο θα ήταν επιθυμητό, σε έργα σοβαρά, όπως τα χαρακτηρίζει.

    "Ο ρωσικός κινηματογράφος, επί Σοβιετικής Ένωσης, αντιμετωπιζόταν πάντα, από το Κράτος και τους πολίτες, ως Τέχνη και όχι ως βιομηχανία διασκέδασης. Γι' αυτό είχαμε και τον Ταρκόφσκι. Αυτό πρέπει να προσπαθήσουμε να το διατηρήσουμε και στις νέες αυτές συνθήκες της ελεύθερης αγοράς, όπου- δυστυχώς- επικρατεί το Χόλυγουντ. Βλέπουμε, ωστόσο, πως αρχίζει να διαφαίνεται μια αλλαγή και σ' αυτό έχουν συμβάλλει οι νέοι σκηνοθέτες, οι οποίοι έφεραν το ρωσικό σινεμά στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο προσκήνιο, όπως είναι ο Αντρέι Ζβιαγίντσεβ, που βρίσκεται στο Φεστιβάλ", συμπληρώνει.

    Η Σιτόρα Αλίεβα επισκέπτεται για πρώτη φορά την Ελλάδα και τη Θεσσαλονίκη και δηλώνει ενθουσιασμένη από τη θερμή φιλοξενία τόσο των ανθρώπων του Φεστιβάλ όσο και των κατοίκων της πόλης.

    «Δεν χρειάζεται να πω ότι η Ελλάδα "γέννησε" όλες της μορφές της Τέχνης και είναι μια χώρα που εμπνέει- αυτό είναι γνωστό. Νιώθω πολύ ευτυχισμένη που μού δόθηκε ευκαιρία να βρίσκομαι εδώ τόσες μέρες και να γνωρίσω την πόλη και τους ανθρώπους της», αναφέρει χαρακτηριστικά.

    Σοφία Προκοπίδου, 
09/11/2011 16:26ΑΠΕ-ΜΠΕΘεσσαλονίκη, Ελλάδα485Greek

22 Νοε 2011

Οι μετανάστες από τη Γεωργία βλέπουν την Ελλάδα ως δεύτερή τους πατρίδα

Κατάμεστο ήταν πρόσφατα το θέατρο «Άνετο» της Θεσσαλονίκης, από Γεωργιανούς μετανάστες αλλά και Έλληνες που παλιννόστησαν από την πάλαι ποτέ Σοβιετική Δημοκρατία της Γεωργίας. Εκείνο που τους προσέλκυσε ήταν μια συναυλία που διοργανώθηκε στο πλαίσιο του προγράμματος για την ανάπτυξη και τη στήριξη της γεωργιανής Διασποράς.

Συναυλία στην οποία έδωσε το παρών ένα πρόσωπο «μαγνήτης» για τους μετανάστες. Βέβαια, το παρών στην εκδήλωση έδωσαν, τόσο ο πρόξενος της χώρας στη Θεσσαλονίκη, όσο και ο υπουργός Επικρατείας της Γεωργίας. Όσοι παραβρέθηκαν, όμως, ήθελαν - κυρίως - να δουν και να ακούσουν τον τραγουδιστή και ηθοποιό Βαχτάνγκ Κικαμπίτζε.

«Oι μετανάστες από τη Γεωργία βρήκαν στην Ελλάδα μια δεύτερη πατρίδα αλλά εμείς θέλουμε να θυμούνται ότι η Γεωργία δεν ξεχνά τα παιδιά της», δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, ο κ. Κικαμπίτζε, που δεν κλήθηκε τυχαία να παραστεί στην εκδήλωση. Οι συμπολίτες του εκτιμούν πως ο συγκεκριμένος καλλιτέχνης γεφυρώνει τα πάτρια εδάφη με τους ανά τον κόσμο κατοικοεδρεύοντες Γεωργιανούς.

Τη φήμη αυτή την απέκτησε όταν ερμήνευσε - σε ταινία της δεκαετίας του '80, με τίτλο «Μιμινό» - έναν γεωργιανό πιλότο, ο οποίος εγκατέλειψε μια μεγάλη καριέρα στην πολιτική αεροπορία της τότε ΕΣΣΔ και επέστρεψε στο ορεινό του χωριό, όπου πετούσε με ένα μικρό αεροπλάνο, το οποίο μετέφερε προϊόντα κι ανθρώπους σε απόμακρους οικισμούς.

Η Κατερίνα Ζουρασβίλη μένει στην Ελλάδα πολλά χρόνια. Είναι πρόεδρος του συλλόγου των μεταναστών από τη Γεωργία. Αυτές τις μέρες ασχολείται με τη διοργάνωση ενός τηλεοπτικού διαγωνισμού (ριάλιτι σόου), με τίτλο «Γεωργία έχεις ταλέντα». Όπως είπε η Κατερίνα στο ΑΠΕ-ΜΠΕ, «τα ταλέντα που θα αναδειχθούν στη Θεσσαλονίκη θα πάρουν μέρος σε τηλεοπτικό διαγωνισμό στη Γεωργία. Για πολλά από τα παιδιά που γεννηθήκαν και μεγάλωσαν στην Ελλάδα, θα είναι μια μεγάλη ευκαιρία να γνωρίσουν και την πατρίδα των γονιών τους».

«Εμείς, παράνομοι ή νόμιμοι μετανάστες, βρήκαμε στην Ελλάδα μια ζεστή αγκαλιά την περίοδο που στη Γεωργία γίνονταν πολεμικές συγκρούσεις και επικρατούσε μεγάλη οικονομική κρίση. Σήμερα, υπάρχει οικονομική ανάπτυξη. Έρχονται επενδύσεις, η χώρα ανοικοδομείται και έγινε αγνώριστη. Υπάρχει ασφάλεια και καταπολεμήθηκε - ως εκ θαύματος θα έλεγα η διαφθορά στο δημόσιο - και την αστυνομία. Σκέπτομαι να επιστρέψω αλλά θέλω να διατηρήσω επαφή με την Ελλάδα, που την αγαπώ παρά πολύ», πρόσθεσε.

