26 Σεπ 2012

“Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι"




στα παιδιά μου, Μαρία και Δημήτρη
στη μνήμη του γονιών μου,  Ιωάννη και Βαλεντίνας και της γιαγιάς Μαρίας


Η γριά Λεμόνα πριν πεθάνει ζήτησε να φάει χαβίτς – μαγειρεμένο με νερό στην κατσαρόλα από καλαμποκίσιο αλεύρι και πασπαλισμένο με μπόλικο, καμένο στο τηγάνι, μυρωδάτο βούτυρο. Η Αντιγόνα έτρεξε στο σπίτι της γειτόνισσας, για να δει πώς πεθαίνει. Όλοι ήθελαν να δουν την αγαπημένη Λεμόνα, και ταυτοχρόνως να διαπιστώσουν οι ίδιοι αν τελικά έφυγε.

«Οι άνθρωποι πριν πεθάνουν θέλουν να φάνε κάτι καλό για την ψυχή τους», - εξηγούσαν οι μεγάλοι στα παιδιά.
Το χαβίτς το έτρωγε η Λεμόνα με μεγάλη όρεξη, κουνούσε και το κεφάλι της, δείχνοντας τη μεγάλη ικανοποίησή της πριν φύγει απ’ αυτόν τον κόσμο. Γύρω της μαζεύτηκαν τα τρισέγγονά της και πολλά παιδιά της γειτονιάς που παρακολουθούσαν τη γριά Λεμόνα.
Ο Γιάννης, ο μεγάλος της τρισέγγονος από το πρωί είχε πει στους φίλους του: «Η γιαγιά μας σήμερα είπε ότι θα πεθάνει. Και μας φώναξε να τη δούμε!»

Η γριά Λεμόνα ήταν άγνωστης ηλικίας και θυμόταν πολλά γεγονότα, ακόμα και τη ζωή στον Πόντο, αλλά θυμόταν μόνο τα καλά της ζωής εκεί. Οι δικοί της έφυγαν νωρίτερα, το 1910  πριν έρθει το χάος. Τις ιστορίες της τις έλεγε με έναν τρόπο περίεργο, σαν να μην τα έβγαζε από τη μνήμη της, αλλά από το μυαλό και τη φαντασία της. Κανένας δεν ήξερε αν πρέπει να πιστέψει αυτά που έλεγε, ή μήπως ήταν συνέχεια των παραμυθιών που ήξερε. Στη Σοβιετική Ένωση σαν να είχαν σβήσει τον Πόντο απ’ την μνήμη τους, σαν να μην ζούσαν οι Ρωμιοί εκεί αιώνες ολόκληρους.

Οι μνήμες τους εξατμίσθηκαν, έμεναν μόνο οι αισθήσεις, οι μυρωδιές των φαγητών, τα ακούσματα της ομιλίας και του κεμεντζέ, της λύρας, έμενε επίσης και το μεγάλο όνειρο για την Ελλάδα. Να πάνε εκεί, που ανήκουν, εκεί που μπορούσαν άφοβα να αγαπούν το θεό τους, το Χριστό και την Παναγιά.

Κανένας δεν νοσταλγούσε τον Πόντο πια, μεταφέρθηκαν οι αναμνήσεις αυτές στο χώρο των παραμυθιών. Έτσι ήταν πιο εύκολο να αντιμετωπίζει ολόκληρος λαός την απάρνηση του παρελθόντος και της γης που τους ανήκε ιστορικά.

Η γριά Λεμόνα ήταν πολύ αγαπητή στη γειτονιά για τα παραμύθια της για τους ανθρωποφάγους. Μόνο αυτή τα έλεγε τόσο καλά, που μερικά παιδιά δεν την άφηναν σε ησυχία. Όλο και περισσότερο ζητούσαν να τα λέει, έστω και σε επανάληψη. Έλεγε, ότι οι ανθρωποφάγοι ήταν πανύψηλοι, δυνατοί, με ένα κυκλικό μάτι στη μέση του μετώπου τους, άμυαλοι και μεγάλοι αλαζόνες. Η Λεμόνα μάθαινε τα παιδιά να μη φοβούνται τους τρομερούς αλλά και χαζούς ανθρωποφάγους. «Το μυαλό είναι η μεγαλύτερη δύναμη στον άνθρωπο», έλεγε η Λεμόνα και καλούσε τα παιδιά να μην παραμελούν το σχολειό. «Ο Μυαλωμένος πάντα είναι και ο Μεγάλος» έλεγε. Η ίδια ήταν αγράμματη. Στο σοβιετικό κολχόζ έμαθε μόνο να βάζει την υπογραφή της με ζαρωμένα γράμματα που δεν έμοιαζαν ούτε ρωσικά ούτε ελληνικά.

Αυτήν τη φορά η Λεμόνα δεν έλεγε παραμύθι, ήταν αλήθεια όταν είπε στα τρισέγγονά της ότι σε λίγο θα πεθάνει και μπορούν να φωνάζουν τους φίλους τους να δουν πώς φεύγει. Να την αποχαιρετίσουν. Μερικοί δεν πίστευαν στο κάλεσμα αυτό, γιατί απ’ την Λεμόνα όλα τα περίμεναν.

Μια φορά, μερικά χρόνια πριν, διαδόθηκε η είδηση στη γειτονιά ότι η Λεμόνα πέθανε. Όλοι τρέχοντας πήγαν στο σπίτι της και τη βρήκαν στην κουζίνα να τηγανίζει τα «πισία»,  ένα ζυμαρικό για επιδόρπιο … «Ήθελα να δω πόσοι θα έρθετε κι αν μ’ αγαπάτε τόσο όσο λέτε», είπε γελώντας, και αποφάσισε, «αφού με χρειάζεστε θα παραμείνω για μερικά χρόνια». Όμως το νέο για το θάνατο της Λεμόνας διαδόθηκε γρήγορα και σε άλλες πόλεις, και η πλάκα που έκανε την άφησε «πεθαμένη» στη μνήμη των ανθρώπων για μερικές ακόμα εβδομάδες. Ο κόσμος συνέχιζε και ερχόταν για συλλυπητήρια στις κόρες της. Η Λεμόνα δεν ήξερε πού να κρυφτεί, άφηνε τη μεγαλύτερη την κόρη της, που ήταν και αυτή, ήδη, γιαγιά, στο σπίτι και έφευγε για επισκέψεις μέχρι το βράδυ.
===
Το χαβίτς η Λεμόνα το έφαγε καθιστή στο κρεβάτι και όταν τελείωσε, ξάπλωσε και τράβηξε το πάπλωμά της μέχρι το πρόσωπό της, σαν να ήθελε να κρυφτεί κάτω από το χονδρό πάπλωμα από μαλλί καμήλας.
Η Λεμόνα πάντα ήξερε να τους κρατάει όλους δίπλα της. Αλλά για να μη φανεί αγενής μπροστά στον κόσμο που ήρθε να την αποχαιρετήσει για πάντα από αυτήν τη ζωή, άφησε το κεφάλι της έξω απ’ το πάπλωμα για να φαίνεται. Όλοι τώρα βλέπανε μόνο το χαμογελαστό της προσωπάκι.
Η Λεμόνα ήταν πολύ αστεία, όλη της τη ζωή έλεγε και έκανε κάτι που προκαλούσε γέλιο. Όταν γέρασε, το πρόσωπό της έμεινε κοριτσίστικο με ένα πονηρούλικο ύφος  και με μια σπίθα στο βλέμμα που δεν της έσβησε ποτέ...Με τέτοιο πρόσωπο δεν είναι εύκολο να πεθάνει κανείς, ή αν πεθάνει σίγουρα πάει στον Παράδεισο.

Τελικά, ήρθε η ώρα της, και αυτή τη φορά όλα έγιναν στ΄ αλήθεια. Έκλεισε τα μάτια της και έφυγε. Έφυγε από τη ζωή, σαν να πάτησε το διακόπτη του φωτός στο παιδικό δωμάτιο, αλλά δεν ακούστηκαν φοβισμένα κλάματα. Ακόμη και ένα μωρό στην αγκαλιά της μητέρας του, της Παρθένας, δεν έκανε καμιά προσπάθεια να χαλάσει τη στιγμή αυτή. Το μωρό που το βάπτισαν Αβραάμ, φυσικά, ήταν το όνομα του παππού του, κοιτούσε όλους σαν να έλεγε, ότι καταλαβαίνει πολύ καλά τι γίνεται εδώ, αλλά «έτσι είναι η ζωή…». Τα παιδιά είναι σοφοί άνθρωποι, το έχουν από τη φύση τους, από την αθωότητα και, μετά, ξαφνικά χάνεται αυτή η σοφία... Και στα στερνά του ο άνθρωπος  την αποκτά ξανά, μέχρι το θάνατό του… 
----
Η Λεμόνα αυτή τη φορά έφυγε απ’ τη ζωή στα σίγουρα, της έκαναν τεστ με το πιάτο, αν αναπνέει ή όχι.
Και ξαφνικά όλοι μαζί άρχιζαν να μιλούν και να κάνουν σχέδια για την κηδεία, σαν να τους έπιασε όλους μια χαρά, κι’ αυτό ήταν λογικό, γιατί χαρά είναι να πεθάνει κανείς κάνοντας μακρόχρονη ζωή και χαρά είναι να πεθαίνει κανείς τότε, όποτε αποφασίσει να πεθάνει και να μπορεί να καλεί τους γείτονες για να τους αποχαιρετήσει για πάντα...



Οι θείοι Σόνια και Κόλια και η γουρούνα τους Κάτικα

Η Θεία Σόνια και ο θείος Κόλια ζούσαν όμορφα . Ήταν άνθρωποι με κέφι και πολύ αγάπη. Η αγάπη πάντα φαίνεται στον άνθρωπο, είναι αυτό που τον κάνει γεμάτο από ζωή, ικανοποιημένο. Η αυλή του σπιτιού τους μόνιμα είχε κόσμο και το χειμώνα όλοι μαζεύονταν στην κουζίνα τους. Γείτονες, περαστικοί και συγγενείς, όλους αυτούς η θεία Σόνια τους διασκέδαζε με το δικό της τρόπο. Για εισαγωγή πάντα έλεγε το φλιτζάνι του καφέ, ήταν σαν τη μάγισσα, και τα έβρισκε όλα, και στην αποκορύφωση, με το μαγικό επίσης τρόπο, τάιζε όλους τους μουσαφίρηδες. Κρατούσε πάντα σταθερά το διάλογο με τους επισκέπτες της και έλεγε  διάφορα, βγάζοντας συνέχεια ένα ελαφρύ γέλιο, ταυτόχρονα ζύμωνε τον κιμά, τύλιγε τους λάχανο-σαρμάδες, καθάριζε τις πατάτες… Και ξαφνικά, οι επισκέπτες βρίσκονταν μπροστά στο στρωμένο τραπέζι με λιχουδιές. «Μα, για καφέ ήρθαμε, δεν πεινάμε!», λέγανε, αλλά με φανερωμένη όρεξη για φαγητό. «Όχι! θα φάτε, δεν φεύγει κανένας από το σπίτι μου νηστικός!»,  επέμενε η θεία Σόνια με αποφασιστικότητα για να απαλλάξει τους μουσαφίρηδες από ενοχές. Μα έτσι ήταν η Σόνια, δεν μπορούσε εύκολα κανείς να ξεκολλήσει απ’ αυτήν, και ο χρόνος μαζί της περνούσε πολύ γρήγορα. Για να μην αισθάνονται οι γείτονες άσχημα που έρχονταν σχεδόν καθημερινά, πολλές φορές έφερναν μαζί τους και τα δικά τους φαγητά, να κεράσουν και αυτοί την Σόνια. Φέρνανε και το κρασί σε πήλινες κανάτες και το καθημερινό γλέντι κρατούσε μέχρι αργά το απόγευμα.

Όταν η Αντιγόνα στα επτά της πρωτογνώρισε την θεία Σόνια και το θείο Κόλια που έμεναν σε μια πόλη, περίπου 150 χιλιόμετρα μακριά απ’ το Σότσι, στεναχωρήθηκε που έχασε τόσα χρόνια χωρίς να γνωρίζει τους θειους της. Τους αγάπησε από την πρώτη στιγμή μόλις μπήκε στην αυλή του σπιτιού τους.
Η πόλη που ζούσαν οι θείοι είχε αστείο όνομα: «Γκούτα – ούτα», και δεν βρισκόταν στη Ρωσία, αλλά στην Αμπχαζία. Είχε όμως μια τραγική ιστορία. Το όνομα αυτό προερχόταν από το νεαρό αμπχάζιο Γκούτα και την αγαπημένη του, την ωραία Ούτα. Οι ερωτευμένοι νέοι δε βρήκαν την κατανόηση των γονέων τους, που δεν τους άφησαν να ενώσουν τις ζωές τους, και αποφάσισαν να ενωθούν στο θάνατο. Έτσι, έπεσαν από το βράχο και η ιστορία τους έγινε παραμύθι.

Για την Αντιγόνα όλα σ’ αυτήν την πόλη φαίνονταν εξωτικά, ακόμα και η ίδια η θάλασσα, η Μαύρη. Εδώ δεν ήταν τόσο «μαύρη» όπως στο Σότσι, πρασίνιζε.

Η Γκούταούτα άρεσε στην Αντιγόνα σαν ένα παραμυθένιο μέρος, όπου ζούσαν μόνο οι καλοί ήρωες. Η παχουλή, αλλά κομψή θεία Σόνια φαινόταν πολύ όμορφη, και ο άνδρας της ο Κόλια επίσης ήταν ωραίος, με χαμογελαστά γαλανά μάτια, και το σπίτι τους, ήταν διώροφο, αλλά με άδεια δωμάτια, γιατί δεν είχαν χρήματα για έπιπλα, φαινόταν πλούσιο και αρχοντικό.

Το μόνο που τους έλειπε, ήταν ένα παιδί. Γί αυτό το πονεμένο θέμα μιλούσαν πολύ συχνά, και η Θεία Σόνια κάθε φορά στενοχωριόταν όλο και περισσότερα. Η ελπίδες της πέθαιναν με τα χρόνια, που περνούσαν πολύ γρήγορα. Τελικά, υιοθέτησαν ένα κοριτσάκι, που μετά από δέκα οκτώ χρόνια τους έφερε μεγάλη στεναχώρια. Το νεογέννητο εξώγαμο κοριτσάκι το πήραν από το μαιευτήριο από μια ανήλικη κοπέλα, που έκανε πολλά χιλιόμετρα, φεύγοντας από το σπίτι της, για να γεννήσει αυτό το μωρό. Το κοριτσάκι μεγάλωνε στο σπίτι της Σόνιας και του Κόλια με πολύ αγάπη και στοργή, με μαθήματα πιάνου και χορού. Ήταν πραγματικό καμάρι για τη θεία Σόνια. Της έδωσαν και το όνομα της γιαγιάς  Άννας, μάνας του Κόλια. Αλλά μια μέρα ξαφνικά όλα άλλαξαν. Η δεκαοκτάχρονη πια Άννα άκουσε από κάποιον γείτονα ότι είναι υιοθετημένη, και η Σόνια και ο Κόλια δεν είναι πραγματικοί γονείς της. Από μια χαριτωμένη κοπέλα η Άννα έγινε ένα θηρίο. Απείλησε τους γονείς της ότι θα φύγει από το σπίτι. Αναζητούσε την πραγματική της μητέρα. Πού να ήξερε η θεία Σόνια ποια ήταν η μάνα της και πού μένει; Στο μαιευτήριο της Γκούτα –ούτα μπήκε η όμορφη νεαρή Ρωσίδα χωρίς χαρτιά και είπε ότι λέγεται «Παυλίδη», όπως τη συμβούλεψε ο γιατρός. Ήταν το επίθετο της Σόνιας. Πολλοί γιατροί ήθελαν να βοηθήσουν την Σόνια να αποκτήσει ένα παιδί. Η Σόνια για να σβήσει εντελώς από τη μνήμη της την υιοθεσία, σαν να γέννησε η ίδια αυτό το κοριτσάκι, ούτε ρώτησε το όνομα της πραγματικής μητέρας, την είδε μόνο μια φορά, αυτό ήταν.

Να, που μετά από δεκαοκτώ χρόνια η μοίρα της τής επιφύλαξε τέτοια κατάρα, να θέλει να φύγει η Άννα, να λέει ότι τους μισεί και να γίνει εντελώς άλλος άνθρωπος.
Η Άννα, τελικά, έφυγε, παρόλο που της είπαν «τη μισή αλήθεια», ότι δήθεν η Σόνια δεν είναι η πραγματική μητέρα της, αλλά ο Κόλια είναι ο πραγματικός πατέρας της, και αυτή είναι ο καρπός ενός καλοκαιρινού πάθους του Κόλια με μια νεαρή κοπέλα παραθερίστρια, που έφερε το νεογέννητο στον πατέρα του. Το σενάριο αυτό το δημιούργησε η ίδια η Σόνια.

Η Άννα άκουσε όλη την ιστορία του παράνομου έρωτα του πατέρα της και δεν είπε τίποτα, απλά μια μέρα εξαφανίστηκε. Δεν είπε ούτε αντίο, δεν τους έγραψε ούτε ένα σημείωμα, ούτε ένα γράμμα δεν έστειλε από κει που πήγε, και ποτέ δεν τους τηλεφώνησε, σαν να μην υπήρχε στη ζωή τους.

Η θεία Σόνια, απαρηγόρητη, όλο έκλαιγε, και μια μέρα είπε στον άνδρα της ότι πρέπει να φύγουν από αυτό το «καταραμένο» μέρος. Διαλύθηκε και η Σοβιετική Ένωση και όλοι οι ‘Ελληνες άρχισαν να μαζεύουν τις βαλίτσες για την  Ελλάδα.

Την απόφαση να φύγουν την πήραν γρήγορα, αλλά δεν μπορούσαν να πουλήσουν το σπίτι τους, και έτσι πέρασαν ακόμα δυο χρόνια και μετά άρχισε ο πόλεμος.

Η Αντιγόνα πολλές φορές τους σκεφτόταν και δεν μπορούσε να καταλάβει πού κάνανε λάθος αυτοί οι εξαιρετικοί άνθρωποι, αφού η ζωή τους ήταν σωστή, αληθινή, και δεν πλήγωσαν ποτέ κανέναν. Ακόμα και τα ζώα τους είχαν ανθρώπινα ονόματα, κι αυτά ήταν ευτυχισμένα μαζί τους: μια γάτα Μάσκα και ένας γάτος Βάσκα, το λυκόσκυλο Ντζεκ, ο παπαγάλος Αντόσκα και μια γουρούνα, Κάτικα.

Η γουρούνα βρέθηκε στο σπίτι τους για το κρέας της, την πήραν για να την εκτρέφουν και να τη σφάξουν για καβουρμά. Σαλάμια και άλλα αλλαντικά κατασκευάσματα, μπέικον και ζαμπόν δεν φτιάχνανε οι Πόντιοι, όπως οι Ρωσογερμανοί, που δεν άφηναν τίποτα να χαθεί από σφαγμένο ζώο.

Η Αντιγόνα μικρή, στο Καζακστάν, είχε μια φίλη Γερμανίδα, την Ίνγκα Μίλλερ, και ήξερε από κοντά πώς ζούσαν αυτοί οι άνθρωποι που είχαν ένα κοινό με τους Ποντίους. Και αυτοί ήταν εξόριστοι αλλά από τα Ουράλια, όπου εγκαταστάθηκαν από την εποχή της τσαρίνας Αικατερίνας, αυτοκρατόρισσας της Ρωσίας, γερμανικής καταγωγής. Όταν η Γερμανία ξεκίνησε το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο κατά της ΕΣΣΔ, και σκόπευε σε τρεις μήνες να φτάσει στα Ουράλια, οι σοβιετικοί στρατηγοί φοβήθηκαν τους Ρωσογερμανούς ότι θα συμμαχήσουν με τα στρατεύματα των γερμανών κατακτητών και τους εξόρισαν. Ο Στάλιν και το επιτελείο του δεν ήταν καθόλου σίγουροι, ότι θα καταφέρουν και θα σταματήσουν τον εχθρό μπροστά στην Μόσχα και το Στάλινγκραντ. Δεν υπολόγισαν σωστά τον πατριωτισμό των απλών στρατιωτών, οι οποίοι πολέμησαν μέχρι θανάτου και σταμάτησαν τους χιτλερικούς. Ο πόλεμος άρχισε να αναστρέφεται, οι Γερμανοί έφευγαν από την ΕΣΣΔ, ενώ οι εξόριστοι Ρωσογερμανοι έμειναν στην Ασία για πολλά χρόνια ακόμα, μέχρι που το 1991 μετανάστευσαν  στην ενωμένη Γερμανία. Για τους Γερμανούς η γιαγιά Μαρία έλεγε : «Δουλευταράδες, καθαροί άνθρωποι και πολύ νοικοκυραίοι, τίποτα δεν αφήνουν να χαθεί όταν σφάζουν γουρούνι, απ’ αυτούς πρέπει να μάθουμε πολλά».

Το κρέας της γουρούνας Κάτικα, που μεγάλωνε και χόντραινε, θα το έτρωγαν πολλοί άνθρωποι της γειτονιάς, ήταν η παράδοση τέτοια, όταν έσφαζαν ζώο, οργάνωναν ολόκληρη πανήγυρη.
Πέρασαν δύο μήνες και η θεία Σόνια κατάλαβε ότι είχε αγαπήσει και συνηθίσει την Κάτικα. Την έβγαζε από το χοιροστάσιο και την άφηνε να κάνει βόλτες στη μεγάλη τους αυλή. Όταν για πρώτη φορά η Κάτικα βγήκε έξω δεν έκανε καμιά αίσθηση στον Ντζεκ, τη δέχτηκε φιλικά, σα να ήταν κι αυτή σκύλος. Ούτε στις γάτες έκανε εντύπωση. Μόνο ο παπαγάλος έβγαζε κραυγές, προσπαθώντας να επικοινωνήσει με τη χοντρή άσπρη Κάτικα, αλλά αυτή δεν μπορούσε να σηκώσει το κεφάλι της και να τον κοιτάξει στο κλουβί, κρεμασμένο ψηλά στη συκιά. «Τα γουρούνια έχουν σχεδόν ανθρώπινο μυαλό,  έλεγε η θεία Σόνια. Μόνο που δεν μπορούν να σηκώσουν το κεφάλι και να κοιτάξουν τα άστρα στον ουρανό».

Έτσι μέσα στη μεγάλη παρέα ζώων και ανθρώπων μεγάλωσε η Κάτικα, έκλεισε ένα χρόνο ζωής και ζύγιζε εκατό κιλά. Ήρθε η ώρα για τη σφαγή, αλλά κανένας δεν μιλούσε γι’ αυτό. Ο θείος Κόλια έκρυβε τα γελαστά του μάτια και δεν απαντούσε, όταν τον πείραζαν οι γείτονες: «Πότε θα πας την αγαπημένη σου Κάτικα στο σφαγείο;»  τον ρωτούσαν επανειλημμένα.

Η γουρούνα πια δεν πήγαινε στο χοιροστάσιο, ζούσε στην αυλή με το σκύλο και τις γάτες, ανυποψίαστη για το τέλος της, που πλησίαζε. Πέρασαν ακόμα τέσσερις μήνες και πάχυνε τόσο πολύ, που πλέον δεν μπορούσε να σταθεί στα πόδια της. Ξαπλωμένη στο τσιμέντο της αυλής, δεν χαιρόταν πια την παρέα του κολλητού της σκύλου, ούτε έβγαζε φωνή. «Θα ψοφήσει, Κόλια,  έλεγε η Σόνια κλαψιάρικα, και εγώ δεν θα το αντέξω αυτό! Κάνε κάτι! Σχεδόν δεν της δίνω τροφή κι’ αυτή όλο χοντραίνει».

Έτσι, ο θείος Κόλια μια μέρα έφερε φορτηγάκι και ένα γερανό, και ξεκίνησε η επιχείρηση της μεταφοράς της Κάτικα στο σφαγείο. Μαζεύτηκαν οι γείτονες να την αποχαιρετήσουν, να πουν ένα «αντίο» στην έξυπνη γουρούνα που καταλαβαίνει τους ανθρώπους καλύτερα κ’ από το σκύλο. Οι άνδρες προσπαθούσαν να βοηθήσουν, οι γυναίκες σιωπηλά παρακολουθούσαν. Η Κάτικα δεν έβγαλε ούτε κιχ, αφέθηκε στην μοίρα της. Η θεία Σόνια έριξε το δάκρυ: «Δεν ήξερα ότι τα γουρούνια είναι σαν εμάς, τους ανθρώπους, ποτέ δεν θα πάρω γουρούνι, ούτε θα φάω χοιρινό!» είπε. Οι γείτονες Αμπχάζιοι κουνούσαν ικανοποιημένα τα κεφάλια τους: «Βλέπεις, και η παράδοσή μας δεν μας επιτρέπει να τρώμε χοιρινό, γιατί είναι βρόμικο κρέας, είναι από έξυπνο ζώο», εξηγούσαν.

Την Κάτικα την πήρε κάποιος φίλος του Κόλια, την έσφαξε και έφερε μερικά κιλά κρέας στη Σόνια, που ούτε το άγγιξε, έτσι όπως ήταν τυλιγμένο σε χαρτί εφημερίδας, το έδωσε σε μια γειτόνισσα Ρωσίδα με πολλά παιδιά και έναν άχρηστο τεμπέλη άνδρα.

Από τότε η θεία Σόνια έγινε σαν τους μουσουλμάνους Αμπχάζιους, δεν έτρωγε ποτέ χοιρινό, ακόμα και τον κιμά για τους κεφτέδες και τους λαχανοσαρμάδες, που σύμφωνα με τη συνταγή, γίνεται με χοιρινό και βοδινό κρέας, μισά – μισά, τα έκανε μόνο με βοδινό. «Οι κεφτέδες μου τώρα δεν είναι τόσο ζουμεροί και νόστιμοι όσο θα έπρεπε, αλλά δεν μπορώ να φάω χοιρινό μετά την Κάτικα, μου έρχεται να κάνω εμετό!», έλεγε  στους μουσαφίρηδες, όταν έκανε τραπεζώματα.

Αν και η Σόνια ήταν πολύ επικοινωνιακή , ο Κόλια σχεδόν δεν μιλούσε, μόνο χαμογελούσε. Τα γαλάζια του μάτια πάντα εκπέμπανε φως, αυτό αρκούσε για να τον συμπαθήσει κανείς από πρώτη ματιά. Ο θείος Κόλια ήταν σταθερός χαρακτήρας , λάτρευε τη γυναίκα του, και ποτέ δεν φώναζε, σε αντίθεση με τη θεία Σόνια που ήταν φωνακλού. Έπινε την τσάτσα του, ένα ποτό σαν το τσίπουρο, φτιαγμένο από σταφύλι, και βαρύ, πάνω από σαράντα βαθμούς. Την τσάτσα την έφτιαχναν στα χωριά του Καυκάσου, και ήταν παράνομο το «χειροποίητο» αυτό ποτό. Για την τσάτσα την εποχή του Προέδρου Αντρόποφ, που διαδόθηκε ότι έχει και ελληνικές ρίζες, συλλαμβάνονταν επ’ αυτοφώρω . Την εποχή του ‘80’ στις πόλεις σχηματίζονταν τεράστιες ουρές στα σχεδόν άδεια από τρόφιμα μαγαζιά και μόνο σε συγκεκραμένες ώρες που πουλούσαν αλκοόλ. Επειδή οι ώρες πώλησης του αλκοόλ ήταν περιορισμένες , όπως και η ποσότητα των μπουκαλιών, ανά χέρι, τα πρόσωπα των μαζεμένων ανθρώπων έδειχναν ένα βαθύτατο προβληματισμό: «Θα προλάβω να  πάρω ένα μπουκαλάκι πολυπόθητο αλκοολούχο ποτό;»

«Η ζωή μας πληγώνει, πάντα χρειάζονται δυο-τρία ποτήρια βότκας για να λυτρωθείς», έλεγε ο υπερασπιστής των Ρώσων ο θείος Κόλια, όταν σχολίαζαν αρνητικά τον αλκοολισμό του λαού.

Η αλήθεια είναι ότι στην αμπχαζική «Γκούτα – ούτα» που δεν είχε αλκοολικούς οι λέξεις «Ρώσος» και «αλκοολικός» ήταν συνώνυμες. Οι Αμπχάζιοι ήταν άνθρωποι νηφάλιοι, καθόλου δεν έπιναν, ενώ οι Γεωργιανοί έπιναν κρασί. Πολλά λίτρα κρασί, ένα ποτάμι κρασί χυνόταν στα στόματά τους στους γάμους και της γιορτές.

Ο θείος Κόλια έπινε μερικές φορές την τσάτσα του για να βρει το κέφι του, να χαρεί την κουβέντα με το φίλο του, αλλά όταν τον πιέζανε να πιει κι άλλο, έλεγε «Παν μέτρο άριστον», είμαι Έλληνας και ξέρω!
===
Τελικά αποφάσισαν να φύγουν στην Ελλάδα, έτσι όπως ήταν, με μια βαλίτσα, και μέχρι να βρεθεί αγοραστής άφησαν το σπίτι τους στους γείτονες, προσωρινά, βέβαια. Το σπίτι αυτό ποτέ δεν πουλήθηκε γιατί μετά τον πόλεμο το κατέλαβαν κάποιοι από την τοπική εξουσία, έκαναν και πλαστά χαρτιά ότι ανήκει πλέον σ’ αυτούς.

Στο ταξίδι για την Ελλάδα, ο Κόλια και η Σόνια πήραν μαζί τους μόνο ρούχα, χρήματα σε δολάρια , και δεν ήταν πολλά, μόνο 1500. Πήραν και τροφές για το δρόμο: τυρί, βρασμένα αυγά και πατάτες, καπνιστό σαλάμι, τουρσί και ψωμί. Πήραν και τα παπλώματα τους, τα μαξιλάρια και τα σεντόνια. Όλα αυτά τα φόρτωσαν στο «Λάντα», ένα παλιό αλλά με μεγάλες αντοχές αυτοκίνητο, και έφυγαν μια νύχτα, σαν τους κλέφτες. Ήδη είχε αρχίσει ο πραγματικός πόλεμος μεταξύ Αμπχαζίων και Γεωργιανών και οι θειοι αποφάσισαν να μην πούνε σε κανέναν ότι φεύγουν, φοβήθηκαν να μην τους ληστέψουν ή ακόμα και να τους σκοτώσουν.

«Αφού μείναμε ζωντανοί, εδώ, στο κέντρο των συγκρούσεων, αυτό σημαίνει ότι ο Θεός μας κράτησε για να προλάβουμε να φύγουμε στην Ελλάδα και να πεθάνουμε κάποια μέρα εκεί», είπε ο Κόλια.
Ήταν η εποχή του μίσους και του χάους, όταν οι άνθρωποι αποφάσισαν να δώσουν τέλος σε ό, τι δημιούργησαν, σε ό,τι πίστεψαν και σε ό,τι αγάπησαν. Ο Κόλια πλέον δεν αισθανόταν τίποτα για την Αμπχαζία και το μόνο, που ήθελε ήταν  να φύγει στην Ελλάδα.

Πέρασαν το Νέο Αφόν. Στο Σουχούμι κάνανε μια μικρή στάση για καφέ, στην τρομερή και απειλητικά έρημη παραλία. Στο μυαλό του Κόλια ήρθαν πολλές εικόνες μιας ολόκληρης ζωής με πολλές  χαρές και χρώματα. Θυμήθηκε τις βόλτες που έκανε σ’ αυτήν την παραλία με φίλους του, πως πάντα εδώ μιλούσαν μόνο ποντιακά, για μην τους καταλάβουν οι άλλοι, αλλά πολλοί απ΄ τους άλλους – Γεωργιανοί, Αμπχάζιοι, Ρώσοι ήξεραν και ποντικά. Βαβυλώνα ήταν το Σουχούμι.

Μέχρι το Πότι και το Βατούμι δεν βγήκαν ούτε για κατούρημα. Όταν έφτασαν στα σύνορα της Γεωργίας – Τουρκίας, έπιασε τον Κόλια ξαφνικός πόνος στην κοιλιά. Είχε ιδρώσει και άρχισε να τρέμει, σαν να ήταν δηλητηριασμένος. Αλλά η Σόνια δεν πρόλαβε να στεναχωρηθεί, γρήγορα έγινε καλά και όλα του πέρασαν. «Από το άγχος ήταν», είπε, όταν γύρισε από τους θάμνους όπου και ξαλαφρώθηκε.

Και μετά, χλομός αλλά γελαστός, είπε: «Πόσες σφαίρες έφαγαν οι τοίχοι του σπιτιού μας, και ευτυχώς καμιά δεν μας άγγιξε, φαντάσου, τώρα να είχα πεθάνει απ’ το χέσιμο!»…

Η Σόνια γέλασε : «Χα-χα-χα!», ακούστηκε το ελαφρύ αλλά μακρύ γέλιο της στο συνοριακό δάσος του Καυκάσου.

Ο Κόλια κοίταξε γύρω του. Πάντα λάτρευε όλο αυτό το τοπίο με την άγρια φύση, την πλούσια βλάστηση, τα ψηλά βουνά. «Η Ελλάδα, λένε, δεν έχει πολύ πράσινο, μόνο θάλασσες και πέτρα…», είπε. «Δεν πειράζει που έχει μόνο πέτρα, θα μας κρατήσει σε αυτήν τη γη πιο δυνατά», απάντησε στον άνδρα της η Σόνια.

Τα σύνορα τα πέρασαν με ταλαιπωρία, δύο μέρες περίμεναν στην ουρά, είχε πολλά αυτοκίνητα με Πόντιους που φεύγανε για πάντα στην Ελλάδα. Μπορούσαν να περάσουν και πιο γρήγορα, αλλά οι τελωνιακοί ήθελαν «φακελάκι» σε δολάρια. Η Σόνια αποφάσισε να μη δώσουν τίποτα και να περιμένουν.

Όταν πέρασαν τα σύνορα και πλησίαζαν στην Τραπεζούντα η Σόνια περίμενε ότι θα συγκινηθεί, ήταν η πατρίδα της γιαγιάς της από την πλευρά του πατέρα της. Αλλά τίποτα δεν αισθάνθηκε, μόνο κούραση, και είπε στον Κόλια να μη σταματήσουν, να προχωρήσουν, να πάνε πιο γρήγορα στην Ελλάδα.

Τα σύνορα με την Ελλάδα τα πέρασαν χωρίς την ταλαιπωρία που φάγανε στα σύνορα Γεωργίας – Τουρκίας.

Μόλις πέρασαν τους Κήπους, ο Κόλια σταμάτησε, βγήκε από το αυτοκίνητο, κάθισε στο χώμα. Η θεία Σόνια τον κοιτούσε απ’ το παράθυρο του αυτοκινήτου, νόμιζε ότι βγήκε για κατούρημα.

Τη φώναξε ο Κόλια: «Σόνια, βγες έξω, πάτα εδώ. Φτάσαμε, εδώ είναι ελληνική γη”.

Η Σόνια βγήκε βιαστική: «Τι λες;»

«Φτάσαμε! Ελλάδα είμαστε!», επανέλαβε, και την κοίταξε με κουρασμένα, αλλά πάντα χαμογελαστά μάτια.

«Ελλάδα είναι; Ήρθαμε; Δεν μπορεί! Είμαστε Ελλάδα;», ρωτούσε ξανά και ξανά η Σόνια σαν να μη πέρασε μόλις τα σύνορα της χώρας, και μετά είπε ένα «αχ!» και έπεσε κάτω. Ο Κόλια αμέσως κατάλαβε ότι η Σόνια δεν του κάνει πλάκα, έτρεξε κοντά της.

Η Σόνια έφευγε με μεγάλη ταχύτητα από τη Γη… αλλά ακόμα τον κοιτούσε. Ενώ ήταν ξαπλωμένη φαινόταν ότι ήταν ήδη ψηλά. Το πρόσωπό της απέκτησε μια ηρεμία. Έλαμψε. Έφυγαν οι στενοχώριες, οι φόβοι και η κούραση. Οι ρυτίδες της εξαφανίστηκαν. Έδειχνε ευτυχισμένη και γαλήνια, κι ο Κόλια κατά βάθος το χάρηκε, γιατί είχε πολύ καιρό να δει τη Σόνια ευτυχισμένη κι ήρεμη.

Αργότερα οι γιατροί του είπαν ότι η Σόνια πέθανε από το έμφραγμα που προκάλεσε η ξαφνική χαρά, αλλά ο Κόλια ήξερε, ότι η Σόνια έχει πεθάνει από τότε που τους εγκατέλειψε η κόρη τους, και τώρα, που έφτασαν στην Ελλάδα η ψυχή της ίσα –ίσα ζωντάνεψε, υψώθηκε, αλλά δεν άντεξε στο σώμα της και εκτοξεύτηκε στον ουρανό, στην αιωνιότητα.




Η Αντιγόνα πήγε στην κηδεία της θείας Λένας με μεγάλη χαρά, όσο κι αν ακούγεται μακάβριο. Της άρεζαν οι κηδείες των μεγάλων ανθρώπων... ήταν κηδείες όπου μπορούσε να σκεφτεί χωρίς κανέναν πόνο, για αιώνια θέματα  ζωής και θανάτου. Κηδείες όπου γινόταν «αναπαράσταση του θανάτου της» και έτσι έδιωχνε το φόβο για το τέλος της ζωής και για τους πεθαμένους.
Τη Θεία Λένα δεν πρόλαβε να τη γνωρίσει καλά, γι’ αυτό αισθανόταν τύψεις, και τώρα πήγαινε να την αποχαιρετήσει, να εκπληρώσει το χρέος μιας ανιψιάς.

Οδήγησε χίλια χιλιόμετρα μέχρι να πάει και να επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη στην Εύβοια. Εκεί έμενε η θεία με τη νύφη της. Ο γιος της Λένας, ο Νίκος είχε πεθάνει πριν μερικά χρόνια από καρκίνο και ο εγγονός της έφυγε στη Γερμανία, για να βρει δουλειά.

Στο δρόμο η Αντιγόνα θυμήθηκε πως πολλά χρόνια πριν, με τη μητέρα της, επισκέφτηκε τη θεία σε ένα κολχόζ στα βάθη της στέπας του Καζακστάν. Κατέβηκαν από το τρένο σε ένα σταθμό που έκανε στάση δυο λεπτών μόνο. Ισα – ίσα πρόλαβαν να πηδήξουν κάτω.

Θυμήθηκε τους δρόμους του «αούλ», καζάκικο χωριουδάκι που έμενε η θεία Λένα. Δρόμους σκεπασμένους με ένα παχύ στρώμα λεπτής σκόνης. Η Αντιγόνα είχε βγάλει τα παπούτσια της και πατούσε ξιπόλητη το δρόμο σαν να πατούσε σ’ ένα απαλό τρυφερό στρώμα από βαμβάκι ή πούπουλα, ήταν πολύ ωραία αίσθηση.

