22 Μαρ 2013

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ 25ης ΜΑΡΤΙΟΥ




Πλησίαζε η 25η Μαρτίου – η μεγάλη εθνική γιορτή για τους περήφανους Έλληνες, και ο Ηλίας ακόμη δεν είχε βρει το γαμπρό για τον «γάμο». Αυτήν τη φορά ζορίστηκε να βρει τον κατάλληλο. Ο ένας υποψήφιος έλεγε ότι μόλις παντρεύτηκε και το έβλεπε σαν γρουσουζιά. Ο άλλος δεν ήταν κατάλληλος λόγω.. εμφάνισης … Ο Ηλίας ήθελε τη «νύφη» και το «γαμπρό»  όμορφους, «για να τους βλέπεις και να χαίρεται το μάτι!»- έλεγε.
Η νύφη βρέθηκε εύκολα, ήταν η νέα λογίστρια του, η Κίτσα, ωραία με μια σπίθα στο βλέμμα της. Η Κίτσα το διασκέδαζε πολύ, έλεγε  θα κάνει «πρόβα γάμου», και ότι όλα είναι θέμα τύχης, «και, ποιος ξέρει μπορεί να έρθει κανείς εργένης  στο γλέντι και την ερωτευτεί». Ήταν πάνω από  25 χρόνων  και ανησυχούσε πλέον ότι δεν θα βρει άνδρα για παντρειά. Όλες οι συμμαθήτριές της και φίλες – Ελληνίδες- είχαν παντρευτεί  και ήδη είχαν κάνει από ένα –δυο παιδιά.
Η Κίτσα πρότεινε στον Ηλία να οργανώσει κάτι  σαν «κάστινγκ»  για το  γαμπρό, και να το ανακοινώσει μεταξύ «γκρέκων» μόνο στα ποντιακά,  στόμα-στόμα... να μην καταλάβουν οι Ρώσοι. Αλλά ο Ηλίας ήξερε ότι αν θα το έκανε, μπορεί να μαθευόταν έξω, να έφτανε  στη μυστική υπηρεσία της Ασφάλειας, και να τους  χαλούσαν  τη γιορτή.
Εκείνη τη χρονιά η άνοιξη είχε έρθει από νωρίς στο Κρασνοντάρ, τα δέντρα έβγαλαν καινούρια φύλλα, αλλά η πόλη φαινόταν σαν να ξύπνησε μόλις, με μια τσίμπλα στο μάτι... σε πολλά σημεία της  είχαν μείνει  χειμωνιάτικες βρομιές και σκουπίδια...Ο Μάρτιος πάντα ήταν ένας μήνας δύσκολος, και ο Ηλίας  ήθελε να γίνουν όλα γιορτινά και όμορφα, γι’ αυτό επέλεξε το καλύτερο  εστιατόριο της πόλης.
«Μια φορά το χρόνο γιορτάζουμε όλοι μαζί  την Εθνική Γιορτή όλων των Ελλήνων, γιατί να μην το κάνουμε με τον καλύτερο τρόπο;» έλεγε.
Μέσα στη φασαρία για τη προετοιμασία της γιορτής ο Ηλίας παραμέλησε και τις υποχρεώσεις του στην κοοπερατίβα όπου ήταν διευθυντής.
Κάποια στιγμή σκέφτηκε να έκανε ο ίδιος το «γαμπρό», αλλά τον ήξεραν πολύ καλά στην πόλη. Και  στο ρεστοράν, αυτόν τον χουβαρντά τον Ηλία που  άφηνε πάντα πολύ καλό πουρμπουάρ, τον ήξερε κάθε σερβιτόρα.
Ήταν η δεκαετία του ‘80. Οι  Έλληνες του Κρασνοντάρ είχαν βρει μια πολύ καλή λύση να οργανώνουν το γλέντι της 25ης Μαρτίου  χωρίς το φόβο της τοπικής εξουσίας και των μυστικών υπηρεσιών.
Επίσημα στη χώρα δεν υπήρχε κανένας νόμος που να απαγόρευε τη γιορτή των  «γκρέκων»  την ημέρα της  Ελληνικής Επανάστασης της 25ης Μαρτίου. Αλλά μετά την πρώτη εκδήλωση που οργάνωσαν, κάποιοι αμέσως έλαβαν  προειδοποίηση. Τον  καθηγητή που έκανε διάλεξη για την Ελληνική Επανάσταση τον κάλεσαν «για συζήτηση» στα γραφεία της KGB. Αλλά και το  ξέφρενο ελληνο-ποντιακό γλέντι, που άφησε ιστορία, και δεν μπορούσε να μείνει μυστικό. Την άλλη μέρα όλη η πόλη μιλούσε για τους «γκρέκους» που γιόρτασαν την εθνική τους γιορτή και «ξόδεψαν πολλά ρούβλια!»