Συμφώνα με τον πρόξενο της Γεωργίας στη Θεσσαλονίκη Νικολόζ Κογκικίτζε, υπολογίζεται πως στην Ελλάδα διαβιούν περίπου 250.000 μετανάστες από την Γεωργία. «Βεβαίως, σ’ αυτούς υπολογίζουμε - πρόσθεσε - και τους Έλληνες που παλιννόστησαν από τη Γεωργία. Ήταν και αυτοί πολίτες της χώρας μας και δε θέλουμε να χάσουμε την επαφή μαζί τους».

Μετά τη συναυλία, ο υφυπουργός Επικρατείας της Γεωργίας για θέματα της Διασποράς, Ηρακλή Ναντιράτζε, συναντήθηκε με τους πρόεδρους και τα μέλη των τριών συλλόγων μεταναστών της Θεσσαλονίκης. Μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ τόνισε πως ήδη ο πρόεδρος της χώρας του κάλεσε τους μετανάστες να επιστρέψουν στην πατρίδα τους και πρόσθεσε: «Η Ελλάδα στάθηκε στους μεταστάντες μας, που βρήκαν εδώ εργασία, στέγη, δεύτερη πατρίδα. Γνωρίζω πολύ καλά πως οι Γεωργιανοί νιώθουν εδώ σαν στο σπίτι τους, επειδή είμαστε δυο λαοί που μοιάζουμε σε πολλά, έχουμε δεσμούς ιστορικούς».
Σοφία Προκοπιδου
Θεσσαλονίκη: 22/11/2011 16:14 ΑΠΕ-ΜΠΕ Θεσσαλονίκη, Ελλάδα 489 Greek


10 Νοε 2011

Θεόδωρος Γιουρτσίχιν: «Τα Ελληνόπουλα πρέπει ν’ αρχίσουν να ονειρεύονται το διάστημα κι όχι αυτοκίνητα»


Στην ποντιακή γλώσσα ξεκίνησε τη διάλεξή του, χτες το βράδυ στο Κέντρο Διάδοσης Eπιστημών & Μουσείο Τεχνολογίας «Νόησις», της Θεσσαλονίκης, ο ελληνικής καταγωγής Ρώσος κοσμοναύτης Θεόδωρος Γιουρτσίχιν - Γραμματικόπουλος, δημιουργώντας έτσι μια αμεσότητα με το κοινό, που είχε κατακλύσει την αίθουσα.

Ο κοσμοναύτης μίλησε για τις εμπειρίες του από την περιπλάνησή του στο διάστημα, στο πλαίσιο της έκθεσης «Το Σύμπαν της Ρωσικής Πρωτοπορίας - Τέχνη και εξερεύνηση του Διαστήματος στη Ρωσία 1900-1930», την οποία διοργάνωσε το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης, σε συνεργασία με το Ευγενίδειο Ίδρυμα.

Απαντώντας στην ερώτηση του ΑΠΕ-ΜΠΕ, σχετικά με την κρίση που αντιμετωπίζει την τρέχουσα χρονική περίοδο η Ελλάδα, είπε πως ακόμα και στο διάστημα - δηλαδή, όταν βρισκόμαστε «ποιο κοντά στο Θεό» - μπορεί ένας κοσμοναύτης να επιβιώσει, κατέχοντας όλες τις απαραίτητες γνώσεις αλλά και το συναίσθημα του τι κάνει και πως το κάνει.

Αντίθετα, όμως, «δεν μπορεί κάποιος να περιμένει τον από μηχανής Θεό, ο οποίος θα λύσει τα προβλήματα στην Ελλάδα. Οι ίδιοι οι Έλληνες, μαζί με τους πολιτικούς τους, πρέπει να αναλάβουν τις ευθύνες τους και να δουλέψουν σκληρά, να αποκτήσουν τη συνείδηση του πατριώτη του πλανήτη Γη. Τότε θα μπορέσουν να δουν και τα προβλήματα της χώρας τους, πέρα από εγωισμούς και προσωπικά συμφέροντα. Και ποιος ξέρει, τότε μπορεί να έρθει ως δώρο και η Θεία βοήθεια».

«Τα παιδιά πρέπει να ονειρεύονται»

Mιλώντας, στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο κοσμοναύτης τόνισε: «Πάντα τονίζω την ελληνική μου καταγωγή, πάντα λέω την ιστορία μου πως από μικρός ήθελα να γίνω σαν το Γιούρι Γκαγκάριν. Αλλά θα ήθελα να πετάξει στο διάστημα ένας Έλληνας που ζει την Ελλάδα. Προς το παρόν, δε βλέπω να γίνεται κάτι τέτοιο, μ’ όλα αυτά που συμβαίνουν στην ιστορική μου πατρίδα. Πάντως, τα Ελληνόπουλα πρέπει να μάθουν να ονειρεύονται, να πετούν στο Διάστημα».

Ο Γιουρτσίχιν - Γραμματικόπουλος με γλυκό χαμόγελο και ύφος υπομονετικού δασκάλου, που αγαπά τους μαθητές του, έδειχνε τις φωτογραφίες του από διάστημα και απαντούσε στις ερωτήσεις μικρών παιδιών. «Μ’ αρέσει που ρωτάνε τα παιδιά διάφορα, επειδή η ουσία είναι να μεγαλώσουν νέες γενιές, που θα έχουν συνειδητοποιήσει ότι είναι άνθρωποι του πλανήτη Γη».

Εξέφρασε επίσης την ικανοποίησή του που άρχισαν να τον καλούν και στην Ελλάδα για διαλέξεις αλλά και ομιλίες σε παιδιά και νέους, οι οποίοι πρέπει να μάθουν ότι «η Γη είναι το σπίτι μας και πρέπει να την φροντίζουμε!».