Λίγα δέντρα, πολύ σκόνη, και ζεστός αέρας... Οι άνθρωποι με τυλιγμένα τα κεφάλια τους με μαντίλες, ήταν σιωπηλοί, ίσως, σκέφτηκε τότε η Αντιγόνα, φοβόντουσαν να ανοίξουν τα στόματα τους, για να μην μπει η σκόνη μέσα τους. Η Αντιγόνα ήταν περίπου οκτώ χρόνων, αλλά κατάλαβε ότι η ζωή αυτών των ανθρώπων ήταν ένας συνεχής αγώνας κατά της σκόνης. Της έμεινε η ανάμνηση και για το «τοϊ», το ντόπιο πανηγύρι. Το άσπρο, μυρωδικό, αλλά χωρίς ίχνος μπαχαρικών πιλάφι, ήταν τόσο νόστιμο! Της είπαν ότι το προβατίσιο λίπος , ήταν εκείνο που του έδινε την ιδιαίτερη νοστιμιά …

Η θεία Λένα έμοιαζε με ασιάτισσα, καζάκα, μιλούσε άνετα την ντόπια γλώσσα… Λίγες οικογένειες εξόριστων από την Μαύρη θάλασσα Ποντίων έμειναν στο ξεχασμένο στις στέπες του Καζακστάν αυτό χωριό, αλλά όλοι έδειχναν ότι με τους Ασιάτες τα πήγαιναν πολύ καλά…

Η ζωή της θείας Λένας ήταν ήσυχη. Έμενε σ’ ένα σπίτι χωρίς ξύλινο πάτωμα, ήταν χωμάτινο, κάτι που έκανε μεγάλη εντύπωση στην Αντιγόνα, αλλά η Λένα είπε ότι είναι για τη δροσιά, οι θερμοκρασίες εδώ το καλοκαίρι έφταναν στους 50 βαθμούς.
Η θεία Λένα ήταν μακριά από τον πολιτισμό και τόσο αφελής, που ακόμα και τις βρισιές του άνδρα της τις θεωρούσε κανονικές λέξεις και τις χρησιμοποιούσε με εντελώς αθώο ύφος. Μιλούσε καλά μόνο ποντιακά και κοζάκικα, τα ρώσικά της ήταν κάπως λίγα. Ήταν πολύ αστείο όταν η θεια Λένα νόμιζε ότι εκφράζεται κανονικά, ενώ χρησιμοποιούσε με ένα αθώο ύφος ρωσικές βωμολοχίες, που είχε μάθει από τον άνδρα της, χωρίς να ξέρει τη σημασία τους... Έλεγε με ένα αθώο ύφος μια λέξη  ανεπίτρεπτη και όλοι σκάγανε από τα γέλια

Στην κηδεία της θείας Λένας ήρθαν πολλοί συγγενείς από Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Κατερίνη…. Περιμένοντας τον παπά, μαζευτήκαν κάτω από το κιόσκι, πίνανε καφέ και λέγανε τα νέα τους. Ήταν ευκαιρία να τα πούνε μεταξύ τους γιατί είχαν καιρό να έλθουν κοντά. Παραδόξως, στην Ελλάδα όλοι σκορπίστηκαν, ενώ στη μεγάλη Ρωσία ήταν πιο κοντά.

Η Αντιγόνα έπινε τον ελληνικό καφέ που έφτιαξε μια νεαρή γειτόνισσα και ξαφνικά άκουσε: «Αν ήταν τώρα ο Στάλιν εδώ θα έβγαζε κανέναν καλό λόγο για τη Λένα».

«Και γιατί δεν ήρθε ο Στάλιν να μιλήσει για την θεία Λένα», ρώτησε η Αντιγόνα με μια ειρωνεία.

«Ο Στάλιν πέθανε δύο χρόνια πριν. Και αν ήταν ζωντανός, πάλι άγνωστο είναι αν θα μιλούσε για την Ελενίτσα μας. Στην Ελλάδα τον έπιασε βαθειά στεναχώρια, σαν αρρώστια», απάντησε μια κυρία. Ήταν η Τάγια η κόρη του Στάλιν.

Ο Στάλιν δεν ήταν ο Μεγάλος Στάλιν, ήταν «ο μικρός Στάλιν» - έτσι τον φώναζαν όλοι στο χωριό. Το πραγματικό του όνομα ήταν Σταύρη.  Ήταν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά της οικογένειας Κωνσταντινίδη.

Το 1942 όταν ήρθαν οι Γερμανοί στο χωριό Ίλσκαγια, πενήντα χιλιόμετρα μακριά από τη μεγάλη πόλη Κρασνοντάρ,  ο Σταύρη μαζί με τα τρία του αδέλφια βρίσκονταν στο οικοτροφείο υπό τη φροντίδα του κράτους.

Ο πατέρας του χάθηκε στις φυλακές του Γκουλάγκ το 1937, πιθανόν τον εκτέλεσαν μαζί με τους άλλους Πόντιους, που είχαν την υπηκοότητα του Ελληνικού Βασιλείου και ζούσαν στην κομμουνιστική ΕΣΣΔ ως ξένοι. Τους δώσανε γη και σπίτια, σε αντάλλαγμα για να πάρουν τη σοβιετική υπηκοότητα, αλλά λίγοι άλλαξαν τα διαβατήρια και τα επίθετά τους. Οι περισσότεροι περίμεναν να φύγουν στην Ελλάδα.
Τα ίχνη του πατέρα του Σταύρη χάθηκαν και κανένας δεν μπόρεσε να μάθει πού βρίσκεται. Ο φόβος μπροστά στην τεράστια κρατική μηχανή δεν άφηνε περιθώρια για πολλές ερωτήσεις. Όλοι ξέρανε ότι δεν έκανε κάτι παράνομο, αλλά δεν τολμούσε κανείς να ρωτήσει αν ήταν νόμιμη η φυλάκιση του πατέρα τους.
Ήταν το κατεστημένο, ήταν το πεπρωμένο όλων των ανθρώπων στη χώρα αυτή.
H μητέρα του Σταύρη και αυτή βρισκόταν στην φυλακή. Ήταν γνωστό ότι βρισκόταν στα κάτεργα για τρία χρόνια. Το έγκλημά της ήταν μικρό, αλλά ασυγχώρητο από το κράτος του Στάλιν. Για να εξασφαλίσει το ψωμί των παιδιών της η Ελπίδα είχε πάρει στα κρυφά μερικά καλαμπόκια από τα χωράφια του κολχόζ, στο οποίο εργαζόταν μέρα – νύχτα.

Έτσι τα τέσσερά τους παιδιά ξαφνικά ορφάνεψαν και βρέθηκα υπό την κρατική μέριμνα. Στην ΕΣΣΔ αν οι γονείς δεν ήταν σωστοί πολίτες, τα παιδιά τους δεν έφταιγαν σε τίποτα…
Οι Γερμανοί κατακτητές κατέλαβαν το χωριό Ίλσκαγια το 1942. Μια μέρα περνούσαν για έλεγχο σε όλα τα δημόσια κτήρια, ήρθαν και στο οικοτροφείο. Ο Σταύρη ήταν ο μεγαλύτερος και τον ρώτησε ο Γερμανός το όνομα του και αυτός απάντησε: «Σταύρη». Είτε ο Γερμανός ήταν κουφός, είτε το καπέλο του έσφιγγε το αυτί του τόσο πολύ δεν άκουσε «Σταύρη» αλλά «Στάλιν».
«Στάλιν;» φώναξε αγριεμένος ο Γερμανός και έβαλε το πιστόλι του μπροστά στο πρόσωπο του Σταύρη, που δεν καταλάβανε τι συμβαίνει … «Στάλιν – Στάλιν!!!»,  φώναζε ο Γερμανός και έδωσε στους συνόδους του την εντολή για σύλληψη του Σταύρη .
Ο Σταύρη κατάλαβε ότι πρόκειται για παρεξήγηση, άρχισε να παρακαλεί το Γερμανό να τον πιστέψει ότι, ούτε Στάλιν είναι, ούτε έκανε απόπειρα να του κάνει πλάκα … Κανείς δεν ξέρει πώς έγινε το θαύμα, άλλα ο Γερμανός, ξαφνικά, όταν έμαθε ότι το επίθετο του είναι ελληνικό και ο νεαρός δεν είναι Ρώσος, άλλαξε τη γνώμη του.

Από τότε ο Σταύρη βαπτίστηκε στο χωριό «Ο μικρός Στάλιν».
Πολύ σύντομα ο Σταύρη σαν να ξέχασε το πραγματικό του όνομα και απαντούσε μόνο όταν τον φώναζαν «Μικρέ Στάλιν», μέχρι που και ο ίδιος άρχισε να συστήνεται με το παρατσούκλι.
Ο «Μικρός Στάλιν» ξαφνικά έδειξε ενδιαφέρον στη γεωγραφία και την ιστορία, πολύ γρήγορα έμαθε τα ονόματα σχεδόν όλων των ηγετών των κρατών του κόσμου. Με αυτόν τον τρόπο, στη μικρή κοινωνία των Ελλήνων, εξασφάλισε το κύρος του ως «Στάλιν».
Το 1949 μαζί με όλους τους Έλληνες εξορίστηκε. Στα εμπορικά βαγόνια ξεκινούσε το εφιαλτικό ταξίδι προς το νέο τόπο κατοικίας στο Καζακστάν, άκουγε βλασφημίες και κατάρες προς τον Στάλιν και δεν του άρεσε καθόλου αυτό, αλλά έκανε υπομονή.
Άρχιζαν να τον κοιτούν με κατηγορηματικό βλέμμα, δεν τον φοβόντουσαν, αλλά τον αντιμετώπιζαν σα να είχε και αυτός κάποιες ευθύνες για όλη αυτήν τη συμφορά, επειδή υιοθέτησε το όνομά του. Και όταν ο μικρός Στάλιν πλησίαζε τις οργισμένες γυναίκες, αυτές κλείνανε τα στόματά τους και περίμεναν να φύγει.

Mέχρι τα είκοσι τρία του είχε διαβάσει όλη τη βιβλιογραφία για τον Στάλιν. Παρήγγειλε στο ράπτη ένα χακί κοστούμι σαν αυτό που φορούσε ο Στάλιν. Ο καπελάς στην πόλη του έφτιαξε και ένα καπέλο σαν του Στάλιν, ένα πηλίκιο με αστέρι. Το καπέλο αυτό το πρόσεχε με δέος. Και φυσικά είχε αγοράσει και μπότες..
Έπαψε να χρησιμοποιεί το επίθετο «μικρός» και το όνομα του έγινε σκέτο «Στάλιν»

Το 1952 πέθανε ο ηγέτης της ΕΣΣΔ και ο Σταύρη πλέον δεν φοβόταν να συστήνεται και σε αγνώστους με το όνομα ‘Στάλιν’.
Παντρεύτηκε ως Στάλιν Κωνσταντινίδης. Βέβαια το πιστοποιητικό γάμου βγήκε με το κανονικό του όνομα, αλλά όλοι μιλούσαν για το γάμο του Στάλιν Κωνσταντινίδη με την Μαρία.
Το χακί κοστούμι με το πηλίκιο και τις μπότες ήταν τα πιο πολύτιμα πράγματα που είχε ο Στάλιν στη ζωή του.

Οι κόρες του πάντα τον παρακαλούσαν να καταργήσει το όνομα «Στάλιν», το όνομα που συμβόλιζε την κακοτυχία για τους Ποντίους. Αλλά δεν άκουγε , έλεγε «δεν φταίει ο Στάλιν για τα κακά τις μοίρας μας, φταίει η ιστορία». Οι κόρες του που γεννήθηκαν στο Καζακστάν  τον μαλώνανε: «Ο Στάλιν εκτέλεσε τον πατέρα σου, έβαλε στη φυλακή τη μητέρα σου, και όλους εσάς σας  έβγαλε από τα σπίτια σας και σας πέταξε στις στέπες της Ασίας, γιατί να τον αγαπάς τόσο πολύ;

Σε αυτές τις ερωτήσεις ο «Στάλιν» δεν απαντούσε, κουνούσε το κεφαλή του σαν να έλεγε «μη τα βάζετε με τον πατέρα σας», και μετά από περίπου μισή ώρα πέταγε:«…και ποιος ξέρει τι είναι ο καθένας στην ουσία; Ίσως και εγώ να έχω έναν προορισμό και δεν είναι τυχαίο που με φωνάζουν Στάλιν, αν και είμαι ένας απλός «γκρεκ», Έλληνας, αλλά μπορεί και να μην είμαι τόσο απλός, τίποτε τυχαίο δεν είναι, μερικές φορές νιώθω ότι φταίω κι’ εγώ για όλη αυτή τη δυστυχία που περάσαμε».
Δεν μιλούσε πολύ, και καλύτερα, γιατί διαφορετικά θα προκαλούσε επεισόδια μέσα από τις έντονες λογομαχίες γύρω από το θέμα, αν κάνει το σωστό που κρατάει το όνομα του πατερούλη της Σοβιετικής Ένωσης, σφαγέα των λαών. Οι Πόντιοι ήταν θερμόαιμοι και τα μαχαίρια τα έβγαζαν πολύ γρήγορα, για να λύσουν τις διαφορές μεταξύ τους. Σίγουρα θα έτρωγε ξύλο. Ευτυχώς, ο Σταύρη – Στάλιν ήταν ήσυχος και αφελής, αυτό ήταν που τον έσωζε.
Στους υπαλλήλους του δημόσιου απαγορευόταν να έχουν μουστάκι «αλά- Στάλιν» και γένια – μουστάκι « αλά – Λένιν, Μαρξ, Ένγκελς» Ήταν άγραφος νόμος.
Αλλά παραδόξως ο «Στάλιν» δεν κυνηγήθηκε ποτέ για το όνομά του και για το κοστούμι του με το καπέλο. Ίσως γιατί ποτέ δεν πήρε καμιά σπουδαία θέση στις κρατικές υπηρεσίες, εργαζόταν ως εργάτης οικοδόμος και γι’ αυτό δεν τον ενόχλησε κανένας.
Το χακί κοστούμι με το καπέλο και τις μπότες τα φορούσε μόνο για τις δημόσιες εμφανίσεις του, στους γάμους, βαφτίσια, κηδείες. Εκεί ήταν ο Στάλιν σε όλο το μεγαλείο του.

Μια φορά ένας συμπατριώτης του ο Κόστια Ιωαννίδη που δούλευε στο κολχόζ ως οδηγός τρακτέρ, παρακάλεσε τον «Στάλιν» να πάρει τηλέφωνο τον Πρώτο Γραμματέα του Κόμματος, για να του δώσουν νέο τρακτέρ. Στο κολχόζ τους έστειλαν τέσσερα τρακτέρ και  τα μοίρασαν μεταξύ γνωστών και με «μέσον».

«Και τι θα του πω; Εγώ δεν είμαι τίποτα»… , είπε ο Στάλιν
«Πώς!» αντέδρασε ο Κόστια. «Πες, ότι είσαι ο Στάλιν και θα σε υπακούσουν!». 

Έτσι κι’ έγινε. Ο Στάλιν πήρε τηλέφωνο, μίλησε με τον υπάλληλο εξηγώντας το θέμα, και ο υπάλληλος τον συνέδεσε με τον Πρώτο Γραμματέα. Αυτός τον ρώτησε γιατί ενδιαφέρεται, κι αν είναι συγγενής του Κόστια.

«Με λένε Στάλιν Κωνσταντινίδη και ο Κόστια είναι ο φίλος μου…» Μόνο αυτό είπε.
Στην άλλη άκρη της γραμμής δεν ακούστηκε τίποτα. Η σιωπή κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. Και μετά ο γραμματέας μίλησε  χαμηλόφωνα με ένα εμπιστευτικό ύφος,  του είπε: «Καλά, θα του δώσουμε καινούριο τρακτέρ».

Αυτή η ιστορία έφερε μεγάλη φήμη στον «Στάλιν» που  έγινε περιζήτητος. Συνέχεια τον καλούσαν σε γάμους και γιορτές, όλοι τον ήθελαν κοντά τους, να του κάνουν χειραψία, να του μιλήσουν, να τον συμβουλευτούν, και μετά να λένε:  «χθες ήπια βότκα με τον Στάλιν».  Κάθε οικογένεια ήθελε να τον έχει στο γάμο τους και μετά να λένε ότι ο γάμος ήταν καλός, ωραία η νύφη, ωραίο το τραπέζι, ήταν και ο Στάλιν εκεί και έκανε πολύ καλή πρόποση…»
Παρόλο ότι όλοι ήξεραν για ποιον Στάλιν μιλάνε, κάτι μαγικό γινόταν τη στιγμή που πρόφεραν το όνομα «Στάλιν», σαν να ήταν ο ίδιος, ή σκιά του, προκαλούσε και δέος, σεβασμό...
Ο ολιγομίλητος Σταύρη – Στάλιν με τα χρόνια «απελευθερώθηκε» και απέκτησε άνεση στην αγόρευση. Από ένα ντροπαλό νεαρό αγόρι μεταμορφώθηκε σε έναν αξιοπρεπέστατο κύριο με χακί κοστούμι.
Το όνομα του τον υποχρέωσε να μάθει να μιλάει σε μαζεμένο κόσμο, σε γάμους και σε κηδείες, να κάνει παρέα με πολλούς και στην ουσία με κανέναν…
Η δόξα τον έκανε άνθρωπο μοναχικό.
Αργότερα, άρχισε και να κουτσαίνει λίγο στο δεξί πόδι, σαν το Στάλιν. Παραπονιόταν ότι πήρε και τα κουσούρια του Μεγάλου Στάλιν…
Η εξουσία είναι σαν τον έρωτα, σε κάποιους δίνει φτερά, άλλους τους αλυσοδένει. Ο Στάλιν δημιουργούσε την αίσθηση ενός φτερωτού αλυσοδεμένου. Δεν πέταξε ποτέ ψηλά, αλλά τα φτερά του τα είχε μισάνοιχτα.

Οι κόρες του η Μαρία, η Τάγια και η Νάντια τον πήραν μαζί τους στην Ελλάδα, όταν παλιννόστησαν.
Εδώ ο Στάλιν μελαγχόλησε, σαν να έχασε το νόημα της ζωής του. Μετά αρρώστησε και πέθανε. Τον κήδεψαν με το χακί κοστούμι και το πηλίκιο. Στο φέρετρο έμοιαζε στον ίδιο το Στάλιν, αλλά είχε ένα ύφος πονηρού παιδιού που παίζει τον πεθαμένο, που κάνει ότι κοιμάται στα ψέματα... Πάντως τον αποχαιρέτησαν όλοι με ιδιαίτερο σεβασμό σαν να ήταν αξιωματούχος. Στη μαύρη γρανίτινη στήλη του τάφου του, ένας μαρμαρογλύπτης σκάλισε το πορτρέτο του και το πηλίκιο με το αστέρι και έγραψε: «Σταύρη (Στάλιν) Κωνσταντινίδης».
===
Το μνημόσυνο της θείας Λένας μετά την κηδεία της είχε ένα πανηγυρικό χαρακτήρα. Ίσως έφταιγε η βότκα που ήπιαν όλοι μετά από προπόσεις, ίσως και το πλούσιο, με ωραία φαγητά τραπέζι, ίσως και η ιστορία του μικρού Στάλιν, αλλά ήταν και η ίδια η θεία Λένα που με το θάνατο της έφερε σε όλους μια γλυκιά νοσταλγία για την αθωότητα που χάθηκε...


Πως ο θείος Κώστας έφτυσε τον Λένιν
Η Αντιγόνα λάτρευε τη Μόσχα. Η Κόκκινη πλατεία της πρωτεύουσας ήταν τόπος προσκυνήματος. Όσες φορές πήγαινε στη Μόσχα κάθε φορά πήγαινε και στην Κόκκινη Πλατεία. Αλλά ποτέ δεν μπήκε στο Μαυσωλείο, όπου βρισκόταν το λείψανο του «πιο ανθρώπινου ανθρώπου». Ήταν ο Λένιν. Παλιά δεν άντεχε τις τεράστιες ουρές, δεν της άρεσε να περιμένει τόσο πολύ για να ικανοποιήσει την περιέργεια της. Αλλά τα τελευταία χρόνια, μετά την κατάρρευση της χώρας, δεν υπήρχαν πια ουρές και θα μπορούσε άνετα να δει τον «Αγαπητό Λένιν»
Ο λαός μετά την επιστροφή στον καπιταλισμό δεν ήθελε πλέον το Λένιν και το σύνθημα «Το έργο του Λένιν ζει!» το έκαναν: «Το σώμα του Λένιν ζει!» Βέβαια στα ρωσικά ήταν εύστοχο λογοπαίγνιο γιατί το «έργο» λεγόταν «ντέλο» και το σώμα «τέλο» … Ήταν σαρκαστικό, αλλά οι άνθρωποι, που έπαψαν να φοβούνται πλέον το Λένιν, ήθελαν να εκφραστούν. Τόσα χρόνια περίμεναν να πουν την αλήθεια, αυτό που αισθάνονταν στην πραγματικότητα. Ότι το σώμα του βρίσκεται στη σαρκοφάγο και είναι εκτεθειμένο για προσκύνημα, αλλά ακόμα «υπάρχει»…
«Πάμε να το δούμε το Λένιν, γιατί μάλλον θα τον θάψουν επιτέλους και θα μετανιώσεις που έχασες την τελευταία ευκαιρία να τον δεις. Ανήκει στην ιστορία και πρέπει να τη σεβόμαστε», πρότεινε ο φίλος της Αντιγόνα, ο Νίκος Σιδηρόπουλος, ένας Έλληνας Μοσχοβίτης, ιστορικός. Είχε τη δική της άποψη για το λείψανο του Λένιν αλλά δέχτηκε την πρόταση του φίλου.
Έσκισαν την Κόκκινη πλατεία έφτασαν στο Μαυσωλείο και είδαν πως είναι νέκρα .. «Ο Λένιν είναι σε συντήρηση», έλεγε η γραπτή ανακοίνωση.
"Δεν χάνουμε και τίποτα, πάμε για καφέ!" είπε η Αντιγόνα. Ουσιαστικά δέχτηκε την πρόταση του Νίκου γιατί δεν ήθελε να του χαλάσει το χατίρι.
Κι ο Νίκος το χάρηε. Ως μοσχοβίτης τακτικά φιλοξενούσε τους συγγενείς του από το Καζακστάν και τη Νότια Ρωσία. Σε όλους έκανε ξενάγηση στην πρωτεύουσα και την Κόκκινη Πλατεία με αποκορύφωμα την επίσκεψη στο Μαυσωλείο. Ήταν δρομολόγιο καθιερωμένο για τον κάθε σοβιετικό πολίτη – επισκέπτη της Μόσχας. Κουραζόταν να ικανοποιήσει την περιέργεια συγγενών και φίλων, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Η φιλοξενία ήταν άγραφος νόμος: δεν υπάρχει «δεν μπορώ», «δεν έχω χρόνο» ή «δεν έχω χρήματα», υπάρχει μόνον «πρέπει».
«Κρατάμε συγγένειες και φιλίες εμείς οι Έλληνες, καμιά φορά γινόμαστε και θύματα, πήρα την απόφαση να μη χαλάσω σχέσεις με κανέναν και έκανα ότι μπορούσα να μείνουν όλοι πάντα ικανοποιημένοι», είπε ο Νίκος. «Μόνο τον θείο τον Κώστα φοβόμουν να τον πάω στο Μαυσωλείο, γιατί ο θείος μου είχε ένα απώτερο σκοπό στη ζωή του: να δει των Λένιν και.. να τον φτύσει. Ήταν φούρναρης και όλη του τη ζωή έψηνε ψωμί, αγαπούσε πολύ τη δουλειά του. Αλλά είχε και ένα μίσος για τον Λένιν και τον Στάλιν. Ήταν ένθερμος αντικομουνιστής. Αυτό έγινε μετά, όταν εξόρισαν την οικογένεια του σε 24 ώρες από το Κουμπάν, και αυτός δεν πρόλαβε καν να τους δει γιατί δούλευε στο μεγάλο φούρνο σε μια άλλη πόλη μερικά χιλιόμετρα μακριά και δεν ήξερε τίποτα. Πληγώθηκε πολύ.
 Η Αντιγόνα ζωντάνεψε: «Θέλω να τον γνωρίσω!», είπε.
«Ο θείος Κώστας έχει πεθάνει το 1998, στην Αθήνα. Και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν συγχώρησε τους κομμουνιστές για όλα αυτά που πέρασε αυτός και η οικογένεια του. Εξορίες, φυλακές και θάνατοι. Τον μισούσε το Λένιν, και θεωρούσε το κομμουνιστικό κόμμα απάνθρωπο γιατί με σημαία «την ανθρωπιά» είχε φέρει μεγάλες δυστυχίες στον αθώο κόσμο και στους Έλληνες.
===
Τελικά ο Νίκος δεν γλύτωσε από τον επικίνδυνο θείο. Πριν την αναχώρηση του θείου για πάντα στην Ελλάδα, το Νοέμβριο του 1989, όταν ήταν όλα τα έγγραφα ανάκτησης της ελληνικής ιθαγένειας τακτοποιημένα, ξαφνικά ο θείος Κώστας εξέφρασε την επιθυμία να πάει στο Μαυσωλείο, ενώ ήταν στην τελική ευθεία της "μεγάλης ιδέας" - της φυγής στην Ελλάδα.
«Παραγγείλαμε εισιτήρια για το τρένο από το σιδηροδρομικό σταθμό «Κιέβσκι» και μου λέει: «Άκου! Θέλω αύριο, πριν φύγω στην Ελλάδα, να με πας στο Μαυσωλείο! Να τον αποχαιρετήσω».
«Μα θείε, εσύ ποτέ δεν ήθελες τον Λένιν, έλεγες ότι είναι για φτύσιμο αυτός ο άνθρωπος!»
«Ακριβώς γι αυτό θέλω να πάω να τον δω πριν φύγω από αυτήν την καταραμένη χώρα!»
Ο Νίκος ήξερε καλά τον θείο του. Ήταν ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, να του πάει κόντρα. Ήταν ο αγαπημένος και σεβαστός θείος.
 Στην Κόκκινη Πλατεία περίμεναν πολύ ώρα στη μεγάλη ουρά που ξεκινούσε από το πάρκο Αλεξαντρίεφσκυ . Πριν την είσοδο στο Μαυσωλείο, μπροστά στη φρουρά και τους αστυνομικούς- ανθρώπους της υπηρεσίας πληροφοριών ο θείος Κώστας έβγαλε το καπέλο του, έκανε ένα τριπλό σταυρό και είπε φωναχτά: «Επιτέλους, διάβολε, θα σε δω και θα σε φτύσω! " και μπήκε μέσα.
-Θυμάμαι από τον φόβο έβγαλα κρύο ιδρώτα, κόπηκαν τα πόδια μου. Ομολογώ, ήμουν πολύ θυμωμένος μαζί του. Το 1989, παρά τις δημοκρατικές αλλαγές στη χώρα, ακόμα δεν μπορούσαμε να εκφραζόμαστε ελεύθερα. Υπήρχε και ο κίνδυνος της απαγόρευσης της εξόδου από τη χώρα. Και εγώ δεν άντεχα να έχω προβλήματα εξαιτίας του καπρίτσιου του θείου μου. ...Άρχισα να τον παρακαλάω να μη το κάνει. Δηλαδή να μη φτύσει τον Λένιν. Ο θείος δεν συμφωνούσε μαζί μου, επέμενε πως πρέπει να το κάνει στη μνήμη της μάνας του, του πατέρα του, των αδελφών του που σκοτώθηκαν στα γκούλαγκ, και αυτών που έμειναν ζωντανοί η ζωή τους έγινε κόλαση στη Σιβηρία και το Καζακστάν».
«Μη με παρακαλάς, θα το κάνω, γι αυτό ήρθα!», επέμενε.
Ο Νίκος ξαφνικά δάκρυσε από την αδυναμία: «Θείε μου, εσύ αύριο φεύγεις στην Ελλάδα, αλλά εγώ θα μείνω εδώ. Σπουδάζω, θέλω να βρω καλή δουλειά να κάνω καριέρα. Δεν θα φτύσεις το Λένιν, θα φτύσεις το μέλλον μου!»
Ο θείος κοίταξε τον αδύναμο ανιψιό του και προβληματίστηκε. Σίγουρα αγαπούσε το Νίκο, το γόνο του γένους Σιδηρόπουλου, αλλά η συγκίνηση του κράτησε για κάποια δευτερόλεπτα και επέμενε: «Πρέπει να τον φτύσω, είναι σημαντικό αυτό και για εσένα, Αν τον φτύσω, τότε θα απελευθερωθούμε απ’ αυτόν το διάβολο, θα είσαι πιο ελεύθερος, περήφανος».
Ο Νίκος κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος του. Αμέσως φαντάστηκε πως συλλαμβάνουν τον θειο του και τον ίδιο μαζί του, τους πάνε στην Ασφάλεια, τους ανακρίνουν προσπαθώντας να αποκαλύψουν σε ποια μυστική υπηρεσία ξένης χώρας υπηρετούν… Μετά του ήρθε μια παρήγορη ιδέα: «Αν μας συλλάβουν θα πω ότι ο θείος μου είναι τρελός…», σκέφτηκε.
Πλησίαζαν πια τη σαρκοφάγο. Ο Νίκος περίμενε τα χειρότερα. Ο θυμωμένος θείος με ένα ύφος αυστηρό, πήγε κοντά στο Λένιν, κοίταξε το πρόσωπο του για μερικά δευτερόλεπτα και είπε ψιθυριστά, αλλά ο Νίκος το άκουσε: «Λένιν, σε φτύνω όχι με τα σάλια μου, γιατί ο Νίκος δεν με αφήνει να το κάνω, σε φτύνω με όλη μου την ψυχή, να το ξέρεις!» Και έκανε μια απειλητική κίνηση προς τη σαρκοφάγο.
Ο Βλαντιμίρ Ιλιητς Λένιν ήταν παντελώς αδιάφορος για όλα αυτά. Και ξαφνικά ο θείος Κώστας συνειδητοποίησε, ότι ο Λένιν δεν είναι τίποτα, είναι ένα απλό συνηθισμένο ταλαιπωρημένο πτώμα που πάνω από μισό αιώνα περιμένει να μπει στο χώμα και δεν το αφήνουν. Συγκινήθηκε. Λυπήθηκε το πτώμα του Λένιν. Σκέφτηκε «ίσως είναι κατάρα για το ολόκληρο λαό, που δεν τον θάβουν. Και αν τον έθαβαν ίσως η χώρα δεν θα είχε περάσει τόσες δοκιμασίες και δυστυχίες από το κόμμα του Λένιν. Τον κοίταξε ακόμα μια φορά, και γύρισε το κεφάλι του στο φρουρό. Όλος ο θυμός του πήγε σ’ αυτόν, τον κοίταξε και αυτόν αυστηρά και του είπε φωναχτά «Γεια σας!.. Και αντίο!» Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και βγήκε έξω με βήματα μεγάλα και δυνατά.
Ο Νίκος δεν πίστευε στα μάτια του: «Σώθηκα! σώθηκε και ο θείος! Τώρα μπορεί να φύγει στην Ελλάδα!»
===
Χαιρετίζοντας το θείο Κώστα στο σιδηροδρομικό σταθμό Κίεφσκι, ο Νίκος σκέφτηκε ότι τελικά ίσως είχε δίκιο ο θειος. Πριν φύγει στην Ελλάδα τον έβλεπε πράγματι απελευθερωμένο, χαρούμενο και πολύ ομιλητικό. Έλεγε μια παλιά ιστορία που του συνέβη πριν την εξορία στη Σιβηρία:
«Μια φορά στο φούρνο μου έπεσε μια βεβαίωση από την τσέπη μου στο καζάνι με το ζυμάρι και δεν το πρόσεξα, ενώ τη χρειαζόμουν για μια δουλειά. Έψαχνα παντού και μετά από μέρες μου την έφερε μια θυμωμένη κυρία που τη βρήκε στο ψωμί της.
Άρχισε να μου λέει πως θα με καταγγείλει στο Σοβιέτ, γιατί δεν τηρώ τους κανόνες υγιεινής και διάφορες άλλες απειλές. Ήταν όμορφη. Και ξαφνικά της είπα: «Είσαστε πολύ καλή κυρία μου, και αν δεν βρίσκατε το χαρτί αυτό, δεν θα σας γνώριζα ποτέ, και χαίρομαι πολύ που σας γνώρισα».
Η κύρια κοκκίνισε, έκλεισε αμέσως το στόμα της και βιαστικά έφυγε. Αλλά, ξέρεις, Νίκο μου, εγώ κατάλαβα από την περπατησιά της πως της άρεσα, της άρεσαν και αυτά που της είπα!» 



Ο Πατέρας Βάνια

Ο πατέρας της Αντιγόνας επέμενε ότι θυμάται λίγες τραγωδίες από την εξορία της οικογένειάς τους το ‘42.

Τίποτα δεν τον φόβισε, ούτε η έλλειψη της τροφής, ούτε οι αρρώστιες και ο καθημερινός κίνδυνος. Ακόμα και οι πεθαμένοι, που τα πτώματά τους έμεναν μέρες στα βαγόνια μαζί με τους ζωντανούς, μέχρι τον επόμενο σταθμό, δεν τον φόβιζαν.
Η στέπα ήταν ατελείωτη, χωρίς πόλεις, χωριά και σταθμούς. Το φθινόπωρο μύριζε χειμώνας. Οι πεθαμένοι ήταν παρέα με τους ζωντανούς σαν να ήταν ζωντανοί και οι ζωντανοί, σαν να ήταν πεθαμένοι….κανένας δεν είχε πια αισθήσεις, όλοι είχαν αφεθεί στη μοίρα τους, και στο Θεό.

Τότε, το ’42, τον Βάνια τον είχε καταλάβει η χαρά του ταξιδιώτη. Μέσα του έκρυβε έναν ερευνητή που θα ήθελε να μάθει όλα όσα συμβαίνουν σ΄ αυτόν τον πλανήτη.

Και χρόνια μετά, στην Ελλάδα,  πολλές φορές τηλεφωνούσε στην Αντιγόνα και ρωτούσε: «Δες στο ιντερνέτ, πόσο στάρι παράγει η Ελλάδα. Και πόσο εισάγει. Πρέπει οπωσδήποτε να το πω στο καφενείο σήμερα το βράδυ. Εκεί λένε ότι η Ελλάδα δεν εισάγει σιτάρι και ζει από τη παραγωγή της. Τους λέω, ότι καμιά χώρα δεν παράγει όσο χρειάζεται, ιδίως η Ελλάδα! Δεν με πιστεύουν στο καφενείο, σε παρακαλώ, βγάλε στοιχεία, και γρήγορα!» Έκανε σαν μικρό ανυπόμονο παιδί.
Στο καφενείο δεν του άρεσε να παίζει χαρτιά ούτε τάβλι, ήξερε καλά να παίζει μόνο σκάκι, άλλα δεν έβρισκε στο χωριό συμπαίκτες. Μόνο ένας συμπατριώτης του, ο Γκεόργκι, ήξερε σκάκι. Και αυτός δεν ερχόταν τακτικά, μόνο όταν ήθελε να ποιεί. Πιωμένος ερχόταν στο καφενείο, και ο Βάνια δεν άντεχε τη δυσάρεστη αναπνοή του από τη βότκα και τα φτηνά τσιγάρα. Ο ίδιος είχε σταματήσει το κάπνισμα πέντε χρόνια πριν, όταν αισθάνθηκε πως είναι πλέον γεμάτος από νικοτίνη, και δεν μύριζε πια το φρέσκο αέρα του Φιλύρου.

Ο Βάνια έπαιζε σκάκι με τον Γκιόργκι και δεν κρατιόταν, το μάλωνε, και του έλεγε να μη πίνει πολύ στην ηλικία του.

Ο Γκεόργκι τον άκουγε, δεν αντιμιλούσε, τον κοιτούσε με ένα ενοχικό βλέμμα άτακτου παιδιού, καμιά φορά κάτι μουρμούριζε. Ήταν αφελής άνθρωπος, στα εβδομήντα πέντε του εργαζόταν σκληρά ως εργάτης οικοδόμος, ενώ ο Βανια δεν χρειάστηκε να βγει στο μεροκάματο, είχε φέρει χρήματα από τη Ρωσία. Κάποιες φορές ο Γκιόργκι θύμωνε και δεν ερχόταν για μέρες στο καφενείο, αφήνοντας τον Βάνια στη μοναξιά μέσα στους ντόπιους θαμώνες. Ήταν η τιμωρία του.

Τα βράδια το καφενείο βούιζε από φωνές, σα να ήταν σιδηροδρομικός σταθμός πριν την αναχώρηση των τρένων με τη διαφορά, ότι εδώ κανένας δεν βιαζόταν να φύγει, και δεν έχανε το τρένο του, εδώ όλα ήταν στάσιμα, και η φασαρία ήταν για τη φασαρία. Ο κάθε ένας φωνάζοντας ήθελε να επισημάνει την ύπαρξή του σε αυτό το κόσμο. Άλλες φορές μέσα σ’ αυτό το βουητό, τον Βάνια τον έπιανε νοσταλγία : «Θα φύγω πίσω, στην Ρωσία, εδώ με ποιον να μιλήσω, με ποιον να κάνω παρέα;». Είχε μεγάλη ανάγκη να μιλήσει, να προβληματιστεί, αλλά ελληνικά δεν έμαθε καλά, και δεν προσπάθησε, πιστεύοντας ότι αρκούν τα ποντιακά. Ακόμα και γλωσσολογικά ζητήματα τον ενδιέφεραν, ειδικά, οι έννοιες των λέξεων και η προέλευσή τους. «Α, κατάλαβα τώρα, γιατί λένε … «για σου» - «στην υγειά σου!» πολύ σωστό, έτσι χαιρετάμε και στα ρώσικα «ζντράβστβουϊ» που σημαίνει «να είσαι πάντα γερός!» Τελικά όλοι οι άνθρωποι σκέπτονται τα ίδια και με τον ίδιο τρόπο, αλλά γιατί τα λένε διαφορετικά και δεν καταλαβαίνουν ένας τον άλλον;» αναρωτιόταν.

Καθόταν μόνος στο τραπεζάκι του καφενείου, κοιτούσε με αυστηρό βλέμμα το γύρω κόσμο, τους ντόπιους Έλληνες, που έπιναν το καφεδάκι τους, κουτσομπόλευαν τους γείτονες, σχολίαζαν τα πολιτικά και τους πολιτικούς, παίζανε χαρτιά. Τα γεράματα τους ήταν καλά, οι περισσότεροι είχαν τις συντάξεις τους, τα σπίτια τους, τους γιατρούς τους.

Και στο Βάνια όλα πήγαν, δόξα το Θεό, καλά, αλλά δεν έβρισκε χαρά σ’ αυτήν τη χώρα. Μια έλεγε «καλοί-κακοί, εδώ γύρω μου όλοι Έλληνες είναι, δικό μας αίμα, ενώ εκεί (εννοούσε τη Ρωσία), σαν ξένοι ήμασταν. Εδώ παντού ελ-λη-νι-κά ακούω! Δεν τα καταλαβαίνω όλα, αλλά μ’ αρέσει μόνο να τα ακούω! Την άλλη στιγμή πάλι άλλαζε γνώμη, και επέμενε ότι έκανε μεγάλο λάθος που έφυγε από τη Ρωσία. «Όλα εδώ στην Ελλάδα είναι ακαταλαβίστικα. Οι παπάδες με ράσα καπνίζουν τσιγάρα στο δρόμο, και δεν ντρέπονται. Οι πολιτικοί βρίζουν ένας τον άλλον και μετά αγκαλιάζονται, σαν να είναι όλοι από ένα κόμμα, η νεολαία δε σέβεται τους μεγάλους στα λεωφορεία, ο κόσμος δεν αγαπάει τα ζώα, και το χωριό γέμισε αδέσποτα σκυλιά των μετανιωμένων ζωόφιλων. Απάνθρωποι! –έλεγε ο Βάνιας γιατί λυπόταν όλα τα ζωντανά, ακόμα και τις αράχνες. Έλεγε ότι και αυτές είναι ένα μέρος του οικοσυστήματος και δεν πρέπει να τις σκοτώνουμε.

Οι γονείς της Αντιγόνας καθημερινά μαγείρευαν μια μεγάλη κατσαρόλα σκυλίσιου φαγητού που το άφηναν πίσω από τα κάγκελα της αυλής τους σε ένα τενεκέ. Δεν άφηναν τα σκυλιά να μπαίνουν μέσα στην αυλή, για να μη σπιτωθούν.

Η Βάλια, η γυναίκα του, του έλεγε να μη γκρινιάζει: «Όλοι οι φίλοι σου είναι τώρα στην Ελλάδα, και όταν θα πεθάνεις θα έρθουν στην κηδεία σου. Αθήνα, Δράμα, Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη». Ενώ στη Ρωσία δεν έχεις πια κανέναν - έλεγε.

Και τότε τον Βάνια τον έπιανε υστερία : «Όταν θα πεθάνω, καθόλου δεν θα με νοιάζει ποιος θα έρθει στην κηδεία μου! Μόνο για τον εαυτό σου σκέφτεσαι, πώς θα οργανώσεις την κηδεία μου, και τί θα πει ο κόσμος! Κατάλαβε το, δε θα με νοιάζει ποιοι θα με θάψουν! Θα φύγω, θα φύγω στη Ρωσία!».