Η προειδοποίηση δεν ήταν  γραπτή, αλλά μόνο  προφορική.  Κάποιοι φίλοι τηλεφώνησαν και είπαν στον Ηλία  «να μη επαναληφθεί» και να «προσέχουν, διαφορετικά  θα έχουν άλλα προβλήματα».
«Καλά που δεν έγινα κομμουνιστής!  Τι είναι αυτοί οι κομμουνιστές, σαν τους μαφιόζους!» – διαμαρτυρόταν ο Ηλίας.  «Παράνομα μας κυνηγούν, αφού δεν κάναμε τίποτα παράνομο»,  έλεγε στη γυναίκα του στην κουζίνα του σπιτιού του, γιατί δεν θα τολμούσε ποτέ να πει  τα ίδια έξω.
Τη δεύτερη φορά η εκδήλωση για την Ελληνική Επανάσταση ήταν πολύ περιορισμένη. Μαζεύτηκαν σε ένα εξοχικό σπίτι και πρόσεχαν πολύ να μη μαθευτεί σε ευρύτερο κόσμο.
Και μετά  του ήρθε του  Ηλία η καταπληκτική ιδέα, να οργανώνουν την 25η Μαρτίου ένα ψεύτικο ελληνικό γάμο. «Να γλεντάμε όσο θέλουμε και όπως το θέλουμε. Ποιός μπορεί να μας απαγορεύσει να μιλάμε και να τραγουδάμε ποντιακά και ελληνικά σε ένα γάμο; Να έχουμε στα τραπέζια μαζί με ανθοδέσμες και από  μια ελληνική σημαία!» - είπε.
Το σχέδιο του Ηλία «γάμος – γιορτινή γιάφκα» άρεσε σε όλους, ειδικά η  μυστικότητά του. Ήταν ρομαντικοί οι Έλληνες,  αισθάνθηκαν λίγο-πολύ σαν μικροί ήρωες.
Μάζεψαν  χρήματα χωρίς τσιγκουνιές. Και τον Ηλία τον όρισαν  «ταμαντά».
Ο ταμαντάς  είχε πολλές υποχρεώσεις, είχε και την ευθύνη  για όλα τα καλά και τα κακά  που συνέβαιναν στο γλέντι...  Συνήθως φρόντιζε να μη μεθύσει κανείς  πολύ ή αν τελικά κάποιος έχανε τις ισορροπίες του, κανόνιζε να τον ηρεμήσουν ή να τον προβαδίσουν σπίτι του,  αλλά πολύ διακριτικά, να μη καταλάβει ο κόσμος την  αδυναμία του συγκεκριμένου  ατόμου. Ο ταμαντάς έλεγχε το τραπέζι σε όλα τα επίπεδα: να μη λείπει τίποτα. Πρόσεχε επίσης  να υπάρχει πειθαρχία και τάξη,  και χωρίς την άδειά του δεν μπορούσε να φύγει κανείς από το τραπέζι. Και το κυριότερο, ο ταμαντάς έδινε στους  καλεσμένους, με τη σειρά,  το λόγο για πρόποση. Και ο ίδιος συνέχεια έκανε τοποθετήσεις κι  έτσι το τραπέζι και το γλέντι  δεν είχε τελειωμό. Πάντως, η πρώτη πρόποση ήταν πάντα «για την ειρήνη σε όλο τον κόσμο», η δεύτερη «για την πατρίδα Ελλάδα», η τρίτη «για την πατρίδα τη Σοβιετική Ένωση»  και μετά σήκωναν τα ποτήρια στην υγεία των συγγενών, των γονιών, των παιδιών και  φίλων. Έλεγαν προπόσεις  για γυναίκες, για άνδρες, για το δέντρο που φύτεψε ο νοικοκύρης στην αυλή, για το σπίτι του και πολλές άλλες: όπως για το πουλί που πέταξε πάνω από τα κεφάλια των καλεσμένων. Σίγουρα θα ήταν ένα πουλί που φέρνει ευτυχία! Για τον ήλιο, «για να  λάμπει για πάντα!», για  το δάσος, «να μας δίνει τη δροσιά του!», για τον ουρανό, «να είναι πάντα καθαρός!», και για  τη θάλασσα «χωρίς φουρτούνες!», για το ψηλότερο βουνό «που δοκιμάζει τους αληθινούς άνδρες», για το ψωμί «να μη λείπει ποτέ!» , για το κρασί «πάντα να γεμίζει τα ποτήρια μας!» και για  τη ζωή γενικά «που είναι, φυσικά, ωραία» ... Οι ομιλούντες έπιναν στο όνομα του τάδε... και έλεγαν αρκετά έως πολλά για να επιδείξουν παράλληλα και την εξυπνάδα τους και τις ρητορικές τους ικανότητες.