«Βροχή» οι ερωτήσεις των παιδιών


Από την πλευρά του, ο εξάχρονος Κώστας του υπέβαλε την πρακτική ερώτηση: «Κύριε κοσμοναύτη, τι κάνατε στο διαστημόπλοιο όλη την ημέρα; Δε βαριόσαστε;». Και η απάντηση, που πήρε ήταν: «Έκανα αυτό που κάνεις κι εσύ κάθε μέρα. Το πρωί έπλενα τα δόντια, μετά έκανα γυμναστική, μετά διάβαζα, μετά δούλευα, κάναμε τις έρευνες μας, μετά τηλεφωνούσα στη γυναίκα μου και στις κόρες μου, μετά πάλι δούλευα, και το βράδυ διάβαζα λογοτεχνία, έβλεπα τηλεόραση και μετά - ύπνο. Το χόμπι μου ήταν οι φωτογραφίες που τις βλέπετε τώρα».

«Και τι τρώγατε;», ρώτησε η μικρή Ειρήνη. «Τρώγαμε - απάντησε - τέσσερες φόρες την ημέρα. Είναι ειδική τροφή για κοσμοναύτες αλλά οι γεύσεις της είναι σαν τα αληθινά φαγητά. Είχαμε και γλυκά και φρούτα, κρέας, ψωμί, κομπόστες. Πριν πετάξουμε στο διάστημα, μου έφεραν πεντακόσια είδη φαγητών και επέλεξα τα αγαπημένα μου. Πάντως, έτρωγα καλά».

«Κι όταν επιστρέψατε έπειτα από 197 ήμερες στη Γη, πως ήταν;», τον ρώτησε κάποιο άλλο παιδί. Και η απάντηση του κοσμοναύτη: «Πράγματι, υπάρχει πρόβλημα, επειδή στο διάστημα βρισκόμαστε σε κατάσταση έλλειψης βαρύτητας. Εγώ επέστρεψα αδύναμος. Και το ψυχολογικό είναι δύσκολο, όταν βρίσκεσαι τόσες ημέρες κλεισμένος και μετά έρχεσαι σε επαφή με πολύ κόσμο... Αλλά κι όταν είμαστε στη Γη, ανάμεσα σε πολύ κόσμο, δεν ψάχνουμε και στιγμές μοναξιάς;».

Σε ό,τι αφορά στην ερώτηση που του έθεσαν τα παιδιά, για το αν πιστεύει πως κι ένας Έλληνας, που ζει στην Ελλάδα, θα πετάξει κάποτε στο διάστημα, ο Γιουρτσίχιν - Γραμματικόπουλος ήταν αρνητικός: «Τώρα δεν το πιστεύω, επειδή ο Έλληνας προτιμάει να… πίνει τον καφέ του. Δεν ξέρω, όμως, εάν εσείς θα θελήσετε ν’ αλλάξετε τη νοοτροπία αυτή και θα μάθετε να ονειρεύεστε όχι αυτοκίνητα αλλά πτήσεις στο διάστημα, κοντά στα αστέρια».

«Η Γη, η πατρίδα μας»

Δείχνοντας τις φωτογραφίες που τράβηξε ο ίδιος κατά τη διάρκεια της πτήσης, τόνισε πως «από απόσταση 400 χιλιόμετρων από τη Γη, βλέπεις τον πλανήτη μας ως μια ιδιαίτερη πατρίδα. Την αγαπάς ολόκληρη, την πονάς και θέλεις να την προστατέψεις». Και πρόσθεσε χαρακτηριστικά: «Δεν μπορείτε να καταλάβετε τον πόνο και τη θλίψη που ένιωσα όταν πετούσα πάνω από τον καπνό των πυρκαγιών στην Ελλάδα. Όταν έβλεπα τις μολυσμένες με πετρέλαιο θάλασσες, ή απογυμνωμένα δάση... Εκεί αντιλαμβάνεσαι πως οι άνθρωποι πρέπει να σκέπτονται όλον τον κόσμο, πρέπει να μάθουν να αγαπούν τον πλανήτη».

Στην ερώτηση, αν πιστεύει πως υπάρχει ζωή και σ’ άλλους πλανήτες, απάντησε ότι ο ίδιος το πιστεύει αλλά και ότι ακόμα δεν μπορούμε να το επιβεβαιώσουμε. «Εμείς, οι γήινοι - πρόσθεσε - αρχίσαμε να πετάμε στο διάστημα πριν από πενήντα χρόνια. Για την ιστορία της ανθρωπότητας είναι πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Ίσως οι εξωγήινοι περιμένουν να δουν την εξέλιξη μας. Περιμένουν να μάθουμε να ζούμε ειρηνικά, επειδή αυτοί ίσως μπορούν να επιβιώνουν χωρίς να σκοτώνονται μεταξύ τους. Δυστυχώς, ο άνθρωπος της Γης δεν ξέρει να επιβιώνει χωρίς ανταγωνισμό και πόλεμο».

Κατά την τελευταία του πτήση στο διάστημα, ο Θεόδωρος Γιουρτσίχιν συνέβαλε σε πεντακόσια πειράματα για τη δημιουργία νέων φάρμακων, που θα μπορούσαν να θεραπεύσουν τον καρκίνο ή και το έιτζ, καθώς και σε έρευνες σχετικές με θέματα παραγωγής φιλικής προς το περιβάλλον ενέργειας.