Όταν σε μερικά χρόνια και οι δυο σκοτώθηκαν σε τροχαίο στο θανατηφόρο Μαλιακό, στην κηδεία τους ήρθε πάρα πολύς κόσμος, Γρήγορα έμαθαν από τις τηλεοράσεις ότι ο Βάνια και η Βάλια έφυγαν τραγικά. Ήταν τα 131ά θύματα του συγκεκριμένου καταραμένου δρόμου από τη Θεσσαλονίκη προς την Αθήνα. Μαζί τους ήταν και η νονά της Αντιγόνα, η Νάντια. Παρέα έφυγαν και στην αιωνιότητα. Το μόνο παρήγορο ήταν ότι έφυγαν ευτυχισμένοι. Στην πόλη της Κατερίνης από όπου πέρασαν για να πάρουν μαζί τους την αγαπημένη τους φίλη, τη Νάντια έριξαν τόσο γέλιο, θυμήθηκαν τα παλιά χρόνια τους στο Καζακστάν, τις πλάκες που έκαναν.
Η Αντιγόνα αισθανόταν ενοχές για το θάνατό τους γιατί πάντα τους έλεγε να μη κάθονται σπίτι με γκρίνια, να ταξιδεύουν σε όλη την Ελλάδα. Αλλά τα τελευταία δυο χρόνια ο Βάνια δεν πήγαινε πουθενά, παρόλο που έλεγε ότι θέλει να φύγει και δεν ήξερε πού να πάει… Πιθανόν ήταν η κατάθλιψη που καταλαμβάνει τον άνθρωπο, όταν μετά από πολύ καιρό φτάνει στο τέλος του ονείρου του, στο τέλος μιας ιστορίας ή ενός παραμυθιού.

Στην κηδεία τους η Αντιγόνα κατάφερε μέσα στη θλίψη της να φωνάξει έναν λυράρη που συγκίνησε βαθύτατα, έφερε οδύνη, κι ο κόσμος έκλαψε με όλη του την ψυχή, πενθώντας τον Βάνια και την Βάλια και την κακή τους μοίρα.

Αλλά το μεγαλύτερο σαράκι για τον Βάνια ήταν ο γιος του ο Χάρης, πολλά χρόνια χρήστης ναρκωτικών, που βρισκόταν στις ελληνικές φυλακές. Δεν έγινε καλά στην Ελλάδα, όπως το περίμενε. «Εδώ τα ναρκωτικά κυκλοφορούσαν σχεδόν ελεύθερα έπρεπε να πηγαίναμε στο Φεγγάρι, για να γλιτώναμε το κακό»… - έλεγε με πικρή ειρωνεία ο Βάνια. Ο Χάρης δεν άλλαξε στην Ελλάδα, όπως ήλπιζε, και ντρεπόταν πολύ γι αυτό.

Μέσα σε όλα αυτά που τον στενοχώρησαν στην Ελλάδα, ο Βάνια μια μέρα, και για πρώτη φορά, μίλησε για την εξορία τους το ‘42. Μέχρι τότε δεν έλεγε ποτέ τίποτα. Ποτέ δεν είχε όρεξη να μιλάει γι’ αυτές τις τραγικές περιπέτειες που σημάδεψαν τις ζωές ολόκληρου λαού.

Ήταν μια μέρα, Κυριακή, ήρθαν στο σπίτι τους οι φίλοι, η Λήδα και ο Κώστας , ήρθαν και τα παιδιά τους, όλοι μαζεύτηκαν στο τραπέζι, έφαγαν καλά και ήπιαν λίγο κρασί και βότκα. Μετά ο Βάνια έφερε από την κρεβατοκάμαρα την ποντιακή λίρα –τον κεμεντζέ. Τις χορδές τις τέντωσε όπως ήθελε και άρχισε να παίζει και να τραγουδάει δικούς του στίχους. Έφυγε ο θυμός και εξέπεμπε φως και μια απεριόριστη χαρά το πρόσωπό του. Ήταν πλέον κάπου αλλού. Μισόκλεινε τα μάτια του σαν να είχε πάρει ένα φάρμακο χαλαρωτικό και έφευγε – έφευγε… Ήταν από τις λίγες φορές που αισθανόταν απόλυτα ευτυχισμένος και γαλήνιος.

Εκείνη την Κυριακή ο Βάνιας τραγουδούσε και τραγουδούσε, έβγαζε τα λόγια από την ψυχή του. Ένα πικρό μακρύ δάκρυ κατέβηκε από το αριστερό του μάτι. Δεν το σκούπισε. Την ίδια μέρα για πρώτη φορά μίλησε και για τα παιδικά του χρόνια και την εξορία τους.
Η Αντιγόνα πάντα ήθελε να μάθει την ιστορία αυτή και πολλές φορές ρωτούσε και τη γιαγιά Μαρία, τη «μάμα», για όσα είδε και όσα πέρασε στη ζωή της. Η μάμα αμέσως κατέβαζε το κεφάλι της σαν να περίμενε μια μπουνιά από πίσω, χαμήλωνε τη φωνή της και σχεδόν ψιθυριστά έλεγε: «Ήταν άσχημα χρόνια, μη με ρωτάς πολλά, και δε θυμάμαι τίποτα, τι να σου πω;» Εκεί σταματούσε όλη η κουβέντα, μετά έβρισκε πάντα κάτι να κάνει και εξαφανιζόταν. Η Αντιγόνα δεν επέμενε να την ενοχλήσει ξανά, γιατί φοβόταν μη φάει ξύλο, ήταν πολύ αυστηρή η μάμα.

===
Ο μικρός Βάνιας όταν άκουσε ότι όλοι από το χωριό φεύγουν κάπου μακριά, πήδηξε από τη χαρά του. Αμέσως φαντάσθηκε πως θα δει τρένα, αυτοκίνητα, καράβια, αεροπλάνα και κόσμο, πολύ κόσμο. Έτσι ακριβώς και έγινε: φεύγανε από το χωριό Λέσνογιε με φορτηγό - ο ένας πάνω στον άλλο μέχρι το Άντλερ και το Σουχούμι, από’ κει με το τρένο μέχρι το Μπακού. Στην Κασπία θάλασσα τους φόρτωσαν στο καράβι.
Το καράβι το συνόδευαν αεροπλάνα για να μην το βομβαρδίζουν τα γερμανικά αεροπλάνα, Μετά πάλι ήταν φορτηγά, τρένα, στην Καλμικία, στο Καζακστάν, Τουρκμενιστάν μέχρι και τη Σιβηρία.

Κανένας στο χωριό Λεσνόγιε δεν ήξερε πού θα τους πάνε οι ένοπλοι ρώσοι στρατιώτες με τα σκυλιά . Μόνο ο δάσκαλος ο Παναγιώτης ήξερε: «Στο Καζακστάν μας πάνε, εκεί θα ζήσουμε, μακριά από τη Μαύρη θάλασσα», είπε στη Μαρία, τη μάνα του Βάνια. Ο δάσκαλος δεν μιλούσε πολύ για το ταξίδι αυτό, δεν ήθελε και να απαντάει στις πολλές ερωτήσεις που του έκαναν, φαινόταν πολύ στεναχωρημένος, τα γαλανά του μάτια σκοτείνιασαν πολύ και έγιναν σαν μαύρα.

Ο Βάνιας μόλις πήγε στο δημοτικό σχολείο, δεν πρόλαβε καλά-καλά να γνωρίσει το δάσκαλο, αλλά πρόλαβε να τον συμπαθήσει γιατί αυτός θα τους μάθαινε ρώσικα γράμματα. Ο Βάνιας στα ρώσικα ήξερε μόνο τρεις λέξεις : «ντομ» σπίτι, «λες» δάσος και «τετράντ» τετράδιο και αυτές είχαν ελληνική προέλευση, απλά δεν το είχε καταλάβει τότε, αλλά πολύ αργότερα όταν άρχισε σαν μανιακός να ψάχνει παντού ελληνικά στοιχεία.

Το 1942 ο Βάνιας δεν ήξερε ρώσικα και δεν καταλάβαινε τι έλεγαν οι ρώσοι στρατιώτες. Κανένας δεν καταλάβανε ρώσικα, μόνο ο δάσκαλος Παναγιώτης, που έκανε και το μεταφραστή.

Ο πατέρας έλεγε ότι δεν θυμόταν ούτε τα δάκρυα και τα μοιρολόγια των γυναικών και των γέρων, που έκλαιγαν πικρά, έλεγαν πως ήρθε στη ζωή τους η νέα συμφορά. Στο χωριό έμειναν μόνο γυναίκες με παιδιά και ηλικιωμένοι. Πέντε χρόνια πριν, είχαν συλλάβει όλους τους άνδρες και τους έβαλαν στις φυλακές, όπως έλεγαν. Λέγανε επίσης ότι τους συλλάβισαν γιατί έβαζαν το Θεό πάνω απ’ όλα, ακόμα πάνω και απ’ τους κομμουνιστές. Οι κομμουνιστές - είναι γνωστό - δεν πίστευαν στο Θεό γιατί είχαν το δικό τους Θεό - τον αρχικομμουνιστή  το Λένιν. «Άλλο ο Θεός, άλλο ο Λένιν»- είπε ο Παντελής, ο πατέρας του Βάνια, και τον πήραν την άλλη μέρα στη φυλακή.

Ο Βάνιας δε θυμόταν τον πατέρα του, ήταν μόλις τριών χρόνων όταν τον πήραν οι καγκεμπίστες. Ήταν πολύ ήσυχος και αμίλητος άνθρωπος, αλλά πεισματάρης, ήταν πολύ πεπεισμένος ότι μια μέρα θα φύγει στην Ελλάδα και δεν κρύφτηκε στο δάσος.

«Γιατί να κρυφτώ, δεν έκανα τίποτα κακό σε κανέναν. Θα φύγουμε στην Ελλάδα, έτσι και αλλιώς, θα έρθει ένα καράβι και θα μας πάρει» - έλεγε στη γυναίκα του.

Τον συλλάβισαν, σα να ήταν κλέφτης ή δολοφόνος. Στη φυλακή πέθανε από πνευμονία, - έτσι έγραφε το επίσημο έγγραφο που έλαβε μετά από 20 χρόνια…

Ο Βάνια θυμόταν μόνο, πως η μητέρα του πριν αφήσουν το χωριό Λεσνόγιε, πρόλαβε και έσφαξε ένα γουρουνάκι, για να πάρει το κρέας μαζί τους και έσπασε όλα τα τζάμια των παραθύρων, να μην μπει κανένας ξένος μέσα. Όλοι πίστευαν ότι θα επιστρέψουν σύντομα.

Και το μεγάλο πλεκτό σάλι θυμόταν ο Βάνιας, σ’ αυτό το σάλι ήταν τυλιγμένος όλο το χειμώνα. Πολλές φορές στους σιδηροδρομικούς σταθμούς τον διώχνανε από τις ανδρικές τουαλέτες, νομίζοντας ότι είναι κορίτσι, τον έδιωχναν και από τις γυναικείες τουαλέτες, όταν τον βλέπανε που κατούραγε όρθιος.

Στη διαδρομή προς τον τόπο εξορίας κανένας δεν σκεφτόταν το μέλλον, σκεφτόταν μόνο την κάθε στιγμή, και το μόνο που φρόντιζαν με όλες τις δυνάμεις τους ήταν να διώχνουν το θάνατο. Ήταν μοναδικός σκοπός, το μεγάλο στοίχημα – να μην πεθάνει κανείς. Κάθε μέρα αρρώσταινε κάποιος. Η κόρη της Παρθένας έβγαλε μεγάλο πυρετό, ήταν η πνευμονία και το κορίτσι πέθανε πολύ γρήγορα. Μετά έφυγε και η Παρθένα, αφήνοντας τα άλλα τρία της παιδιά στα χέρια των ζωντανών. Η Μαρία, μέσα σ’ αυτό το χάος, φρόντιζε να μη χαθούν ο ένας από τον άλλο και να μείνουν όλοι ζωντανοί. Την πείνα, το κρύο και τις αρρώστιες τα έδιωχναν με τις καθημερινές προσευχές τους προς το Θεό, το Σωτήρα, τον Χριστό και την Παναγιά.

Στην Άλμα-ατά τη Μαρία με τα δύο παιδιά τους φιλοξένησε για λίγες ημέρες μια οικογένεια Ποντίων που ζούσαν εδώ ως «κουλάκοι», εξόριστοι από το 1933, πλούσιοι αγρότες που δεν ήθελαν να παραδώσουν στο κολχόζ την ιδιοκτησία τους.

Ο παππούς  της Αντιγόνα από τη μάνα της, ο Χαράλαμπος, ήταν πρόεδρος στο κολχόζ και δεν είχε να παραδώσει στο κράτος τα απαιτούμενα από το κολχόζ προϊόντα. Το μοιραίο λάθος του ήταν η απάντηση που έδωσε όταν τον ρώτησαν, γιατί δεν εκτελεί την εντολή του κόμματος. Έπρεπε να απαντήσει «Το σιτάρι, και άλλα αγροτικά προϊόντα υπάρχουν στα σπίτια των αγροτών, αλλά είναι κρυμμένα, κι εμείς θα ψάξουμε και υπόσχομαι ότι θα τα κατασχέσουμε, μόλις τα βρούμε!». Ο Χαράλαμπος είπε την πικρή αλήθεια , ότι «στο χωριό δεν υπάρχει ούτε ψωμί, ούτε αυγά. Είπε στα ίσα ότι ο κόσμος πεθαίνει από την πείνα».

Η λάθος απάντηση του στοίχισε τη ζωή του. Τον συλλάβανε – ήταν το 1937- και την ίδια μέρα τον πήγανε στο Κρασνοντάρ, στη μεγάλη πόλη, και από τότε κανένας δεν ήξερε τι απέγινε ο Χαράλαμπος. Μετά ήρθε ένα χαρτί στην οικογένεια ότι πέθανε. Κανένας δεν το πίστεψε, αλλά το αποδέχτηκαν, και μόνο το ‘53 εμάθαν την αλήθεια, ότι την άλλη μέρα της σύλληψής του, μετά από την ανάκριση του στην Κα-Γκε-Μπε, τον σκότωσαν μπροστά στον τοίχο μαζί με άλλους τρεις προέδρους των κολχόζ. «Καλύτερα έτσι, δεν βασανίστηκε πολύ όπως εμείς», είπε η γυναίκα του, η Άννα, όταν έμαθε αυτές τις λεπτομέρειες από τον Ευθύμιο Σαββουλίδη, που ήταν στην ίδια φυλακή. Ο Ευθύμιος ήταν από τους λίγους που επέζησαν, και αυτό, όπως επεσήμανε πάντα ο ίδιος, ήταν το θέλημα του Θεού. Ήταν πολύ πιστός, το Ευαγγέλιο ο Εφήμ δεν το άφηνε από τα χέρια του ούτε λεπτό. Ακόμα και την ώρα της ανάκρισης ο αξιωματούχος - καγκεμπίστας νευρίασε πολύ, αλλά δεν τόλμησε να κατασχέσει το Ευαγγέλιο. Κάποια δύναμη τον σταματούσε να το κάνει, ποιος ξέρει, μπορεί βαθιά στην ψυχή του και αυτός να ήταν πιστός χριστιανός.

Ο Ευθύμιος επέμενε ότι ήταν το θέλημα του Θεού να μείνει ζωντανός στις σταλινικές φυλακές. «Εγώ δεν φοβήθηκα ούτε λεπτό, πίστευα ότι θα γλιτώσω – εξιστορούσε την περιπέτεια του στις φυλακές της Κα-Γκε-Μπε. Ο Εφήμ τελικά είχε μακρόχρονη ζωή, αφού σχεδόν στα ενενήντα πέθανε και όπως ήθελε και έγινε αυτό στην Ελλάδα, όπου έφτασε με τα εγγόνια του.

Ο πατέρας της Αντιγόνα, ο Βάνια δεν θυμόταν τίποτα κακό ή τραγικό από το ταξίδι της εξορίας τους. Η Αντιγόνα απορούσε: «Καλά δεν πεινούσες, δεν είχες κλάψει από τον πόνο και φόβο;». «Όχι, έλεγε, θυμάμαι πως ζητιάνεψα και δεν ντρεπόμουν καθόλου, ενώ η αδελφή μου η Ελένη δεν μπορούσε να το κάνει, ντρεπόταν».

Η Αντιγόνα ήξερε τον πατέρας της ως άνθρωπο πολύ διακριτικό και σεμνό. Ακόμα και στους γάμους ντρεπόταν να φανεί πεινασμένος, και όταν επέστρεφε στο σπίτι του αργά τη νύχτα κάθε φορά ξυπνούσε τη μάνα του ή τη γυναίκα του και ζητούσε να του στρώσουν τραπέζι. «Καλά Βάνια, στη χαρά ήσουν, δεν έφαγες!»,- γκρίνιαζε η γυναίκα του.

«Είναι καλό καμιά φορά να πεινάσεις στη ζωή σου, η πείνα δυναμώνει τις ψυχικές σου ικανότητες και αντοχές», έλεγε ο Βάνιας στα τραπέζια με τους φίλους με μπόλικους μεζέδες από χαβιάρι, βρασμένα κρέατα και τουρσιά.

Στο μεγάλο σταθμό του Νοβοσιμπίρσκ, στην καρδιά της Σιβηρίας η Μαρία με τα δύο της παιδιά της και ακόμα επτά οικογένειες από το χωριό τους έμεναν έναν ολόκληρο μήνα. Ήταν Νοέμβριος του 1942. Περίμεναν το τρένο που θα τους πήγαινε στον τόπο προορισμού. Το κτίριο του σιδηροδρομικού σταθμού ήταν ένα μέγαρο με κολόνες, με γλυπτά και με μαρμάρινα πατώματα. Όλοι κοιμόντουσαν κάτω στα μάρμαρα. Ο Βάνιας, τυλιγμένος στο μάλλινο πλεκτό σάλι της μάνας του, δεν καθόταν ούτε λεπτό ήσυχος. Όλο εξαφανιζόταν, έλειπε πολλές ώρες, μετά γυρνούσε με γεμάτες τσέπες ψωμί . Έτσι, γλίτωνε το ξύλο για την πολύωρη εξαφάνιση του. Το ψωμί που έφερνε το τρώγανε όλοι, αλλά ποτέ δεν άκουσε από κανέναν ένα «ευχαριστώ». Αυτή «η αγένεια» τον πλήγωνε, θύμωνε, αλλά δεν έλεγε τίποτα. Καθόταν λίγο, κοιτάζοντας όλους να μασάνε την τροφή που τους έφερνε και μετά βαριόταν πάλι, έλεγε ότι πάει τουαλέτα και έφευγε για περιπέτειες. Τις στιγμές αυτές ο Βάνια δεν τις ξεχνάει, γιατί του είχαν αποκαλύψει πολλά καινούρια πράγματα και τον άγνωστο γι’ αυτόν κόσμο.

Μια φορά γνώρισε ένα στρατιώτη χωρίς πόδια, που καθόταν σε μια ξύλινη καρότσα και ζητιάνευε. Ο Βάνιας τον λυπήθηκε, δεν σκέφτηκε πολύ, και του έδωσε όλο το ψωμί που είχε μαζέψει. Ο στρατιώτης δάκρυσε, χάιδεψε το κεφάλι του Βάνια σκεπασμένο με το μάλλινο σάλι, κάτι του είπε στα ρώσικα, ο Βάνιας δεν κατάλαβε τίποτα και έφυγε βιαστικά.

Άλλη μια φορά άκουσε πυροβολισμούς και έτρεξε να δει. Τον έπιασε ένας άνδρας και τον έσπρωξε κάτω. Είδε πως δυο άτομα κρύφτηκαν πίσω από ένα βαγόνι. Όταν σηκώθηκε, μπροστά του φύτρωσαν τρεις άνδρες με στολές. Κάτι φώναζαν, ο Βάνιας έφυγε και μπήκε στο κτίριο του σταθμού. Ποτέ δεν χανόταν, πάντα έβρισκε τους δικούς του, μόνιμα ξαπλωμένους στο πάτωμα σα να είχαν κολλήσει στο κρύο αυτό μάρμαρο. Μόνο μια φορά κατάλαβε ότι θα είχε χαθεί από την οικογένεια του, και ίσως για πάντα, όταν βρέθηκε σε μια ουρά παιδιών που κάτι περίμεναν. Νόμιζε ότι μοιράζουν τροφή και πήρε τη σειρά. Μετά αντιλήφθηκε ότι στην ουρά ήταν μόνο παιδιά σαν αυτόν και μεγαλύτερα. Δεν άργησε να καταλάβει ότι εδώ ψωμί δεν θα πάρει, άλλα γίνεται κάτι άλλο. Όταν έφτασε η σειρά του και τον άρπαξε μια χοντρή γυναίκα με πολύ δυνατή φωνή και τον έσπρωξε μέσα στο δωμάτιο, λέγοντας κάτι, φοβήθηκε. Ήταν η επιτροπή που μάζευε τα άστεγα ορφανά παιδιά για τα ορφανοτροφεία. Ο Βάνιας γλίστρησε από τα χέρια της χοντρής και έτρεξε πολύ γρήγορα για να μην τον πιάσουν. Βρήκε τη μάνα του ξαπλωμένη όπως πάντα στο πάτωμα και βούτηξε μέσα στα παπλώματα. Η Μαρία άρχιζε να τον ρωτάει. «Ρίζαμ, ντο έντονε;» τι έγινε μωρό μου; Και ο Βάνια δεν ήξερε τι να πει, γιατί απλά δεν ήξερε. Τον έπιασαν τα κλάματα, μετά ξέσπασε σε λυγμούς, και αντί για παρηγοριά έφαγε χαστούκι από τη μάνα του. «Για να μην απομακρύνεσαι για πολύ ώρα!» του είπε. Τότε σταμάτησε να κλαίει και αμέσως κοιμήθηκε στη ζεστή αγκαλιά της μάνας του σα να ήταν βρέφος.

«Αν θα με έπαιρναν στο ορφανοτροφείο, θα ήμουν κάπου άλλου και θα είχα άλλη ζωή», έλεγε μετά στα παιδιά του. «Ξέρεις πόσα παιδιά χάθηκαν στον πόλεμο και στην εξορία!». Και τότε ίσως δεν θα μάθαινα ποτέ ότι ήμουν γεννημένος Έλληνας και οι μνήμες μου θα ήταν άλλες».



Η γιαγιά   Μαρία μισούσε τον Στάλιν. «Αυτός ο διάβολος  - έλεγε - που έσφαξε τόσο και τόσο κόσμο, πήρε και τον άνδρα μου!» Τον μισούσε πραγματικά, ενώ παράλληλα  τον σεβόταν, ήταν εξουσία. Για τον Λένιν έλεγε: «φαίνεται καλός, αλλά το ίδιο με τον Στάλιν δεν ήταν; Άρα δεν ήταν και τόσο καλός και έξυπνος όσο λένε, διαφορετικά θα είχε  βάλει κάποιον άλλον στη θέση του όταν αρρώστησε».

Ο σεβασμός της γιαγιάς για τα πολιτικά πρόσωπα εκδηλωνόταν  μια φορά την εβδομάδα, όταν ετοίμαζε χαρτί για την τουαλέτα από τις εφημερίδες. Πάντα έκοβε τις φωτογραφίες του Λένιν,  του Μπρέζνιεφ και των άλλων μελών  της κυβέρνησης από εφημερίδες. Τα πορτρέτα τα  έσκιζε σε μικρά κομματάκια και τα πετούσε στα σκουπίδια, ενώ από άλλες σελίδες έκανε μικρότερα φύλλα και τα τοποθετούσε  σε ένα καθαρό καλαθάκι που κρεμόταν στην τουαλέτα. 

Στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε χαρτί υγείας για το λαό, ενώ υπήρχαν πολλές εφημερίδες, που καθημερινά έφερναν χιλιάδες ταχυδρόμοι σε όλα τα  σπίτια των πολιτών. Ακόμα και σε απομακρυσμένα χωριά έφταναν καθημερινά οι εφημερίδες. Όλους τους  ανάγκαζαν να γίνουν  συνδρομητές,  έστω μιας  εφημερίδας. Για να διευκολύνουν τη διαδικασία  πληρωμής της ετήσιας συνδρομής, το ποσό  αφαιρούνταν  από το μισθό του εργαζόμενου, αφού οι  εγγραφές γίνονταν απευθείας στους χώρους εργασίας. Έτσι, σχεδόν κάθε σπίτι καθημερινά, εκτός της Κυριακής, είχε εφημερίδες. Κανένας δεν διαμαρτυρόταν γι’ αυτήν την αναγκαστική συνδρομή,  γιατί οι εφημερίδες από μαλακό χαρτί ήταν πολύ χρήσιμες στις καθημερινές ανάγκες κάθε οικογένειας, ειδικά στην τουαλέτα.
Η γιαγιά έλεγε ότι δεν είναι σωστό να σκουπίζεις τον κώλο σου με το πρόσωπο του Μπρέζνιεφ ή του Λένιν! Οι φωτογραφίες τους δεν έλειπαν ποτέ από τις σελίδες  των εφημερίδων, με πολλά εκατομμύρια φύλλα. Αγράμματη, δεν ήξερε να διαβάζει, ξεφύλλιζε με σοβαρό ύφος  την «Πράβντα», την «Ιζβέστια» την «Τρουντ» και άλλες δύο εφημερίδες (ο γιός της , επειδή είχε διευθύνουσα θέση, ήταν συνδρομητής πολλών εφημερίδων, για να μη δώσει αφορμή για σχόλια ως  διαφωνών  με το καθεστώς).
Η Αντιγόνα  κορόιδευε τη γιαγιά της για την επιμονή της να μη σκουπιστεί κανένας με τη φωτογραφία του Λένιν, αλλά αργότερα έμαθε ότι τελικά η γιαγιά με αυτήν την πράξη προστάτεψε την οικογένειά της  από τις συνέπειες που μπορούσε να επιφέρει  στην υγεία  η χρήση της εφημερίδας, ως χαρτί για την  τουαλέτα.  Οι φωτογραφίες που αφαιρούσε είχαν περισσότερο τυπογραφικό μελάνι σε σχέση με τα γράμματα.  

 Στα μαθήματα της χημείας ο δάσκαλος, ο πολύ αγαπημένος  Μιχαήλ Σεργέεβιτς, εξηγούσε στους μαθητές να μη χρησιμοποιούν  το χαρτί εφημερίδας στις  τουαλέτες, γιατί είναι επικίνδυνο για την υγεία,  λόγω των χημικών ουσιών που περιέχει το  μελάνι.  Ο αστείος Λιόσκα, ένα παιδί που ασταμάτητα έκανε πλάκες, αμέσως ρώτησε το χημικό: «Αφού είναι επικίνδυνο για την υγεία, τότε με τι σκουπίζονται ο πρόεδρος της χώρας και η οικογένεια του;» Όλοι γέλασαν ενώ,  ανταλλάσσοντας συνωμοτικές ματιές, έδειξαν και ένα προβληματισμό που τους έκανε να γελάνε περισσότερο και ασταμάτητα. Μάλλον φαντάστηκαν τον Μπρέζνιεφ να σηκώνει τον ποπό  του και να σκουπίζεται με εφημερίδα με την μούρη του ίδιου. Και ο χημικός δεν κρατήθηκε,  γέλασε μαζί τους  και μετά είπε εντελώς σοβαρά: «Πράγματι, αυτό δεν το ξέρω. Και πώς θα το μάθουμε πάλι δεν το ξέρω. Μάλλον για   την κυβέρνηση παράγουν ειδικό χαρτί υγείας, μαλακό και άσπρο». 

H γιαγιά μισούσε τον Στάλιν, αλλά μια φορά ομολόγησε στην Αντιγόνα ότι έριξε δάκρυ,  όταν έμαθε ότι ο Στάλιν πέθανε.
===
Εκείνο το  πρωινό στο ραδιόφωνο, άκουσε μια μελαγχολική  μελωδία,  αντί της γυμναστικής του καθημερινού προγράμματος που μεταδιδόταν συνήθως αυτήν την  ώρα. Ήταν η Έβδομη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά η γιαγιά δεν ήξερε τον Μπετόβεν, θυμόταν  μόνο ότι η μουσική αυτή ράγιζε την καρδιά της. Σε όλα τα σπίτια, σε όλη την επικράτεια της ΕΣΣΔ υπήρχαν μόνιμες κατασκευές ραδιοφώνων, κρεμασμένες στους τοίχους των σπιτιών εκατομμυρίων ανθρώπων. Τα ραδιόφωνα δούλευαν συνέχεια, δεν τα έκλεινε  κανένας - από τις έξι το πρωί έως της δώδεκα την νύχτα. Μετά από το «καληνύχτα» του εκφωνητή,  σιωπούσε μόνο του, και στις έξι το πρωί πάλι ξυπνούσε το σοβιετικό λαό με τον εθνικό ύμνο. Κανένας δεν έκλεινε τα ραδιόφωνα ποτέ, μόνο χαμήλωνε τον ήχο,  όταν χρειαζόταν.

Η  γιαγιά  Μαρία το πρωί τις 5ης Μαρτίου του 1953 στην Ασακάροβκα  του Βόρειου Καζακστάν, που εξόριστοι έμεναν τότε, για πρώτη φορά  δεν άκουσε την καθημερινή εκπομπή με τη γυμναστική στις έξι και μισή, νωρίτερα δεν άκουσε και τις ειδήσεις των έξι.  Δεν άκουσε και την «Πιονέρκαγια ζόρκα», μια εκπομπή για την κομμουνιστική νεολαία, που ήταν μετά την εκπομπή της  γυμναστικής, και πριν να φύγουν τα παιδιά για τα σχολεία τους. Συνήθως ο νέοι  μαζί με το πρωινό γάλα ή το τσάι, άκουγαν και τις ειδήσεις για την κομμουνιστική νεολαία και τους πιονέρους. Η γιαγιά δεν ήξερε καθόλου ρωσικά και δεν την ενδιέφεραν οι εκπομπές αυτές, απλά είχε συνηθίσει τα μουσικά σήματα αυτών των εκπομπών, που συνόδευαν την καθημερινότητά της. Στις ώρες αυτές έκανε συνήθως τις δουλειές της στην κουζίνα, όπου και κρεμόταν στον τοίχο η μικρή ραδιοσυσκευή με τα μοναδικά δύο κρατικά κανάλια.

Το πρωινό  εκείνο  άλλαξαν πολλά. Η ημέρα ξεκίνησε με άλλες μουσικές, με αργούς ρυθμούς. «Μπας και πέθανε αυτός ο διάολος;»- σκέφτηκε. Το όνομα του ποτέ δεν το ανέφερε. Κάτι πήρε το αυτί της, στη γειτονιά έλεγαν ότι δεν είναι καλά στην υγεία του.  Από το ραδιόφωνο  συνέχιζε η συμφωνική μουσική του Μπετόβεν. Πολύ βαριά  και μελαγχολική ακουγόταν η μουσική του σε αντίθεση με υπεραισιόδοξες χαρούμενες μουσικές των πρωινών εκπομπών. Για να μάθει τα νέα, πήγε στο μαγαζί για ψωμί. Εκεί έμαθε για το θάνατο του Στάλιν. Δεν πήρε  ψωμί, η ουρά  ήταν πάνω από δεκαπέντε άτομα, αμέσως έτρεξε στο σπίτι, γονάτισε  στην εικόνα της Παναγιάς, και άρχισε να προσεύχεται, να ευχαριστεί τον Χριστό και  όλους τους αγίους για την απελευθέρωση από τον τύραννο τον Στάλιν. «Επιτέλους  έφυγε, τόσο καιρό το περιμέναμε! σκέφτηκε και ξαφνικά, μετά  την προσευχή, έκλαψε. Τον λυπήθηκε, και όπως εξομολογήθηκε στην Αντιγόνα, μετά την προσευχή, ανεξήγητα αισθάνθηκε ότι ορφάνεψε. Τόσά χρόνια ζούσαν μαζί του, και τώρα τι θα γίνει; Θα είναι καλύτερα ή χειρότερα;  Η εμπειρία της έλεγε ότι θα ήταν  χειρότερα. Σ’ αυτά ήταν μαθημένη: από τα χειρότερα – στα χειρότερα.

Όταν πέθανε ο Στάλιν η γιαγιά ήταν μόλις σαράντα ενός χρόνων. Νέα γυναίκα όμορφη, αλλά με τα μαύρα που φορούσε, φαινόταν γριά. Η γιαγιά από τα 24,  από τότε που εκτέλεσαν τον άνδρα της στις σταλινικές φυλακές, φορούσε μόνο μαύρα.

Η  Αντιγόνα ακόμα δεν είχε γεννηθεί, και ο πατέρας της ακόμα δεν είχε γνωρίσει τη μάνα της, ούτε είχε μετακομίσει νότια,  στο Ντζάμπουλ, αλλά την εικόνα της γιαγιάς της, της  Μαρίας, που ευχαριστεί τη Παναγιά την ημέρα του πένθους,  την έχει φωτογραφήσει στο μυαλό της, σαν να ήταν μαζί της, μπροστά στο εικονοστάσιο του σπιτιού, σαν να χαιρόταν μαζί της μέσα από την προσευχή για τα καλά νέα, το θάνατο του μεγάλου Στάλιν, που προκάλεσε μεγάλη ταραχή στις καρδιές όλων των ανθρώπων και σκορπούσε φόβο ακόμα και μετά θάνατον.

===
Μια φορά, σε ένα από τα πολλά πικνίκ που οργάνωναν οι μεγάλοι, με ψάρεμα στις λίμνες και πολύωρα γλέντια, ο Σεργέι, διευθυντής του πατέρα της Αντιγόνα, διηγήθηκε σε όλη την παρέα την ιστορία της οικογένειάς του, και πώς βρέθηκαν στο Καζακστάν, αν και Μοσχοβίτες  γέννημα θρέμμα.

Λέγανε ιστορίες παλιές και ο πατέρας της, ένας εξόριστος καυκάσιος Έλληνας, αφηγούνταν τι πέρασε στα μέρη αυτά. Ρώτησε, βέβαια, και τον Σεργέι Σεργέεβιτς πώς βρέθηκε σ΄αυτήν τη χώρα. Ο  θείος Σεργέι, όπως τον φώναζε η δεκάχρονη τότε Αντιγόνα,  ήταν πολύ χαλαρός μετά τη νοστιμότατη ψαρόσουπα μαγειρεμένη πάνω στη φωτιά και μερικά σφηνάκια βότκας. Πήρε θάρρος και αποφάσισε για πρώτη φορά – όπως είπε- να πει την ιστορία της εξόντωσης της οικογενείας του. 

«Δεν θα το πιστέψεις, Βάνια, εσάς σας εξόρισε ο Στάλιν εν ζωή και εμάς μας εξόρισε ο Στάλιν μετά θάνατον! Τον πατέρα μου, τον πρώτο μηχανικό του εργοστασίου τον εξόρισαν από την Μόσχα, σε εικοσιτέσσερις ώρες μετά την ανακοίνωση του θανάτου του «πατέρα του έθνους». Αλλά για όλα έφταιγε, έφταιγα και  εγώ ο ίδιος και .. ο γάτος μας, - είπε ο Σεργέι Σεργεεβιτς, και άρχισε να γελάει. Ένα ακόμη σφηνάκι βότκας τον έκανε ακόμα πιο χαλαρό και ομιλητικό.

Ο Σεργέι τότε ήταν δώδεκα χρονών. Η ανακοίνωση του θανάτου του Στάλιν τον βρήκε το πρωί, ενώ βρισκόταν στο σχολείο. Ακυρώθηκαν τα μαθήματα σε όλη τη χώρα για τρεις ήμερες, και οι καθηγητές  λόγω πένθους άφησαν τα παιδιά να πάνε στα σπίτια τους. Βγαίνοντας από την τάξη ο Σεργέι από την χαρά του που δεν θα έχει μάθημα, φώναζε «Ουρά!- δηλαδή – «ζήτω!»- Ο Στάλιν πέθανε, έχουμε διακοπές!». 

Όταν έφτασε στο σπίτι, βρήκε εκεί την μητέρα του και τον κόκκινο χοντρό  γάτο τους, που καθόταν, όπως πάντα, πάνω στο ζεστό καλοριφέρ. Μόλις μπήκε χαρούμενος ο  Σερίοζα (έτσι τον φώναζαν οι γονείς του), ο γάτος σηκώθηκε για να πάει  κοντά του, και ξαφνικά  γλίστρησε, έπεσε  και εγκλωβίστηκε  στο πολύ στενό χώρο μεταξύ του τοίχου και του καλοριφέρ. Ο καημένος άρχιζε να τσιρίζει με όλες τις δυνάμεις που είχε, γιατί καιγόταν πολύ. Ακουγόταν σε όλη την οικοδομή μια γατίσια φωνή να φωνάζει βοήθεια.

Η μάνα του Σεργέι φοβήθηκε πολύ, μήπως οι γείτονες τους κατηγορήσουν για βεβήλωση του  πένθους. «Αχ, τι θα κάνουμε; Οι άλλοι θα πουν ότι επίτηδες πειράξαμε το γάτο για να δημιουργήσουμε φασαρία την ημέρα του πένθους!»– φώναζε. Ο Σεργέι με τη μάνα του προσπάθησαν να απεγκλωβίσουν το γάτο, αλλά  δεν τα κατάφεραν – ήταν πολύ χοντρός, σιβηρικής  ράτσας, και είχε πέσει πολύ κάτω, σχεδόν μέχρι το πάτωμα. 

Ο γάτος δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να τσιρίζει, είχε τόση δύναμη,  σα να ήταν τίγρης.
Η μάνα του άρχιζε τρέμει ήταν έτοιμη να κλάψει, έστειλε το Σεργκέι να φέρει  τον υδραυλικό της οικοδομής. 

Ο υδραυλικός, που ευτυχώς βρέθηκε αμέσως, δεν βιαζόταν να κάνει κάτι. Από το πρωί είχε πάρει την αναγκαία  δόση βότκας και ήταν ήδη μεθυσμένος.
Οι γείτονες  αναστατωμένοι από τις φωνές του γάτου και της μάνας του Σεργέι, δεν σκεφτόταν  πια το Στάλιν και το τέλος του, έπαψαν να είναι λυπημένοι, σκούπισαν τα δάκρυα τους και  σταμάτησαν τις συζητήσεις για την τραγωδία του λαού. Όλοι τους πια άκουγαν μόνο τις κραυγές του γάτου και περίμεναν τις εξελίξεις με μεγάλο ενδιαφέρον.

Την ημέρα του θανάτου του Στάλιν, η Μόσχα  σα να είχε χάσει τους ήχους της, ακόμα και τα αυτοκίνητα περνούσαν αθόρυβα κάτω από τα παράθυρα της πολυκατοικίας. Το καλοριφέρ έκαιγε παρά πολύ, γιατί την ανοιξιάτικη αυτή ημέρα είχε πολικό κρύο, σαν ο καιρός να ήθελε να συμβάλει  στον πόνο των ανθρώπων για το χαμό του Πατέρα του Έθνους. Η θερμοκρασία έπεσε στους μείον 30 βαθμούς.  Σε αυτή τη σχεδόν σιωπηλή και παγωμένη ημέρα  ακουγόταν μόνο ο γάτος που ήθελε να ζήσει.  Η μάνα του Σεργέι συνέχιζε να παρακαλεί τον υδραυλικό να κλείσει τη θέρμανση της πολυκατοικίας για να ξεβιδώσει το καλοριφέρ. Ο υδραυλικός δεν ήθελα να το κάνει, έλεγε ότι «έχει μεγάλη φασαρία, και το κρύο δεν αντέχεται».  Δεν βοήθησαν οι  διαπραγματεύσεις, ούτε μερικά ποτηράκια βότκας. Μετά  η μάνα του Σεργέι του είπε ότι δεν επιτρέπεται τέτοια φασαρία την ημέρα του εθνικού πένθους και θα έχει και αυτός  συνέπειες για όλα που γίνονται στην πολυκατοικία. Η απειλή έκανε τον  υδραυλικό να ξεμεθύσει. Γρήγορα  έκλεισε τη θέρμανση, ξεβίδωσε το καλοριφέρ και ο γάτος απελευθερώθηκε και σώπασε.

Ελεύθερος πια, έδειξε πάλι τη γατίσια του αδιαφορία για τους ανθρώπους, σα να μη βασανιζόταν λίγο πριν, σα να μη τσίριζε ασταμάτητα, ζητώντας βοήθεια … Η μάνα του Σεργέι δεν κρατήθηκε, ξέσπασε σε κλάμα. Το κλάμα ακούστηκε στη σιωπηλή οικοδομή  και οι γείτονες  «συγχώρησαν» την ίδια και το γάτο της, και δέχτηκαν το απαρηγόρητα δάκρυ της ως ένδειξη του πένθους της για το θάνατο του Στάλιν.