Σε τέτοια γλέντια  γινόταν και διαγωνισμός στο ποτό. Το κρασί, πράγματι, δεν τελείωνε ποτέ, όσο και να έπιναν οι άνθρωποι, σαν να έτρεχε από μια πηγή, που ανάβλυζε κάτω από το συγκεκριμένο τραπέζι. Για τις γυναίκες  η χειρότερη στιγμή του γλεντιού ήταν να βλέπουν το διαγωνισμό για τον πιο δυνατό πότη, που συνήθως γινόταν στο τέλος. Ο νικητής ήταν αυτός που έπινε περισσότερα λίτρα κρασιού από το κοκαλένιο κέρατο του ενός – δύο λίτρων. Ο στόχος ήταν μετά από τόσα  λίτρα κρασί να μην πέσεις καταγής, να πας σπίτι σου με τα πόδια ή με το αυτοκίνητο σου, και όχι με βοήθεια φίλων ή συγγενών, και την άλλη μέρα το πρωί  οπωσδήποτε να εμφανιστείς στην παρέα σου στο μαγειρείο,  σαν να μην είχες πιει όλο αυτό το κρασί. Η πρωινή ζεστή σούπα –το  «χας»-  ήταν σαν τον  πατσά,-  έσωζε τα στομάχια πολλών  διαγωνιζόμενων στο ποτό.    

Αλλά οι γάμοι των Ποντίων πολλές φορές τελείωναν με ένα φοβερό καυγά, γι αυτό η Αντιγόνα τους απέφευγε. Η αρχή πάντα ήταν πολύ εντυπωσιακή, ειδικά η παράσταση των εκπροσώπων του γαμπρού, όταν έρχονταν να πάρουν  τη νύφη. Με λύρα – κεμεντζέ- με χορούς και τραγούδια.
Από τη χαρά ο γάμος- που στην ποντική γλώσσα λέγεται  «χαρά» - κατέληγε σε καβγά όπου οι θερμόαιμοι έδιναν μπουνιές και καμιά φορά  έβγαζαν και μαχαίρια. Τα  μαχαιρώματα στο φινάλε του γάμου ήταν «γραμμένο σενάριο που δεν πρέπει να αλλάζει». Βωμολοχίες μεθυσμένων ανδρών, τσιρίγματα φοβισμένων γυναικών, κλάματα παιδιών... όλο αυτό το «γνώριμο» σκηνικό δεν άρεζε ποτέ στην Αντιγόνα. Ντρεπόταν μερικές φορές που ήταν και αυτή ένα κομμάτι από αυτούς τους άγριους στη συμπεριφορά, αλλά τρυφερούς στα αισθήματα  ανθρώπους που χαλούσαν τη χαρά. Οι άνθρωποι αυτοί ήταν εθισμένοι στην πάλη, στον καυγά, στον πόνο και το κλάμα. Σα να ήθελαν να αποδείξουν κάθε φορά πως δεν αντέχουν να είναι ευτυχισμένοι και χαρούμενοι. Είχαν περάσει  πολλά, και η ψυχή τους είχε μάθει  να πονά και δεν άντεχε τη μεγάλη δόση χαράς και ευτυχίας. Αλλά ο ίδιος ο Θεός προστάτευε αυτούς τους ανόητους ανθρώπους. Σχεδόν ποτέ δεν υπήρχαν σε γάμους βαριά  τραυματίες ή θάνατοι. 
 Έτσι ήταν τα γλέντια στη Μαύρη Θάλασσα.  Παραδόξως, όταν οι Έλληνες μετοίκισαν στην  Ελλάδα, οι προπόσεις γρήγορα κόπηκαν, συντομεύτηκαν. Εδώ η ζωή πήρε γρήγορους ρυθμούς, είχαν χάσει πολλές απολαύσεις. Οι φιλίες πέρασαν σε δεύτερη μοίρα στη ζωή των ανθρώπων, στην πρώτη βγήκαν τα χρήματα και ό, τι είχε σχέση με αυτά.