Σοφία Προκοπίδου
10/11/2011 13:02 ΑΠΕ-ΜΠΕ Θεσσαλονίκη, Ελλάδα 896 Greek
Η Θεσσαλονικη από το Διαστημα...φωτο του Θ. Γιουρτσίχιν

7 Νοε 2011

Η Βάλια, το ποδήλατο της και ο έρωτας του Βάνια



Το πρωινό πολλές φορές τελείωνε με ένα καυγά μικρής έως μεγάλης έντασης. Στην οικογένεια της Αντιγόνα το πρωινό ήταν σαν ένα μίτινγκ με πρόεδρο τη γιαγιά Μαρία. Στο τραπέζι γεμάτο φαγητά, μαζεύονταν όλοι. Συνήθως όλοι έπιναν τσάι, ενώ ο πατέρας έτρωγε την πρωινή του σούπα. Άλλες φόρες φούστουρο με αυγά, φέτες ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα και ότι άλλο είχε η γιαγιά να προσφέρει… Ο καυγάς ξεκινούσε από το τίποτα… και η Αντιγόνα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί μαλώνουν μεταξύ τους, αφού αγαπιούνται τόσο πολύ. Αργότερα μεγαλώνοντας κατάλαβε ότι ο καυγάς ήταν ένας κώδικας επικοινωνίας μεταξύ τους, και το δημιουργούσε η γιαγιά για να επισημάνει την ύπαρξη της ως οικοδέσποινας του σπιτιού και μετά ο γιος της, ο Βάνια, γιατί και αυτός ήθελε να κάνει το κουμάντο του, αλλά έλειπε από το σπίτι. Έφευγε το πρωί και γυρνούσε αργά το βράδυ. Ήταν οι δουλειές του, αλλά και οι παρέες του που δεν τον άφηναν σε ησυχία ποτέ.

Αλλά όταν μαλώνανε μεταξύ τους οι γονείς της, η Βάλια και ο Βάνια, η Αντιγόνα αυτό δεν το δεχόταν με τίποτα, αρρώσταινε από στενοχώρια. Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί τόση ένταση, σα να ντρεπόταν να δείχνουν τα τρυφερά τους αισθήματα και μέσω του καυγά έβρισκαν μια έστω παράξενη οδό επικοινωνίας. Ότι οι γονείς της ήταν ερωτευμένοι η Αντιγόνα το έβλεπε από το γεγονός πως δεν μπορούσαν ο ένας χωρίς τον άλλον. Η μάνα της ποτέ δεν μιλούσε για το πόσο αγαπά τον Βάνια και ο Βάνια δεν έλεγε πολλά. Ήταν και οι συνθήκες τέτοιες, δεν εκδήλωναν οι άνθρωποι τα αισθήματα τους εύκολα.

Αλλά η γιαγιά Μαρία επιβεβαίωσε τον μεγάλο έρωτα των γονιών της, λέγοντας όλη την ιστορία από την αρχή.

Ο Βάνια ήταν μόλις 17 χρόνων όταν είπε στη μάνα του να σταματήσει να εργάζεται στη φάμπρικα και να κάθεται σπίτι. «Εγώ θα φροντίζω για τα πάντα»- της είπε. Δούλευε και σπούδαζε και ποτέ δεν τους έλειψαν τα χρήματα. Έγινε ο άνδρας της οικογένειας. Στα 23 αποφάσισε να παντρευτεί. Ο Βάνια ήταν παλικάρι όμορφο, ψηλό, και φινετσάτο. Είχε δερμάτινες μπότες, ένα κοστούμι κασμίρ, παλτό μακρύ και ένα ωραίο δερμάτινο μπουφάν. Και βεβαίως μερικά άσπρα πουκάμισα .. Τα ρούχα τα επέλεγε μόνος του γιατί ήθελε να ντύνεται καλά. Ήταν η δεκαετία του ’50 και οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν την άνεση και την πολυτέλεια να αγοράζουν ότι θέλουν, κ’ όμως ο Βάνια πάντα κατάφερνε να έχει χρήματα στη τσέπη του.

Πολλές οικογένειες τον ήθελαν για γαμπρό, αλλά ήθελαν και τη Μαρία, τη μάνα του, ως καλή συμπεθέρα. Ο Βάνια δεν μπορούσε να αποφασίσει, ποια θα ήθελε, καμία δεν έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει.... Μάλιστα, η μια κοπέλα από αυτές που του «προξένευαν» τον ερωτεύτηκε, υπέφερε πολύ, αλλά ο Βάνια, εκεί: «μα τι θα την κάνω αφού δεν την αγαπάω!». Η μάνα του αισθανόταν ενοχή, γιατί άρχισαν να λένε ότι ο γιος της έχει μεγάλη ιδέα για τον αυτό του.

«Δεν μπορώ να αποφασίσω, αφού δε μ΄ αρέσει καμιά» - είπε ο Βάνια και έφυγε για δέκα μέρες στο Τζαμπούλ, νότια του Καζακστάν. Εκεί είχε τον ξάδελφο του, το Χρίστο Σαββουλίδη. Ο Χρίστος ήταν πολύ πιο ωραίας άνδρας από το Βάνια, αλλά όταν το βραδύ βγήκαν μαζί στο κεντρικό πάρκο για χορό, όλες οι κοπέλες κοιτούσαν τον ψηλό, ωραία ντυμένο Βάνια. Είχε και το κάτι άλλο.. ήταν και πολύ καλός στο χορό.

Χόρεψε βαλς με δυο όμορφες ρωσίδες, έπιασε κουβέντα μαζί τις, είπε και ανέκδοτα, και σχεδόν ήταν αποφασισμένος ότι με κάποια από αυτές θα γνωριστεί καλύτερα... Ο Χρίστος δεν μιλούσε πολύ, ούτε χόρεψε, αλλά επωφελήθηκε από τον επικοινωνιακό Βάνια, και γνωρίστηκε κι αυτός με μια άλλη κοπέλα.

Ξαφνικά ο Βάνια πρόσεξε μια κοντούλα με ένα απλό φτηνό λουλουδένιο φορεματάκι, που χόρευε πολύ καλά βαλς. Τα φώτα των προβολέων κάποια στιγμή έπεσαν πάνω της και ο Βάνια είδε ένα πρόσωπο που του άρεσε πολύ. Δεν κατάλαβε ακριβώς τι του άρεσε πάνω της, αλλά μια σπίθα άναψε στη κάρδια του και αισθάνθηκε ένα γλυκό χτύπημα, σαν του βαλς: ένα-δυο -τρία, ένα –δυο–τρία... Μετά του ήρθε μια αίσθηση, σα να έχει βρει κάτι πολύτιμο στη τη ζωή του, που το ήξερε από πάντα. Μετά, ένας φόβος γιατί δεν ήξερε ακόμα αν είναι για το καλό του, και μετά πάλι το κτύπημα της καρδιάς στο ρυθμό του βαλς, ένα-δυο- τρία…

Ο Βάνια απότομα άφησε την παρέα του και έτρεξε να πάρει το κορίτσι με το λουλουδένιο φόρεμα για τον επόμενο χορό.