Μετά από πολύ ώρα η μανά του Σεργέι δεν είχε ακόμα συνέλθει, όλο φοβόταν ότι κάποιοι τελικά θα την καταδώσουν στις αρχές της Ασφάλειας, ότι θα την κατηγορήσουν για  βεβήλωση  του πένθους. Αλλά τελικά  δεν έφτασε στις αρχές Ασφάλειας η ιστορία με το γάτο. Το μεγάλο κακό βρήκε την οικογένεια του Σεργέϊ, όχι εξαιτίας του γάτου,  αλλά του ίδιου του Σεργέι.

Την άλλη μέρα  τον διέγραψαν  από το σχολείο για την ακατάλληλη συμπεριφορά την ημέρα του πένθους για το Στάλιν, δηλαδή για τη χαρά που έδειξε στο σχολείο όταν ακύρωσαν τα μαθήματα. Την ίδια μέρα τον πατέρα του τον ξέγραψαν από το Κόμμα για την «κακή  και αντιπατριωτική διαπαιδαγώγηση του γιου του». Δεν πέρασαν καν δυο εβδομάδες και ο πατέρας ανακοίνωσε στην οικογένεια  ότι όλοι μαζί φεύγουν σε άλλη πόλη γιατί πήρε μετάθεση.

Στην πραγματικότητα τον έδιωξαν και από την δουλειά  και τον «συμβούλεψαν»  να πάει στη Σιβηρία όπου «θα γίνει πιο χρήσιμος για την πατρίδα».
Έτσι, μετά τη Σιβηρία ο Σεργέι βρέθηκε στο Καζακστάν, όπου μαζί με άλλους χιλιάδες εξόριστους Έλληνες και άλλους λαούς οικοδόμησαν μια βιομηχανική χώρα. Μια χώρα  στην Κεντρική Ασία την οποία  οι φοβισμένοι άνθρωποι κατάφεραν με πολλές θυσίες να την περάσουν από το φεουδαρχισμό απευθείας στο σοσιαλισμό…


Γλυκό από σύκα
Όταν η γιαγιά η Μαρία λάμβανε από το ταχυδρομείο το δέμα από την Αλεξάνδρα, ένα ξύλινο κουτί με γλυκό σύκο, έλαμπε από την ευτυχία. Λίγες ήταν οι στιγμές που η Μαρία αισθανόταν τόσο χαρούμενη και ευτυχισμένη. Τα σύκα τα έτρωγε με λαχτάρα, σα να ήταν κάτι που τρώγεται, ως τελευταία απόλαυση, πριν από το τέλος της ζωής, όπως έτρωγε το χαβίτς η γριά Λεμόνα πριν πεθάνει.

«Πώς θα ήθελα να φάω και φρέσκα σύκα!», έλεγε η γιαγιά Μαρία στην Αντιγόνα , τρώγοντας το γλυκό από τα σύκα και πίνοντας μαύρο ζεστό τσάι. Τα φρέσκα σύκα με τίποτα δεν θα μπορούσαν να φτάσουν ταχυδρομικώς. Το Σότσι της Μαύρης Θάλασσας, απ’ όπου ερχόταν το δέμα, ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά από το Καζακστάν.

Αλλά μια φορά η γιαγιά έλαβε το ξύλινο κουτί και με φρέσκα σύκα που έγιναν ένας λαπάς. Η κουνιάδα της γιαγιάς, η Αλεξάνδρα, η γυναίκα του εξάδελφου της του Ευθύμιου, έκανε προσπάθεια να δώσει χαρά στη Μαρία, που τόσο λάτρευε αυτό το μαυροθαλασσινό φρούτο.
Η Αλεξάνδρα είχε γυρίσει στο Σότσι αμέσως μετά την απόφαση της κυβέρνησης για την αποκατάσταση των εξόριστων από τη Μαύρη Θάλασσα Ελλήνων. Αυτό έγινε το 1956, και τώρα όλοι οι Σαββουλιδέοι ζούσαν απολαμβάνοντας όλα τα αγαθά που έφερνε η Μαύρη Θάλασσα και οι παραλίες της. Στον κήπο της είχε από όλα τα δέντρα του κόσμου. Από φρούτα, καρύδια, δέντρα λουλουδένια, όλα ήταν σαν στον Παράδεισο: μήλα, αχλάδια, σύκα, δαμάσκηνα, μανταρίνια, μούσμουλα, σταφύλια, ροδάκινα, καϊσια, είχε και μια μπανανιά, αλλά οι μπανανιές δε μεγαλώνανε, έμεναν μικρές. Ο κήπος της έμοιαζε με ζούγκλα. Φοίνικες γύρω – γύρω από τον κήπο, ένα δέντρο μιμόζας, και ένα άλλο από την Ιαπωνία με λουλούδια – μαγκνόλια που είχε δυνατή, τροπική, εξωτική μυρωδιά, μέχρι που έφερνε και πονοκέφαλο. Τα δένδρα αυτά η Αλεξάνδρα δεν τα φύτεψε, δεν είχε χρόνο για τις καλλιέργειες και κηπουρικές δουλειές. Τον κήπο τον βρήκε έτοιμο μαζί με το σπίτι που αγοράσανε όταν επέστρεψαν στο Σότσι από το Καζακστάν και κάθε χρόνο πριν τα Χριστούγεννα έστελνε στη Μαρία, τη γιαγιά της Αντιγόνας, ένα ξύλινο δέμα με το γλυκό μέσα σε πλαστική σακούλα.

Το γλυκό ήταν μια μικρή και αληθινή απόλαυση για τη Μαρία και την τότε μικρή Αντιγόνα. «Αυτά τα φρούτα κάνουν καλό στο στομάχι και στην ψυχή μου ταυτοχρόνως», έλεγε η Μαρία. Πιθανόν ο αέρας της θάλασσας τα έκανε τόσο νόστιμα και γλυκά, μπορεί να ήταν μια ιδέα - αυτά τα σύκα από το Σότσι. Μπορεί να ήταν μια νοσταλγία, να ήταν η «ανάμνηση» του  Πόντου – μιας χώρας που δεν υπήρχε πια, εξαφανίστηκε σαν την Ατλαντίδα, και έμενε μόνο ο μύθος, έμειναν οι γεύσεις και τα τραγούδια.
Τα σύκα θύμιζαν στη Μαρία τον Καύκασο, τον Πόντο που γεννήθηκε.
Αλλά με την Ελλάδα τη συνέδεαν δύο πράγματα: γράμματα από τον αδελφό του άνδρα της, το Γεώργιο, και οι ελιές που καμιά φορά έφερνε ο γιος της από την πρωτεύουσα .

Ο αδελφός του άνδρα της τής έστελνε γράμματα με φωτογραφίες. Τα γράμματα τα πήγαιναν στο θείο Σωκράτη - ήταν ο μοναδικός στη γειτονιά που διάβαζε ελληνικά. Δεν έγραφε τίποτα σπουδαίο ο θείος. Μόνο έλεγε ότι είναι καλά στην υγεία όλοι τους και θα ήθελαν να έρθουν στο Σότσι, να δουν τα μέρη που άφησαν το 1939.
Το άρωμα της Ελλάδας έφερνε και ο πατέρας της Αντιγόνα στο σπίτι όταν κατάφερνε και έβρισκε ελιές και ελαιόλαδο. Αυτά τα προϊόντα πωλούνταν μόνο σε επιλεγμένα μαγαζιά για κομματικά στελέχη, τη νομενκλατούρα.
Μία - μία έτρωγε η γιαγιά τις ελιές. Όλοι άλλοι δεν άγνιζαν καν τις μικρές μαύρες αλατισμένες ελιές. Η γιαγιά Μαρία κατάπινε και ένα – δυο κουκούτσια, λέγοντας ότι και τα κουκούτσια είναι πολύτιμα για την υγεία. Το ελαιόλαδο το είχε σα φάρμακο, μια κουταλιά τσαγιού την ημέρα. Και το λάδι δεν το άγγιζε κανένας. Λίγα πράματα ανήκαν στη γιαγιά που αφοσιώθηκε στην οικογένεια του γιου της, και αυτά τα λίγα τα σέβονταν οι άλλοι: ήταν οι τρεις μικρές απολαύσεις της γιαγιάς: το γλυκό από τα σύκα από το Σότσι , τα γράμματα από την Ελλάδα, και οι ελιές και το ελαιόλαδο που έφερνε ο πατέρας.

Oι μυρωδιές μας κάνουν ανθρώπους με μνήμη, έλεγε η γιαγιά και η Αντιγόνα δεν διαφωνούσε ποτέ, γιατί και αυτή σαν τη γιαγιά έδινε μεγάλη σημασία στις μυρωδιές.

Το Καζακστάν όπου μεγάλωσε η Αντιγόνα μέχρι τα δέκα της, έμεινε στη μνήμη της με μυρωδιές. Ήταν το άρωμα του μακρόστενου πεπονιού, του σταφυλιού χωρίς κουκούτσι - «κισμίς» - η μυρωδιά του «μαντί». Το μαντί ήταν ένα μεγάλο μαγειρεμένο στον ατμό φύλλο ζυμαρικού γεμισμένο με ψιλοκομμένο αρνίσιο κρέας και μπόλικο κρεμμύδι, με πολλά μπαχαρικά και κόκκινο τριμμένο πιπέρι. Με δέκα καπίκια αγόραζε η γιαγιά, για την Αντιγόνα, ένα μαντί στα παζάρι, από μια χαριτωμένη ουζμπέκα με λερωμένη ποδιά.


Η γιαγιά είχε λίγες χαρές και η Αντιγόνα την λυπόταν αλλά δεν το έδειχνε. Μετά από πολλά χρόνια έγραψε για τη γιαγιά ένα ποίημα αλλά δεν το διάβασε σε κανέναν.
Το ποίημα της Αντιγόνα

«Μάμα»

Τη γιαγιά μου
Την έλεγα «μάμα»
Ο πατέρας μου, όταν
Άκουγε το «μάμα»,
 χαιρόταν πολύ.
Αυτό το «μάμα» ήταν 
Βάλσαμο στην καρδιά του
Ήταν η αμοιβή για τη θυσία
στην οικογένεια του γιού της
Ήταν η πληρωμή για την αγάπη
Που έδωσε σ’ εμάς -
τα εγγόνια της.
Η γιαγιά
Δεν ήξερε να ζήσει εκτός της οικογένειας
του γιου της
που ακόμα και τη νύφη,
τη  διάλεξε αυτή:
όταν του είπε «παρ’ την, είναι καλό κορίτσι!»

Ήμουν μικρή ακόμη,
Θυμάμαι
Κάθε Σάββατο η μάμα,  όταν έκανε μπάνιο
Με φώναζε
Για να έρθω μέσα και
να την τρίψω την πλάτη.
Ήξερα, πως της αρέσει πολύ
όταν εγώ  τρίβω την πλάτη της.
Η μάμα
Καθόταν στην μπανιέρα μισόγυμνη
μέσα στο νερό που την σκέπαζε μέχρι και τα στήθη της
Το δέρμα της ήταν  σιταρένιο και τα στήθη της πολύ άσπρα

Ήταν μόνο σαράντα πέντε χρονών,
Αλλά  σαν γριά με μαύρα ντυμένη.
Η γιαγιά ήταν όμορφη
Δεν το λέω εγώ
όλος ο κόσμος το ήξερε.
«Αριστοκράτισσα» την φώναζαν
«Η Μαρία - η Αριστοκράτισσα».

Ενώ της έτριβα την πλάτη
Μου   παραπονιόταν για τη ζωή της
την ώρα αυτή
Για τη ζωή της και για το ότι
Γέρασε και δεν μπορεί
Πια όπως παλιά να τρίψει
την πλάτη της
Μόνη της.

Την έτριβα την πλάτη της
Της χάιδευα την πλάτη της
Το βελούδινο άσπρο δέρμα της
Ήμουν μικρή ακόμα
όμως θυμάμαι καλά, πως
τη λυπόμουν
όχι, που πέρασε εξορίες και πίνες στη Σιβηρία
Και έχασε τα  παιδιά της,
Ευτυχώς από τα πέντε, μόνο τα δύο
Γιατί οι άλλοι τους χάσανε όλους...
Την λυπόμουν περισσότερο
γιατί από τα 24 της χρόνια-
τότε σκότωσαν τον άνδρα της στις σταλινικές φυλακές-
Κανένας
Άνδρας δεν άγγιξε την πλάτη της,
Δεν κράτησε τα  χέρια της,
Δεν την αγκάλιασε
Δεν την αγάπησε…

Τη λυπόμουνα
Τη φώναζα
«Μάμα»


Τον Αχιλλέα η Αντιγόνα τον γνώρισε εδώ, στην Ελλάδα. Στα εβδομήντα του χρόνια ήταν κομψός και πολύ ευγενικός άνθρωπός. Φαινόταν πολύ πιο νέος από την πραγματική του ηλικία. Ήταν αγαπητός στους συμπατριώτες του που ήρθαν από τη Γεωργία.  Και οι ντόπιοι στην Ελλάδα μόλις τον γνώριζαν κέρδιζε αμέσως την εμπιστοσύνη τους με τα άψογα ελληνικά του. Ο Αχιλλέας είχε το βασικό προνόμιο  μεταξύ των συμπατριωτών του – τη γνώση της ελληνικής γλώσσας που τη δίδασκε κιόλας στη Γεωργία.
Από μικρός ήξερε ότι έχει κάτι που τον έκανε ξεχωριστό. Πάντα είχε την συναίσθηση της μοναδικότητάς του. Αυτό το «κάτι» δεν ήταν τίποτα από την ελληνικότητα του. «Για  γκρέκ!» Είμαι  Έλληνας,  έλεγε με περηφάνια, ακόμα και σε περιστάσεις που δεν τον ρωτούσε κανείς για την εθνικότητά του. Αλλά τα ελληνικά τα έμαθε πολύ αργότερα μετά από αγώνα ζωής.

Οι άνθρωποι φαίνονται από τη μικρή ηλικία, και ο Αχιλλέας στο ορεινό ελληνικό χωριό Ιραγκά της Γεωργίας ήταν ένα ξεχωριστό παιδί. «Μυαλωμένο παιδί!»  έλεγαν για τον Αχιλλέα οι γέροντες. Έξυπνος και περίεργος, από το δημοτικό σχολείο άρχισε να αναρωτιέται, γιατί δε μιλάει ελληνικά, αλλά μόνο ποντιακά, λίγα ρώσικα και γεωργιανά.

Ο πατέρας του, ο Ηρακλής, πρόλαβε και τελείωσε το ελληνικό δημοτικό σχολείο πριν το κλείσιμο όλων των Σχολείων των μειονοτήτων, το 1937. Από αυτή την χρονιά και μετά τα ελληνικά σχολεία απαγορεύτηκαν, όπως και τα ελληνικά και ποντιακά θέατρα και οι ελληνικές εφημερίδες.. Ο πατέρας του, λοιπόν, ήξερε να διαβάζει και να γράφει ελληνικά. Αλλά δε μιλούσε τη γλώσσα στο σπίτι και ποτέ δεν είχε διάθεση να διδάξει τον επτάχρονο Αχιλλέα, ο οποίος ανυπόμονος, τον ενοχλούσε συνέχεια. Τον ρωτούσε πότε θα μπορέσει να μάθει και αυτός ελληνικά;

Ο Στάλιν τότε ήταν στην κορυφή της δόξας του, η περίοδος του ολοκληρωτικού καθεστώτος έφτασε στο απόγειο της, και εδραιώθηκε για τα επόμενα σαράντα χρόνια.

Ο πατέρας του Αχιλλέα ήταν άνθρωπος ήσυχος, ήξερε μόνο να δουλεύει ασταμάτητα, στη δουλεία αισθανόταν ελεύθερος και δυνατός και απέφευγε τις ανεπιθύμητες ερωτήσεις του μικρού του γιου. Δεν του μιλούσε για το ελληνικό σχολείο, και όταν ο Αχιλλέας επέμενε, τον έδιωχνε από κοντά του.

Πέρασαν κάμποσα χρόνια, και ο Αχιλλέας δεν ξέχασε την μεγάλη του επιθυμία, συνέχιζε επίμονα να προσπαθεί να μάθει ελληνικά, αλλά πρόσθεσε στον προσωπικό του στόχο και ένα νέο όραμα – τα ελληνικά γράμματα να τα μάθουν όλα τα ελληνόπουλα του χωριού τους, στην Ιραγκά. Αυτό το όνειρο ρίζωνε όλο και πιο πολύ μέσα του, καθώς μεγάλωνε, έτσι, στο τέλος, ο Αχιλλέας έβαλε στόχο να φέρει τα ελληνικά γράμματα σε όλη τη Γεωργία και ακόμα σε όλη την επικράτεια της Σοβιετικής Ένωσης.

Στα ένδεκά του, είχε καταλάβει , ότι ο πατέρας του κάτι κρύβει, κάτι τον βασανίζει, ίσως ένα μυστικό, γιατί ο πατέρας του, πέρα από σπιτικά και εργασιακά θέματα ποτέ δε μιλούσε ανοιχτά, πάντα με υπονοούμενα, ψιλοκουβέντες έλεγε. Ο Αχιλλέας δεν ήταν τόσο μικρός για να μην καταλαβαίνει πως ο πατέρας του έκρυβε από το γιο του πολλά γεγονότα για την απαγόρευση της ελληνικής παιδείας στη χώρα.

«Ρωτάς πολλά, και οποίος ρωτά πολλά κακό μπορεί να φέρει, και φυλακή μπορεί να πάει. Ο Στάλιν δεν μας θέλει, δεν θέλει να μιλάμε τη γλώσσα μας. Μόνο να μιλάμε ρώσικα και να σκεφτόμαστε μόνο αυτά που αυτός μας διατάζει». Αυτά είπε ο Ηρακλής στο γιο του.

Και μόλις κατάλαβε ο Αχιλλέας ότι ο πατέρας του δεν πρόκειται να τον βοηθήσει, αποφάσισε μόνος του να δράσει και να πετύχει το στόχο.

Ήταν το 1949, και ο κόσμος ακόμα δε διψούσε τόσο πολύ για γνώση και σπουδές. Μόλις είχε τελειώσει ο πόλεμος και όλοι ποθούσανε μόνο την ειρήνη και το ψωμί. Ο μικρός Αχιλλέας, ευτυχώς, δεν κατάλαβε τον πόλεμο. Στο ψηλό βουνό τους ποτέ δεν φτάσανε οι Γερμανοί, και το ψωμί δεν έλειψε ποτέ από το τραπέζι τους. Και το μόνο που τον άγχωνε ήταν πώς να μάθει ελληνικά γράμματα. Έτσι, μια μέρα έγραψε ένα γράμμα στον τότε αναπληρωτή πρόεδρο της κυβέρνησης της Σοβιετικής Ένωσης στον Κλιμέντ Φιόντοροβίτς Βοροσίλοβ.

«Αγαπητέ Κλιμέντ Φιόντοροβίτς,  έγραφε ο Αχιλλέας, παρακαλώ στείλτε μας έναν δάσκαλο που να μας μάθει ελληνικά γράμματα. Εγώ είμαι Γκρέκ (Έλληνας) και δεν ξέρω ελληνικά, και το όνειρο της ζωής μου είναι να μιλάω και να γράφω ελληνικά. Με μεγάλη εκτίμηση και σεβασμό, ο Αχιλλέας Τσεπίδης από το χωρίο Ιραγκά της Γεωργίας».
Το γράμμα έφυγε με τον ταχυδρόμο τον αρμένιο Ασότ, και ο Αχιλλέας έμεινε σε αναμονή, περιμένοντας την απάντηση από την Μόσχα. Στο χωριό κανένας δεν πίστευε ότι ο Αχιλλέας θα πάρει απάντηση κ’ όμως, μετά από ένα μήνα περίπου μια μέρα ο ταχυδρόμος έφερε έναν φάκελο στο όνομα του Αχιλλέα. Δεν ήταν από την Μόσχα, αλλά από την Τιφλίδα, από τον υπουργό παιδείας της Γεωργίας, το σύντροφο Τσιμπλάντζε. Ο γεωργιανός υπουργός ήταν πολύ σύντομος, έγραφε:

«Αγαπητέ φίλε, Αχιλλέα, επειδή στην χώρα μας δεν υπάρχει καμία δυνατότητα εκμάθησης της ελληνικής γλώσσας, γι αυτό, το δικό σου αίτημα δεν υφίσταται».

«Γιατί δεν υπάρχει δυνατότητα!» - άρχιζε να φωνάζει ο Αχιλλέας. Η απάντηση του υπουργού δεν τον ικανοποίησε, και θύμωσε. Προσπάθησε να μάθει γιατί δεν πήρε απάντηση από τη Μόσχα, πήγε στον Ασότ και τον ρώτησε.

«Δεν ξέρω πως βρέθηκε το γράμμα σου στην Τιφλίδα, ενώ έγραφε καθαρά «προς Μόσχα, Κρεμλίνο», είπε απογοητευμένος ο Ασότ, που πρώτη φορά στη ζωή του κράτησε στα χεριά του ένα γράμμα με διεύθυνση προς το Κρεμλίνο, στην πρωτεύουσα Μόσχα από την οποία κυβερνούσε ο ίδιος ο Στάλιν!

Ο Αχιλλέας, παρόλο που ήταν έντεκα χρόνων, γρήγορα ανακάλυψε την πονηριά των μεγάλων. Σκέφτηκε πολύ και τελικά έφτασε στο συμπέρασμα ότι όλοι οι φάκελοι, που έγραφαν πάνω: «ΠΡΟΣ Μόσχα» και ήταν προς τους υπουργούς ή άλλους κυβερνήτες της ΕΣΣΔ, δεν έφταναν ποτέ στην πρωτεύουσα.
«Ξέρω γιατί δεν πήρα την απάντηση από τον Βοροσσίλοβ, που είμαι σίγουρος θα με έγραφε, - έλεγε ο Αχιλλέας στο χωριό. Απλά, ο Βοροσσίλοβ  δεν μου απάντησε  γιατί δεν έλαβε ποτέ το γράμμα μου! Το «κλέψανε» οι Γεωργιανοί για να μην τους ρεζιλέψω. Ίσως σκεφτήκανε ότι είμαι κανένας χαζός και γράφω χαζά πράματα στο Κρεμλίνο! Και όταν το ανοίξανε, κατάλαβαν με ποιον έχουν να κάνουν, αλλά δεν μπορούσαν πια να στείλουν στο Βοροσσίλοβ ανοιγμένο φάκελο. Τι θα έλεγε ο Κλιμέντ Φιόντοροβιτς, «κάποιος διαβάζει τη δική μου αλληλογραφία!»

«Σε παρακαλώ, μη μιλάς έτσι, έλεγε ο πατέρας του. Μόνο ο Θεός ξέρει γιατί το γράμμα σου δεν το πήρε ο Βοροσσίλοβ, μη το ψάχνεις και μη γράφεις άλλα γράμματα στην Μόσχα, θα βρούμε το μπελά μας!».

Ο Αχιλλέας πια δεν είχε καμιά εμπιστοσύνη στο ταχυδρομείο της Γεωργίας. Από τότε δεν επιχείρησε ποτέ να στείλει γράμματα σε κανέναν πολιτικό, απλά, όταν χρειαζόταν κάτι, αλλά ποτέ προσωπικά ζητήματα, πήγαινε μόνος του, αυτοπροσώπως.



Στο χωριό Ιραγκά της Γεωργίας από τα τέλη του 19ου αιώνα υπήρχε ένας ερασιτεχνικός θεατρικός θίασος που ανέβαζε παραστάσεις για τους συγχωριανούς. Κάποτε και στην Τιφλίδα και στο Ρουστάβι, Σουχούμι, Ροστόβ, Κρασνοντάρ υπήρχαν κανονικά με σκηνές και αυλαίες, ελληνικά θέατρα. Αυτό, την εποχή που ο Αχιλλέας δεν έχει γεννηθεί ακόμα. Στο σπίτι τους στον τοίχο του σαλονιού, ήταν κολλημένη μια αφίσα που τη διάβαζε συνέχεια ο Αχιλλέας. Κανένας δεν θυμόταν πώς βρέθηκε η αφίσα στην Ιραγκά, αλλά ήταν σημαδιακή για τον Αχιλλέα.

Η αφίσα έγραφε σε δύο γλώσσες: ρώσικα και ελληνικά: Τιφλίς, Λαϊκόν Θέατρον, Κ.Ι. Ζουπάλωφ. Σαββάτον, 17Οκτωβρίου 1915, Υπό του ελληνικού δραματικού ομίλου Τιφλίδος, θα παιχθεί «Η Γκόλφω» Δράμα είς 5 πράξεις υπό Σ. Περεσιάδου. Το έργον εξελίσσεται εν Ελλάδι. Παρ. Άροάνια όρη της Πελοποννήσου. Παρακάτω είχε τα πρόσωπα του δράματος και τους ηθοποιούς: Α.Δουκίδης, Α.Ποιμενίδου,  Ζ.Μπενάρδη, Μ. Σοφιανίδης, Κ. Λαβασάς, Ν Αγγελίδης.

Ο Αχιλλέας ζήλευε όλους αυτούς, που παίζανε στο ελληνικό θέατρο και έλεγε στον παππού του, ότι θα κάνει και αυτός δικό του θέατρο. Μια μέρα αποφάσισε και έγραψε ένα θεατρικό μονόπρακτο όπου σατίριζε τη ζωή των Ποντίων που εργάζονταν στα λατομεία της Ιραγκά. Σχεδόν όλοι οι Πόντιοι στο χωριό είχαν σχέση με την πέτρα ή ήταν κτίστες – οικοδόμοι. Το πρώτο θεατρικό του έργο ήταν στην ποντιακή διάλεκτο, αφού ακόμα δεν είχε μάθει ο Αχιλλέας τα ελληνικά.

Η παράσταση είχε επιτυχία, όλο το χωριό μαζεμένο στο λόφο, όπου έστησαν σκηνή με αυλαία, έσκαγε από τα γέλια. Μετά από αυτήν την επιτυχία οι γέροντες του χωριού είπαν ότι ο Αχιλλέας είναι προικισμένο παιδί και πρέπει να κάνει και άλλη κωμωδία.

Αυτή τη φορά ο Αχιλλέας σκέφτηκε ότι ίσως ήταν καλύτερα που δεν ήξερε την ελληνική γλώσσα και έγραψε την κωμωδία στην ποντιακή, γιατί απλούστατα οι θεατές δεν θα μπορούσαν να απολαύσουν τα αστεία και το χιούμορ του έργου στα ελληνικά, αφού δεν θα τα καταλάβαιναν.

Αλλά η επιτυχία του στο θέατρο δεν τον απέσπασε από το μεγάλο του στόχο,  να μάθει ελληνικά και να φέρει την ελληνική γλώσσα στο χωριό του, ή ίσως και σε όλο τον κόσμο!

Η δόξα του πέρασε να σύνορα του χωριού τους, και ο Αχιλλέας αποφάσισε να μη απογοητεύει κανέναν και έκανε μετάφραση στα ποντιακά του ρώσικου λαϊκού παραμυθιού για το λαϊκό ήρωα Πετρούσκα που ήταν σαν τον έλληνα Καραγκιόζη. Η παράσταση πάλι συζητήθηκε σαν μεγάλο γεγονός του χωριού και πάλι όλη η Ιραγκά μιλούσε για το ταλέντο του Αχιλλέα. Ακριβώς μετά απ’ αυτήν τη δεύτερη επιτυχία ο Αχιλλέας ορκίστηκε στον εαυτό του ότι η επόμενη κωμωδία του θα ήταν οπωσδήποτε στην ελληνική γλώσσα.

Έτσι και έγινε, απλά χρειάστηκε να περάσουν πολλά χρόνια από τότε.

Για να πετύχει το στόχο του αποφάσισε να σπουδάσει φιλολογία. Ήταν καλοκαίρι του 1955, όταν ο Αχιλλέας για πρώτη φορά έφυγε από το χωριό του για την Τιφλίδα. Διάβαζε μέρα- νύχτα. Ήταν σίγουρος, ότι θα περνούσε στο Κρατικό Πανεπιστήμιο.
«Δεν πέρασα στο πανεπιστήμιο, παρόλο που σε τρία μαθήματα πήρα άριστα το πέντε. Για να περάσω χρειαζόταν και στο τέταρτο μάθημα «το πέντε». Ήταν το μάθημα της γεωγραφίας και εγώ έδωσε πολύ καλή απάντηση. Αλλά ο καθηγητής μου λέει : «Αχιλλέα, θα σου βάλω «τέσσερα», αφού ξέρεις, βρισκόμαστε στη Γεωργία και το πανεπιστήμιο μας είναι για τους γεωργιανούς. Εσύ, ‘Έλληνας δεν είσαι; Πήγαινε στην πατρίδα σου, και σπούδασε εκεί!». Μου έβαλε «τέσσερα» που σήμαινε «πολύ καλά», αλλά εγώ δεν περνούσα»,  εξηγούσε ο Αχιλλέας στους συχωριανούς του που τον περίμεναν με σίγουρη νίκη.

«Αυτή οι γεωργιανοί μας ζηλεύουν, όλα τα πήραν από μας, τους «Έλληνες και θέλουν να δείχνουν πιο έξυπνοι από μας. Ας τους! Πήγαινε αλλού να σπουδάσεις, στους Ρώσους!», είπε ο γέροντας Όμηρος.

«Σε ποια πατρίδα να πάω να σπουδάσω;» σκεφτόταν ο Αχιλλέας.
Για την Ελλάδα ούτε έκανε σκέψη. «Εδώ είναι η πατρίδα μου, στην Ιραγκά!» Το 1955 η Ελλάδα για τον Αχιλλέα ήταν απλά ένα μακρινό όνειρο που υπήρχε για να ομορφαίνει τη ζωή του.

Απογοητευμένος από την προδοσία των γεωργιανών, ο Αχιλλέας πήγε στη Ρωσία, στην πόλη Στάβροπολ, όπου και πέρασε στη φιλολογία, και μετά από πολλά χρόνια, μέχρι που έφυγε στην Ελλάδα, δούλεψε στην εκπαίδευση ως καθηγητής.

Από την ημέρα που ο γεωργιανός καθηγητής τον συμβούλεψε να πάει να σπουδάσει στην πατρίδα του είχαν περάσει σαράντα ολόκληρα χρόνια.

Αλλά τα εγγόνια του, πράγματι, έγιναν φοιτητές στα ελληνικά πανεπιστήμια. «Επιτέλους, έχουμε ολοκληρωμένο ελληνομαθή στην οικογένεια μας », είπε ο Αχιλλέας, όταν έμαθε για την εισαγωγή της εγγονής του Βασιλείας, στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης.




Ο Αχιλλέας μαζί με τους φίλους του είχε ιδρύσει μια μυστική οργάνωση των Ελλήνων. Αυτό έγινε την εποχή του ’70. Την ονόμασαν «Παιδαγωγική Εταιρία» με πρωτότυπο της «Φιλικής εταιρίας» του 1814 στην Οδησσό. Τα μέλη της εταιρίας – όλοι Έλληνες – Πόντιοι, δεν σκόπευαν τίποτα επαναστατικό και ποτέ δεν στόχευσαν στην ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος. Ήθελαν απλά να κρατήσουν πιο δυνατές τις σχέσεις των ποντίων μεταξύ τους και το βασικό, να αλληλοβοηθούνται. Οι στόχοι της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» ήταν γνήσιοι και αθώοι, κανένας δεν ασκούσε κριτική κατά του κόμματος και τα μέλη της Κεντρικής Επιτροπής ή τον ίδιο τον Πρόεδρο.

Ο Αχιλλέας βασίστηκε στην εμπειρία της «Φιλικής Εταιρίας» και η δομή οργάνωσής τους ήταν σαν αυτής, της «Φιλικής». Το κάθε μέλος γνώριζε αυτοπροσώπως μόνο πέντε άτομα, ενώ όλοι οι εγγεγραμμένοι ήταν πάνω από 200. Ο Αχιλλέας και οι φίλοι του δεν είχαν καμιά σύνδεση με την Ελλάδα. Ίσως γι αυτό η ΚGB άργησε να τους ανακαλύψει...

«Απλά θέλαμε να κρατήσουμε δυνατούς τους δεσμούς μεταξύ μας και να προσέχουμε τη Νεολαία. Η οργάνωσή μας δεν επέτρεπε μικτούς γάμους, πρόσεχε τις κοπέλες να μη φοράνε κοντές φούστες- τότε στη Δύση είχε γίνει η σεξουαλική επανάσταση που τα ίχνη της έφταναν και στην ΕΣΣΔ. Ελευθερία χωρίς όρια, ναρκωτικά, ροκ- μουσική… Εμείς θέλαμε οι νέοι μας να συμπεριφέρονται σεμνά, σύμφωνα με την ηθική, τα ήθη και έθιμα των Ποντίων. Και μπορώ να πω ότι είχαμε ελάχιστες περιπτώσεις που κάναμε παρατήρηση στις κοπέλες μας. Όλες τους ήταν καλές, διατηρούσαν την αθωότητά τους μέχρι το γάμο – έλεγε ο Αχιλλέας στην Αντιγόνα, και έφτανε στον κύριο στόχο της Οργάνωσης: «Ο βασικός στόχος μας ήταν να αποκαλύπτουμε ταλέντα μεταξύ των νέων και να τους βοηθάμε. Αν ήταν από φτωχές οικογένειες χορηγούσαμε χρήματα για τις σπουδές τους».

Κάθε χρόνο ο Αχιλλέας και οι φίλοι της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» οργάνωναν πανηγύρι σε υπαίθριους χώρους, ψηλά στα βουνά του Καυκάσου, μακριά από τα μάτια των περίεργων ανθρώπων. Στο πανηγύρι – «πικνίκ» μαζεύονταν εκατοντάδες πόντιοι και διασκέδαζαν μαζί τις ημέρες των εθνικών γιορτών της Ελλάδος. Στην αρχή του πανηγυριού πάντα έβγαινε ομιλητής με μικρή εισήγηση για τα γεγονότα της επετείου, είτε ήταν 25η Μαρτίου είτε Ημέρα του «Όχι». Τραγουδούσαν συνήθως ελληνικά τραγούδια, που μάθαιναν από τις ελληνικές ραδιοεκπομπές, που κρυφάκουγαν. Στη χώρα ήταν απαγορευμένο να ακούς ξένους σταθμούς. Από αυτές τις εκπομπές το μουσικό ελληνικό συγκρότημα «Συρτάκι» αντέγραφε τα τραγούδια. Τις άγνωστες ελληνικές λέξεις τις έγραφαν όπως τις άκουγαν, χωρίς να καταλαβαίνουν και πολλά. Αλλά το ένστικτό τους, έτσι και αλλιώς, δεν τους πρόδιδε, και στην ερμηνεία του τραγουδιού δεν έκαναν ποτέ λάθη.

Μια χρονιά στο πανηγύρι έστησαν ένα τεράστιο πανό με ζωγραφισμένο τον Παρθενώνα. Ήταν έργο του Όμηρου Μουστίδη. Πετυχημένη ζωγραφιά, σα να ήταν πραγματικός Παρθενώνας. Ο Όμηρος αποτύπωσε ακόμα και την κλίση των κολόνων του ναού στο μουσαμά, διαστάσεων 10 επί 8 μέτρα. Περίπου διακόσια άτομα φωτογραφήθηκαν ομαδικά μπροστά στον «Παρθενώνα». Αν δεν φαινόντουσαν τα δέντρα και το δάσος από τις άκρες του πανό και το δάπεδο, που ήταν ένας χορταρένιος λόφος, θα έλεγε κανείς ότι ήταν πραγματική φωτογράφιση πάνω στην Ακρόπολη της Αθήνας. Η Αντιγόνα, όταν είδε αυτή τη φωτογραφία σε μια έκθεση από το αρχείο του Ηρακλή Παπουνίδη, το πρώτο που ρώτησε ήταν: πώς το 1972 βρέθηκαν τόσοι πολύ Πόντιοι μαζεμένοι στην Αθήνα. Ο Ηρακλής ξελιγώθηκε στα γέλια, της είπε να κοιτάξει προσεκτικά τη φωτογραφία, και τότε η Αντιγόνα πρόσεξε και τα δέντρα και το δάσος που «έβγαιναν» από το ζωγραφισμένο ουρανό της Αθήνας που σκέπαζε τη ζωγραφισμένη Ακρόπολη. Πρόσεξε ακόμα και το λόφο με το βελούδινο χόρτο όπου, καθιστοί, πόζαραν οι περήφανοι καυκάσιοι έλληνες.

Ακόμα και σήμερα ο Αχιλλέας αναρωτιέται πώς αποκαλύφθηκε η «Παιδαγωγική Εταιρία», και ποιος τους είχε προδώσει στην ΚGB . Δεν τολμούσε να υποψιαστεί κανέναν. «Θα μπορούσε να το κάνει οποιοσδήποτε, οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι, μεταξύ μας υπήρχαν και φοβισμένοι, αλλά δεν ήθελα να πιστέψω ότι μόνοι μας «αυτοκτονήσαμε», Θέλω να ελπίζω ότι μας βρήκαν τυχαία. Αυτά συμβαίνουν! Η ΚGB μας διέλυσε το 1976, - ιστορούσε ο Αχιλλέας στην Αντιγόνα την πιο επικίνδυνη για τη ζωή του περιπέτεια.

Σε όλη τη Γεωργία άρχισαν να καλούν στα τοπικά γραφεία της ΚGB τους Έλληνες, με την κατηγορία της «αντικαθεστωτικής δραστηριότητας». Το μόνο που υποψιαζόταν ο Αχιλλέας ήταν ότι τον αποκαλυπτικό ρόλο έπαιξε η προσπάθεια της μυστικής οργάνωσής τους να βοηθήσουν τους κομμουνιστές στην Ελλάδα που βρέθηκαν στις φυλακές. Αυτό γινόταν το 1970-71, την περίοδο των «τσέρνιε παλκόβνικι» - των συνταγματαρχών. Από τις σοβιετικές εφημερίδες έμαθαν ότι οι κομμουνιστές στην Ελλάδα είχαν εξοριστεί στα απομακρυσμένα νησιά, ότι πολλοί απ’ αυτούς υπέφεραν στις φυλακές. Κανένα μέλος της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» δεν μπορούσε να παρακολουθεί σιωπηλά τα θλιβερά αυτά γεγονότα, και αποφάσισαν να βοηθήσουν τους κομμουνιστές στέλνοντας σ’ αυτούς και στις οικογένειες τους χρήματα. Τα χρήματα τα μάζευαν από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη και τελικά συγκέντρωσαν ένα σεβαστό ποσό – ήταν πεντακόσια ρούβλια, με μέσο μισθό εξήντα ρούβλια. Τα χρήματα αυτά ποτέ δεν έφτασαν στην Ελλάδα. Η ΚGB γρήγορα έβαλε φρένο στην πρωτοβουλία των «γκρέκων» και άρχισαν να παρακολουθούν τον Αχιλλέα και τους φίλους του. Στην ΕΣΣΔ απαγορευόταν οποιαδήποτε πρωτοβουλία πολιτών αν ήταν εκτός κομματικής γραμμής.

===
Ο ανακριτής Νικόλαϊ Νικολαγεβίτς φαινόταν ευγενικός άνθρωπος. Όταν μιλούσε, δεν ανέβαζε την φωνή του. Ήταν αξιωματικός της ΚGB, ενώ έμοιαζε τραγουδιστής οπερέτας. Είχε μια ελιά στο αριστερό του μάγουλο και το πρόσωπό του  υπερβολικά όμορφο με λεπτά χαρακτηριστικά, θύμιζε γυναικείο πρόσωπο. Ο Αχιλλέας μόλις τον είδε, χάρηκε, έβλεπε απέναντι του ένα συμπαθητικό άνθρωπο και πίστεψε ότι η επίσκεψή του θα είναι σύντομη. Δεν περίμενε ότι αυτήν την ημέρα της ζωής του θα απογοητευόταν πολύ, ώστε να αλλάξει γνώμη για πολλά πράματα που είχε πιστέψει στη ζωή του. Η ημέρα αυτή έκοψε ριζικά και το σοβιετικό «πατριωτισμό» του. Δεν ήξερε ακόμα ο Αχιλλέας όταν έβλεπε το λεπτό πρόσωπο του ανακριτή, ότι σε λίγο θα απαρνηθεί πολλά πράγματα. Και η απογοήτευσή του θα του έφερνε μια μελαγχολία παράξενη, αυτήν που νιώθει κανείς όταν αποχαιρετάει κάτι που τον έκανε ευτυχισμένο.