Η Αντιγόνα όταν μπορούσε να αποφύγει ένα  γάμο, το έκανε.  Μόνο στον «γάμο» του Ηλία στο Κρασνοντάρ θα ήθελε να  πάει, «το γάμο» της 25ης Μαρτίου, αλλά δεν έτυχε ποτέ γιατί γινόταν σε άλλη εποχή.
===
Άκουσε όμως ότι τελικά, για το «γάμο» που διοργάνωνε ο Ηλίας,  ανάγκασαν το  γαμπρό της προηγούμενης χρονιάς, το Σωκράτη, να παίξει  και αυτήν τη φορά τον ίδιο ρόλο. Ο Σωκράτης ήταν τριαντάρης και ανύπαντρος. Σπούδασε, διορίστηκε κι  έμενε με τους γονείς του σε μια μονοκατοικία στα προάστια της πόλης. Η μάνα του κάθε μέρα γκρίνιαζε,  ήθελε να τον παντρέψει, αλλά ο Σωκράτης άκουγε τις γκρίνιες, δεν αντιμιλούσε ποτέ και σιωπηλά επέμενε στη δική του γνώμη.
Πριν από μερικά χρόνια ήθελε να παντρευτεί τη αγαπημένη του από Πολυτεχνείο, που σπούδαζαν μαζί. Ήταν Ρωσίδα, και η μάνα του  είχε πει «μόνο αν θέλεις να πεθάνω…!». Δεν ήθελε ο Σωκράτης να την πληγώσει και υποχώρησε, αλλά μετά κατάλαβε πως η Βέρα, έτσι έλεγαν την κοπέλα του, είναι ο μεγάλος του έρωτας, και δεν μπορούσε να την ξεχάσει, αν και προσπάθησε. Και μετά, όταν έμαθε πως η αγαπημένη του παντρεύτηκε, την ήθελε ακόμα  περισσότερο και ούτε σκεφτόταν κάποια άλλη γυναίκα δίπλα του. Αυτός ήταν ο Σωκράτης και δεν μπορούσε να τον αλλάξει κανείς. Ο ρόλος του γαμπρού του ταίριαξε απόλυτα. «Να ζήσω έστω στα ψεύτικα τον γάμο» - σκέφτηκε, και ήταν πολύ αληθινός.

Το γλέντι ξεκίνησε στις επτά το βράδυ. Η αίθουσα του εστιατορίου  ήταν στολισμένη για το γάμο, αλλά στα τραπέζια τοποθέτησαν μαζί με τα λουλούδια  και από μια ελληνική σημαία. Τις έραψε ο Αβραάμ στην κρατική βιοτεχνία που δούλευε προϊστάμενος. Εκεί μαζί με ρόμπες για εργάτες, έραβαν παράνομα, στο υπόγειο, και τζιν. Σε αυτό το παράνομο τμήμα έραψε και τις τριάντα σημαίες. Τα τραπέζια ήταν γεμάτα μεζέδες και φαγητά, ποτά,  φρούτα και ελληνικές σημαίες....
Σε όλους τους απρόσκλητους επισκέπτες που ήθελαν να περάσουν την ίδια βραδιά σ΄ αυτό το ρεστοράν οι σερβιτόροι έλεγαν: «Συγγνώμη, σήμερα είμαστε κλειστά, έχουμε ελληνικό γάμο». Η μουσική στο γάμο  ήταν ζωντανή από το συγκρότημα που ήρθε από την Τιφλίδα. Τραγουδούσαν μόνο ελληνικά. Ήρθε και ο Γιώργος από το διπλανό χωριό  με τον κεμεντζέ του.
«Ζήτω  η Ελλάδα! Ζήτω η Ελευθερία!» – φώναζε ο Ηλίας  στα ελληνικά και έκανε  ασταμάτητα προπόσεις. «Ζήτω  η Ελλάδα!» – επαναλάμβαναν  όλοι οι καλεσμένοι. Ξεχάστηκαν  η νύφη και ο γαμπρός. Αλλά κάπου- κάπου, ο Ηλίας απευθυνόταν και σ’ αυτούς – λέγοντας: «Να ζήσετε ευτυχισμένοι! Και μια μέρα να βρεθείτε για πάντα στην Ελλάδα!» Ήταν η καλύτερη ευχή.  Αχ, αυτή η Ελλάδα – ένα όνειρο ατελείωτο – όλο γι’ αυτήν μιλούσαν, σαν να ήταν η ερωμένη τους, σαν να ήταν ένας πόθος που δεν έσβησε με τίποτα.