Χόρευαν πολύ καλά, και ο Βάνια δεν βιαζόταν να ρωτήσει το όνομα της, ήθελε να απολαύσει τη στιγμή, το βαλς και το χτύπημα της καρδιάς του στο ρυθμό του βαλς...

Τον πρόλαβε το κορίτσι. «Πως σε λένε, δεν είσαι από δω;»

«Γιάννη, αλλά με φωνάζουν Βάνια. Ήρθα για μερικές ημέρες στον ξάδελφο μου το Χρίστο.»

«Αλλά είσαι ρωμαίος;»

«Α, ναι, τι άλλο!»

«Να μιλάμε ρωμαϊκά, αφού είσαι τεμέτερον!» - γέλασε η Βάλια. Τότε για πρώτη φορά ο Βάνια πρόσεξε τα γκρίζα της μάτια, που εξέπεμπαν ένα πολύ βαθύ και γλυκό φως... «Είναι όμορφη και είναι ελληνίδα!» σκέφτηκε, αλλά είναι και κοντή, θα ήθελα μια πιο ψήλη κοπέλα...».

Έπιασε τον εαυτό του πως έψαχνε κουσούρια για να μην κολλήσει στην ιδέα να τη γνωρίσει καλύτερα. Τη συνόδευσε στη θέση της, της χαμογέλασε , αλλά δεν τη ρώτησε τίποτα άλλο. Όταν επέστρεψε στην παρέα του, ρώτησε το Χρίστο, τι ξέρει για την Βαλεντίνα, με την οποία χόρευε... «Ας την, είναι ένα αγοροκόριτσο που κυκλοφορεί με ποδήλατο! Καταλαβαίνεις, αν αυτή καβαλάει ποδήλατο, δεν είναι καλό κορίτσι, «τα μετέρ κορίτσια δεν ανεβαίνουν στα ποδήλατα», Άσε που χορεύει με όλους, αλλά μπορεί και να μη είναι αγνή, έχει θάρρος και βγαίνει τα βράδια. Είναι μια κακομαθημένη, έχει τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια και της κάνουν τα χατίρια. Φτωχή οικογένεια, δεν είναι για σένα!»

Ο Χριστός είπε πολλά, τόσο πολλά που ο Βάνια άρχιζε να ανησυχεί, μήπως και αυτός κατά βάθος την ήθελε.



Κάποια στιγμή είδε τη Βάλια να φεύγει, έτρεξε να την προλάβει. Η Βάλια περπατούσε σπρώχνοντας το ποδήλατο της.

«Φεύγεις; Δεν θα μου αφήσεις τίποτα για ενθύμιο;» - τη ρώτησε με τσαμπουκά. Η Βάλια σταμάτησε, τον κοίταξε αυστηρά.

«Τι θέλεις να σου δώσω;»

«Κάτι!»

«Δεν έχω ούτε μαντιλάκι. Α, ναι πάρε την κλειδαριά από το ποδήλατο μου…»

«Και το κλειδί;»

« …Βρες το μόνος σου!».

Του έδωσε μια μικρή κλειδαριά, ανέβηκε στο ποδήλατο της και έγινε αέρας, εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Δεν την είδε από τότε. Στο χορό που πήγαν με τον Χρίστο το επόμενο Σάββατό δεν ήταν εκεί, και την άλλη μέρα έφυγε στο σπίτι του, στην Ασακάροβκα. Μόλις κατέβηκε από το τρένο ένιωσε μια δυνατή «νοσταλγία» για την Βάλια. Πρώτη φορά αισθάνθηκε αυτό το γλυκό πόνο. Ήταν χειρότερος από τον πόνο που είχε όταν κόπηκε το δάχτυλο του στον τροχό, στο εργοστάσιο ξυλείας που δούλευε πριν δυο χρόνια. Ήταν ένας πόνος που δεν ήθελε να τον θεραπεύσει… ήθελε να τον ζήσει και να νιώθει πιο δυνατός.

Πέρασαν μερικοί μήνες, κι αυτός ακόμα εκεί... στη Βάλια. Για να διώξει τις σκέψεις του για τη αυτήν συνέχεια έβαζε στο μυαλό του τα λόγια του Χρίστου για «τη χαλασμένη ελληνοπούλα, που έχει θάρρος να κυκλοφορεί με ποδήλατο». Δε βοηθούσε ούτε αυτό, και η Βάλια έγινε έμμονη ιδέα.

Μια μέρα αποφάσισε να μετακομίσει, να πάει στην πόλη που έμενε η Βάλια. «Μάνα, φεύγουμε να μείνουμε στο Τζαμπούλ. Εδώ κάνει πολύ κρύο το χειμώνα και πολύ ζέστη το καλοκαίρι, ενώ εκεί όλα είναι πιο καλά. Έχει περιβόλια με μήλα , αχλάδια, βύσσινα που σου αρέσουν και δουλειές πολλές» Η Μαρία δεν αντιμίλησε, είχε εμπιστοσύνη στο γιο της. Πούλησαν το μικρό τους σπίτι, φόρτωσαν τα λίγα πράγματα τους και έφυγαν με το τρένο στα νότια.

Αναγκάστηκαν δύο εβδομάδες να μένουν στους συγγενείς τους. Πολύ γρήγορα, όμως, βρήκαν σπίτι ν’ αγοράσουν, ήταν μονοκατοικία στο κέντρο της πόλης. Μόλις μετακόμισαν, ο Βάνια ομολόγησε στη μάνα του το ενδιαφέρον του για τη Βάλια και της είπε να πάει από το σπίτι των Καραφουλιδέων να τη δει και να του πει τη γνώμη της, αν κάνει για νύφη.