Ο ανακριτής με το γυναικείο πρόσωπο τον κράτησε περίπου έξι ώρες, σχεδόν έκαναν το οκτάωρο, ενώ ο Αχιλλέας υπολόγιζε ότι θα λείψει μια ώρα το πολύ. Είχε πάρει και άδεια μόνο για δυο ώρες από το διευθυντή του σχολείου.

Η ανάκριση έμοιαζε με ένα λογοπαίγνιο.  Όλη η κουβέντα όλες τις ώρες ήταν ίδια και το ανεξήγητο για τον Αχιλλέα ήταν ότι συνέχεια επαναλαμβανόταν. Δεν χωρούσε το μυαλό του ότι ένας σοβαρός άνθρωπος, όπως ήταν ο ανακριτής μπορούσε να παίζει μαζί του και να ρωτάει τα ίδια και τα ίδια, σα να μην είχε πάρει χαμπάρι ότι έχει απέναντι του έναν «κύριο», άνθρωπο ιδιοφυή με όραμα, έναν περήφανο Έλληνα που ποτέ δεν λέει χαζά, λέει αλήθεια και του αρέσει το δίκαιο.

- Πείτε μου πόσα άτομα ήταν στην οργάνωσή σας;
- Ακριβώς δεν ξέρω, περίπου διακόσια.
- Ποιανού ήταν η ιδέα;
- Δική μου. Από μικρός ήθελα κάτι να κάνω για τον λαό μας, τους γκρέκους.
- Τι σκοπεύατε;
- Να κρατάμε τις παραδόσεις μας, Προσέχαμε τη νεολαία μας.
- Τα χρήματα από πού τα παίρνατε;
- Χέρι – χέρι, σπίτι – σπίτι, μαζεύαμε. Κάποιοι που ήταν πιο άνετοι οικονομικά – γιατροί, έμποροι, δίνανε περισσότερο.
- Με ποιους από το εξωτερικό έχετε επαφή;
- Με κανέναν.
- Τα χρήματα για τους Έλληνες κομμουνιστές πού θα τα στέλνατε;
- Θα τα στέλναμε μέσω του υπουργείου εξωτερικών της ΕΣΣΔ, πιστεύω θα μας βοηθούσε το υπουργείο. Κομμουνιστική χώρα είμαστε, δεν πρέπει να βοηθάμε και τους Έλληνες κομμουνιστές που υποφέρουν από τη χούντα;
-Ποιός σας έδωσε την ιδέα να το κάνετε;
- Μόνοι μας το σκεφτήκαμε.
- Δεν λέτε την αλήθεια, είχατε σχέση με την Ελλάδα, και σας χρηματοδοτούσαν απ’ εκεί!
- Όχι, δεν έχουμε, ούτε είχαμε σχέση με το εξωτερικό, ούτε με την Ελλάδα είχαμε. Μόνο να βοηθήσουμε θέλουμε, δεν ζητάγαμε βοήθεια!

Ο διάλογος αυτός επαναλαμβανόταν ξανά και ξανά. Ο Αχιλλέας παρατήρησε ότι ο ανακριτής δεν σημείωνε τίποτα, μόνο ρωτούσε και τις απαντήσεις σα να μην τις άκουγε. Ο ανακριτής τώρα περισσότερο έμοιαζε με ένα κακό παιδί που δε σταματά να κοροϊδεύει, γιατί του άρεσε να βασανίζει τους άλλους.

Κάποια στιγμή ο Αχιλλέας αισθάνθηκε ότι θα πέσει κάτω στο πάτωμα, ζαλίστηκε, ήταν στα πρόθυρα της λιποθυμίας. Αλλά έκανε ό, τι μπορούσε και άντεξε, δεν έπεσε. Η καρδιά του άρχισε να κτυπάει παράξενα, σαν να ήθελε να βγει έξω, αφήνοντας το σώμα στα χέρια του ανακριτή. Ήδη είχε βραδιάσει και ο Νικολάι Νικολάγεβίτς με την ελιά στο μάγουλο πάλι έμοιαζε σαν γυναίκα, αλλά μια πρόστυχη γυναίκα που προσπαθούσε να παγιδέψει έναν άνδρα. Ο Αχιλλέας σιχαινόταν τέτοιες γυναίκες.
===
Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, ταπεινωμένος και άδειος, πριν κοιμηθεί σκέφτηκε, ότι στην ουσία η ζωή του ήταν γεμάτη με πολλά ψέματα που τα πίστευε και τα υποστήριζε με πάθος και τα παρουσίαζε ως αλήθειες. Ομολόγησε στον εαυτό του, ότι είχε δημιουργήσει με το μυαλό του μια εικόνα πολύ αισιόδοξη για τον εαυτό του και τη ζωή του, αλλά δεν ήταν έτσι. «Τίποτα δεν ήταν όπως το πιστεύαμε… Δεν είναι ζωή εδώ, δεν έχουν θεό αυτοί οι άνθρωποι, να φύγουμε στην Ελλάδα, μόλις μπορέσουμε!»- σκέφτηκε και κοιμήθηκε. Το πρωί θυμήθηκε το μπερδεμένο όνειρο που έβλεπε και τον ταλαιπώρησε αρκετά: με μια γυναίκα που έμοιαζε του Νικολάί Νικολάγεβιτς που τον μαστίγωνε φωνάζοντας: «Ομολόγησε πως δεν είσαι γκρέκ, πες την αλήθεια, είσαι ένας Εβραίος - πράκτορας των Ααμερικανών, δεν θα πας ποτέ στην Ελλάδα, στη φυλακή είναι η θέση σου, προδότη!».

«Είναι η συνέχεια του εφιάλτη που έζησα χθες ξύπνιος», συμπέρανε ο Αχιλλέας και δεν είπε τίποτα στην γυναίκα του, τη Μάρω, που ήξερε από τα όνειρα, τα ερμήνευε καλά και κάπου – κάπου διάβαζε και φλιτζάνι.

Τελικά, κανένας δεν μπήκε στη φυλακή. Είναι άγνωστο γιατί δεν συνέλαβαν κανέναν Έλληνα. Την ίδια περίοδο όποιος έλεγε κάτι κατά της εξουσίας ταυτόχρονα χαρακτηρίζονταν αντικαθεστωτικός και τον περίμενε η φυλακή, ή ως «σχιζοφρενή» τον περίμενε το τρελοκομείο για έξι τουλάχιστον μήνες.

Ο Αχιλλέας σκέφτηκε τότε ότι ίσως δεν τους πείραξαν γιατί η οργάνωσή τους πήγε να βοηθήσει τους κομμουνιστές, βασανισμένους απ’ τους χουντικούς. Δε συνέφερε την ΕΣΣΔ να τιμωρήσει κάποιους «γκρέκους», που έδειξαν με το παραπάνω τη συμπαράσταση τους στο λαό της Ελλάδας και ήταν κατά της Χούντας, άρα κατά και των ΗΠΑ. «Το τάιμινγκ, όπως λέτε εσείς σήμερα, ήταν καλό για μας, διαφορετικά θα είχαμε σαπίσει στις φυλακές για πολιτικούς κρατούμενους. Είχαμε τον Άγιο μας!», έλεγε ο Αχιλλέας πολλά χρόνια μετά.

  Ο Αχιλλέας και το 26Ο συνέδριο του ΚΚΣΕ

Την ιδέα  να φέρει την ελληνική γλώσσα στα σχολεία ο Αχίλλειας  ποτέ δεν την άφησε. Ήταν η εποχή των ‘80 και η Σοβιετική Ένωση ζούσε το μαρασμό του σοσιαλισμού. Μετά τα τρομακτικά χρόνια του Στάλιν, και  την περίεργα «ελεύθερη» περίοδο του Χρουτσιώφ, ήρθαν τα χρόνια του σοσιαλιστικού  «σουρεαλισμού»  - της εποχής του Μπρέζνεβ. Έτσι αντιλαμβανόταν η Αντιγόνα την εποχή αυτή που την έζησε εμπειρικά, την εποχή του παραλόγου, που είχε και μια δόση ενδιαφέροντος, ίσως γιατί όλοι ενιώσαν ότι έρχεται το τέλος, κι ήθελαν να το ζήσουν καλά, όσο γίνεται πιο καλά και να απολαύσουν  την κάθε στιγμή .. Η ζωή ήταν αρκετά ελεύθερη, αλλά όλο το παιχνίδι ήταν στο να λες άλλα  και να πράττει άλλα,  άλλα να περιμένεις και άλλα να  σου συμβαίνουν. Και όλα αυτά έπρεπε να τα αντιμετωπίζεις με  «κατανόηση», γιατί δε γινόταν να ειπωθεί  η αλήθεια – ήταν ακριβώς αυτό που «σκότωνε». Και κανένας ακόμη δεν ήθελε να διαγράψει  την συνηθισμένη του ζωή, που είχε και παρά πολλά καλά – είχε την ελευθερία να μη σκέφτεσαι τα βασικά που φοβίζουν τον άνθρωπο– τη γέννηση, την αρρώστια, το θάνατο, όλα αυτά ήταν στην επιμέλεια του κράτους, και δεν είναι καθόλου λίγα.
Μια διέξοδος ήταν η Τέχνη, το θέατρο, η λογοτεχνία και η ποίηση. Όλοι διψούσαν για  έμπνευση. Οι «σοβιετικοί» άνθρωποι ήταν χωρισμένοι σε δύο στρατόπεδα: στους Δημιουργούς με ταλέντα και  στους Παρατηρητές των ταλέντων. Υπήρχε και μια  ενδιάμεση ομάδα - οι Ήρωες των Δημιουργών, ήταν  εργάτες,  αγρότες, φυλακισμένοι, στρατιώτες, βετεράνοι, και ο μαφιόζικος υπόκοσμος.  
Τα θέατρα καθημερινά ήταν γεμάτα, και τα βιβλία περιζήτητα. Οι μαυραγορίτες  έκαναν φοβερό τζίρο με εισιτήρια για θέατρο και  βιβλία. Ήταν η εποχή που σχεδόν δεν υπήρχαν καταθλιπτικοί άνθρωποι,  γιατί ήταν πολύ εύκολο να νιώθεις ευτυχισμένος  με ένα  εισιτήριο για το θέατρο, με  αγορασμένο  βιβλίο, και με μια παρέα φίλων με κιθάρα. Ο κάθε ένας έκανε αγώνα να δει μια παράσταση, μανιωδώς αγόραζε στη μαύρη αγορά λογοτεχνικά βιβλία. Η Αντιγόνα έδωσε  το μισό της φοιτητικής της υποτροφίας  για το βιβλίο του Μιχαήλ  Μπουλγάκοβ «Ο Μαιτρ και η Μαργαρίτα», μια ιστορία δυο τρελά ερωτευμένων  ανθρώπων σε ένα τρελό κράτος με φανταστικούς ήρωες, μεταξύ τους ήταν και ο Χριστός, ο Πόντιος Πιλάτος και ο Διάβολος. 
Ο Αχιλλέας δεν ήταν σαν τους άλλους. Πίστευε στο Θεό, αλλά   πίστευε και στην δύναμη του. Δεν τον απασχολούσε το θέμα έλλειψη τροφίμων από τα ράφια των μαγαζιών.  «Ο εργατικός άνθρωπος δεν πεινάει ποτέ, είναι ντροπή να μην έχεις  ψωμί να φας!»- έλεγε. Δεν τον ενδιέφερε αν όλοι οι κρατικοί μηχανισμοί κατέρρεαν σαν  πύργοι στην  άμμο.  Ο Αχιλλέας ήταν σίγουρος ότι η χώρα θα αντέξει, ό, τι και να συμβεί. Το μοναδικό του άγχος  ήταν αν η ελληνική γλώσσα  θα μπει στα σχολικά προγράμματα. 
Τα χρόνια εκείνα το  κοπιαρισμένα  ελληνικά τραγούδια έγιναν επιτυχίες  της εποχής.  Εμφανίστηκαν τα ελληνικά μουσικά συγκροτήματα: «Ελλάδα» στην Τιφλίδα, «Ακρόπολης» στην Τσάλκα, «Συρτάκι» στο Ρουστάβι. Οι περισσότεροι  τραγουδιστές δεν καταλάβαιναν όλα τα λόγια των ελληνικών τραγουδιών, αλλά με μεγάλο ενθουσιασμό τα μάθαιναν.

Η Αντιγόνα δεν μπορούσε να πιστέψει  πως ο Αχιλλέας και οι φίλοι του τελικά το 1981 κατάφεραν και έπεισαν την Κεντρική Επιτροπή του ΚΚΣΕ να διδάσκεται η ελληνική γλώσσα στους Έλληνες της Γεωργίας.
Μια μέρα άκουσε από κάποιους συγγενείς ότι στο Σουχούμι  μια ομάδα Ελλήνων  αποφάσισαν να πάνε στη  Μόσχα και να διεκδικήσουν τα ελληνικά σχολεία. Ήταν θαρραλέοι άνθρωποι: ο Χαράλαμπος Πολιτίδης, ο Θεόφιλος Παπαβίδης, ο Κώστας Παπαδόπουλος, ο Φίλιππος Κυριακίδης, ο Βασίλης Νικοπολίδης.
Ο Αχιλλέας πολύ γρήγορα μάζεψε την βαλίτσα του, τηλεφώνησε στο σχολείο που δούλευε καθηγητής, πήρε άδεια και έφυγε για το Σοχούμι. Εκεί, στο Σουχούμι,  αποφάσισαν να συντάξουν μια επιστολή προς το Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος και να μαζέψουν υπογραφές.
«Σε όλη την Γεωργία  μαζεύαμε  υπογραφές κάτω από την επιστολή μας που ήταν αρκετά απειλητική προς το κράτος.  Γράφαμε, ότι στην περίπτωση που δεν  λυθεί το θέμα της εκμάθησης της ελληνική γλώσσας,  την 1η Σεπτεμβρίου- μέρα έναρξης της σχολικής χρονιάς - κανένα ελληνόπουλο δεν θα πάει στο Σχολείο! Αυτό ήταν απειλή σε μια χώρα όπου η εκπαίδευση ήταν υποχρεωτική.
Σχεδόν όλοι οι Έλληνες ανταποκρίθηκαν,   λίγοι άνθρωποι,  από φόβο, αρνήθηκαν να βάλουν τις  υπογραφές  τους.
«Δεν θα μας βάλουν φυλακή; ρώτησε ο Σάββας Παυλίδης  τον Αχιλλέα. «Δεν μπορούν να βάλουν στην φυλακή εκατόν πενήντα χιλιάδες ανθρώπους, τόσοι περίπου υπέγραψαν,  είπε ο Αχιλλέας. «Καλά, έντονε, καλό κάνετε για το έθνος μας , αλλά εγώ πάλι νομίζω ότι μπορούν και να μας φυλακίσουν», και δεν υπέγραψε. Ο Αχιλλέας δεν έβριζε συνήθως, αλλά αυτή την φορά δεν άντεξε, τον «έστειλε» μακριά, στα ρώσικα βέβαια, γιατί όλοι  βρίζανε συνήθως μόνο στα ρώσικα, για να μη λερώνουν την ελληνική γλώσσα. Βγήκε από το σπίτι του Σάββα νευρικός,  κλείνοντας δυνατά την πόρτα.

Πέντε μεγάλες βαλίτσες υπογραφές μάζεψαν στις πόλεις και τα χωριά της Γεωργίας ο Αχιλλέας και οι φίλοι του, και τις πήγαν με τρένο στη Μόσχα.
Για την μεταφορά των βαλιτσών εκλέχτηκε μια αποστολή που συνόδεψε τις βαλίτσες μέχρι και το Κρεμλίνο. Στα γραφεία της Κεντρικής Επιτροπής του κόμματος τους υποδέχτηκαν αρκετά καλά, ήταν ενημερωμένοι από τους συναδέλφους της Γεωργίας.
Παρέδωσαν τις βαλίτσες σε μια άσπρη σαν  το χιόνι γυναίκα, της έδωσαν  μια  γραπτή επιστολή με το αίτημα  και τις συνημμένες πέντε βαλίτσες με 128 χιλιάδες  μετρημένες υπογραφές. Πήραν και τον αριθμό πρωτοκόλλου. Η άσπρη γυναίκα μόνο χαμογέλασε αλλά δεν  έκανε κανένα σχόλιο όταν είδε τα τετράδια με τις υπογραφές. Ήταν συνηθισμένη να βλέπει παθιασμένος και παράξενους επαρχιώτες  από όλες τις άκρες της Σοβιετικής Ένωσης που έψαχναν το δίκιο τους στην Μόσχα.
Η διαδικασία της παράδοσης των βαλιτσών κράτησε  μια ώρα. Ο Αχιλλέας επέμενε να αφήσουν και τις βαλίτσες μαζί με τις υπογραφές, ενώ η  γραμματέας ήθελε να βγάλει τα τετράδια με τις υπογραφές και  να τα τοποθετήσει σε  χάρτινες κούτες που ζήτησε να της φέρει ο κλητήρας.
«Αν ο μεγάλος δεν δει ότι οι υπογραφές μας ήρθαν σε βαλίτσες, δεν θα καταλάβει  πόσο  σοβαροί άνθρωποι ήμαστε, ότι τις φέραμε μόνοι μας, και δεν τις στείλαμε με ταχυδρομείο»- έλεγε ο Αχιλλέας.  Όλοι η παρέα συμφωνούσε μαζί του, γιατί ο Αχιλλέας είχε δίκιο, ήξερε να υπολογίσει  την κάθε λεπτομέρεια. Η άσπρη γυναίκα όταν άκουσε  το επιχειρήματα του Αχιλλέα  να παραμείνουν οι βαλίτσες, λίγο αγρίεψε, αλλά πάλι δεν είπε τίποτα, σκέφτηκε: «Αυτοί οι χωριάτες είναι πολύ πεισματάρηδες και ξεροκέφαλοι» Η βαλίτσες  είχαν μια περίεργη μυρωδιά, του  μαζούτ του τρένου,  του παστουρμά, του τυριού,  της βότκας και του κρασιού. Αυτές οι  μυρωδιές  δεν είχαν καμία σχέση με τη ζωή της πρωτευουσιάνα  γραμματέας, που δεν είχε όρεξη για αντιπαραθέσεις με ανθρώπους που ξέρουν τι κάνουν, ακριβώς αυτό της μετέφεραν με το ύφος τους ο Αχιλλέας και οι φίλοι του. Και έδωσε αμέσως εντολή να μεταφερθούν οι βαλίτσες σε μια αποθήκη.

Μόλις ταχτοποιήθηκαν οι βαλίτσες με το πολύτιμο υλικό,  ο Αχιλλέας, ικανοποιημένος,  έκανε μια  βόλτα  στα μουσεία και τα μαγαζιά. Αυτήν την βόλτα την κάνουν όλοι οι επισκέπτες της πρωτεύουσας. Μουσεία και μαγαζιά. Τα ωραιότερα πνευματικά πλούτη μπορούσε κανείς να τα δει μόνο στα μουσεία και τα καλύτερα πράματα μπορούσε να τα αγοράσει μόνο στα μοσχοβίτικα μαγαζιά, πουθενά αλλού. Το πρώτο, που ρωτούσαν τον κάθε άνθρωπο που επέστρεφε από τη Μόσχα στο σπίτι του, ήταν «σε ποια μουσεία πρόλαβε και πήγε, ποιες παραστάσεις είδε στα θέατρα  και τι καλό αγόρασε»…
Ο Αχιλλέας δεν ήταν για πρώτη φορά στη Μόσχα και κάθε φορά που επισκεπτόταν την πρωτεύουσα, πήγαινε  στην Πινακοθήκη «Τρετιακώφ». Εκεί ήταν μαζεμένα τα αγαπημένα του έργα ζωγραφικής ο Μπριουλόβ, ο Περόβ.
Μετά το βράδυ βρέθηκαν όλοι μαζί  με μοσχοβίτικους φίλους στο γνωστό  ρεστοράν «Αρμπάτ». Σαμπάνια, βότκα,  ωραία φαγητά, είχε και άγνωστες γυναίκες, Ρωσίδες, φίλες του Κώστα Ηλιάδη. O Κώστας έγινε μοσχοβίτης  μετά τις σπουδές του στο Πολυτεχνείο, του πρότειναν θέση μηχανικού σε ένα  εργοστάσιο.  Ως αληθινός καυκάσιος ήθελε να ευχαριστήσει τους φίλους του, και ξόδεψε όλο το μηνιάτικο του γι αυτό το τραπέζι. Ήταν τιμή του. «Και αύριο – έχει ο θεός», σκέφτηκε χωρίς κανένα προβληματισμό.
Ο Αχιλλέας μέθυσε, χαλάρωσε, η ψυχή του ήταν πια ήσυχη, και είχε μια προαίσθηση ότι όλα θα πάνε καλά και όλος ο κόπος του και ο κόπος πολλών άλλων ανθρώπων, θα  πιάσει το στόχο.
Οραματίστηκε  για λίγο πως στο βήμα του 26ου  Συνεδρίου βγαίνει ο Λεονίντ Μπρέζνεβ, πως με αργές και καθυστερημένες  κινήσεις ανοίγει το στόμα του και αρχίζει να μιλάει  για τους Έλληνες που δεν ξέρουν  ελληνικά, και πως το Κόμμα  δίνει την εντολή σε όλες τις δημοκρατίες της χώρας οι Έλληνες να μάθουν ελληνικά. Και αυτό θα γίνει Νόμος του κράτους!.. Το όραμα  του Αχιλλέα  για την ελληνική γλώσσα ήταν τόσο γλυκό, ένοιωσε τόσο  μεγάλη ευχαρίστηση και τόσο βαθιά ικανοποίηση, που ακόμα κι αυτές οι ωραίες, χαριτωμένες ξανθές ρωσίδες δεν θα μπορούσαν να του δώσουν.
 Έτσι περίπου και έγινε. Μετά από  ένα μήνα ήρθε στο Σουχούμι  η απάντηση από την Κεντρική Επιτροπή του κόμματος. Η επιστολή προς τους Έλληνες  έλεγε ότι  το θέμα της διδασκαλίας της ελληνικής γλώσσας θα συζητηθεί στο 26ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ.
«Πράγματι, μετά το Συνέδριο λάβαμε και άλλο γράμμα – ήταν από το υπουργείο παιδείας: σύμφωνα με την απόφαση του 26ου Συνεδρίου ΕΣΣΔ- έγραφε - διατάζω στους υπουργούς Παιδείας της Ρωσία, Ουκρανίας, Γεωργίας, Αρμενίας, Καζακστάν, στους τόπους συμπαγούς  κατοικίας των Ελλήνων  να εισάγεται στα σχολικά προγράμματα η ελληνική γλώσσα  ως ξένη γλώσσα».
Η απόφαση αυτή ήταν για όλους, αλλά δεν τηρήθηκε σε καμία Δημοκρατία παρά μόνο στην Γεωργία, και αυτό με τεράστιες προσπάθειες του Αχιλλέα και άλλων ελλήνων.
«Εμείς κάναμε δουλειά υπουργείου Παιδείας!» - έλεγε με περηφάνια ο Αχιλλέας, - φτιάξαμε προγράμματα και εγχειρίδια, και όλα αυτά σχεδόν χωρίς πόρους και διδακτικό υλικό. Και το βασικό, είχαμε βρει και δασκάλους. Ήταν αυτοί που απέμειναν ζωντανοί μετά το ‘37, αυτοί που κάποτε είχαν τελειώσει τα ελληνικά σχολεία».
Τον Αύγουστο  του 1982 ο Αχιλλέας κατάφερε και μάζεψε στο Σουχούμι όλους τους υποψήφιους δασκάλους ελληνικής γλώσσας και οργάνωσε για αυτούς σεμινάριο. Μεταξύ των δασκάλων ήταν άνθρωποι διαφόρων ηλικιών, γέροι, μεσήλικες, και ακόμα και νέοι, αυτοί που μάθαιναν  νεοελληνικά από τους παππούδες τους. Παρόλο την αφόρητη ζέστη, την  υγρασία και τους χιλιάδες τουρίστες  παραθεριστές  που πλημμύριζαν το Σουχούμι, επί ένα μήνα κάνανε   καθημερινά δέκα ώρες μαθημάτων. «Και τα χρήματα πού βρέθηκαν για όλα αυτά, για  το ξενοδοχείο..»- ρώτησε η Αντιγόνα.
«Τα χρήματα.. Στο Σουχούμι υπήρχαν εύποροι Έλληνες  είχαν καλές θέσεις, κύρους,  αυτοί  βοήθησαν. Ο κάθε ένας από μας, και οι δάσκαλοι, όλοι θεωρούσαμε το σεμινάριο αυτό υπόθεση προσωπική».
Ακόμα και η καθηγήτρια μας, που αρχικά δεν ήθελε να πάει στον Καύκασο από την Μόσχα, τελικά  αγάπησε εμας. 

Ήταν η Μαρίνα Ρίτοβα. Μια Ρωσίδα μοσχοβίτησα που έγινε Δασκάλα όλων των Ελλήνων της ΕΣΣΔ με την εντολή του Κομμουνιστικού Κόμματος. 
Έκλαιγε σαν μωρό, και αισθανόταν πολύ δυστυχισμένη όταν της ανακοίνωσαν την απόφαση.  «Το Κόμμα σε στέλνει να βοηθήσεις τους Έλληνες της Γεωργίας, δεν υπάρχει όχι, γιατί δεν υπάρχει άλλος άνθρωπος που να  ξέρει τόσο καλά ελληνικά και να μπορεί να προσφέρει!- της είπε στο γραφείο ένας παλιός σύντροφος που κάποτε σπούδαζαν μαζί στο Ινστιτούτο Διεθνών Σχέσεων.
Στον Καύκασο, όμως, δεν ήθελε να πάει με τίποτα. Το πρώτο που σκέφτηκε ήταν τι σχέση μπορούσαν να έχουν αυτοί οι αγρίκοι καυκάσιοι πόντιοι με τους Έλληνας και γιατί επέμεναν να μάθουν ελληνικά!  Της φάνηκε, όλη αυτή ιστορία παρατραβηγμένη. Ήταν και το άλλο , δεν ήθελε να διδάσκει, να κάνει τη δασκάλα,   αλλά δεν είχε επιλογή.
Έφυγε με το τρένο στο Σουχούμι,  πήρε μαζί της και τον άνδρα της. Στο δρόμο την έπιασε γκρίνια, αλλά όσο πλησίαζαν τον Καύκασο ανέπνευσε  θαλασσινό αέρα, είδε την ανατολή του ήλιου στη θάλασσα και τα βουνά με  τα ψηλότερα δέντρα, χαλάρωσε. «Δεν πειράζει, διακοπές θα κάνουμε, θα περάσουμε όσο μπορούμε καλύτερα», - είπε στον άνδρα της, παρηγορώντας τον εαυτό της.  Στο σταθμό τους  περίμεναν πάνω από είκοσι άτομα. Ο κάθε ένας τους πέρασε να σφίξει  το χέρι της και κοιτάζοντας την στα μάτια, έλεγε πως  την περίμεναν με αγωνία, και πως είναι πολύ ευτυχείς, που επιτέλους έφτασε στο Σουχούμι.  Το ξενοδοχείο που τους έκλεισαν οι E Έλληνες ήταν πολύ καλό, με θέα τη θάλασσα.  Το βράδυ στο τραπέζι, σε ένα από τα καλύτερα εστιατόρια της πόλης, η Μαρίνα Ρίτοβα κατάλαβε ότι μόλις γνώρισε φίλους για πάντα. Τον Αχιλλέα και  τους άλλους  μαθητές της τους αγάπησε όλους. Μετά, για πολλά χρόνια, ερχόταν στον Καύκασο και δίδασκε ελληνικά στα καλοκαιρινά σεμινάρια και, δεν το έκρυβε ποτέ,  περνούσε πολύ όμορφα. Οι φίλοι της στη Μόσχα την σχολίαζαν με ειρωνεία  «οι  δικοί σου οι Γκρέκοι σε κλέβουν από μας κάθε χρόνο.» Η Μαρίνα γελούσε ευτυχισμένα: «Δεν μπορείτε να καταλάβετε ότι εκεί είναι η ζωή, εκεί που οι άνθρωποι ξέρουν να ζουν την κάθε στιγμή, ξέρουν να κρατούν αρχές και έθιμα και  τις παραδόσεις τους. Νιώθω  μαζί τους τόσο καλά!». 


Το αγόρι Κόστια και ο Σεβαρνάντζε

«Τελικά, έβαλαν στα εκπαιδευτικά   σχολικά  προγράμματα της Γεωργίας την ελληνική γλώσσα;  ρώτησε η Αντιγόνα τον Αχιλλέα. 
«Έγινε και αυτό.  Όχι , βέβαια σε όλα τα σχολεία και όχι αμέσως, αλλά έγινε»,  απάντησε ο Αχιλλέας.
…Και μετά είπε με ένα χαμόγελο «και ξέρεις ποιος βοήθησε; Ένα αγόρι, Κόστια τον λέγανε...»
Σε σαράντα έξι σχολεία εισήγαγαν  την ελληνική γλώσσα ως ξένη γλώσσα. Και αυτό έγινε όταν  ο μικρός Κώστας  έβαλε τον ίδιο τον πρόεδρο Σεβαρνάντζε  να ασχοληθεί με την ελληνική γλώσσα…

Ο Σεβαρνάντζε με συνοδεία κομματικών στελεχών έκανε περιοδεία στα χωριά της περιοχής. Ήταν Αύγουστος μήνας. Σε ένα από τα χωριά πλησίασε τους Έλληνες που θέριζαν. Το ενδιαφέρον του προκάλεσε ένα αγόρι που τον λέγανε Κόστια. Τον ρώτησε από ποια οικογένεια είναι, με τι ασχολούνται οι γονείς του... Ο Κόστια απάντησε και τον ρωτάει ο πρόεδρος: αλλά είσαι «γκρεκ», έλληνας; Ελληνικά ξέρεις να μιλάς και να γράφεις;» Ο Κόστια είπε: «Δεν ξέρω!»
«Γιατί δεν ξέρεις;»- ρώτησε πάλι ο Εντουάρντ Αμβρόσιεβιτς Σεβαρνάντζε.
«Πώς να μάθω, δεν έχουμε τέτοια μαθήματα!» – απάντησε θαρραλέα ο Κόστια, και δεν κατέβασε το βλέμμα του, κοιτούσε ίσα στα μάτια τον πρόεδρο της χώρας.
«Κα-λά…», είπε ο Σεβαρνάντζε,- «σε λίγο θα πας στο σχολείο και θα δεις πως θα έχεις μαθήματα  ελληνικών!».
Όλοι που ήταν μάρτυρες του διαλόγου του ισχυρού άνδρα της χώρας με ένα οκτάχρονο αγόρι, δεν τον πίστεψαν τον πρόεδρο. Τα λόγια τα μεγάλα τα άκουγαν συνέχεια - ήταν και αυτά ένα μέρος της ζωής τους.

«Ο πρόεδρος είναι πρόεδρος και του επιτρέπεται να δίνει υποσχέσεις και να μην τις τηρεί, η δουλειά του είναι  να δίνει ελπίδες στο λαό», σχολίασε ο Σωκράτ, ένας εξηντάχρονος αγρότης. 
Γρήγορα όλοι ξέχασαν την αναπάντεχη συνάντηση  του Κόστια με τον  Σεβαρνάντζε. Αλλά το Σεπτέμβριο, την ημέρα έναρξης τις σχολικής χρονιάς, μια από τις  μεγάλες εθνικές γιορτές στην ΕΣΣΔ, όταν οι γονείς  συνόδεψαν τα παιδιά τους στα σχολεία, έγινε το «θαύμα». Κανένας δεν πίστευε στα μάτια του όταν ανακοινώθηκε στη Γιορτή έναρξης της σχολικής χρονιάς πως «Από δω και πέρα, οι μαθητές θα μπορέσουν να επιλέξουν μεταξύ των ξένων γλωσσών: αγγλικής, γαλλικής , γερμανικής και την ελληνική γλώσσα…»
Ο Κόστια επέλεξε την ελληνική γλώσσα και έγραψε στο Σεβαρνάντζε  ένα γράμμα με ευχαριστίες. Το γράμμα του Κόστια στον Πρόεδρο έγινε αφορμή για μια ακόμα πανηγυρική εκδήλωση που τη γιόρταζαν οι Έλληνες τρεις μέρες.
Έτσι, την εποχή του ΄80 άρχισαν επίσημα στη Γεωργία τα πρώτα μαθήματα ελληνικής γλώσσας σε 46 σχολεία, στις  πόλεις Τιφλίδα, Ρουστάβι, Τσάλκα και  Σοχούμι.
Ο Αχιλλέας έφτασε στο τέλος του αγώνα του. Έγινε  από τους πρώτους δασκάλους ελληνικής στην πόλη  Ρουστάβι. «Ξεκίνησα το πρώτο μάθημα ψάλλοντας τον Εθνικό Ύμνο. Μετά διάβασα το αλφαβητάρι στα παιδιά και συνέχισα δείχνοντάς τους τον ελληνικό χάρτη»...  Ήταν  τέλος του αγώνα του και η αρχή μιας νέας αρχής. 



Ο πρόεδρος Σεβαρνάντζε είχε μια αδυναμία στους Έλληνες, αφού είχε έναν οικογενειακό παιδίατρο, τον Γιάννη Μουρατίδη. Ο Μουρατίδης ήταν άνθρωπος της εμπιστοσύνης του προέδρου στα θέματα της υγείας των παιδιών και εγγονών του. Ο γιατρός, που τον φώναζαν στην Τιφλίδα «Ο θεός των παιδιών», δεν έπαιρνε χρήματα από τον πρόεδρο. Του αρκούσε η τιμή και η εμπιστοσύνη που είχε από την πρώτη οικογένεια της χώρας. Πάντως ο Γιάννης Μουρατίδης ήταν ένας φύλακας - άγγελος της οικογένειας του προέδρου. Ταλέντο μεγάλο με σημαντικές σπουδές στο Λένινγκραντ, στην Ιατρική Ακαδημία. Ο δάσκαλός του - δόκτωρ Βασίλιεβ -επέμενε να μείνει ο Γιάννης στη Σχολή, αλλά η μητέρα του, η Μάρθα, του έγραψε ένα γράμμα αυστηρό και του ζήτησε να μη μείνει με τους Ρώσους, να επιστρέψει στο σπίτι του.

Η Μάρθα ήταν σκληρή, στην οικογένειά της πάντα γινόταν αυτό που έβαζε στόχο να γίνει. Ο μονάκριβος και μορφωμένος της γιος οπωσδήποτε έπρεπε να επιστρέψει στην Τιφλίδα, όπου θα παντρευόταν μια ρωμαία, ελληνίδα, και θα ζούσε καλά και τίμια όπως όλες οικογένειες.

Ο Πρώτος γραμματέας της ΚΕ ΚΚΣΕ της Γεωργίας Εντουάρντ Αμβρόσιεβιτς Σεβαρνάντζε δεν ήξερε πώς να ευχαριστήσει το Γιάννη και μια μέρα αποφάσισε για την πολύτιμη προσφορά στην οικογένεια του να τον επιβραβεύσει με εισιτήρια και βίζα για το ταξίδι στην Ελλάδα. «Έμαθα ότι έχεις εκεί συγγενείς, να πας να τους δεις!» - του είπε. Ήταν το πρώτο του ταξίδι στο εξωτερικό.
Ο Γιάννης Μουρατίδης, αργότερα, όταν θυμόταν στιγμές αυτού του ταξιδιού γελούσε και διασκέδαζε πολύ. Συνέχεια περιέγραφε στους φίλους του πως στα σύνορα της Ελλάδας οι έλληνες αστυνομικοί και τελωνιακοί τον κοιτούσαν περίεργα. Σαν να βλέπανε έναν εξωγήινο. Ακριβώς έτσι… ένας σοβιετικός τουρίστας μόνος, χωρίς το γκρουπ, στην Ελλάδα το 1974 ήταν σαν τον εξωγήινο που επισκέπτεται τον πλανήτη μας.
Ο Δόκτορ Μουρατίδης, βέβαια, δεν μπορούσε να πάρει μαζί του τη γυναίκα του, τη Νίνα. Αυτό απαγορευόταν αυστηρώς. Ακόμα και ο ίδιος ο Σεβαρνάντζε δεν μπορούσε να επέμβει σ’ αυτήν την απαγόρευση. Φεύγοντας στο εξωτερικό ο κάθε σοβιετικός πολίτης έπρεπε να αφήσει κάποιον συγγενή στη χώρα, «ως όμηρο», μη τυχόν και λιποτακτήσει, και κάνει ρεζίλι όλη τη χώρα.

Το ταξίδι αυτό άφησε πολλές γλυκές στιγμές στο Γιάννη, παρά την αυστηρή αλλά διακριτική παρακολούθησή του από ανθρώπους της ελληνικής Ασφάλειας.

Γλυκύτατοι συγγενείς, ωραία ταξίδια, θορυβώδεις ταβέρνες και η αγορά – όλα ήταν τέλεια, έτσι όπως μπορούν να γίνουν στη χώρα την οποία πάντα ονειρευόσουν.

Ο Γιάννης έφυγε σχεδόν χαρούμενος, και το μόνο που του έλειπε ήταν η Νίνα, με την οποία θα ήθελε πολύ να μοιραστεί της ευτυχισμένες στιγμές του ταξιδιού στην ιστορική του πατρίδα.

Στην επιστροφή, στα σύνορα με την Σοβιετική Δημοκρατία της Μολδαβίας, την απορία τους για το σοβιετικό τουρίστα  που επέστρεφε από την καπιταλιστική Ελλάδα έδειξαν και οι Ρώσοι συνοριακοί. Δεν μπορούσαν οι άνθρωποι να πιστέψουν ότι στο τρένο ταξιδεύει ένας τουρίστας ο ιδιώτης  χωρίς το γκρουπ. Άρχισαν τον αυστηρό έλεγχο.

Ο Γιάννης ήταν πολύ ήσυχος και ήρεμος, δεν πήρε μαζί του τίποτα απαγορευμένο για την εισαγωγή στην ΕΣΣΔ. Αδιάφορα  περίμενε να τελειώσει η τυπική αυτή διαδικασία. Την τελευταία στιγμή, ένας από τους τρεις συνοριακούς έπιασε το βιβλίο, που διάβαζε ο Γιάννης. Ήταν τα διηγήματα του γεωργιανού συγγραφέα Νοντάρ Ντουμπάτζε στα ρώσικα. Ξαφνικά από το βιβλίο έπεσε η καρτ - ποστάλ με την φωτογραφία της οικογένειας του τέως Έλληνα Βασιλιά Κωνσταντίνου του Β’, που την πήρε για σελιδοδείκτη από ένα συγγενικό σπίτι στην Θεσσαλονίκη.

«Και αυτοί, στη φωτογραφία, ποιοι  είναι;»  ρώτησε με αυστηρό ύφος ο νεότερος συνοριακός. Φάνηκε πως δεν του άρεσαν οι άνθρωποι της φωτογραφίας που έδειχναν ότι είναι πολύ ευτυχισμένοι, πολύ πλούσιοι και γενικά υπερβολικά λαμπεροί άνθρωποι.

Ο Δόκτορ Γιάννης τα είχε χάσει, για πρώτη φορά σε όλο το ταξίδι, φοβήθηκε. Το μόνο που σκέφτηκε, ήταν ότι δεν έπρεπε να πει την αλήθεια, γιατί θα τον κατηγορούσαν ως βασιλικό, και μετά θα έμπλεκε άσχημα.

«Είναι ο ξάδελφος μου με όλη την οικογένεια του» - είπε με ύφος αδιάφορο, και ξαφνιάστηκε για το γρήγορο και καλό ψέμα που βρήκε και ξεστόμισε.

Ο νεαρός συνοριακός κράτησε την κάρτα, τη γύρισε, έριξε ένα βλέμμα ατσάλινο στο Γιάννη από πάνω έως κάτω, και ρώτησε: «Τότε γιατί δεν υπέγραψαν την φωτογραφία, τι σόι συγγενείς έχεις;»

Ο Γιάννης πάγωσε: «Θα με συλλάβουν και για το ψέμα που είπα!» - σκέφτηκε.
Αλλά με περισσότερη ψυχραιμία, έτσι όπως έβρισκε τα αίτια των ασθενειών των παιδιών και πάντα έδινε διάγνωση με μεγάλη ακρίβεια, κοίταξε τη φωτογραφία και είπε: «Δεν το υπογράψανε γιατί εγώ δεν διαβάζω ελληνικά, ούτε μιλάω ελληνικά, και οι συγγενείς μου δεν γνωρίζουν ρώσικα...»