Ο τελευταίος ελληνικός γάμος της 25ης Μαρτίου τελείωσε τα μεσάνυχτα, αλλά με ένα κομφούζιο που μετατράπηκε σε καυγά… Μια απρόσκλητη επισκέπτρια που κατάφερε να μπει  με την παρέα της στο εστιατόριο και  καθόταν κάπου στην γωνιά, μακριά από το τραπέζι του γάμου, αναγνώρισε στο «γαμπρό» το φίλο της, όταν αυτός ήδη πιωμένος χόρευε στην πίστα.. Η κοπέλα ήταν και αυτή μεθυσμένη, τον πλησίασε και άρχιζε να φωνάζει πως είναι  «καθίκι» και «ψεύτης». Ήταν η φιλενάδα του Σωκράτη. Η κοπέλα φώναζε και πήγε να τον χαστουκίσει, αλλά ο Σωκράτης τη σταμάτησε λέγοντας πως ο γάμος είναι ψεύτικος, είναι μια φάρσα… Η κοπέλα βέβαια δεν τον πίστεψε και έφυγε οργισμένη. Αλλά την επόμενη μέρα άρχισε να το ψάχνει το θέμα. Τηλεφώνησε σε κοινούς φίλους και, πράγματι, κανένας δεν επιβεβαίωσε τον γάμο του Σωκράτη. Ρώτησε και τον ίδιο τον Σωκράτη, και αυτός αναγκαστικά ομολόγησε πως έπαιξε το ρόλο του γαμπρού για ένα ψεύτικο γάμο της 25ης Μαρτίου, της επετείου της Ελληνικής Επανάστασης . Η κοπέλα δεν μπορούσε να καταλάβει πώς μπορεί κανείς να ντυθεί γαμπρός για μια εθνική γιορτή… «Αυτοί οι γκρέκοι είναι τρελοί!» - είπε.  Το ίδιο βράδυ  βγήκε με φίλους και τους είπε για την περίεργη γιορτή - γάμο που έκαναν οι Έλληνες της πόλης. Ένας από τους φίλους δούλευε στα όργανα Ασφαλείας, και έτσι την άλλη μέρα όλη η εξουσία έμαθε την αλήθεια.
Κάλεσαν τον  Ηλία στα γραφεία τους για απολογία και αυτός ανέλαβε την ευθύνη. Αλλά βρήκε και μια δικαιολογία, λέγοντας πως στην ελληνική παράδοση υπάρχει ένα δρώμενο με νύφη και γαμπρό και  αυτή την φορά ανέβασαν αυτό το δρώμενο για το γλέντι τους. Τι άλλο θα έλεγε; Δεν τον πίστεψαν, αλλά σταμάτησαν να σκαλίζουν το θέμα. Δεν έκαναν και αναφορά στα ανώτερα όργανα της Μόσχας. Τους γλίτωσε ο πρώτος γραμματέας του Κόμματος της πόλης που αγαπούσε  τους Έλληνες  γιατί είχε μεγαλώσει  μαζί τους, στην ίδια γειτονιά.  Ήξερε πως αυτοί οι ζωντανοί κι δημιουργικοί, εργατικοί άνθρωποι είναι τόσο «παιδιά» και τόσο «ανόητοι» πατριώτες, πως ρίσκαραν να κάνουν μια μάζωξη για μια εθνική γιορτή του «ξένου καπιταλιστικού κράτους» μόνο και μόνο για να νιώθουν πως  ακόμα υπάρχουν...

από το βιβλίο “Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι".