Η Μαρία δεν άργησε. Με μια γνωστή της πήγε στο σπίτι της Βάλια, βρήκαν να πουν ένα μικρό ψεματάκι για να δικαιολογήσουν την παρουσία τους. Δηλαδή σα να πήγαιναν να δουν ένα σπίτι για αγορά και χάθηκαν στη περιοχή, βρέθηκαν κοντά τους και αποφάσισαν να κάνουν μια επίσκεψη για να ξεκουραστούν λίγο...» Πράγματι, η Άννα (η μητέρα της Βάλια) χάρηκε και τους δέχτηκε φιλόξενα, τους έκανε τσάι, πιάσαν κουβέντα για κοινούς γνωστούς. Η Άννα δεν υποψιάστηκε πως οι δυο γυναίκες ήρθαν με το σκοπό να εξετάσουν τη κόρη της ως υποψήφια νύφη για το γιο της Μαρίας..

«Τα παιδιά σου δουλεύουν;» - ρώτησε η Μαρία « Α, ναι, μόνο η Βάλια ακόμα πάει στο Σχολειό, φέτος τελειώνει το δεκατάξιο και μετά θα τη στείλω να μάθει λογιστική»

«Είναι σπίτι;» «Μέσα στο δωμάτιο της, διαβάζει». «Φώναξε την να τη ρωτήσω κάτι που θέλω, αφού ξέρει πολλά γράμματα».



«Να ξέρεις, Αντιγόνα, όταν η μάνα σου πρώτη φορά εμφανίστηκε μπροστά μου, την αγάπησα με όλη μου την ψυχή μου! Μόλις την είδα» - έλεγε χρόνια πολλα μετά η γιαγιά Μαρία την ιστορία της παντρειάς δυο παιδιών.

«Πρόσεξα, βέβαια, ότι ήταν πολύ αδύνατη και τα πόδια της λίγο στραβά, και ότι είναι κοντούλα για τον πατέρα σου, αλλά παρόλα αυτά, μπήκε στη ψυχή μου και αποφάσισα να την πάρουμε, ότι αυτή είναι για μας».



Το πρώτο που είπε η Μαρία στο γιο της, όταν επέστρεψε από την επίσκεψη: «Την παίρνουμε και γρήγορα να μη την πάρει κανείς άλλος!»

Η καρδιά του Βάνια τινάχτηκε στα ύψη. Χάρηκε πολύ, αλλά αμέσως πάλι του ήρθαν τα λόγια του Χρίστου και είπε «Ο Χρίστος μου είπε ότι έχει ποδήλατο, και σαν αγόρι κυκλοφορεί μ’ αυτό, πάει στο σχολείο ακόμη και διαβάζει, και είναι κακομαθημένη...»

«Δεν ξέρω τη λέει ο Χρίστος! Το σχολείο θα τελεύσει σε μερικές μήνες, και δουλειές του σπιτιού θα της μάθω εγώ .. και το ποδήλατο... αυτό είναι ένα πρόβλημα, δεν είναι σωστό για ένα καλό κορίτσι, αλλά ρώτα την, γιατί το κάνει και δεν πάει με τα πόδια όπως οι άλλες κοπέλες».

Ο Βάνια σιγουρεύτηκε ότι θα την πάρει, αλλά σα να αισθανόταν μια ανησυχία, σα να ντρεπόταν. «Τι θα πουν οι φίλοι μου, και ο Χρίστος; Παίρνεις ένα κορίτσι που δεν σέβεται τα ήθη των ρωμαίων και φέρεται προκλητικά γιατί κυκλοφορεί με το ποδήλατο».

Έτσι πέρασαν ακόμα μερικοί μήνες και τον Βάνια τον «περικύκλωσαν» με άλλες υποψήφιες νύφες. Σεμνές, όμορφες, κανονικού ύψους, καλές νοικοκυρές... Είχε να διαλέξει... αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει τη Βάλια. Και δεν την είχε συναντήσει από τότε ούτε μια φορά.

Κάποια στιγμή αποφάσισε να κάνει προξενιό σε μια Δέσποινα που τον ήθελε, έτσι του είπαν. Η Μαρία ετοιμάστηκε, ντύθηκε καλά, ντύθηκε και ο Βάνια, έβαλε άσπρο πουκάμισο, γυάλισε τις δερμάτινος του μπότες... Το σπίτι της Δέσποινας ήταν κοντά στη γειτονιά τους. Όταν πλησίασαν την καγκελόπορτα, ξαφνικά ο Βάνια αισθάνθηκε μια δυσφορία, του πόνεσε αφόρητα η κοιλιά του, κατάλαβε πως τον έπιασε κόψιμο, διάρροια. «Μάνα, φεύγω σπίτι, δεν είμαι καλά, πρέπει να πάω τουαλέτα!» - φώναξε και έτρεξε πίσω.

Η Μαρία δεν πρόλαβε να πάρει απόφαση αν θα μπει ή θα περιμένει τον γιο της, άνοιξε ξαφνικά η καγκελόπορτα και εμφανίστηκε η μάνα της Δέσποινας: «Ορίστε, περάστε!». Η Μαρία πέρασε μέσα, ήπιε τσάι , αλλά δε μίλησε για αρραβώνες και προξενιό, κάτι μέσα της της έλεγε να μη βιάζεται, γιατί με το κόψιμο του Βάνια μπορεί κάτι να αλλάξει... Δεν κάθισε πολύ και έφυγε πάλι με ενοχές, γιατί έβλεπε πως η Δέσποινα περίμενε με αγωνία την αναμενόμενη συζήτηση.

Το ίδιο βράδυ ο Βάνια πήρε απόφαση να μην ακούει τη γνώμη των φίλων του και να κάνει αυτό που λέει η καρδιά του. Πήγε στο χορό και κατά τύχη βρήκε εκεί τη Βάλια ξανά. Χόρεψαν βαλς. Αυτή τη φορά την κοίταξε στα μάτια και κατάλαβε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να τα βλέπει κάθε μέρα, χωρίς να βλέπει το χαμόγελο της και το πρόσωπο της που δεν ήταν και τόσο όμορφο σαν της Δέσποινας, αλλά ήταν αυτό το πρόσωπο που ήθελε να βλέπει σε όλη του τη ζωή.