Και πώς συνεννοήθηκες μαζί τους στην Ελλάδα;- ρώτησε ο μεγαλύτερος συνοριακός. «Στα ρωμαίικα (ποντιακά) – απάντησε ο Γιάννης,  είναι μια γλώσσα που μιλάμε εμείς οι γρέκοι», δυστυχώς μόνο τη μιλάμε».

Ο συνοριακός δεν έκανε άλλες ερωτήσεις, το βιβλίο το άφησε στο τραπεζάκι, εκεί που το βρήκε, και βγήκε από το κουπέ.

«Έτσι, ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος έγινε, έστω και για δυο λεπτά ο ξάδελφός μου» - έλεγε μετά ο Γιάννης για την  περιπέτειά του με την φωτογραφία της οικογένειας του Έλληνα Βασιλιά.


Ο Γάμος της 25ης Μαρτίου 

Πλησίαζε η 25η Μαρτίου – η μεγάλη εθνική γιορτή για τους περήφανους Έλληνες, και ο Ηλίας ακόμη δεν είχε βρει το γαμπρό για τον «γάμο». Αυτήν τη φορά ζορίστηκε να βρει τον κατάλληλο. Ο ένας υποψήφιος έλεγε ότι μόλις παντρεύτηκε και το έβλεπε σαν γρουσουζιά. Ο άλλος δεν ήταν κατάλληλος λόγω.. εμφάνισης … Ο Ηλίας ήθελε τη «νύφη» και το «γαμπρό»  όμορφους, «για να τους βλέπεις και να χαίρεται το μάτι!»- έλεγε.
Η νύφη βρέθηκε εύκολα, ήταν η νέα λογίστριά του, η Κίτσα, ωραία με μια σπίθα στο βλέμμα της. Η Κίτσα το διασκέδαζε πολύ, έλεγε  θα κάνει «πρόβα γάμου», και ότι όλα είναι θέμα τύχης, «και, ποιος ξέρει μπορεί να έρθει κανείς εργένης  στο γλέντι και την ερωτευτεί». Ήταν πάνω από  25 χρόνων  και ανησυχούσε πλέον ότι δεν θα βρει άνδρα για παντρειά. Όλες οι συμμαθήτρις της και φίλες – ελληνίδες- είχαν παντρευτεί  και ήδη είχαν κάνει από ένα –δυο παιδιά.
Η Κίτσα πρότεινε στον Ηλία να οργανώσει κάτι  σαν «κάστινγκ»  για το  γαμπρό, και να το ανακοινώσει μεταξύ «γκρέκων» μόνο στα ποντιακά,  στόμα-στόμα... να μην καταλάβουν οι Ρώσοι. Αλλά ο Ηλίας ήξερε ότι αν θα το έκανε, μπορεί να μαθευόταν έξω, να έφτανε  στη μυστική υπηρεσία της Ασφάλειας, και να τους  χαλούσαν  τη γιορτή.
Εκείνη τη χρονιά η άνοιξη είχε έρθει από νωρίς στο Κρασνοντάρ, τα δέντρα έβγαλαν καινούρια φύλλα, αλλά η πόλη φαινόταν σαν να ξύπνησε μόλις, με μια τσίμπλα στο μάτι... σε πολλά σημεία της  είχαν μείνει  χειμωνιάτικες βρωμιές και σκουπίδια...Ο Μάρτιος πάντα ήταν ένας μήνας δύσκολος, και ο Ηλίας  ήθελε να γίνουν όλα γιορτινά και όμορφα, γι’ αυτό επέλεξε το καλύτερο  εστιατόριο της πόλης.
«Μια φορά το χρόνο γιορτάζουμε όλοι μαζί  την Εθνική Γιορτή όλων των Ελλήνων, γιατί να μην το κάνουμε με τον καλύτερο τρόπο;» έλεγε.
Μέσα στη φασαρία για τη προετοιμασία της γιορτής ο Ηλίας παραμέλησε και τις υποχρεώσεις του στην κοοπερατίβα όπου ήταν διευθυντής.
Κάποια στιγμή σκέφτηκε να έκανε ο ίδιος το «γαμπρό», αλλά τον ήξεραν πολύ καλά στην πόλη. Και  στο ρεστοράν, αυτόν τον χουβαρντά τον Ηλία που  άφηνε πάντα πολύ καλό πουρμπουάρ, τον ήξερε κάθε σερβιτόρα.
Ήταν η δεκαετία του ‘80. Οι  Έλληνες του Κρασνοντάρ είχαν βρει μια πολύ καλή λύση να οργανώνουν το γλέντι της 25ης Μαρτίου  χωρίς το φόβο της τοπικής εξουσίας και των μυστικών υπηρεσιών.
Επίσημα στη χώρα δεν υπήρχε κανένας νόμος που να απαγόρευε τη γιορτή των  «γκρέκων»  την ημέρα της  Ελληνικής Επανάστασης της 25ης Μαρτίου. Αλλά μετά την πρώτη εκδήλωση που οργάνωσαν, κάποιοι αμέσως έλαβαν  προειδοποίηση. Τον  καθηγητή που έκανε διάλεξη για την Ελληνική Επανάσταση τον κάλεσαν «για συζήτηση» στα γραφεία της KGB. Αλλά και το  ξέφρενο ελληνο-ποντιακό γλέντι, που άφησε ιστορία, και δεν μπορούσε να μείνει μυστικό. Την άλλη μέρα όλη η πόλη μιλούσε για τους «γκρέκους» που γιόρτασαν την εθνική τους γιορτή και «ξόδεψαν πολλά ρούβλια!»
Η προειδοποίηση δεν ήταν  γραπτή, αλλά μόνο  προφορική.  Κάποιοι φίλοι τηλεφώνησαν και είπαν στον Ηλία  «να μη επαναληφθεί» και να «προσέχουν, διαφορετικά  θα έχουν άλλα προβλήματα».
«Καλά που δεν έγινα κομμουνιστής!  Τι είναι αυτοί οι κομμουνιστές, σαν τους μαφιόζους!» – διαμαρτυρόταν ο Ηλίας.  «Παράνομα μας κυνηγούν, αφού δεν κάναμε τίποτα παράνομο»,  έλεγε στη γυναίκα του στην κουζίνα του σπιτιού του, γιατί δεν θα τολμούσε ποτέ να πει  τα ίδια έξω.
Τη δεύτερη φορά η εκδήλωση για την Ελληνική Επανάσταση ήταν πολύ περιορισμένη. Μαζεύτηκαν σε ένα εξοχικό σπίτι και πρόσεχαν πολύ να μη μαθευτεί σε ευρύτερο κόσμο.
Και μετά  του ήρθε του  Ηλία η καταπληκτική ιδέα, να οργανώνουν την 25η Μαρτίου ένα ψεύτικο ελληνικό γάμο. «Να γλεντάμε όσο θέλουμε και όπως το θέλουμε. Ποιός μπορεί να μας απαγορεύσει να μιλάμε και να τραγουδάμε ποντιακά και ελληνικά σε ένα γάμο; Να έχουμε στα τραπέζια μαζί με ανθοδέσμες και από  μια ελληνική σημαία!» - είπε.
Το σχέδιο του Ηλία «γάμος – γιορτινή γιάφκα» άρεσε σε όλους, ειδικά η  μυστικότητά του. Ήταν ρομαντικοί οι Έλληνες,  αισθάνθηκαν λίγο-πολύ σαν μικροί ήρωες.
Μάζεψαν  χρήματα χωρίς τσιγκουνιές. Και τον Ηλία τον όρισαν  «ταμαντά».
Ο ταμαντάς  είχε πολλές υποχρεώσεις, είχε και την ευθύνη  για όλα τα καλά και τα κακά  που συνέβαιναν στο γλέντι...  Συνήθως φρόντιζε να μη μεθύσει κανείς  πολύ ή αν τελικά κάποιος έχανε τις ισορροπίες του, κανόνιζε να τον ηρεμήσουν ή να τον προβαδίσουν σπίτι του,  αλλά πολύ διακριτικά, να μη καταλάβει ο κόσμος την  αδυναμία του συγκεκριμένου  ατόμου. Ο ταμαντάς έλεγχε το τραπέζι σε όλα τα επίπεδα: να μη λείπει τίποτα. Πρόσεχε επίσης  να υπάρχει πειθαρχία και τάξη,  και χωρίς την άδειά του δεν μπορούσε να φύγει κανείς από το τραπέζι. Και το κυριότερο, ο ταμαντάς έδινε στους  καλεσμένους, με τη σειρά,  το λόγο για πρόποση. Και ο ίδιος συνέχεια έκανε τοποθετήσεις κι  έτσι το τραπέζι και το γλέντι  δεν είχε τελειωμό. Πάντως, η πρώτη πρόποση ήταν πάντα «για την ειρήνη σε όλο τον κόσμο», η δεύτερη «για την πατρίδα Ελλάδα», η τρίτη «για την πατρίδα τη Σοβιετική Ένωση»  και μετά σήκωναν τα ποτήρια στην υγεία των συγγενών, των γονιών, των παιδιών και  φίλων. Έλεγαν προπόσεις  για γυναίκες, για άνδρες, για το δέντρο που φύτεψε ο νοικοκύρης στην αυλή, για το σπίτι του και πολλές άλλες: όπως για το πουλί που πέταξε πάνω από τα κεφάλια των καλεσμένων. Σίγουρα θα ήταν ένα πουλί που φέρνει ευτυχία! Για τον ήλιο, «για να  λάμπει για πάντα!», για  το δάσος, «να μας δίνει τη δροσιά του!», για τον ουρανό, «να είναι πάντα καθαρός!», και για  τη θάλασσα «χωρίς φουρτούνες!», για το ψηλότερο βουνό «που δοκιμάζει τους αληθινούς άνδρες», για το ψωμί «να μη λείπει ποτέ!» , για το κρασί «πάντα να γεμίζει τα ποτήρια μας!» και για  τη ζωή γενικά «που είναι, φυσικά, ωραία» ... Οι ομιλούντες έπιναν στο όνομα του τάδε... και έλεγαν αρκετά έως πολλά για να επιδείξουν παράλληλα και την εξυπνάδα τους και τις ρητορικές τους ικανότητες.
Σε τέτοια γλέντια  γινόταν και διαγωνισμός στο ποτό. Το κρασί, πράγματι, δεν τελείωνε ποτέ, όσο και να έπιναν οι άνθρωποι, σαν να έτρεχε από μια πηγή, που ανάβλυζε κάτω από το συγκεκριμένο τραπέζι. Για τις γυναίκες  η χειρότερη στιγμή του γλεντιού ήταν να βλέπουν το διαγωνισμό για τον πιο δυνατό πότη, που συνήθως γινόταν στο τέλος. Ο νικητής ήταν αυτός που έπινε περισσότερα λίτρα κρασιού από το κοκαλένιο κέρατο του ενός – δύο λίτρων. Ο στόχος ήταν μετά από τόσα  λίτρα κρασί να μην πέσεις καταγής, να πας σπίτι σου με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο σου, και όχι με βοήθεια φίλων ή συγγενών, και την άλλη μέρα το πρωί  οπωσδήποτε να εμφανιστείς στην παρέα σου στο μαγειρείο,  σαν να μην είχες πιει όλο αυτό το κρασί. Η πρωινή ζεστή σούπα –το  «χας»-  ήταν σαν τον  πατσά,-  έσωζε τα στομάχια πολλών  διαγωνιζόμενων στο ποτό.    

Αλλά οι γάμοι των Ποντίων πολλές φορές τελείωναν με ένα φοβερό καυγά, γι αυτό η Αντιγόνα τους απέφευγε. Η αρχή πάντα ήταν πολύ εντυπωσιακή, ειδικά η παράσταση των εκπροσώπων του γαμπρού, όταν έρχονταν να πάρουν  τη νύφη. Με λύρα – κεμεντζέ- με χορούς και τραγούδια.
Από τη χαρά ο γάμος- που στην ποντική γλώσσα λέγεται  «χαρά» - κατέληγε σε καβγά όπου οι θερμόαιμοι έδιναν μπουνιές και καμιά φορά  έβγαζαν και μαχαίρια. Τα  μαχαιρώματα στο φινάλε του γάμου ήταν «γραμμένο σενάριο που δεν πρέπει να αλλάζει». Βωμολοχίες μεθυσμένων ανδρών, τσιρίγματα φοβισμένων γυναικών, κλάματα παιδιών... όλο αυτό το «γνώριμο» σκηνικό δεν άρεζε ποτέ στην Αντιγόνα. Ντρεπόταν μερικές φορές που ήταν και αυτή ένα κομμάτι από αυτούς τους άγριους στη συμπεριφορά, αλλά τρυφερούς στα αισθήματα  ανθρώπους που χαλούσαν τη χαρά. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν εθισμένοι στην πάλη, στον καυγά, στον πόνο και το κλάμα. Σα να ήθελαν να αποδείξουν κάθε φορά πως δεν αντέχουν να είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Είχαν περάσει  πολλά, και η ψυχή τους είχε μάθει  να πονά και δεν άντεχε τη μεγάλη δόση χαράς και ευτυχίας. Αλλά ο ίδιος ο Θεός προστάτευε αυτούς τους ανόητους ανθρώπους. Σχεδόν ποτέ δεν υπήρχαν σε γάμους βαριά  τραυματίες ή θάνατοι. 
 Έτσι ήταν τα γλέντια στη Μαύρη Θάλασσα.  Παραδόξως, όταν οι Έλληνες μετοίκισαν στην  Ελλάδα, οι προπόσεις γρήγορα κόπηκαν, συντομεύτηκαν. Εδώ η ζωή πήρε γρήγορους ρυθμούς, είχαν χάσει πολλές απολαύσεις. Οι φιλίες πέρασαν σε δεύτερη μοίρα στη ζωή των ανθρώπων, στην πρώτη βγήκαν τα χρήματα και ό, τι είχε σχέση με αυτά.

Η Αντιγόνα όταν μπορούσε να αποφύγει ένα  γάμο, το έκανε.  Μόνο στον «γάμο» του Ηλία στο Κρασνοντάρ θα ήθελε να  πάει, «το γάμο» της 25ης Μαρτίου, αλλά δεν έτυχε ποτέ γιατί γινόταν σε άλλη εποχή.
===
Άκουσε όμως ότι τελικά, για το «γάμο» που διοργάνωνε ο Ηλίας,  ανάγκασαν το  γαμπρό της προηγούμενης χρονιάς, το Σωκράτη, να παίξει  και αυτήν τη φορά τον ίδιο ρόλο. Ο Σωκράτης ήταν τριαντάρης και ανύπαντρος. Σπούδασε, διορίστηκε κι  έμενε με τους γονείς του σε μια μονοκατοικία στα προάστια της πόλης. Η μάνα του κάθε μέρα γκρίνιαζε,  ήθελε να τον παντρέψει, αλλά ο Σωκράτης άκουγε τις γκρίνιες, δεν αντιμιλούσε ποτέ και σιωπηλά επέμενε στη δική του γνώμη.
Πριν από μερικά χρόνια ήθελε να παντρευτεί τη αγαπημένη του από Πολυτεχνείο, που σπούδαζαν μαζί. Ήταν Ρωσίδα, και η μάνα του  είχε πει «μόνο αν θέλεις να πεθάνω…!». Δεν ήθελε ο Σωκράτης να την πληγώσει και υποχώρησε, αλλά μετά κατάλαβε πως η Βέρα, έτσι έλεγαν την κοπέλα του, είναι ο μεγάλος του έρωτας, και δεν μπορούσε να την ξεχάσει, αν και προσπάθησε. Και μετά, όταν έμαθε πως η αγαπημένη του παντρεύτηκε, την ήθελε ακόμα  περισσότερο και ούτε σκεφτόταν κάποια άλλη γυναίκα δίπλα του. Αυτός ήταν ο Σωκράτης και δεν μπορούσε να τον αλλάξει κανείς. Ο ρόλος του γαμπρού του ταίριαξε απόλυτα. «Να ζήσω έστω στα ψεύτικα τον γάμο» - σκέφτηκε, και ήταν πολύ αληθινός.

Το γλέντι ξεκίνησε στις επτά το βράδυ. Η αίθουσα του εστιατορίου  ήταν στολισμένη για το γάμο, αλλά στα τραπέζια τοποθέτησαν μαζί με τα λουλούδια  και από μια ελληνική σημαία. Τις έραψε ο Αβραάμ στην κρατική βιοτεχνία που δούλευε προϊστάμενος. Εκεί μαζί με ρόμπες για εργάτες, έραβαν παράνομα, στο υπόγειο, και τζιν. Σε αυτό το παράνομο τμήμα έραψε και τις τριάντα σημαίες. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα μεζέδες και φαγητά, ποτά,  φρούτα και ελληνικές σημαίες....
Σε όλους τους απρόσκλητους επισκέπτες που ήθελαν να περάσουν την ίδια βραδιά σ΄ αυτό το ρεστοράν οι σερβιτόροι έλεγαν: «Συγγνώμη, σήμερα είμαστε κλειστά, έχουμε ελληνικό γάμο». Η μουσική στο γάμο  ήταν ζωντανή από το συγκρότημα που ήρθε από την Τιφλίδα. Τραγουδούσαν μόνο ελληνικά. Ήρθε και ο Γιώργος από το διπλανό χωριό  με τον κεμεντζέ του.
«Ζήτω  η Ελλάδα! Ζήτω η Ελευθερία!» – φώναζε ο Ηλίας  στα ελληνικά και έκανε  ασταμάτητα προπόσεις. «Ζήτω  η Ελλάδα!» – επαναλάμβαναν  όλοι οι καλεσμένοι. Ξεχάστηκαν  η νύφη και ο γαμπρός. Αλλά κάπου- κάπου, ο Ηλίας απευθυνόταν και σ’ αυτούς – λέγοντας: «Να ζήσετε ευτυχισμένοι! Και μια μέρα να βρεθείτε για πάντα στην Ελλάδα!» Ήταν η καλύτερη ευχή.  Αχ, αυτή η Ελλάδα – ένα όνειρο ατελείωτο – όλο γι’ αυτήν μιλούσαν, σαν να ήταν η ερωμένη τους, σαν να ήταν ένας πόθος που δεν έσβηνε με τίποτα.
Ο τελευταίος ελληνικός γάμος της 25ης Μαρτίου τελείωσε τα μεσάνυχτα, αλλά με ένα κομφούζιο που μετατράπηκε σε καυγά… Μια απρόσκλητη επισκέπτρια που κατάφερε να μπει  με την παρέα της στο εστιατόριο και  καθόταν κάπου στην γωνιά, μακριά από το τραπέζι του γάμου, αναγνώρισε στο «γαμπρό» το φίλο της, όταν αυτός ήδη πιωμένος χόρευε στην πίστα.. Η κοπέλα ήταν και αυτή πιωμένη, τον πλησίασε και άρχιζε να φωνάζει πως είναι  «καθίκι» και «ψεύτης». Ήταν η φιλενάδα του Σωκράτη. Η κοπέλα φώναζε και πήγε να τον χαστουκίσει, αλλά ο Σωκράτης τη σταμάτησε λέγοντας πως ο γάμος είναι ψεύτικος, είναι μια φάρσα… Η κοπέλα βέβαια δεν τον πίστεψε και έφυγε οργισμένη. Αλλά την επόμενη μέρα άρχισε να το ψάχνει το θέμα. Τηλεφώνησε σε κοινούς φίλους και, πράγματι, κανένας δεν επιβεβαίωσε τον γάμο του Σωκράτη. Ρώτησε και τον ίδιο τον Σωκράτη, και αυτός αναγκαστικά ομολόγησε πως έπαιξε το ρόλο του γαμπρού για ένα ψεύτικο γάμο της 25ης Μαρτίου, της επετείου της Ελληνικής Επανάστασης . Η κοπέλα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς μπορεί κανείς να ντυθεί γαμπρός για μια εθνική γιορτή… «Αυτοί οι γκρέκοι είναι τρελοί!» - είπε.  Το ίδιο βράδυ  βγήκε με φίλους και τους είπε για την περίεργη γιορτή - γάμο που έκαναν οι Έλληνες της πόλης. Ένας από τους φίλους δούλευε στα όργανα Ασφαλείας, και έτσι την άλλη μέρα όλη η εξουσία έμαθε την αλήθεια.
Κάλεσαν τον  Ηλία στα γραφεία τους για απολογία και αυτός ανέλαβε την ευθύνη. Αλλά βρήκε και μια δικαιολογία, λέγοντας πως στην ελληνική παράδοση υπάρχει ένα δρώμενο με νύφη και γαμπρό και  αυτή την φορά ανέβασαν αυτό το δρώμενο για το γλέντι τους. Τι άλλο θα έλεγε; Δεν τον πίστεψαν, αλλά σταμάτησαν να σκαλίζουν το θέμα. Δεν έκαναν και αναφορά στα ανώτερα όργανα της Μόσχας. Τους γλίτωσε ο πρώτος γραμματέας του Κόμματος της πόλης που αγαπούσε  τους Έλληνες  γιατί είχε μεγαλώσει  μαζί τους, στην ίδια γειτονιά.  Ήξερε πως αυτοί οι ζωντανοί κι δημιουργικοί, εργατικοί άνθρωποι είναι τόσο «παιδιά» και τόσο «ανόητοι» πατριώτες, πως ρίσκαραν να κάνουν μια μάζωξη για μια εθνική γιορτή του «ξένου καπιταλιστικού κράτους» μόνο και μόνο για να νιώθουν πως  ακόμα υπάρχουν...





Η  Αντιγόνα   πολλά χρόνια  είχε την εντύπωση ότι οι Έλληνες  – Πόντιοι έμειναν μόνο στις παραλίες της Μαύρης Θάλασσας και στο Καζακστάν.  Δεν υποψιαζόταν ότι στην ορεινή Γεωργία μένουν  χιλιάδες άνθρωποι που μιλούν την ποντιακή γλώσσα και κάποιοι άλλοι την τουρκική. Και οι μεν και οι δεν ονομάζονταν «γκρέκοι», Έλληνες. Οι τουρκόφωνοι, για να σφραγίσουν την ελληνικότητα  τους, έδιναν στα παιδιά τους ελληνικά ονόματα: Ιάσων, Πλάτων, Σωκράτης, Μήδεια, Αθηνά, Δημοκρίτ, Αριστότελ και πολλά άλλα ωραία ονόματα που είχαν άμεση σχέση με την ιστορία της ανθρωπότητας – την Αρχαία ελληνική ιστορία. Πολλές οικογένειες είχαν και από μια «Ελλάδα». Ήταν ελληνικό κοριτσίστικο όνομα. Προφερόταν αλλιώτικα - «Ελλάντα» γιατί το «δέλτα» δεν υπήρχε ούτε στη ρωσική ούτε στη γεωργιανή - επίσημες γλώσσες της Γεωργίας. 

Από μικρή έμαθε από τη γιαγιά Μαρία ότι η ανθρωπότητα στη Γη,  χωρίζεται  στα δυο: Έλληνες και μη Έλληνες. Δεν την  ενδιέφερε τη γιαγιά  αν κάποιος ήταν ρώσος, ή  γάλλος ή τούρκος. Όλοι αυτοί  γι’ αυτήν ήταν σαν να μην υπήρχαν. Αν ήταν κάποιος «μη Έλληνας» σήμαινε ταυτόχρονος ... «μη άνθρωπος». Η Αντιγόνα ντρεπόταν γι’ αυτήν την απόλυτη στάση της γιαγιάς, αλλά δεν έλεγε τίποτα, της φαινόταν αστείο και χαζό, μια και οι γονείς της ήταν άνθρωποι ανοικτοί, είχαν φίλους διαφόρων εθνικοτήτων, ρώσοι, εβραίοι ουζμπέκοι, καζάχοι... Πολλές φορές η ίδια, η γιαγιά τους σέρβιρε φαγητό όταν βρίσκονταν στο σπίτι τους, καλεσμένοι από το γιο της, αλλά να ταΐσεις έναν ξένο, δεν σήμαινε γι’ αυτήν και να τον θεωρήσεις άνθρωπο δικό της.    

Αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα στη συνείδηση της γιαγιάς με τους τουρκόφωνους γκρέκους - έλληνες,   που τους λυπόταν. Βασικά δεν τους αγαπούσε, και έλεγε ότι, όπως και να ονομάζεσαι, αφού δεν μιλάς την ποντιακή γλώσσα και δεν την καταλαβαίνεις δεν είσαι και έλληνας. Έλεγε ότι είναι  χριστιανοί μεν, αλλά αβάφτιστοι. Έλεγε και άλλες κακίες κατά των ανθρώπων που δεν μιλούσαν την ποντιακή.  Σίγουρα η γιαγιά ήταν ρατσίστρια, δεν αναγνώριζε τους τουρκόφωνους ως πόντιους, και η Αντιγόνα δεν μπορούσε να διαφωνήσει μαζί της, γιατί δεν ήξερε κανένα τουρκόφωνο πόντιο, μέχρι που έφτασε στην Ελλάδα όπου πολλοί από αυτούς έγιναν καλοί φίλοι της.

Η Αντιγόνα δεν μπορούσε να βρει γερά επιχειρήματα, για το ότι όλοι οι άνθρωποί είναι αυτό που πιστεύουν ότι  είναι,  και χωρίς να το θέλει τιμώρησε τη γιαγιά Μαρία για τις ρατσιστικές της βλέψεις όταν παντρεύτηκε έναν κοκκινομάλλη Ρώσο.

Η Μαρία δεν ήθελε με τίποτα ρώσο στην οικογένεια τους. Κανένας δεν ήθελε ούτε Ρώσο, ούτε Αρμένιο, ούτε Γάλλο. Η Μαρία ντρεπόταν για το γάμο της εγγονής της, και έλεγε στις φιλενάδες της όταν έπιναν μαζί τσάι: «Να, και τι να κάνω, αφού την αφήσαμε, και πήγε μέχρι τη Μόσχα να σπουδάσει, αυτό πάθαμε! Τόσα χρόνια καθόταν αυτός ο Ρώσος δίπλα της στα θρανία του πανεπιστημίου, και βέβαια τον είχε συνηθίσει.  Αν καθόνταν δίπλα της κανένας «μαύρος» και αυτόν  θα τον είχε συνηθίσει. Και όταν συνηθίσεις κάποιον δίπλα σου, σου φαίνονται όλοι ίδιοι. Ευτυχώς που δεν ήταν κανένας μαύρος! Τα κορίτσια δεν πρέπει  να μαθαίνουν πολλά γράμματα, θα μπορούσε και στην πόλη μας να κάνει σπουδές, να μάθαινε λογιστικά  ή κομμωτική!».

Η γιαγιά βασικά όλα αυτά τα έλεγε για τις φίλες της, για να καλύψει «το κουσούρι» της οικογένειας, που ήταν ο ρώσος γαμπρός.

Στην πραγματικότητα, η Μαρία  δεν ήθελε να κάνει κακό στην εγγονή της, αφού ήξερε ότι η ευτυχία είναι δώρο θεού, και όταν ο θεός μας δίνει κάτι… , ακόμα και τον Ρώσο γαμπρό, είναι κι αυτό δώρο.   Η ίδια δεν υπήρξε ποτέ ευτυχισμένη γυναίκα και γι’ αυτό δεν έβαλε το  απαγορευτικό της στο γάμο της Αντιγόνα, ενώ θα μπορούσε να πει το δικό της «Όχι!» ή «Νετ», και αυτό θα ήταν δυνατή εντολή στο γιο της να μην επιτρέψει στην Αντιγόνα  να παντρευτεί  το ρώσο συμφοιτητή, όπως συνήθως και έκαναν οι περισσότεροι  οικογενειάρχες. 

Σε μερικά χρόνια, όταν η οικογένεια είχε καταλάβει ότι η Αντιγόνα δεν ήταν  ευτυχισμένη στο γάμο της, η γιαγιά δικαιολογούνταν: «Είπα, να παντρευόσουν το δικό σου αίμα, άμα δε ακούς όταν σου λένε! Θα ήταν αλλιώτικα! Όταν δεν είσαι καλά με το δικό σου άνθρωπο δεν νιώθεις αποξενωμένη, σαν να αλλάζεις πατρίδα και, εκεί που νομίζεις ότι βρήκες τον παράδεισο, γίνεται κόλαση. Πού να πας, τι θα πεις;  Ο ξένος άνδρας πάντα έχει άλλα χούγια, πού να τον καταλάβεις, ενώ ένας άνδρας της εθνικότητας σου  είναι δικός σου, δεν τον φοβάσαι!»  

Κάτι τέτοια έλεγε  η γιαγιά, και η Αντιγόνα γελούσε μαζί της. «Μα εγώ ζω σε άλλες εποχές, η άνθρωποι παντού είναι ίδιοι, μαθαίνουν ίδια πράματα, τρώνε σχεδόν ίδια φαγητά, ακούνε ίδια μουσική..» Η γιαγιά ήταν απαρηγόρητη: «μα λες «σχεδόν», αυτό το σχεδόν κάνει όλη τη διαφορά!».

Μια φορά στο τρένο που πήγαινε από τη Μόσχα στο Λένινγκραντ  η Αντιγόνα με το δικό της  Γιούρι,  γνώρισε ένα ζευγάρι. Ο νεαρός ήταν ένας ωραίος μελαχρινός άνδρας με καυκάσια χαρακτηριστικά, ενώ η κοπέλα του ήταν μια άχρωμη και  αμίλητη, με βιβλίο στα χέρια  που το διάβαζε αφοσιωμένη. Ήταν μία που τη βλέπεις και αμέσως την ξεχνάς.  Οι ώρες του ταξιδιού δεν ήταν και τόσο πολλές για να ψάχνει κανείς συντροφιά, απλά η Αντιγόνα και ο νεαρός κοιτάχτηκαν σαν να ήταν παλιοί γνωστοί. Μίλησε πρώτη η Αντιγόνα, όταν άκουσε από την κοπέλα του να τον φωνάζει Γκομέρ (Όμηρος). Τον ρώτησε ποιος του χάρισε τόσο ωραίο ελληνικό όνομα... Παρουσιάστηκε και η ίδια μόνη της: «Και εγώ έχω αρχαίο ελληνικό όνομα, Αντιγόνα. Είναι της προγιαγιάς μου, που έλεγε πολλά παραμύθια στον  πατέρα μου. Εσένα ποιος σου έδωσε αυτό το όνομα;»

«Ο παππούς μου  ήταν Γκομέρ, και εμένα μου  έδωσαν το όνομά του».
«Αλήθεια; Πολύ ωραίο όνομα, δεν αισθάνεσαι μ’ αυτό το όνομα, σαν να είσαι Αρχαίος Έλληνας;»
«Μα, είμαι Έλληνας!», είπε.
«Πώς είσαι  Έλληνας; Και εγώ - είμαι Ελληνίδα!».
Η άχρωμη σήκωσε το κεφαλή της από το βιβλίο και αδιάφορα κοίταξε την Αντιγόνα. Δεν ήταν περίεργη για την Αντιγόνα, μάλλον την ενοχλούσε ο ενθουσιασμός της.
«Από που είσαι;», ρώτησε το Γκομέρ.
«Από τη Γεωργία».
«Πώς; Στην Γεωργία υπάρχουν Έλληνες; Δεν το πιστεύω!»  
«Ναι, και παρά πολλοί! Πολλά χωριά, αλλά και στην Τιφλίδα υπάρχουν, από ‘κει είμαι. Και εσύ από πού είσαι;»
«Εγώ, από μια παραδεισένια πόλη που την ονειρεύεται ο κάθε σοβιετικός, από το Σότσι!»
Ο Γκομέρ έδειξε περισσότερο σεβασμό  στην προνομιούχα Αντιγόνα. Το Σότσι πράγματι, ήταν ένα όνειρο για κάθε άνθρωπο: θάλασσα, καράβια, πάρκα, δάση, βουνά – μια πόλη για χαρούμενες, αιώνιες διακοπές.
«Υπάρχουν εκεί Έλληνες;» ρώτησε και αυτός την Αντιγόνα.
«Ναι υπάρχουν, και πολλοί, δεν λέω παρά πολλοί, αλλά  πολλοί. Δεν τους μέτρησα!», γέλασε η Αντιγόνα
«Ξέρεις ελληνικά; ρώτησε η Αντιγόνα. Ήθελε περισσότερες αποδείξεις της ελληνικότητας του Γκομέρ.

«Ναι ξέρω»,  απάντησε.

«Τότε πες μου πώς  θα είναι στα ελληνικά «χλεμπ» ;
«Αϊμεκ», είπε ο Γκομέρ.
«Πώς;» η Αντιγόνα ήταν σίγουρη ότι ο απέναντι νεαρός την κοροϊδεύει, γιατί το «χλέμπ» στα ποντιακά ήταν «ψωμί». «Και πως θα πεις  «ζντραστβουϊ»
«Σαλιάμ»
Και το «ντομ»;
«Γιαπί»…
Στα ποντιακά οι αναφερόμενες λέξεις αντιστοιχούσαν σε «καλημέρα» και «σπίτι».
«Δεν είσαι έλληνας αφού δεν μιλάς ελληνικά! Αυτές οι λέξεις είναι τούρκικες ή σαν τις τούρκικες, δεν είμαι σίγουρη», είπε κατηγορηματικά η Αντιγόνα.

Ο Γκομέρ κοκκίνισε σαν παντζάρι όχι από την ντροπή, αλλά από την οργή. Η άχρωμη κοπέλα του και ο κοκκινομάλλης Γιούρι της Αντιγόνα σιωπηλά παρακολουθούσαν τη διαφωνία των συντρόφων τους.
Ο Γκομέρ σηκώθηκε απότομα, βγήκε έξω,  στο προθάλαμο του τρένου, δεν είπε τίποτα στην παρέα. Πέρασαν πάνω από είκοσι  λεπτά, δεν επέστρεψε, και η Αντιγόνα πήγε να δει τι κάνει έξω, αφού η κοπέλα του δεν άφησε το διάβασμα ούτε λεπτό.    

Ο Γκομερ κάπνιζε και κοιτούσε έξω στο παράθυρο, ήταν στεναχωρημένος. Η Αντιγόνα τον φώναξε:

«Έλα Γκομερ, μη στεναχωριέσαι, όλοι μας  άνθρωποι είμαστε!»

«Δεν θα μου πεις αν είμαι άνθρωπος ή όχι. Δεν θα μου πεις αν είμαι «γκρεκ» ή όχι. Ποιά είσαι, που θα με κρίνεις;  ξέσπασε ο Γκομέρ, και ξαφνικά έκλαψε.
Αυτό δεν το περίμενε η Αντιγόνα, ήθελε να φύγει για να μείνει μόνος και να μη ντρέπεται που κλαίει, αλλά κάτι την σταμάτησε και πήγε κοντά του, τον αγκάλιασε. Ξαφνικά έκλαψε και η Αντιγόνα. Έκλαψαν μαζί.

Τα δάκρυα βγήκαν μόνα τους από μια πηγή, που ήταν θαμμένη μέσα της, πολύ βαθιά, στη μνήμη της , στη συνείδηση της, στην αύρα της, ή στο αίμα της.  Ούτε μπορούσε να προσδιορίσει την θέση της πηγής αυτής. Πού βρισκόταν; Στο εγκέφαλό της, μέσα στο κεφάλι ή στις φτέρνες των ποδιών της που λύγισαν από τη συγκίνηση;

Πάντως, από τότε, η Αντιγόνα έπαψε να χαρακτηρίζει και να ξεχωρίζει τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες: στους έλληνες και μη.  Αλλά η ρατσίστρια μέσα της ζούσε ακόμα πολλά χρόνια, και  η Αντιγόνα την έκρυβε βαθιά και για να «συμμορφώσει» τον εαυτό της» οργάνωνε διάφορες αντιρατσιστικές εκδηλώσεις. Μια φορά οργάνωσε και ένα μεγάλο φεστιβάλ.  Και όταν τη ρωτούσαν γιατί αναλαμβάνει μόνη της σχεδόν όλη την οργάνωση των εκδηλώσεων, έλεγε ότι πιστεύει ότι θα τα κάνει καλύτερα από κάποιον άλλον: «Έχω μεγάλη πείρα», έλεγε.



Το πρωινό πολλές φορές τελείωνε με έναν καυγά μικρής έως μεγάλης έντασης. Στην οικογένεια της Αντιγόνα το πρωινό ήταν σαν ένα μίτινγκ με πρόεδρο τη γιαγιά Μαρία. Στο τραπέζι γεμάτο φαγητά, μαζεύονταν όλοι. Συνήθως όλοι έπιναν τσάι, ενώ ο πατέρας έτρωγε την πρωινή του σούπα. Άλλες φορές «φούστουρο» -    ομελέτα με αυγά, φέτες ψωμί με βούτυρο και μαρμελάδα και ότι άλλο είχε η γιαγιά να προσφέρει… Ο καυγάς ξεκινούσε από το τίποτα… και η Αντιγόνα δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί μαλώνουν μεταξύ τους, αφού αγαπιούνται τόσο πολύ. Αργότερα μεγαλώνοντας κατάλαβε ότι ο καυγάς ήταν ένας κώδικας επικοινωνίας μεταξύ τους, και το δημιουργούσε η γιαγιά για να επισημάνει την ύπαρξή της ως οικοδέσποινας του σπιτιού και μετά ο γιος της, ο Βάνια, γιατί και αυτός ήθελε να κάνει το κουμάντο του, αλλά έλειπε από το σπίτι. Έφευγε το πρωί και γυρνούσε αργά το βράδυ. Ήταν οι δουλειές του, αλλά και οι παρέες του που δεν τον άφηναν σε ησυχία ποτέ.

Αλλά όταν μαλώνανε μεταξύ τους οι γονείς της, η Βάλια και ο Βάνια, η Αντιγόνα αυτό δεν το δεχόταν με τίποτα, αρρώσταινε από στενοχώρια. Δεν μπορούσε να καταλάβει, γιατί τόση ένταση, σαν να ντρεπόταν να δείχνουν τα τρυφερά τους αισθήματα και μέσω του καυγά έβρισκαν μια έστω παράξενη οδό επικοινωνίας. Ότι οι γονείς της ήταν ερωτευμένοι η Αντιγόνα το έβλεπε από το γεγονός πως δεν μπορούσαν ο ένας χωρίς τον άλλον. Η μάνα της ποτέ δεν μιλούσε για το πόσο αγαπά τον Βάνια και ο Βάνια δεν έλεγε πολλά. Ήταν και οι συνθήκες τέτοιες, δεν εκδήλωναν οι άνθρωποι τα αισθήματα τους εύκολα.

Αλλά η γιαγιά Μαρία μια φορά επιβεβαίωσε τον μεγάλο έρωτα των γονιών της, αποκαλύπτοντας όλη την ιστορία από την αρχή.

Ο Βάνια ήταν μόλις 17 χρόνων όταν είπε στη μάνα του να σταματήσει να εργάζεται στη φάμπρικα και να κάθεται σπίτι. «Εγώ θα φροντίζω για τα πάντα»- της είπε. Δούλευε και σπούδαζε και ποτέ δεν τους έλειψαν τα χρήματα. Έγινε ο άνδρας της οικογένειας. Στα 23 αποφάσισε να παντρευτεί. Ο Βάνια ήταν παλικάρι όμορφο, ψηλό, και φινετσάτο. Είχε δερμάτινες μπότες, ένα κοστούμι κασμίρ, παλτό μακρύ και ένα ωραίο δερμάτινο μπουφάν. Και βεβαίως μερικά άσπρα πουκάμισα. Τα ρούχα τα επέλεγε μόνος του γιατί ήθελε να ντύνεται καλά. Ήταν η δεκαετία του ’50 και οι άνθρωποι ακόμα δεν είχαν την άνεση και την πολυτέλεια να αγοράζουν ό,τι θέλουν. Κι’ όμως ο Βάνια πάντα κατάφερνε να έχει χρήματα στην τσέπη του.