Σε ένα μήνα ο Βάνια και η Βάλια παντρεύτηκαν και το ποδήλατο το τοποθέτησαν στην αποθήκη. Αποφάσισαν ότι θα είναι για τα παιδιά που θα κάνουν. Αλλά η Βάλια απόσπασε την υπόσχεση του Βάνια, να πάρουν αυτοκίνητο και να έχει και αυτή δίπλωμα οδήγησης. Και πράγματι έμαθε οδήγηση και πήρε δίπλωμα, αλλά ποτέ δεν οδήγησε, το αυτοκίνητο το είχε συνέχεια ο Βάνια.

Έζησαν καλά, αλλά δύσκολα, γιατί ο πατέρας της ζήλευε πολύ τη μάνα της , – σα να μην μπορούσε να ξεχάσει την ιστορία με το ποδήλατο, μαλώνανε τακτικά, αλλά ήταν ερωτευμένοι... Η Μαρία πάντα υποστήριζε τη νύφη της, γιατί ήταν «χρυσό κορίτσι», - έλεγε.

Όταν μετά από πολλά χρόνια και δυο τους έφυγαν από τη ζωή, μαζί στην αιωνιότητα μετά από ένα φρικτό τροχαίο δυστύχημα προς την Αθήνα, στο Μαλλιακό, η Αντιγόνα θυμήθηκα το ποδήλατο της μάνας της, της Βάλια που έγινε μεγάλο εμπόδιο στον έρωτα του Βάνια, και το αυτοκίνητο που ήθελε να οδηγεί και δεν οδήγησε ποτέ...

Θεσσαλονίκη, Νοεμβρίους 2011







4 Νοε 2011

Ο Όμηρος και η Μαρία Κάλλας


Ο Όμηρος παντρεύτηκε πολλές φορές στη ζωή του. Για ακρίβεια, πέντε. Λάτρευε όλες τις γυναίκες του, αλλά σε όλη του ζωή είχε μια μοναδική αγαπημένη, τη Μαρία Κάλλας.

Την τελευταία του σύζυγο, τη Μαργαρίτα, την παντρεύτηκε 20 χρόνια πριν. Η Μαργαρίτα έμοιαζε πάρα πολύ τη Μαρία Κάλλας. Όταν η Αντιγόνα επισκέφτηκε τον Όμηρο στο ατελιέ του, για πρώτη φορά είδε πολλά πορτρέτα της Μαρίας Καλλας, αλλά πίστεψε πως ήταν η Μαργαρίτα, τόση ομοιότητα είχαν αυτές οι δυο γυναίκες. Ο Όμηρος της εξήγησε «δεν είναι η Μαργαρίτα, είναι η γυναίκα των ονείρων μου, η Κάλλας».

Η Μαργαρίτα ποτέ δεν θύμωνε με τον Όμηρο για την «εξωσυζυγική του αγάπη», και το γεγονός ότι έμοιαζε με την αγαπημένη «ερωμένη» του άνδρα της περισσότερο το διασκέδαζε. «Τουλάχιστον δεν κινδυνεύω να απατηθώ σωματικά … ο πλατωνικός έρωτας του φέρνει έμπνευση και υγεία... » - έλεγε.
Ο Όμηρος ήταν ζωγράφος αλλά πάντα ήθελε να γίνει τραγουδιστής όπερας. Το ταλέντο στη ζωγραφική το κληρονόμησε από τον πατέρα του - μεγάλο μάστορα λιθοτόμο, γνωστό σε όλη την Τιφλίδα. Ο πατέρας έστειλε τον Όμηρο στη Σχολή Καλών τεχνών στα δεκατέσσερα του. Αλλά ο αριστούχος της Σχολής Όμηρος δεν έπαψε να ονειρεύεται την όπερα, και μετά τη Σχολή πήγε να σπουδάσει στο Κρατικό Ωδείο. Στη σχολή «γνώρισε» και τη Μαρία Κόλλας και την ερωτεύτηκε παράφορα. Συνέχεια άκουγε της άριες της από δίσκους βινυλίου, είχε δυο-τρεις φωτογραφίες της από περιοδικά και εφημερίδες. Και το πρώτο της πορτρέτο το φιλοτέχνησε όταν ήταν φοιτητής στο ωδείο.

Πράγματι η φωνή του ήταν μια πολύ καλή φωνή. Ήταν τενόρος, αλλά οι γιατροί ανακάλυψαν ένα πρόβλημα στη μύτη του και οι καθηγητές του του είπαν ότι για να κυριαρχήσει στο τραγούδι εκτός να διαθέσει μια καλή φωνή, έπρεπε να γίνεται και σωστή χρήση της αναπνοής και το πρόβλημα του δεν θα τον αφήνει για πολύ καιρό να τραγουδά..

Για τον Όμηρο η διάγνωση αυτή ήταν από τις μεγαλύτερης στενοχώριες της ζωής του. Και κάπου βαθιά στη ψύχη, πάντα ήλπιζε πως στο χώρο της όπερας μια μέρα ίσως θα μπορούσε να συναντήσει τη Μαρία Κάλλας.

«Ήθελα να την κοιτάξω στα μάτια να της πω πως την αγαπάω. Και να φιλήσω το χέρι της. Τίποτα άλλο. Μόνο αυτό και μετά μπορούσα και να πεθάνω. Τόσο πολύ την ήθελα από μικρός!» - έλεγε.

Αναγκαστικά ο Όμηρος επέστεψε στη ζωγραφική, δεν είχε και άλλη επιλογή – εκεί ήταν το δεύτερο του ταλέντο.

Στο τεράστιο στούντιο της Τιφλίδας, που του παρέδωσε το κράτος, άρχιζε να ζωγραφίζει με μεγάλο πάθος τα πλακάτ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

"Δεν μπορώ να παραπονεθώ, στη Σοβιετική Ένωση ζωγραφίζοντας τον Λένιν και τους άλλους ηγέτες είχα γνωρίσει και τη δόξα και το χρήμα ".