Πολλές οικογένειες τον ήθελαν για γαμπρό, αλλά ήθελαν και τη Μαρία, τη μάνα του, ως καλή συμπεθέρα. Ο Βάνια δεν μπορούσε να αποφασίσει, ποια θα ήθελε, καμία δεν έκανε την καρδιά του να σκιρτήσει.... Μάλιστα, η μια κοπέλα από αυτές που του «προξένευαν» τον ερωτεύτηκε, υπέφερε πολύ, αλλά ο Βάνια, εκεί: «μα τι θα την κάνω, αφού δεν την αγαπάω!». Η μάνα του αισθανόταν ενοχή, γιατί άρχισαν να λένε ότι ο γιος της έχει μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του.
«Δεν μπορώ να αποφασίσω, αφού δεν μ’ αρέσει καμιά!» - είπε ο Βάνια και έφυγε για δέκα μέρες στο Τζαμπούλ, νότια του Καζακστάν. Εκεί είχε τον ξάδελφό του, το Χρίστο Σαββουλίδη. Ο Χρίστος ήταν πολύ πιο ωραίας άνδρας από το Βάνια, αλλά όταν το βράδυ βγήκαν μαζί στο κεντρικό πάρκο για χορό, όλες οι κοπέλες κοιτούσαν τον ψηλό, ωραία ντυμένο Βάνια. Είχε και το κάτι άλλο.. ήταν και πολύ καλός στο χορό.
Χόρεψε βαλς με δυο όμορφες ρωσίδες, έπιασε κουβέντα μαζί τους, είπε και ανέκδοτα, και σχεδόν ήταν αποφασισμένος ότι με κάποια από αυτές θα γνωριστεί καλύτερα... Ο Χρίστος δεν μιλούσε πολύ, ούτε χόρεψε, αλλά επωφελήθηκε από τον επικοινωνιακό Βάνια, και γνωρίστηκε κι αυτός με μια άλλη κοπέλα.

Ξαφνικά ο Βάνια πρόσεξε μια κοντούλα με ένα απλό φτηνό λουλουδένιο φορεματάκι, που χόρευε πολύ καλά βαλς. Τα φώτα των προβολέων κάποια στιγμή έπεσαν πάνω της και ο Βάνια είδε ένα πρόσωπο που του άρεσε πολύ. Δεν κατάλαβε ακριβώς τί του άρεσε πάνω της, αλλά μια σπίθα άναψε στην καρδιά του και αισθάνθηκε ένα γλυκό χτύπημα, σαν του βαλς: ένα-δυο -τρία, ένα –δυο–τρία... Μετά του ήρθε μια αίσθηση, σαν να έχει βρει κάτι πολύτιμο στη ζωή του, που το ήξερε από πάντα. Μετά, ένας φόβος γιατί δεν ήξερε ακόμα αν είναι για το καλό του, και μετά πάλι το κτύπημα της καρδιάς στο ρυθμό του βαλς, ένα-δυο- τρία…
Ο Βάνια απότομα άφησε την παρέα του και έτρεξε να πάρει το κορίτσι με το λουλουδένιο φόρεμα για τον επόμενο χορό.
Χόρευαν πολύ καλά, και ο Βάνια δεν βιαζόταν να ρωτήσει το όνομα της, ήθελε να απολαύσει τη στιγμή, το βαλς και το χτύπημα της καρδιάς του στο ρυθμό του βαλς...
Τον πρόλαβε το κορίτσι. «Πώς σε λένε, δεν είσαι από δω;»

«Γιάννη, αλλά με φωνάζουν Βάνια. Ήρθα για μερικές ημέρες στον ξάδελφο μου, τον Χρίστο.»
«Αλλά είσαι ρωμαίος;»
«Α, ναι, τι άλλο!»
«Να μιλάμε ρωμαϊκά, αφού είσαι τεμέτερον!» - γέλασε η Βάλια. Τότε, για πρώτη φορά, ο Βάνια πρόσεξε τα γκρίζα της μάτια, που εξέπεμπαν ένα πολύ βαθύ και γλυκό φως... «Είναι όμορφη και είναι ελληνίδα!» σκέφτηκε, αλλά είναι και κοντή, θα ήθελα μια πιο ψηλή κοπέλα...».
Έπιασε τον εαυτό του να ψάχνει «κουσούρια» για να μην κολλήσει στην ιδέα να τη γνωρίσει καλύτερα. Τη συνόδευσε στη θέση της, της χαμογέλασε , αλλά δεν τη ρώτησε τίποτα άλλο. Όταν επέστρεψε στην παρέα του, ρώτησε το Χρίστο τί ξέρει για τη Βαλεντίνα, με την οποία χόρευε... «Ας την, είναι ένα αγοροκόριτσο που κυκλοφορεί με ποδήλατο! Καταλαβαίνεις, αν αυτή καβαλάει ποδήλατο, δεν είναι καλό κορίτσι, «τα μετέρ κορίτσια δεν ανεβαίνουν στα ποδήλατα». Άσε που χορεύει με όλους, άρα μπορεί και να μην είναι αγνή, κι έχει θάρρος και βγαίνει τα βράδια. Είναι μια κακομαθημένη, έχει τέσσερα μεγαλύτερα αδέλφια και της κάνουν τα χατίρια. Φτωχή οικογένεια, δεν είναι για σένα!»

Ο Χρίστος είπε πολλά, τόσα πολλά που ο Βάνια άρχιζε να ανησυχεί, μήπως και αυτός κατά βάθος την ήθελε.
Κάποια στιγμή είδε τη Βάλια να φεύγει, έτρεξε να την προλάβει. Η Βάλια περπατούσε σπρώχνοντας το ποδήλατο της.

«Φεύγεις; Δεν θα μου αφήσεις τίποτα για ενθύμιο;» τη ρώτησε με τσαμπουκά. Η Βάλια σταμάτησε, τον κοίταξε αυστηρά.
«Τι θέλεις να σου δώσω;»
«Κάτι!»
«Δεν έχω ούτε μαντιλάκι. Α, ναι πάρε την κλειδαριά από το ποδήλατό μου…»

«Και το κλειδί;»
« …Βρες το μόνος σου!».
Του έδωσε μια μικρή κλειδαριά, ανέβηκε στο ποδήλατό της και έγινε αέρας, εξαφανίστηκε μέσα στη νύχτα.

Δεν την είδε από τότε. Στο χορό που πήγαν με το Χρίστο το επόμενο Σάββατο δεν ήταν εκεί, και την άλλη μέρα έφυγε στο σπίτι του, στην Ασακάροβκα. Μόλις κατέβηκε από το τρένο ένιωσε μια δυνατή «νοσταλγία» για την Βάλια. Πρώτη φορά αισθάνθηκε αυτό το γλυκό πόνο. Ήταν χειρότερος από τον πόνο που είχε όταν κόπηκε το δάχτυλο του στον τροχό, στο εργοστάσιο ξυλείας που δούλευε πριν δυο χρόνια. Ήταν ένας πόνος που δεν ήθελε να τον θεραπεύσει… ήθελε να τον ζήσει.

Πέρασαν μερικοί μήνες, κι αυτός ακόμα εκεί... στη Βάλια. Για να διώξει τις σκέψεις του γι’ αυτήν, συνέχεια έβαζε στο μυαλό του τα λόγια του Χρίστου για «τη χαλασμένη ελληνοπούλα, που έχει θάρρος να κυκλοφορεί με ποδήλατο». Δεν βοηθούσε ούτε αυτό, και η Βάλια έγινε έμμονη ιδέα.

Μια μέρα αποφάσισε να μετακομίσει, να πάει στην πόλη που έμενε η Βάλια. «Μάνα, φεύγουμε να μείνουμε στο Τζαμπούλ. Εδώ κάνει πολύ κρύο το χειμώνα και πολύ ζέστη το καλοκαίρι, ενώ εκεί όλα είναι πιο καλά. Έχει περιβόλια με μήλα , αχλάδια, βύσσινα που σου αρέσουν και δουλειές πολλές» Η Μαρία δεν αντιμίλησε, είχε εμπιστοσύνη στο γιο της. Πούλησαν το μικρό τους σπίτι, φόρτωσαν τα λίγα πράγματά τους και έφυγαν με το τρένο στα νότια.

Αναγκάστηκαν δύο εβδομάδες να μένουν στους συγγενείς τους. Πολύ γρήγορα, όμως, βρήκαν σπίτι ν’ αγοράσουν, ήταν μονοκατοικία στο κέντρο της πόλης. Μόλις μετακόμισαν, ο Βάνια ομολόγησε στη μάνα του το ενδιαφέρον του για τη Βάλια και της είπε να πάει από το σπίτι των Καραφουλιδέων να τη δει και να του πει τη γνώμη της, αν κάνει για νύφη.

Η Μαρία δεν άργησε. Με μια γνωστή της πήγε στο σπίτι της Βάλια, βρήκαν να πουν ένα μικρό ψεματάκι για να δικαιολογήσουν την παρουσία τους. Δηλαδή σαν να «πήγαιναν να δουν ένα σπίτι για αγορά» και χάθηκαν στην περιοχή, βρέθηκαν κοντά τους και αποφάσισαν να κάνουν μια επίσκεψη για να ξεκουραστούν λίγο...» Πράγματι, η Άννα (η μητέρα της Βάλια) χάρηκε και τους δέχτηκε φιλόξενα, τους έκανε τσάι, έπιασαν κουβέντα για κοινούς γνωστούς. Η Άννα δεν υποψιάστηκε πως οι δυο γυναίκες ήρθαν με το σκοπό να εξετάσουν την κόρη της ως υποψήφια νύφη για το γιο της Μαρίας..

«Τα παιδιά σου δουλεύουν;» ρώτησε η Μαρία
« Α, ναι, μόνο η Βάλια πάει ακόμα στο Σχολειό, φέτος τελειώνει το δεκατάξιο και μετά θα τη στείλω να μάθει λογιστική»

«Είναι σπίτι;»
«Μέσα στο δωμάτιο της, διαβάζει».
«Φώναξε την να τη ρωτήσω κάτι που θέλω, αφού ξέρει πολλά γράμματα».


«Να ξέρεις, Αντιγόνα, όταν η μάνα σου πρώτη φορά εμφανίστηκε μπροστά μου, την αγάπησα με όλη μου την ψυχή! Μόλις την είδα», έλεγε χρόνια πολλά μετά η γιαγιά Μαρία την ιστορία της παντρειάς των γονιών της.

«Πρόσεξα, βέβαια, ότι ήταν πολύ αδύνατη η μάνα  σου  και τα πόδια της λίγο στραβά, και ότι είναι κοντούλα για τον πατέρα σου, αλλά παρόλα αυτά μπήκε στην ψυχή μου και αποφάσισα να την πάρουμε, ότι αυτή κάνει για την οικογένειά μας».

Το πρώτο που είπε η Μαρία στο γιο της, όταν επέστρεψε από την επίσκεψη: «Την παίρνουμε και να βιαστούμε, μη την προξενήσει  κανείς άλλος!»

Η καρδιά του Βάνια τινάχτηκε στα ύψη. Χάρηκε πολύ, αλλά αμέσως πάλι του ήρθαν τα λόγια του Χρίστου.
 «Ο Χρίστος μου είπε ότι έχει ποδήλατο, και σαν αγόρι κυκλοφορεί μ’ αυτό, πάει στο σχολείο ακόμη και διαβάζει και είναι κακομαθημένη...», είπε στη μάνα του.

«Δεν ξέρω τη λέει ο Χρίστος! Το σχολείο θα τελεύσει σε μερικούς μήνες, και δουλειές του σπιτιού θα της μάθω εγώ. Το ποδήλατο... αυτό είναι ένα πρόβλημα, δεν είναι σωστό για ένα καλό κορίτσι, αλλά ρώτα την, γιατί το κάνει και δεν πάει με τα πόδια όπως οι άλλες κοπέλες».

Ο Βάνια σιγουρεύτηκε ότι θα την πάρει, αλλά σαν να αισθανόταν μια ανησυχία, σαν να ντρεπόταν. «Τι θα πουν οι φίλοι μου, και ο Χρίστος; Παίρνεις ένα κορίτσι που δεν σέβεται τα ήθη των ρωμαίων και φέρεται προκλητικά, γιατί κυκλοφορεί με το ποδήλατο».

Έτσι πέρασαν ακόμα μερικοί μήνες και τον Βάνια τον «περικύκλωσαν» με άλλες υποψήφιες νύφες. Σεμνές, όμορφες, κανονικού ύψους, καλές νοικοκυρές... Είχε να διαλέξει... αλλά δεν μπορούσε να ξεχάσει τη Βάλια. Και δεν την είχε συναντήσει από τότε ούτε μια φορά.

Κάποια στιγμή αποφάσισε να κάνει προξενιό σε μια Δέσποινα που τον ήθελε, έτσι του είπαν. Η Μαρία ετοιμάστηκε, ντύθηκε καλά, ντύθηκε και ο Βάνια, έβαλε άσπρο πουκάμισο, γυάλισε τις δερμάτινος του μπότες... Το σπίτι της Δέσποινας ήταν κοντά στη γειτονιά τους. Όταν πλησίασαν την καγκελόπορτα, ξαφνικά ο Βάνια αισθάνθηκε μια δυσφορία, του πόνεσε αφόρητα η κοιλιά του, κατάλαβε πως τον έπιασε κόψιμο, διάρροια. «Μάνα, φεύγω σπίτι, δεν είμαι καλά, πρέπει να πάω τουαλέτα!» - φώναξε και έτρεξε πίσω.

Η Μαρία δεν πρόλαβε να πάρει απόφαση αν θα μπει ή θα περιμένει τον γιο της έξω, άνοιξε ξαφνικά η καγκελόπορτα και εμφανίστηκε η μάνα της Δέσποινας: «Ορίστε, περάστε!». Η Μαρία πέρασε μέσα, ήπιε τσάι , αλλά δεν μίλησε για αρραβώνες και προξενιό, αποφάσισε να μη βιάζεται, γιατί με το κόψιμο του Βάνια μπορεί κάτι να αλλάξει... Δεν κάθισε πολύ και έφυγε πάλι με ενοχές, γιατί έβλεπε πως η Δέσποινα περίμενε με αγωνία την αναμενόμενη συζήτηση.

Το ίδιο βράδυ ο Βάνια πήρε απόφαση να μην ακούει τη γνώμη των φίλων του και να κάνει αυτό που λέει η καρδιά του. Πήγε στο χορό και κατά τύχη βρήκε εκεί τη Βάλια ξανά. Χόρεψαν βαλς. Αυτήν τη φορά την κοίταξε στα μάτια και κατάλαβε ότι δεν μπορεί να ζήσει χωρίς να τα βλέπει κάθε μέρα, χωρίς να βλέπει το χαμόγελό της και το πρόσωπό της που δεν ήταν και τόσο όμορφο σαν της Δέσποινας, αλλά ήταν αυτό το πρόσωπο που ήθελε να βλέπει σε όλη τη ζωή του.

Σε ένα μήνα ο Βάνια και η Βάλια παντρεύτηκαν και το ποδήλατο το τοποθέτησαν στην αποθήκη. Αποφάσισαν ότι θα είναι για τα παιδιά που θα κάνουν. Αλλά η Βάλια απόσπασε την υπόσχεση του Βάνια να πάρουν αυτοκίνητο και να έχει και αυτή δίπλωμα οδήγησης. Και πράγματι έμαθε οδήγηση και πήρε δίπλωμα, αλλά ποτέ δεν οδήγησε, το αυτοκίνητο το είχε συνέχεια ο Βάνια.

Έζησαν καλά, αλλά δύσκολα, γιατί ο πατέρας της ζήλευε πολύ τη μάνα της , – σα να μην μπορούσε να ξεχάσει την ιστορία με το ποδήλατο. Μαλώνανε τακτικά, αλλά ήταν ερωτευμένοι... Η Μαρία πάντα υποστήριζε τη νύφη της, γιατί ήταν «χρυσό κορίτσι» - έλεγε.

Όταν μετά από πολλά χρόνια και δυο τους έφυγαν από τη ζωή, μαζί στην αιωνιότητα, μετά από ένα φρικτό τροχαίο δυστύχημα προς την Αθήνα, στο Μαλλιακό, η Αντιγόνα θυμήθηκε το ποδήλατο της μάνας της, της Βάλια που έγινε μεγάλο εμπόδιο στον έρωτα του Βάνια, και το αυτοκίνητο που ήθελε να οδηγεί και δεν οδήγησε ποτέ... 

Ο Όμηρος και η Μαρία Κάλλας

Ο Όμηρος παντρεύτηκε πολλές φορές στη ζωή του. Για ακρίβεια, πέντε. Λάτρευε όλες τις γυναίκες του, αλλά σε όλη του τη ζωή είχε μια μοναδική αγαπημένη, την  Μαρία  Κάλλας.

Την τελευταία του σύζυγο, την Μαργαρίτα, την παντρεύτηκε  20 χρόνια πριν. Η Μαργαρίτα έμοιαζε πάρα πολύ στη Μαρία Κάλλας. Όταν η Αντιγόνα πρώτη φορά επισκέφτηκε τον Όμηρο στο ατελιέ του,  είδε πολλά πορτρέτα της Μαρίας Καλλας, αλλά πίστεψε πως ήταν η Μαργαρίτα, τόση ομοιότητα είχαν αυτές οι δυο γυναίκες. Ο Όμηρος της εξήγησε «δεν είναι η Μαργαρίτα,  είναι η γυναίκα των ονείρων μου, η Κάλλας».

Η Μαργαρίτα ποτέ δεν θύμωνε με τον Όμηρο για την «εξωσυζυγική του αγάπη», και το γεγονός ότι έμοιαζε  με την αγαπημένη «ερωμένη» του άνδρα της περισσότερο το διασκέδαζε. «Τουλάχιστον δεν κινδυνεύω να απατηθώ σωματικά …  ο πλατωνικός έρωτας του φέρνει έμπνευση και υγεία... », έλεγε.

Ο Όμηρος ήταν ζωγράφος αλλά πάντα ήθελε να γίνει τραγουδιστής όπερας. Το ταλέντο στη ζωγραφική  το κληρονόμησε από τον πατέρα του - μεγάλο μάστορα λιθοτόμο, γνωστό  σε όλη την Τιφλίδα. Ο πατέρας έστειλε τον Όμηρο στη Σχολή Καλών τεχνών στα δεκατέσσερά του.  Αλλά ο αριστούχος της Σχολής Όμηρος δεν έπαψε να ονειρεύεται την όπερα,  και μετά τη Σχολή πήγε να σπουδάσει στο Κρατικό Ωδείο. Στη σχολή «γνώρισε» και τη Μαρία Κόλλας και την ερωτεύτηκε παράφορα. Συνέχεια άκουγε τις άριες της από δίσκους βινυλίου, είχε δυο-τρεις φωτογραφίες της από περιοδικά και εφημερίδες. Και το πρώτο της πορτρέτο το φιλοτέχνησε όταν ήταν φοιτητής στο ωδείο.

Η φωνή του Όμηρου ήταν μια πολύ καλή φωνή. Ήταν τενόρος,  αλλά  οι γιατροί ανακάλυψαν ένα  πρόβλημα στη μύτη του και οι καθηγητές του τού είπαν ότι για να κάνει καριέρα στο τραγούδι, εκτός από το να διαθέτει μια καλή φωνή,  έπρεπε  να κάνει  και σωστή χρήση της αναπνοής και το πρόβλημα που είχε  δεν θα τον άφηνε  για πολύ καιρό στην όπερα…

Για τον Όμηρο η διάγνωση αυτή ήταν από τις μεγαλύτερες στενοχώριες της ζωής του. Γιατί κάπου βαθιά στην ψυχή του πάντα ήλπιζε πως, στο χώρο της όπερας μια  μέρα, ίσως θα  μπορούσε  να συναντήσει  τη Μαρία Κάλλας.
«Ήθελα να  την κοιτάξω στα μάτια της, και να φιλήσω το χέρι της. Να της πώ πως την αγαπάω. Τίποτα άλλο, μόνο αυτό και μετά θα μπορούσα και να πεθάνω. Τόσο πολύ την ήθελα!», έλεγε.

Έτσι αναγκαστικά ο Όμηρος επέστρεψε στη ζωγραφική, δεν είχε και άλλη επιλογή – εκεί ήταν το δεύτερό του ταλέντο.

Στο τεράστιο στούντιό του στην  Τιφλίδα που του παρέδωσε το κράτος, άρχιζε να ζωγραφίζει με μεγάλο πάθος τα πλακάτ του σοσιαλιστικού ρεαλισμού.

"Δεν μπορώ να παραπονεθώ, στη Σοβιετική Ένωση ζωγραφίζοντας τον Λένιν και τους άλλους ηγέτες  είχα γνωρίσει και τη δόξα και το χρήμα ". 
Έκανε και πλακάτ  κατά της δικτατορίας στην Ελλάδα που δημοσιεύτηκαν σε πολλές  εφημερίδες και περιοδικά της ΕΣΣΔ.
Εύρισκε μεγάλη  ικανοποίηση όταν ζωγράφιζε την Ελλάδα, τη χώρα που δεν είχε πάει ποτέ του. Ζωγράφιζε τα τοπία της Ελλάδας, τόσο πιστά, σαν να ήταν εκεί.
Μια φορά, τη δεκαετία του '80, είχε ζωγραφίσει τον Παρθενώνα, σ' έναν τεράστιο μουσαμά, τον οποίο και κουβάλησε μαζί με τους φίλους του σε κάποια ορεινή περιοχή, όπου γιόρταζαν κάθε χρόνο την 25η Μαρτίου. "Όλοι μαζί φωτογραφηθήκαμε με φόντο τον Παρθενώνα και ήταν σαν να είμαστε στην Ακρόπολη της Αθήνας",- έλεγε.

Η διάσημη υψίφωνος Μαρία Κάλλας ήταν πολύ μακριά από αυτόν τον κόσμο των καυκάσιων ποντίων και τη ζωή του Ομήρου. Και αυτός συνέχιζε τη ζωή του, δούλευε σκληρά, παντρευόταν, χώριζε, ξαναπαντρευόταν. Έκανε παιδιά, αλλά ποτέ δεν ξεχνούσε την «αγαπημένη» του.

Συνέχιζε να ζωγραφίζει το πρόσωπό της, έχοντας φιλοτεχνήσει έως δεκάδες πορτρέτα της "θεϊκής Ελληνίδας τραγουδίστριας".

Και μια μέρα το όνειρο του έγινε πραγματικότητα.

Του έτυχε η ευκαιρία και μίλησε στην Κάλλας, να την κοιτάξει στα μάτια και της φιλήσει το χέρι.

‘Όλα έγιναν στη Μόσχα την εποχή του '70, όταν η Κάλλας είχε έρθει στο Διεθνές Φεστιβάλ- Διαγωνισμό του Τσαϊκόφσκι ως μέλος της επιτροπής.
Μαζί της ήταν και η Κατερίνα Φούρτσεβα, η «Λαίδη του Κρεμλίνου», η τότε υπουργός πολιτισμού της Σοβιετικής Ένωσης.

"Την είδα με την Φούρτσεβα στο Μέγαρο Μουσικής. Την πλησίασα με ένα θάρρος που δεν περίμενα από τον εαυτό μου, και της συστήθηκα στα ποντιακά. Είπα το όνομά μου. Δεν κατάλαβε αρχικά τί της λέω,  μετά με ρώτησε: «Όμηρος;» Άρχισε να με ρωτάει ξανά και ξανά το όνομα μου, σαν να ήθελε να συνειδητοποιήσει πως έχει μπροστά της έναν Έλληνα σαν αυτήν και είπε, 'χαίρομαι πάρα πολύ!'
«Και μου έδωσε το χέρι της. Εγώ υποκλίθηκα και το φίλησα. Και  την κοιτούσα στα μάτια όλη την ώρα και της έλεγα από μέσα μου «Μαρία, σ’ αγαπώ!». Η Κάλλας, πιστεύω, αισθάνθηκε ότι εγώ δεν είμαι ένας απλός θαυμαστής, αλλά έχω και αισθήματα γι’ αυτήν, αλλά δεν πρόλαβε να μού πει τίποτα, γιατί η Φούρτσεβα την άρπαξε από το χέρι και την τράβηξε από μένα, λέγοντας, 'ποιος είστε; δεν έχουμε χρόνο!'.

«Αυτή η Φούρτσεβα ήταν μεγάλη στρίγγλα, και πολύ εγωίστρια. Όλους τους άνδρες τους ήθελε μόνο γι’ αυτήν και δεν με συγχώρησε που δεν της έδωσα καμιά σημασία. Γι’ αυτό δε με άφησε να μιλήσω με την αγαπημένη μου...»

«Η Μαρία δεν αντιμίλησε στην  «οικοδέσποινα της ΕΣΣΔ» και δεν καθυστέρησε παραπάνω, αλλά γύρισε τελευταία φορά και με κοίταξε, σαν να έλεγε ... «δεν πειράζει, άλλη φορά θα έχουμε περισσότερο χρόνο και  θα πούμε καλύτερα!»

«Είμαι σίγουρος πως  η Μαρία με πρόσεξε, το είδα στα μάτια της.  Εγώ, ξέρεις, ήμουν πολύ ωραίας άνδρας, καυκάσιος πόντιος, και είχα χρήματα πολλά, γιατί ως ζωγράφος ήμουν  αναγνωρισμένος επίσημα και στη Γεωργία και σε ολόκληρη τη Σοβιετική Ένωση».

Σύντομα μετά από αυτήν τη συνάντηση ήρθε στη ζωή του η Μαργαρίτα. Η πέμπτη  σύζυγος του Όμηρου. Την ερωτεύτηκε παράφορα,  γιατί έμοιαζε πολύ στην Κάλλας.

Στο μικρό στούντιό  του στην Θεσσαλονίκη  οι τοίχοι είναι γεμάτοι με   πίνακες με τα πορτρέτα της λατρεμένης απ’ όλο τον κόσμο υψίφωνο, της Μαρίας Κάλλας.

«Μοιάζουν πάρα πολύ και οι δυο τους. Αρχικά πίστεψα πως  ήταν τα πορτρέτα της  Μαργαρίτας», - είπε η Αντιγόνα.

«Τι λες; Δεν είμαι τόσο όμορφη σαν τη Μαρία!» - είπε η Μαργαρίτα χαμογελώντας. Ο  Όμηρος σηκώθηκε από την καρέκλα του με δυσκολία – είχε τα πόδια του άρρωστα, την αγκάλιασε, την κοίταξε στα μάτια, της φίλησε το χέρι, και είπε στην Αντιγόνα: «Μοιάζουν.  Έτσι κι αλλιώς, δεν θα μπορούσε να γίνει και διαφορετικά, – την αγαπώ πολύ!», και δεν διευκρίνισε ποιά απ’ αυτές...  σαν να ήταν κατανοητό.     



«Σίγουρα πρέπει να γίνεις μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος, αν θέλεις να πετύχεις σημαντικά στην καριέρα σου»- ήταν η συμβουλή στην Αντιγόνα από μια Πρώτη Γραμματέα της τοπικής επιτροπής του κόμματος, με την οποία γνωρίστηκε σε ένα σεμινάριο στη Διεθνή κατασκήνωση των πιονέρων και της κομμουνιστικής νεολαίας - κομσομόλ - «Αρλιόνοκ». Στην Αντιγόνα άρεσε να ασχολείται με οργανώνεις και εκδηλώσεις. Έβλεπε τη ζωή της σαν ένα κομματάκι σε μωσαϊκό με τις ζωές πολλών ανθρώπων. Δεν θα μπορούσε να ζήσει μόνη της χωρίς τον κόσμο και χωρίς την αίσθηση ότι είναι χρήσιμη σε αυτόν τον κόσμο.
Ήταν ακτιβίστρια πιονέρ, μετά ακτιβίστρια κομσομόλ, και μετά ήρθε η ώρα να είναι μέλος του κόμματος. Όταν μιλούσαν για το Κομμουνιστικό Κόμμα της Σοβιετικής Ένωσης , λέγανε μόνο μια λέξη: «κόμμα», γιατί δεν υπήρχε κανένα άλλο κόμμα στην χώρα. Μόνο ένα κόμμα, μόνο μια λέξη αρκούσε. Το όλο όνομα του κόμματος αναφερόταν μόνο σε επίσημες προσφωνήσεις, σε πλακάτ, σε διπλωματικές συνομιλίες. Ήταν επίσης πολύ χρηστική η συντόμευση, που στα ρώσικα ακουγόταν κάπως έτσι: «κα-πε-εσ-ές» (ΚΠΣΣ), δηλαδή το «κουκουσέ» (ΚΚΣΕ).

Ο μηχανισμός της εισόδου στο κόμμα ήταν ξεκάθαρος: πρώτα «πρέπει να σε προτείνουν οι έμπιστοι σύντροφοι». Όχι που δεν μπορούσε κανείς να πάει στα τοπικά γραφεία του κόμματος και να πει ότι «δεν μπορεί να φανταστεί τη ζωή του εκτός κόμματος και από δω και πέρα θέλει να προσφέρει στη χώρα αλλά και στο κόμμα τον καλύτερο τον εαυτό και να είναι πιο χρήσιμος για την πατρίδα» . Όσο και να ήθελε κάποιος ή κάποια να μπει στο κόμμα με τη θέληση του ίδιου θα τον άκουγαν ευγενικά, ίσως θα του έδιναν να συμπληρώνει και μια αίτηση, και μετά θα τον είχανε σε αναμονή. Μπορεί και ποτέ να μη γινόταν δόκιμο μέλος. Αρχικά για ένα χρόνο σε δέχονταν ως δόκιμο μέλος και μετά γινόσουν μόνιμος. Έτσι, λοιπόν, το να σε εγγράψουν ως μέλος του κόμματος ήταν σαν να σε βράβευαν. Το κόμμα σου άνοιγε πόρτες, η ζωή σου γινόταν πιο ασφαλής, και τα όνειρά σου για μια επαγγελματική καριέρα πλησίαζαν την πραγματικότητα.
Μια μέρα μετά το φεστιβάλ για τον Πάμπλο Νερούντα που οργάνωσε η Αντιγόνα στο πανεπιστήμιο μαζί με τους φίλους της με στόχο την συμπαράσταση στους Χιλιανούς κομμουνιστές, την έκαναν πρόταση για το Κόμμα.
Την είπαν ότι μπορεί να περάσει από τα γραφεία και να συμπληρώσει αίτηση για εισαγωγή στο κόμμα. Η Αντιγόνα που νόμιζε πως ήταν το όνειρό της να γίνει μέλος του «Κα-πε-εσ-ες» ξαφνικά αισθάνθηκε μια αμηχανία, δεν απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Με κατεβασμένο βλέμμα άκουγε πως την εκτίμησαν πολύ για την προσφορά της στο κομμουνιστικό έργο, για τη δραστηριότητα και την πίστη της στις ουμανιστικές ιδέες. Κοκκίνισε, σα να ντρεπόταν να τα ακούει, θα ήθελε να πει ότι δεν είναι το θέμα του κομμουνισμού, αλλά του Δικαίου, ότι απλά ήθελε να είναι κοντά στους αδικημένους και αδύναμους, και τα γεγονότα στη Χιλή τα αντιμετώπισε σαν να ήταν ίδια Χιλιανή στο στρατόπεδο του Πινοτσέτ.  Αλλά δεν είπε τίποτα.
Σκεφτόταν το μοιραίο θάνατο του ποιητή λίγο μετά το πραξικόπημα του 1973. Θυμήθηκε τις σκηνές στις ειδήσεις από την τηλεόραση που έδειχναν πως χιλιάδες Χιλιανοί τραγουδούσαν στην κηδεία του «Venceremos!" και φώναζαν "Viva Neruda», ενώ ο δικτάτορας Πινοτσέτ παρακολουθούσε από το μπαλκόνι του Μεγάρου του τη λαοθάλασσα… Και τον ζήλευε, ζήλευε πολύ, γιατί ήξερε ότι από δω και πέρα αρχίζει η ζωή του ποιητή. «Ένας δικτάτορας είναι σαν ένας σκουπιδιάρης: τον χρειάζονται πολύ, αλλά τον απεχθάνονται». «Ο Νερούδα ήταν με τους αδικημένος και όχι με τους κομματικούς»,- σκέφτηκε, αλλά δεν απάντησε στην πρόταση που της έκαναν, ούτε είπε «ευχαριστώ» για τα καλά λόγια που άκουσε, μόνο χαμογέλασε αμήχανα.

Η Αντιγόνα ποτέ δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, ενώ της άρεσαν οι κομμουνιστικές ιδέες, ταυτόχρονος σαν να ντρεπόταν όταν μιλούσε για την πολιτική. Χωρίς να ξέρει πολλά πράγματα, αισθανόταν ότι κάτι κρύβεται πίσω απ’ όλο αυτό το φανταχτερό Κόμμα. Αλλά δεν είχε κουράγιο να το ψάξει.

Το καλοκαίρι του 1975, οι ευρωπαίοι ηγέτες στο Ελσίνκι υπέγραψαν τη Συνθήκη για την Ασφάλεια και Συνεργασία στην Ευρώπη. Τότε, στη Φινλανδία αναγνωρίστηκε επίσημα ο ρόλος της ΕΣΣΔ στην Κεντρική και την Ανατολική Ευρώπη. Όλοι μιλούσαν για το τέλος του ψυχρού πολέμου, αλλά, στην ουσία ο ψυχρός πόλεμος μετονομάστηκε σε «ύφεση στις διεθνείς σχέσεις». Απλά η Δύση και η Σοβιετική Ένωση, για πρώτη φορά μετά από την Συνάντηση στην Γιάλτα το 1945, καταχώρησαν τις ζώνες ελέγχου στην Ευρώπη. Στο Ελσίνκι υπέγραψαν και τη Συνθήκη για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, που η χώρα της ποτέ δεν ακολούθησε. Χρειάστηκαν ακόμα δεκαπέντε χρόνια για να καταρρεύσει και να μείνουν μόνο συντρίμμια από την ΕΣΣΔ για να έρθει η ελευθερία. Αλλά και αυτή η  ελευθερία τα πρώτα χρόνια έγινε πραγματικός εφιάλτης για τη χώρα και τους πολίτες της.

Το 1979 ο στρατός της ΕΣΣΔ μπήκε στο Αφγανιστάν, και η χώρα έμεινε για πάνω από δέκα χρόνια αποκλεισμένη απ’ όλον τον κόσμο. Η Αντιγόνα κατάλαβε ότι το «Πολιτμπουρό» που κυβερνάει τη χώρα αποτελείται από μια ομάδα γερασμένων διαστρεβλωμένων ανθρώπων. Αλλά δεν το σχολίαζε με κανέναν, θα τη θεωρούσαν επικίνδυνη και τρελή.
Το κατάλαβε όταν βρέθηκε το 1977 μαζί με άλλους σαράντα συμφοιτητές στην Πράγα. Ήταν το πρόγραμμα ανταλλαγής φοιτητών.

Οι Τσέχοι την κατενθουσίασαν, ήταν άνθρωποι πρόσχαροι, ζεστοί, χαμογελαστοί. Αλλά για πρώτη φορά η Αντιγόνα κατάλαβε τι σημαίνει αποκλεισμός ή πολιτικός ρατσισμός. Οι «φιλόξενοι» Τσέχοι ήταν χαμογελαστοί μέχρι που μάθαιναν ότι το γκρουπ φοιτητών είναι από την ΕΣΣΔ, ή μέχρι που άκουγαν τη ρωσική γλώσσα. Αυτήν την απέχθεια, το μίσος, το έδειχναν απλοί περαστικοί άνθρωποι, είτε στο δρόμο, είτε στις καφετέριες. Ο κόσμος δεν τους ήθελε τους Ρώσους και γενικά τους σοβιετικούς. Ο λαός εδώ δεν ξεχνούσε τα γεγονότα του 1968, όπου οι Τσέχοι δεν έχασαν την υπερηφάνεια τους, αλλά δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα εναντίον των Ρώσων, παρά μόνο να εκφράζουν το μίσος τους. Η Αντιγόνα δεν είχε μισήσει κανέναν στη ζωή της, απλά δεν είχε τον ιό του μίσους, γι’ αυτό «συγχωρούσε» τους Τσέχους, ενώ τα παιδιά του γκρουπ έλεγαν ότι είναι αχάριστος λαός. «Αν δεν είμαστε εμείς που τους απελευθερώσαμε το 1945 από τους Γερμανούς!»

Μετά, όταν κατά της ΕΣΣΔ ξεσηκώθηκαν οι Πολωνοί το 1979, ο φρυδάτος Μπρέζνιεφ δεν τόλμησε να χρησιμοποιήσει το σοβιετικό στρατό που είχε μόνιμες βάσεις στην Πολωνία. Έβαλε τους κομμουνιστές με επικεφαλής τον Γιαρουζέλσκι να ξεκαθαρίσουν την κατάσταση μεταξύ τους.

Η Αντιγόνα είχε μια εμπειρία με τους Πολωνούς. Ήρθε ένα γκρουπ φοιτητών και η διευθύντρια του φιλολογικού τμήματος την κάλεσε να οργανώσει το βράδυ πάρτι φιλίας, που βγήκε πολύ δυνατό, με μουσικούς και διάφορες εκπλήξεις. Χορέψανε , γελάσανε, κάνανε πλάκες. Η Αντιγόνα για πρώτη φορά γνώρισε από κοντά τους Πολωνούς, που είναι πάρα πολύ γλεντζέδες.

Αλλά το αποτέλεσμα ήταν λυπηρό γι’ αυτήν. Όχι ότι έγινε κάτι τραγικό, απλά έγινε κάτι που δεν το άντεχε η ψυχή της, ένιωσε μεγάλη απογοήτευση για τους ανθρώπους: την άλλη μέρα την κάλεσε η Ραϊσα Ιβάνοβνα (διευθύντρια), και την προειδοποίησε ότι άλλη φορά σε τέτοιες συνεστιάσεις να μην είναι τόσο «έξω καρδιά». Πράγματι, η Αντιγόνα ήταν  φιλική και ανοιχτή με τους Πολωνούς, ενώ έπρεπε να είχε κρατήσει τους τύπους. «Μην ξεχνάς, δεν είναι τόσο φίλοι, είναι οι απέναντι, οι άλλοι, να το θυμάσαι!» - της είπαν.

Κάποιος στην παρέα, ίσως και Πολωνός, ήταν από τα όργανα ασφάλειας. Προσπάθησε να θυμηθεί, ποιος μπορούσε να είναι αυτός ή αυτή που έκανε την αναφορά. Αλλά όλο θυμόταν πρόσωπα ωραία, χαμογελαστά, φιλικά… «Δεν μπορεί! Κάποιος θα ήταν!» Αλλά πάλι δεν μπορούσε να υποψιαστεί κανέναν, τόσο καλοί άνθρωποι και ζεστοί ήταν όλοι τους!

«Στο δρόμο – γρήγορα, ή ξάπλωσε στο φέρετρο!»
Η εποχή των ‘80 ήταν μια περίεργη εποχή. Τα ψέματα σιγά –σιγά τελείωναν, ενώ όλοι σαν να παίζανε κρυφτό με τον εαυτό τους. Δεν είχαν εμπιστοσύνη ούτε στον εαυτό τους. Να είσαι σκλάβος είναι δύσκολο, πιο δύσκολο είναι να είσαι ελεύθερος. Αυτήν την ελευθερία όλοι τη φοβόντουσαν. Εκτός από τους λίγους ποιητές, βάρδους, όπως τον απαγορευμένο Βλαδίμηρο Βισότσκι που φώναζε την αλήθεια μέχρι που βράχνιασε η φωνή του… Αλλά ένας ποιητής δεν μπορεί να αλλάξει τα πράγματα, μόνο να τα καταγγείλει. Και απ’ την αδυναμία του να φτάσει στα αφτιά των αρχηγών, η φωνή του βράχνιασε.
Ο Βισότσκι σε όλη του τη ζωή πολέμησε για να αλλάξει τη γουρουνίσια ζωή των ηρώων του. Των αγροτών, των εργατών, των φυλακισμένων. Εκατομμύρια σοβιετικοί στις κουζίνες των πολυκατοικιών άκουγαν από τα μικρά φορητά κασετόφωνα που μόλις είχαν βγει στην αγορά, τη βραχνή φωνή του Βισότσκι, στην οποία συσσωρευόταν όλος ο πόνος τους. Αυτοί οι άνθρωποι ποτέ δεν θα τολμούσαν να μιλήσουν έτσι. Τον άκουγαν και έκλαιγαν από συγκίνηση και ευγνωμοσύνη:

«Στο δρόμο – γρήγορα, ή ξάπλωσε στο φέρετρο!
Ναι, δεν έχεις άλλες επιλογές.
Μας ανάγκασαν στην γκρίζα ζωή
Και για τη σιγουριά, με αλυσίδες μας έδεσαν σ’ αυτήν».
Έγραφε ο ποιητής σε ένα από τα πολλά ποιήματά του.

Ο Βισότσκι δεν μεταφράζεται… πώς γίνεται να μεταφράσεις κάτι που δεν ξέρεις... Να ζεις μια ζωή στη σκηνή του θεάτρου πίσω από την αυλαία, και να αναγκάζεσαι να παίζεις σε συγκεκριμένο έργο, χωρίς καμιά ελπίδα ότι θα έχει καλό τέλος.
Αλλά τέλος ήρθε - ούτε τραγωδία, ούτε κωμωδία ήταν, ήρθε τόσο βιαστικά και έφερε χάος, έφυγαν όλοι από «τη σκηνή», και δεν έμενε ούτε ένας κομπάρσος.
Χρειάστηκαν κάποια χρόνια μέχρι να καταλάβουν ότι το τέλος, τελικά, ήταν καλό –έφτασαν στον πάτο, και μόνο από τον πάτο μπορεί να σηκωθεί κανείς όρθιος.

Στο Πανεπιστήμιο η Αντιγόνα έπαιζε στο ερασιτεχνικό θέατρο. Το φιλολογικό τμήμα κάθε μήνα ανέβαζε μια παράσταση – επιθεώρηση. Το γέλιο ήταν αναγκαίο βάλσαμο. Όλοι, ακόμα και τα μέλη της κυβέρνησης έδειχναν σοβαροί μόνο στο Κρεμλίνο, ή στους χώρους εργασίας, ενώ στην προσωπική τους ζωή ο κάθε ένας προσπαθούσε να διασκεδάσει με τους φίλους του, πίνοντας βότκα με χαβιάρι στα εξοχικά του, στα χαμάμ και στις σάουνες…Και όλος ο λαός ήταν καθηλωμένος στις τηλεοράσεις όταν μετάδιναν εκπομπές που σατίριζαν τη ζωή τους.
Αυτό το γέλιο ήταν μια μορφή ατομικής επανάστασης.
Αλλά η σάτιρα επιτρεπόταν μέχρι κάποια όρια. Κανένας δεν θα τολμούσε να σατιρίσει κάποιο μέλος της Κεντρική Επιτροπής, ούτε τον Πρόεδρο, μέχρι κανέναν Α’ Γραμματέα κάποιας πόλης, αλλά όχι της Μόσχας και του Λενινγκράτ. Η εξουσία χρησιμοποιούσε τη σάτιρα και το γέλιο ως φάρμακο για την «ύπνωση του λαού». Ο κάθε ένας, γελώντας μαζί με τους εκατομμύρια συμπατριώτες του για ό, τι συνέβαινε, απενεργοποιούσε κάθε επιθυμία, κάθε προσπάθεια και σκέψη για αντίδραση. «Όταν όλα είναι για κλάμα, καλό είναι να γελάς. Η ζωή είναι για να τη ζήσουμε καλά!» - έλεγε ο Αλμπέρτ, φίλος της Αντιγόνα. Είχε απόλυτο δίκαιο. Η αισιόδοξη φιλοσοφία βοηθάει πολύ, αρκεί να μπορέσεις να ξεκόψεις τις μνήμες σου και να μη έχεις οράματα...

Η εποχή του παραλόγου ήταν στο απόγειο. Η Αντιγόνα θυμόταν πολύ καλά, πως ο απλός κόσμος περνούσε τα βράδια μπροστά στην τηλεόραση, διασκεδάζοντας με τους κωμικούς και τους πολιτικούς. Άνθρωποι με κατεβασμένα κεφάλια, ντροπιασμένοι, πηγαίνοερχόταν στη Μόσχα, κουβαλώντας τσουβάλια γεμάτα τρόφιμα. Αυτήν την εποχή στην πρωτεύουσα σπάνια έβλεπες κανονικό ταξιδιώτη με μια βαλίτσα στο χέρι. Οι τέσσερις σιδηροδρομικοί σταθμοί της Μόσχας ήταν γεμάτοι από ανθρώπους με τσουβάλια. Σαλάμια, κρέατα, ζάχαρη, αλεύρι και ό, τι άλλο μπορούσαν να αγοράσουν οι επαρχιώτες και να τα σηκώσουν από τη πρωτεύουσα Μόσχα. Στα ρώσικα η λέξη αυτή είναι «Στολίτσα» , είναι η ρίζα της λέξης «στολ» που σημαίνει «τραπέζι». Το μεγάλο «τραπέζι», η Μόσχα,  ακόμα θύμιζε τη χώρα του ανεπτυγμένου σοσιαλισμού, ακόμα είχε υλικά αγαθά.
Οι άνθρωποι πλέον δεν φοβόντουσαν απλά  αδιαφορούσαν και  περίμεναν να συμβεί καμιά ανατροπή, αλλά να συμβεί από μόνη της, χωρίς την παρουσία των ίδιων.
Η ΕΣΣΔ ζούσε στην κορυφή της διαφθοράς και η Αντιγόνα μαζί με άλλα 240 εκατομμύρια ανθρώπους συμμετείχε σ’ αυτήν τη ζωή,  όπου κανένας δεν αποφάσιζε πώς και πότε πρέπει να βγουν έξω στο φως.
Η συνείδησή της δεν την άφηνε να πει το «ναι» στην πρόταση του Γραμματέα του κόμματος. Ήταν σίγουρη ότι δεν έπρεπε ποτέ να μπει στο κόμμα, να γίνει κομμουνίστρια. Θα ήταν προδοσία, θα ήταν κάτι που δεν θα άντεχε ο οργανισμός της.

Και πώς θα πει το "οχι"; Προβληματιζόταν πολύ. Αυτό δεν μπορούσε να το κάνει κανείς. Το «όχι» στην πρόταση για να γίνεις μέλος του κόμματος σήμαινε αυτομάτως «αντικαθεστωτικός». Και μετά ψάξε – γύρευε το δίκαιο σου και απόδειξε ότι δεν είσαι για το τρελοκομείο, όπου με ένδειξη «σχιζοφρένειας» «φιλοξενούνταν» στους τρίτους όροφος των ψυχιατρείων αυτοί που είχαν το θάρρος να λένε «όχι». Τέτοιο είδους θάρρος στη χώρα χαρακτηριζόταν ψυχική αρρώστια. Και ο δρόμος για «ανάρρωση» ήταν μόνο μετάνοια στο Κόμμα, ή θάνατος.
Τελικά, μόνο σε μια φίλη η Αντιγόνα μίλησε για το πρόβλημά της, και η απάντηση της ήταν ψυχρή. Η Τάνια με τον κυνισμό της σκότωνε όλο το όνειρο για το Δίκαιο με το οποίο ζούσε η Αντιγόνα. Της είπε να καθίσει ήσυχα στο πανεπιστήμιο, χωρίς τις κοινωνικές δράσεις. «Και τι σε νοιάζουν οι κομμουνιστές της Χιλής, οι ίδιοι φταίγανε, φτάσανε τη χώρα τους στην πείνα, την ανεργία, και η Αμερική δεν έχασε την ευκαιρία. Και τώρα – ήρωες έγιναν!».
Δεν απάντησε, γιατί έτσι και αλλιώς ήξερε ότι η Τάνια έχει διαφορετική άποψη για όλα αυτά που την απασχολούσαν. Ίσως γι’ αυτό και μίλησε σ’ αυτήν. Κατά βάθος, ήθελε να τα ακούσει.
Τελικά ήρθε ο από μηχανής Θεός και έσωσε την Αντιγόνα από το Κόμμα, αλλά ως αντάλλαγμα πήρε... το νεφρό της. Μια αρρώστια στο νεφρό (ένα πετραδάκι) την έφερε στο χειρουργικό τραπέζι. Η εγχείρηση δεν πέτυχε, παρόλο που ήταν απλούστατη, σύμφωνα με τους έμπειρους γιατρούς που την ανέλαβαν. Η ανάρρωση καθυστερούσε, ο πυρετός δεν έφευγε και η Αντιγόνα όλο άρρωστη ήταν, απείχε από το πανεπιστήμιο για ένα ολόκληρο εξάμηνο. Τελικά το νεφρό μολύνθηκε στη διάρκεια της εγχείρησης και μετά, με δεύτερη εγχείρηση, το αφαίρεσαν εντελώς. Μάλλον αφαιρέσανε ένα σάπιο κομματάκι, που ήταν κάποτε νεφρό.
Η περιπέτεια με το νεφρό και η απουσία της από το πανεπιστήμιο την απάλλαξαν από το Κόμμα. Είχε χάσει τη σειρά για την είσοδό της στο ΚΚΣΕ και δεν χρειάστηκε να πει το «όχι».
Μετά από πολλά χρόνια, η Αντιγόνα, όταν τη ρωτούσαν πώς γλίτωσε, και δεν έγινε κομμουνίστρια,  έλεγε ότι θυσίασε το νεφρό της για να μη γίνει μέλος της ΚΚΣΕ. Δεν την καταλάβαιναν, γιατί μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ κάποιοι δύστυχοι άνθρωποι πουλούσαν ακόμα και τα νεφρά τους για να ζήσουν σε μια καπιταλιστική, πλέον, και ελεύθερη χώρα. Και για να μην παρεξηγηθεί, έλεγε από την αρχή όλη την ιστορία για το πώς έχασε το νεφρό της και ταυτοχρόνως έχασε και τη θέση του μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Σοβιετικής Ένωσης.


Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι

‘Ήταν Ιούνιος, η θερμοκρασία πάνω από σαράντα βαθμούς.  Απεργούσαν  οι εργάτες της υπηρεσίας καθαριότητας του Δήμου, και η πόλη  έμοιαζε σαν να ήταν σκηνικό  από σουρεαλιστική ταινία  του Αντρέι Ταρκόφσκι.  Ο ζεστός αέρας πετούσε πλαστικές σακούλες  που έμοιαζαν σαν τα σκισμένα πανιά στο κατεστραμμένο σκάφος των πειρατών. Η Αντιγόνα δεν περίμενε ότι η Αθήνα θα ήταν  μια  πόλη φυλακισμένη μέσα σε κτίρια από μπετόν. Μια πόλη σφικτά τυλιγμένη  με  ασφαλτόδρομους και σκουπίδια, πολλά σκουπίδια. Ήταν και αυτά ένα μέρος της καθημερινότητας που ήθελαν το χώρο τους... Στη διαδρομή από το Ελληνικό αεροδρόμιο μέχρι τον Πειραιά δεν είδε καμιά ιωνική ή δωρική κολόνα που να της θύμιζαν  την Αρχαία Ελλάδα, ενώ η Ακρόπολη ήταν μακριά, όπως της εξήγησε ο θείος Παύλος. 
Όταν έφτασαν στο σπίτι του θείου και άρχισε η Αντιγόνα  να βγάζει  τα δώρα της, τότε κατάλαβε πως της λείπει μια πολύτιμη βαλίτσα γεμάτη κουτιά με  μαύρο χαβιάρι…
«Αμάν  τι θα κάνουμε τώρα, τι είχες μέσα;  ρώτησε αναστατωμένος  ο θείος, που έμαθε για τη χαμένη βαλίτσα. Όταν άκουσε για το μαύρο χαβιάρι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η ανιψιά του  πήρε μαζί της στην Ελλάδα κάτι τέτοιο. «Το χαβιάρι είναι ακριβό, ξέρω, και τι θα το κάνεις εδώ;»  «Ήθελα να το πουλήσω, για να έχω περισσότερα δραχμές. Πληρώσαμε πολλά ρούβλια για τα εικοσιπέντε μισόκιλα βάζα», του είπε. Ο Παύλος τηλεφώνησε αμέσως στο Αεροδρόμιο, και έμαθε πως η βαλίτσα είχε μείνει στη Πράγα μέσω της οποίας η Αντιγόνα είχε έρθει από τη Ρωσία στην Αθήνα. 

H Αντιγόνα πήρε την απόφαση να φύγει στην Ελλάδα μετά  την Πρωτοχρονιά του 1991. Πριν  στις 26 Δεκεμβρίου  είδε για τελευταία φορά τον τελευταίο Πρόεδρο της χώρας, το Μιχαήλ Γκορμπατσέβ, να ανακοινώνει τη διάλυση της Σοβιετικής ‘Ένωσης.  Στις οθόνες των τηλεοράσεων εμφανίστηκε ο  Γκορμπατσέβ και απευθύνθηκε στον λαό του.  Νωρίτερα η σύνοδος των Πρόεδρων των 15 Δημοκρατιών της ΕΣΣΔ στο Μπελοβέζσκ της Λευκορωσίας, μετά από ένα μεγάλο φαγοπότι,  ξέγραψε από τον παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη  τη μεγαλύτερη χώρα του κόσμου.
Ο Μιχαήλ ήταν  σύντομος, όπως πάντα. «Η Σοβιετική Ένωση απεβίωσε», ανακοίνωσε, απευθυνόμενος στα εκατομμύρια  πολιτών της χώρας του, που  ήταν κυριολεκτικά καρφωμένοι στις οθόνες των  τηλεοράσεών τους. Η Αντιγόνα έμεινε άφωνη. Το διαζύγιο αυτό ήταν αστραπιαίο, χωρίς υστερίες και κλάματα.
Σε μια στιγμή, δια μαγείας,  με μια μόνο υπογραφή των 15 ηγετών που  αποφάσισαν να ζήσουν ξεχωριστά και ανεξάρτητα, η Αντιγόνα μετοίκισε από τη μεγαλειώδη Σοβιετική Ένωση σε ένα πολύ  μικρότερο και πιο αδύνατο κράτος  με το όνομα Ρωσική Ομοσπονδία.

«Τα χρήματα πρέπει να τα μετατρέπετε σε εμπόρευμα. Λινά τραπεζομάντιλα, ηλεκτρικές συσκευές, σουβενίρ, να πάρετε ό, τι μπορείτε για να τα πουλήσετε στην Ελλάδα». Αυτές ήταν οι συμβουλές στην Αντιγόνα κάποιων ανθρώπων  που ήδη είχαν φύγει στην Ελλάδα και γύρισαν να αγοράσουν καινούριο εμπόρευμα, για να πουλάνε  στις υπαίθριες λαϊκές αγορές.


Το πιο κουραστικό και αγχωτικό στη ζωή της ήταν  να φτιάχνει βαλίτσες. Ποτέ δεν ήξερε ακριβώς τί πρέπει να πάρει μαζί της.

Να είναι καλά η μάνα της, που ήξερε. Η ίδια δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί με τίποτα. Περιφερόταν άσκοπα μέσα  στο σπίτι από το ένα δωμάτιο στο άλλο.
Ήρθε η γειτόνισσα, η αρμένισσα Σουζάνα,  με βιντεοκάμερα. «Να σας βγάλω βίντεο πριν φύγετε, είπε ,  και πάτησε  το κουμπί. «Μην το κάνεις, είμαι τώρα αγχωμένη και άβαφη...», αντέδρασε νευρικά η Αντιγόνα.
«Άσε μας, εσείς φεύγετε τόσο μακριά, ίσως και να μην συναντηθούμε ποτέ, να έχουμε το βίντεο να σας θυμόμαστε. Κι εγώ θα φύγω Αμερική, περιμένω την πρόσκληση από το θείο μου. Μην ποζάρεις, κάνε τη δουλειά σου και εγώ θα τραβώ!»
«Καλά», είπε από μέσα της η Αντιγόνα και συνέχιζε να μπαινοβγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο. «Με ζάλισες!», φώναξε η μάνα της. «Κάτσε κάτω, πάτα τη βαλίτσα να μπουν  περισσότερο πράγματα».

«Γιατί να κουβαλάω τόσα πράγματα, δεν θέλω, φεύγουμε σε μια καπιταλιστική χώρα που έχει τα πάντα, εκεί θα αγοράσουμε καινούργια», έλεγε η Αντιγόνα. Ακόμα δεν ήξερε ότι σε μερικούς μήνες θα αναζητούσε μια μάλλινη πλεκτή ζακέτα που δεν την είχε πάρει μαζί της,  τη δώρισε σε μια φίλη της, και πολλά άλλα καλά και ζεστά  ρούχα  που στην Ελλάδα στοίχιζαν ακριβά, γιατί το καλό στοιχίζει, αλλά τα φτηνά ήταν φτηνιάρικα και δεν τα ήθελε.

Η Αντιγόνα  αγχωνόταν για τις βαλίτσες,  αλλά στην πραγματικότητα ήξερε ότι δεν ήταν οι βαλίτσες. Ήταν η φοβισμένη  της ψυχή που είχε κρυφτεί  κάπου στο σώμα της, στο συκώτι, την αισθανόταν σαν μαχαίρι καρφωμένο και βαθειά μέσα γυρισμένο. Μια στη κοιλιά,   μια στα γόνατα, που λύγιζαν τα πόδια σαν να ήταν ανάπηρη. Και όλα αυτά για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. «Τώρα πια δεν κάνουμε πίσω, πουλήσαμε  το σπίτι μας κοντά στην κεντρική πλαζ, παραιτήθηκα από τη δουλειά μου», έλεγε στους φίλους που ρωτούσαν αν πήρε αληθινά απόφαση για τη φυγή της από τη χώρα, ή μήπως κάνει πλάκα…

«Τώρα φεύγεις; Στην κορύφωση της καριέρας σου!» Ο διευθυντής προσπαθούσε πολύ να την κρατήσει. Και μετά ζητούσε συγγνώμη και έλεγε ότι στο «εξωτερικό οι άνθρωποι αλλάζουν τακτικά τα επαγγέλματά τους και τους τόπους διαμονής, κάνει καλό για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός»... Στο τέλος, σε ένα μικρό πάρτι   με συναδέλφους ο διευθυντής μίλησε με τα καλύτερα λόγια για την  Αντιγόνα, ενώ χαριτολογώντας ξεκίνησε την πρόποσή του με την περιγραφή της ζωής της στην Ελλάδα».

«Λοιπόν, δίπλα  σε ένα μεγάλο σπίτι, βίλα κοντά στη θάλασσα, μέσα στον κήπο κάθεται η δική μας Αντιγόνα  σε μια μεγάλη  πολυθρόνα. Διαβάζει ένα βιβλίο,  και κάποιες στιγμές ρίχνει και ένα βλέμμα λίγο πιο μακριά, εκεί που φαίνεται ένας εργάτης κηπουρός … «Αριστοτέλη!»,  φωνάζει. «Μα δεν βλέπεις ότι το γκαζόν από δεξιά δεν το κούρεψες  καλά!» Και ο Αριστοτέλης της απαντάει: «Κατάλαβα, κυρία Αντιγόνα, θα έρθω τώρα και θα το διορθώσω…»
Όλοι έσκασαν από τα γέλια, χειροκρότησαν το διευθυντή,  που είχε και φαντασία, και η Αντιγόνα  χαμογέλασε … της άρεσε «το ελληνικό μέλλον της», με εξαίρεση, βέβαια, την εκμετάλλευση του εργάτη του Αριστοτέλη και αυτό το «κυρία»! … «Ποια κυρία; Δεν μου ταιριάζει!» σκέφτηκε.   Όλα τα άλλα για την ζωή της στην Ελλάδα της  άρεσαν απόλυτα. «Μακάρι, να είναι όλα έτσι,  ενώ κάτι μέσα της της έλεγε ότι δεν θα είναι όλα τόσο ρόδινα και χαρούμενα, όπως τα φαντάστηκε  ο διευθυντής Νικολάι Αλεξάντροβιτς.

Πάντως, οι προβλέψεις του διευθυντή  για τον Αριστοτέλη αποδείχθηκαν  λίγο αληθινές.  Μετά από κάποια χρόνια η Αντιγόνα κάλεσε δυο συμπατριώτες τις να βάψουν το αγορασμένο με δάνειο  διαμέρισμά  της και ένας  απ’ αυτούς λεγόταν  Αριστοτέλης.  Η Αντιγόνα αμέσως θυμήθηκε το γέλιο που ρίξανε οι συνάδελφοί της στην βραδιά του αποχωρισμού,   χαμογέλασε με νόημα, σαν να ήταν παλιός γνωστός της, και  ο Αριστοτέλης πίστεψε πως η Αντιγόνα ενδιαφέρθηκε  γι’ αυτόν και  της πρότεινε να βγουν για καφέ. 


===
Χτύπησε το κουδούνι, κανένας δεν άκουσε, όλοι ήταν απασχολημένοι με τις βαλίτσες. Το κουδούνι συνέχιζε να κτυπάει και η Σουζάνα έτρεξε και άνοιξε την πόρτα. 

Ήταν ο πατέρας. Όλοι  περίμεναν τις γκρίνιες του περί αδιαφορίας για το κουδούνι του σπιτιού που δεν το ακούει κανείς ποτέ…  αλλά ο Βάνια δεν είπε τίποτα. Μπήκε με ένα μεγάλο χάρτινο κουτί αγκαλιά.

«Βάλια, Αντιγόνα,  βρήκα καλό χαβιάρι. Πολλά κιλά, 22 μισόκιλα κονσερβοκούτια «μπελούγκα». Ακριβό, περίπου 20 δολάρια το σκεύος, αλλά καλό, πολύ καλό!
Ο Βάνια χαιρόταν που είχε βρει  ένα καλό εμπορικό προϊόν που θα μπορούσε εύκολα να πουληθεί στην Ελλάδα για να έχει  η Αντιγόνα ελληνικά χρήματα  και  να ζήσει μέχρι να βρει δουλειά.  

Έψαξαν μια μεγάλη βαλίτσα να τοποθετήσουν τα 22 κονσερβοκούτια  και δεν βρήκαν, αποφάσισαν να αδειάσουν μια βαλίτσα με λινά τραπεζομάντιλα και διάφορα τραπεζομάντιλα και να βάλουν το χαβιάρι σ’ αυτήν.

Ποιος να ήξερε πως στην Ελλάδα τα λινά τραπεζομάντιλα  ήταν πολύ πιο καλό εμπόρευμα, ενώ το χαβιάρι ήταν ένα προϊόν αδιάφορο για τους περισσότερους  Έλληνες...

Η Αντιγόνα λάτρευε  το χαβιάρι, αλλά το έτρωγε μόνον όταν το έβρισκε σερβιρισμένο στα γιορτινά τραπέζια. Με το χαβιάρι είχε μια σχέση περίεργη. Όταν ήταν μικρή, το χαβιάρι, η γιαγιά το αγόραζε χύμα στο γειτονικό παντοπωλείο. Ήταν μέσα στα βαρέλια, ένα με το μαύρο και ένα για το μπρικ, το κόκκινο… Αλλά αυτό ήταν την εποχή του ’70. Θέλεις «μπελούγκα», θέλεις «σεβρούγκα», θέλεις «μπρικ»… Μετά, το χαβιάρι έγινε ένα πολύτιμο έδεσμα, ανάρπαστο.   

Η γιαγιά το αγόραζε τα χρόνια εκείνα για μεζέδες με βότκα για τις παρέες του γιου της, του Βάνια. Η ίδια δεν το αναγνώριζε ούτε σαν  μεζέ,  προτιμούσε τα παστωμένα χαψία, δηλαδή το γαύρο.  

Στο κονσερβοκούτια που πήρε στην Ελλάδα η Αντιγόνα ήταν ζωγραφισμένο  ένα  ψάρι, ήταν ο βασιλιάς των ψαριών, η Μπελούγκα ,  και έγραφε πάνω «Caviar».

«Και πώς θα περάσω από τα σύνορα με μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι;» - ρώτησε η Αντιγόνα, γιατί ήξερε πολύ καλά ότι  απαγορευόταν η λαθραία εξαγωγή συναλλάγματος, του χρυσού και του μαύρου χαβιαριού. 

 «Έχω τους ανθρώπους μου στο αεροδρόμιο,  είπε ο πατέρας της. Θα μεταφέρουν εκτός τελωνειακού έλεγχου τη βαλίτσα, απευθείας στο αεροπλάνο».

Το μαύρο χαβιάρι έφυγε από το αεροδρόμιο του Σότσι παράνομα. Στο αεροδρόμιο γινόταν χαμός , ήταν αρχές του καλοκαιριού, αρχές της τουριστικής περιόδου και την πόλη  επισκεπτόταν κάθε σεζόν  πάνω από ένα εκατομμύριο τουρίστες και παραθεριστές.  Αντιθέτως, στο κτίριο των διεθνών πτήσεων η ατμόσφαιρα ήταν  παραδεισένια. Εδώ όλα κυλούσαν ομαλά, κανένας δε βιαζόταν, δε φώναζε, δεν αργούσε πουθενά. Εδώ ήταν ουδέτερη ζώνη μεταξύ Ανατολής και Δύσης,  οι ξένοι τουρίστες  λίγοι και καλοί. Το νεοκλασικό κτίριο του διεθνούς τμήματος ξεχώριζε από τα άλλα κτίσματα του αεροδρομίου εσωτερικών πτήσεων. Αυτός ο χώρος είχε απορροφήσει τις μυρωδιές της καλής δυτικής ζωής, εδώ ήταν και τα ειδικά μαγαζιά για ξένους τουρίστες με συνάλλαγμα. Εδώ πουλούσαν γαλλικά αρώματα και καλλυντικά, διάφορα ξένα τσιγάρα και ποτά. Στο  μπαρ οι ξένοι τουρίστες πάντα χαμογελαστοί, και ευδιάθετοι, έλαμπαν και μύριζαν ωραία. Και τα πούρα που κάπνιζαν, και ο καφές που έπιναν, όλα είχαν  μυρωδιές από την άλλη ζωή, την καλή και πλούσια ζωή, για την οποία  προοριζόταν και η Αντιγόνα.
Η Αντιγόνα ήξερε ότι δεν περνάει μόνο τα σύνορα της χώρας της, αλλά περνάει και τα σύνορα των αισθήσεων. Θυμήθηκε πως όταν το 1974, είχε έρθει στο Σότσι ο θείος Νίκος από τη Θεσσαλονίκη, τον δέχτηκαν στο ίδιο κτίριο του αεροδρομίου. Οι υπάλληλοι ζήτησαν από τον πατέρα της να τους κεράσει ξένα τσιγάρα «Μάλμπορο». Ο θείος Νίκος δεν κάπνιζε και δεν είχε τσιγάρα πάνω του, αγόρασε με τα δολάρια του από το αφορολόγητο μαγαζί μια κούτα.
Και όταν όλοι οι άνδρες της  παρέας πήραν από ένα πακέτο «Μάλμπορο», τα πρόσωπα τους εξέφρασαν μια απόλαυση,  σαν με τον καπνό του «Μάλμπορο»  να μεταφέρθηκαν στους δρόμους της Νέας Υόρκης,  όπου η ζωή ήταν ωραία...
Ο θείος Νίκος και η γυναίκα του η Άννα ήταν ακριβοί μουσαφίρηδες από την Ελλάδα. Πολλοί φίλοι του πατέρα της Αντιγόνα ήθελαν να βρεθούν κοντά τους, να μιλήσουν  μαζί τους , να τους μυρίσουν, γιατί ήταν άνθρωποι διαφορετικοί, ήταν  ελεύθεροι άνθρωποι, από τον ελεύθερο κόσμο.

«Γιατί νομίζαμε ότι ζούμε σαν φτωχοί, αφού δεν ήμασταν φτωχοί! Οι φτωχοί ζουν εδώ, στην Ελλάδα» - αναρωτιόταν ο Χάρης, ο αδελφός της, όταν είδε πως  ο  θείος Νίκος  ζούσε στη Θεσσαλονίκη  πολύ σεμνά,  ακόμα και η τηλεόρασή του ήταν πολύ πιο παλιά από αυτήν που έφερε η Αντιγόνα μαζί της από την Ρωσία. 

Ο Χάρης πίστευε ότι στην Ελλάδα όλα είναι τέλεια και ο κόσμος είναι πολύ ανεβασμένος και κομψός. «Νόμιζα ότι οι Έλληνες είναι ξεχωριστοί άνθρωποι, και εμείς μπροστά τους απλοί χωριάτες…», έλεγε.    
Και η Αντιγόνα είχε καταλάβει αμέσως και έλεγε στον εαυτό της «Στην ουσία  εμείς, οι σοβιετικοί, όλα τα μπερδέψαμε. Ενώ, διψούσαμε για την ελευθερία και την αλήθεια, νομίζαμε ότι διψάμε για την κόκα - κόλα, πεινάμε για το χάμπουργκερ. Λατρεύαμε τη Δύση  γιατί θεωρούσαμε ότι εκεί ζουν  ελεύθεροι άνθρωποι που είναι  και πιο όμορφοι και αυτοτελείς...
«Είδα το αληθινό πρόσωπο του καπιταλισμού. Δεν είναι και άσχημο, συμπαθητικό, ίσως. Εδώ έχεις τα πάντα. Αλλά για να αποκτήσεις  χρήμα χρειάζεται  δουλειά σκληρή χωρίς διαλείμματα».  Χρήματα, χρήματα. Στην παλιά της ζωή η Αντιγόνα και οι φίλοι της δεν μιλούσαν για τα χρήματα, ήταν ταμπού, κάτι που δεν πρέπει να απασχολεί τον πολιτισμένο άνθρωπο. Η Αντιγόνα ήξερε ότι τα χρήματα ήταν αρκετά για να ζήσεις όταν δεν προσπαθείς  να ξεπεράσεις τα όρια του αληθινού κόσμου. Ο αληθινός κόσμος δεν έχει σχέση με τα υλιστικά πράγματα. Στο σπίτι τους  η γιαγιά  με ένα κομμάτι ψωμί με βούτυρο ή με σπιτική μαρμελάδα και ένα φλιτζάνι μαύρο τσάι έστρωνε τραπέζι, όταν δεν είχε έτοιμο φαγητό. 

«Μπούρδες! Όλοι κάνουν ότι δεν ζουν με την έννοια του χρήματος, ενώ το μόνο που θέλουν είναι να αποκτήσουν  χρήματα και εξουσία. Είναι πολύ κακό να κρύβεις τις πραγματικές σου πεποιθήσεις . Πες την αλήθεια, ότι και εσύ θέλεις τώρα μια γόβα ιταλική, ένα άρωμα γαλλικό του «Christian Dior», ένα παντελόνι «Versace», θέλεις να πας στο Παρίσι και να περπατάς στους δρόμους του μέχρι το πρωί και να μην έχεις το σύντροφο  Ιβανόβ να σε περιμένει στο ξενοδοχείο και να σε ρωτάει πού ήσουν και γιατί απομακρύνθηκες από το γκρουπ! Πες ότι θέλεις να βγάλεις φτερά και να πετάξεις έξω, μακριά από τους ηλίθιους και πανάθλιους που σε διατάζουν τι και πότε πρέπει να σκέφτεσαι!» - φώναζε κάποτε ο φίλος της Αντιγόνα, ο Ίγκορ, προσπαθώντας να τους πείσει όλους ότι είναι λάθος που μιλάνε υποτιμητικά για το χρήμα.
Η Αντιγόνα δεν τολμούσε να κοιτάξει  μέσα της βαθιά, τι είναι τελικά, ιδεαλίστρια ή υλίστρια; Στην Ελλάδα κατάλαβε ότι δεν ήταν και τόσο εκτός πραγματικότητας, κατάφερνε πάντα να έχει χρήματα, δεν στερήθηκε ποτέ τίποτα.  Δούλευε συνέχεια και όταν έχανε μια δουλειά πάντα έβρισκε κάτι άλλο. Τα μόνα χρήματα που αγάπησε στη ζωή της ήταν οι δραχμές, ίσως γιατί τις κέρδισε  με τον ιδρώτα της. Τα ρούβλια τα θεωρούσε πάντα τόσα ασήμαντα, αυτά ποτέ δεν ήταν αρκετά. Τα δολάρια, που τα λάτρευαν σε όλο τον κόσμο, στη Ρωσία της φαινόταν ξένα και άψυχα χρήματα, ποτέ δεν θυμόταν την αναλογία του δολαρίου με το ρούβλι. Τα ευρώ που ήρθαν αργότερα στη ζωή της όπως και στη ζωή εκατομμυρίων ευρωπαίων, της  φαίνοταν λίγα, σαν τα ρούβλια.
Το ελληνικό νόμισμα, η δραχμή, συνδεόταν με την προσπάθειά της  να κτίσει μόνη της από την αρχή μια άλλη ζωή. Γι αυτό είχε αγαπήσει  τη δραχμή.
===
Τη βαλίτσα με το χαβιάρι τη βρήκαν. Ήρθε από την Πράγα με τα «απολεσθέντα» .
 Στην Αθήνα, στην ταβέρνα που δούλευε ο θείος Παύλος τα  Σαββατοκύριακα, δεν σέρβιραν χαβιάρι. «Όλα καλά, απλά δεν ξέρω πού να το πουλήσεις», είπε ο θείος.
«Είναι μπελούγκα, το καλύτερο χαβιάρι. Στο Παρίσι κοστίζει το κιλό τριακόσια περίπου δολάρια και στην Ιαπωνία πεντακόσια»…
«Τι λες! Και ποιος το τρώει; εγώ και τζάμπα δεν το θέλω!»
Πράγματι, το ένα κουτί  χαβιάρι που η Αντιγόνα άφησε στο σπίτι τους δεν φαγώθηκε. Δοκίμασαν, βέβαια, και η γεύση του χαβιαριού δεν τους θύμιζε τίποτα, ούτε μύριζε θάλασσα, ούτε καλή ζωή, απολύτως τίποτα.  Το έβαλαν στην κατάψυξη, στο ψυγείο. Εκεί  το «σκότωσαν», χάλασε, το πέταξαν, ενώ το μπλε στρογγυλό κουτί με το ζωγραφισμένο ψάρι το κράτησαν για βελόνες και κλωστές. 
Το υπόλοιπο δεν πωλήθηκε, κανένας δεν ενδιαφερόταν  να αγοράσει  με 15 χιλιάδες δραχμές μισό κιλό.

Δεν είχαν πια άλλη  επιλογή, παρά μόνο να το φάνε. Το πρωινό με καφέ με ένα ψωμάκι με βούτυρο και μια κουταλιά της σούπας χαβιάρι πάνω στο βούτυρο έγινε  καθημερινή απόλαυση της Αντιγόνας μέσα στην μιζέρια των πρώτων εβδομάδων της ζωής της στην Ελλάδα. «Έπρεπε να πάμε στην Ελλάδα για να σκάσουμε από το χαβιάρι» – γελούσε η αδελφή της , η Μαρία, όταν σέρβιρε το πρωινό. Έμεναν προσωρινά σε ένα παλιό, πολλά χρόνια εγκαταλειμμένο σπίτι των συγγενών σε ένα χωριό κοντά στην πόλη,  μέχρι να βρουν δουλειά. 
Το πλούσιο σε πρωτεΐνες πρωινό ήταν ό, τι έπρεπε μέσα στο άγχος για το αύριο. «Χρήματα δεν έχουμε, ελληνικά δεν ξέρουμε και δουλειά δεν βρίσκομε, αλλά μια βαλίτσα χαβιάρι θα μας κάνει ευτυχισμένους» - ειρωνευόταν η Αντιγόνα, που λάτρευε τα μαύρα αυτά μπαλάκια κολλημένα το ένα στο άλλο.
Μια φορά ο γείτονας ο Λευτέρης  ήρθε το πρωί και έφερε λίγες τομάτες από το χωράφι του. Γλυκός άνθρωπος ο Λευτέρης, όλο κάτι τους έφερνε, τους λυπόταν: «Εγώ ήμουν μικρός, δεν θυμάμαι , αλλά η μητέρα μου μας έλεγε πως όταν ήρθαμε στην Ελλάδα από τον Πόντο το ’22, οι ντόπιοι ούτε νερό δεν μας δίνανε. Δεν πειράζει, όλα θα στρώσουν, όλα θα πάνε  καλά!», παρηγορούσε τις αδελφές. Η Αντιγόνα του πρότεινε καφέ . Ο Λευτέρης αναρωτήθηκε «τι τρώτε, μαύρη μαρμελάδα;» . Όχι, είναι  μαύρο χαβιάρι,  να σου βάλω;  τον ρώτησε. Ο Λεύτερης αρνήθηκε να φάει, μόνο καφέ έπινε  τα πρωινά, αλλά πάλι αναρωτήθηκε: «Πού το αγοράσατε, δεν είναι πολύ ακριβό;»
«Είναι πολύ ακριβό, γι’ αυτό το φέραμε από την Ρωσία», είπε η Αντιγόνα.
«Η Ελλάδα είναι πολύ πλούσια χώρα, εδώ κανένας δεν πεινάει».
«Είναι πλούσια χώρα, αλλά το χαβιάρι θα το φάμε, δυστυχώς, εμείς οι φτωχοί. Δεν το αγοράζει κανένας», του εξήγησε όσο μπορούσε στα  ποντιακά η Αντιγόνα.

Την άλλη μέρα, όλο το χωριό σχολίαζε τους «καλομαθημένους   ρωσοπόντιους που φέρανε πολλά πράματα στην Ελλάδα, ακόμα και  μαύρο χαβιάρι για να το έχουν στα πρωινά τους!» 


Αυτό το χωριό, τελικά, έγινε η «ιδιαίτερη» ελληνική πατρίδα της Αντιγόνας. Έτσι αισθανόταν. Και την πατρίδα πάντα την αγαπάς γιατί απλά υπάρχει…Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια, άλλα ήταν τόσο «συμπυκνωμένα»,  τόσο γεμάτα, άλλα τόσο γρήγορα που της φαινόταν σαν να  πέρασαν μήνες…

===
«Τι γίνεται στη χώρα σας; Μας δείχνουν φωτιές και αναρχικούς!» Μια φωνή από το παρελθόν. Ήταν ένας φίλος από την  Μόσχα, ιερέας και συγγραφέας. «Μας δείχνουν  βαρβαρότητες και εγώ ανησυχώ, ξέρεις πόσο αγαπώ την Ελλάδα!».

«Δεν είναι μόνο οι αναρχικοί,  είναι και πολλοί άγγελοι μαζί τους», απάντησε  η Αντιγόνα και προσπάθησε να εξηγήσει στον παλιό της φίλο τα γεγονότα που συνέβαιναν  στην Ελλάδα στο κατώφλι του 2009.
Η Αθήνα καιγόταν από φωτιές και η Αντιγόνα αισθανόταν ανακουφισμένη.
Αισθανόταν δικαιωμένη. Γιατί όλο και περισσότερο είχε αρχίσει να προβληματίζεται για το πώς είχε στρώσει η ζωή στην Ελλάδα. Με καλοπέραση και φραπέδες και με καθόλου ενοχές για τα πουλημένα ιδανικά. Βασικά δεν της άρεσε  ο εαυτός της,  είχε γίνει σαν τους άλλους και τα χρήματα τα σκεπτόταν όλο και περισσότερο από τα άλλα, τα «πνευματικά».
Και τώρα αισθάνθηκε μια λύτρωση μαζί με άλλους Έλληνες, και κατάλαβε ότι  η συνείδηση στους ανθρώπους σ’ αυτήν την χώρα δεν είχε  χαθεί, απλά είχε κρυφτεί για μερικά χρόνια.
«Από την Ελλάδα ξεκινά η πανευρωπαϊκή επανάσταση!» - είπε ο φίλος της   
«Είναι απλά γεγονότα», απάντησε η Αντιγόνα. 
«Όλα τα μεγάλα γεγονότα  απλά ξεκινάνε», της είπε.
Κατάλαβε πως και ο φίλος ιερέας το χάρηκε, είχε και αυτός ένοχές για τα πουλημένα ιδανικά του. Τελευταία συναναστρεφόταν  πολύ με νεόπλουτους – καταθλιπτικούς που έψαχναν για το νόημα της ζωής μέσα στα πλούτη, έψαχναν να σωθούν… Ήταν κερδοφόρες οι πνευματικές επαφές  του, σε βαθμό που απέκτησε διαμερίσματα στο κέντρο  της Μόσχας και ένα εξοχικό.
Και η Αντιγόνα κατάλαβε  πως η Ρωσία που προσπαθούσε τελευταία  να επιστρέψει στην κυρίαρχη διεθνή θέση δεν την ενέπνεε πλέον. Δεν αισθανόταν  καμία νοσταλγία για τη χώρα που είχε γεννηθεί. Κατάλαβε  πως  αγαπά πραγματικά μόνο  αυτή την μικρή χώρα. την Ελλάδα, όπου ζούσε  με  ρομαντικούς μερικές φορές, ανθρώπους, αλλά πολύ αληθινούς. Ανθρώπους που ξέρουν να αγαπούν με πάθος τη ζωή και δεν φοβούνται το θάνατο.


Τέλος