Έκανε και πλακάτ κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα που δημοσιεύτηκαν σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της ΕΣΣΔ.

Εύρισκε μεγάλη ικανοποίηση όταν ζωγράφιζε την Ελλάδα, τη χώρα που δεν είχα πάει ποτέ του. Ζωγράφιζε τα τοπία της Ελλάδας, τόσο πιστά, σα να ήταν εκεί.

Μια φορά, τη δεκαετία του '80, είχε ζωγραφίσει τον Παρθενώνα, σ' ένα τεράστιο μουσαμά, τον οποίο και κουβάλησε μαζί με τους φίλους του σε κάποια ορεινή περιοχή, όπου γιόρταζαν κάθε χρόνο την 25η Μαρτίου. "Φωτογραφηθήκαμε με φόντο τον Παρθενώνα και ήταν σα να είμαστε στην Αθήνα",- έλεγε.

Η διάσημη υψίφωνος Μαρία Κάλλας ήταν πολύ μακριά από αυτόν τον κόσμο των καυκάσιων ποντίων και τη ζωή του Ομήρου. Και αυτός δούλευε σκληρά, παντρευόταν, χώριζε, ξανά παντρευόταν. Έκανε παιδιά, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε την «αγαπημένη» του.

Συνέχιζε να ζωγραφίζει το πρόσωπό της, έχοντας φιλοτεχνήσει έως δεκάδες πορτρέτα της "θεϊκής Ελληνίδας τραγουδίστριας".
Και μια μέρα το όνειρο του έγινε πραγματικότητα.

Του έτυχε η ευκαιρία και μίλησε στην Κάλλας, την κοίταξε στα μάτια και τη φίλησε το χέρι.

‘Όλα έγιναν στη Μόσχα την εποχή του '70, όταν η Κάλλας είχε έρθει στο Διεθνές Φεστιβάλ- Διαγωνισμό του Τσαϊκόφσκι ως μέλος της επιτροπής.
Μαζί της ήταν και η Κατερίνα Φούρτσεβα, η «Λαίδη του Κρεμλίνου», η τότε υπουργός πολιτισμού της Σοβιετικής Ένωσης.
"Την είδα με την Φούρτσεβα στο Μέγαρο Μουσικής. Την πλησίασα με ένα θάρρος που δεν περίμενα από τον εαυτό μου, και της συστήθηκα στα ποντιακά. Είπα το όνομα μου. Δεν κατάλαβε αρχικά τι της λέω, μετά με ρώτησε: «Όμηρος;» Άρχισε να με ρωτάει ξανά και ξανά το όνομα μου, σαν ήθελε να συνειδητοποιήσει πως έχει μπροστά της έναν ‘Έλληνα σαν αυτήν, και είπε, 'χαίρομαι πάρα πολύ!'

«Και μου έδωσε το χέρι της. Εγώ υποκλίθηκα και το φίλησα. Και την κοιτούσα στα μάτια όλη την ώρα και της έλεγα από μέσα μου «Μαρία, σ’ αγαπώ!». Η Κάλλας, πιστεύω, αισθάνθηκε ότι εγώ δεν είμαι ένας απλός θαυμαστής, αλλά έχω και αισθήματα γι’ αυτήν, αλλά δεν πρόλαβε να μού πει τίποτα, γιατί η Φούρτσεβα την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε από μένα, λέγοντας, 'ποιος είστε; δεν έχουμε χρόνο!'.

«Αυτή η Φούρτσεβα ήταν μεγάλη στρίγγλα, και πολύ εγωίστρια – όλους τους άνδρες τους ήθελε μόνο γι’ αυτήν και δε με συγχώρησε που δεν της έδωσα καμιά σημασία. Γι’ αυτό δε με άφησε να μιλήσω με την αγαπημένη μου...

«Η Μαρία δεν αντέδρασε στην «οικοδέσποινα της ΕΣΣΔ», και δεν καθυστέρησε παραπάνω, αλλά γύρισε τελευταία φορά και με κοίταξε, σα να έλεγε ... «δεν πειράζει, άλλη φορά θα έχουμε περισσότερο χρόνο και να τα πούμε καλύτερα!»
«Εγώ, - ξέρεις, ήμουν πολύ ωραίας άνδρας, καυκάσιος πόντιος, και είχα χρήματα πολλά, γιατί ως ζωγράφος ήμουν αναγνωρισμένος επίσημα και στη Γεωργία και σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση. Είμαι σίγουρος πως και η Μαρία με πρόσεξε, το είδα στα μάτια της».

Σύντομα μετά από αυτήν την συνάντηση ήρθε στη ζωή του η Μαργαρίτα. Η πέμπτη σύζυγος του Όμηρου. Την ερωτεύτηκε παράφορα, γιατί έμοιαζε πολύ στην Κάλλας.

Στο μικρό στούντιο του στην Περαία Θεσσαλονίκης παντού κρέμονται πίνακες με τη λατρεμένη απ όλο τον κόσμο υψίφωνο, την Μαρία Κάλλας.

«Μοιάζουν πάρα πολύ και οι δυο τους. Αρχικά πίστεψα πως ήταν τα πορτρέτα της Μαργαρίτας», - είπε η Αντιγόνα.

«Τι λες; Δεν είμαι τόσο όμορφη σαν τη Μαρία!» - είπε η Μαργαρίτα χαμογελώντας. Ο Όμηρος σηκώθηκε από την καρέκλα του με δυσκολία – είχε τα πόδια του άρρωστα, την αγκάλιασε, την κοίταξε στα μάτια, της φίλησε το χέρι.
«Μοιάζουν.. Έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά – την αγαπώ πολύ!» – και δεν διευκρίνισε πια απ’ αυτές... σα να ήταν κατανοητό.

Η Μαρία  Καλλάς - το έργο του Ομήρου  
Σοφία Προκοίδου
από το βιβλίο "Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι"(2005-2011)