9 Μαρ 2013

Πως ο θείος Κώστας έφτυσε τον Λένιν



Η Αντιγόνα λάτρευε τη Μόσχα. Η Κόκκινη πλατεία της πρωτεύουσας ήταν τόπος προσκυνήματος. Όσες φορές πήγαινε στη Μόσχα κάθε φορά πήγαινε και στην Κόκκινη Πλατεία. Αλλά ποτέ δεν μπήκε στο Μαυσωλείο, όπου βρισκόταν το λείψανο του «πιο ανθρώπινου ανθρώπου». Ήταν ο Λένιν. Παλιά δεν άντεχε τις τεράστιες ουρές, δεν της άρεσε να περιμένει τόσο πολύ για να ικανοποιήσει την περιέργεια της. Αλλά τα τελευταία χρόνια, μετά την κατάρρευση της χώρας, δεν υπήρχαν πια ουρές και θα μπορούσε άνετα να δει τον «Αγαπητό Λένιν»
Ο λαός μετά την επιστροφή στον καπιταλισμό δεν ήθελε πλέον το Λένιν και το σύνθημα «Το έργο του Λένιν ζει!» το έκαναν: «Το σώμα του Λένιν ζει!» Βέβαια στα ρωσικά ήταν εύστοχο λογοπαίγνιο γιατί το «έργο» λεγόταν «ντέλο» και το σώμα «τέλο» … Ήταν σαρκαστικό, αλλά οι άνθρωποι, που έπαψαν να φοβούνται πλέον το Λένιν, ήθελαν να εκφραστούν. Τόσα χρόνια περίμεναν να πουν την αλήθεια, αυτό που αισθάνονταν στην πραγματικότητα. Ότι το σώμα του βρίσκεται στη σαρκοφάγο και είναι εκτεθειμένο για προσκύνημα, αλλά ακόμα «υπάρχει»…
«Πάμε να το δούμε το Λένιν, γιατί μάλλον θα τον θάψουν επιτέλους και θα μετανιώσεις που έχασες την τελευταία ευκαιρία να τον δεις. Ανήκει στην ιστορία και πρέπει να τη σεβόμαστε», πρότεινε ο φίλος της Αντιγόνα, ο Νίκος Σιδηρόπουλος, ένας Έλληνας Μοσχοβίτης, ιστορικός. Είχε τη δική της άποψη για το λείψανο του Λένιν αλλά δέχτηκε την πρόταση του φίλου.
Έσκισαν την Κόκκινη πλατεία έφτασαν στο Μαυσωλείο και είδαν πως είναι νέκρα .. «Ο Λένιν είναι σε συντήρηση», έλεγε η γραπτή ανακοίνωση.
"Δεν χάνουμε και τίποτα, πάμε για καφέ!" είπε η Αντιγόνα. Ουσιαστικά δέχτηκε την πρόταση του Νίκου γιατί δεν ήθελε να του χαλάσει το χατίρι.
Κι ο Νίκος το χάρηε. Ως μοσχοβίτης τακτικά φιλοξενούσε τους συγγενείς του από το Καζακστάν και τη Νότια Ρωσία. Σε όλους έκανε ξενάγηση στην πρωτεύουσα και την Κόκκινη Πλατεία με αποκορύφωμα την επίσκεψη στο Μαυσωλείο. Ήταν δρομολόγιο καθιερωμένο για τον κάθε σοβιετικό πολίτη – επισκέπτη της Μόσχας. Κουραζόταν να ικανοποιήσει την περιέργεια συγγενών και φίλων, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και διαφορετικά. Η φιλοξενία ήταν άγραφος νόμος: δεν υπάρχει «δεν μπορώ», «δεν έχω χρόνο» ή «δεν έχω χρήματα», υπάρχει μόνον «πρέπει».
«Κρατάμε συγγένειες και φιλίες εμείς οι Έλληνες, καμιά φορά γινόμαστε και θύματα, πήρα την απόφαση να μη χαλάσω σχέσεις με κανέναν και έκανα ότι μπορούσα να μείνουν όλοι πάντα ικανοποιημένοι», είπε ο Νίκος. «Μόνο τον θείο τον Κώστα φοβόμουν να τον πάω στο Μαυσωλείο, γιατί ο θείος μου είχε ένα απώτερο σκοπό στη ζωή του: να δει των Λένιν και.. να τον φτύσει. Ήταν φούρναρης και όλη του τη ζωή έψηνε ψωμί, αγαπούσε πολύ τη δουλειά του. Αλλά είχε και ένα μίσος για τον Λένιν και τον Στάλιν. Ήταν ένθερμος αντικομουνιστής. Αυτό έγινε μετά, όταν εξόρισαν την οικογένεια του σε 24 ώρες από το Κουμπάν, και αυτός δεν πρόλαβε καν να τους δει γιατί δούλευε στο μεγάλο φούρνο σε μια άλλη πόλη μερικά χιλιόμετρα μακριά και δεν ήξερε τίποτα. Πληγώθηκε πολύ.
 Η Αντιγόνα ζωντάνεψε: «Θέλω να τον γνωρίσω!», είπε.
«Ο θείος Κώστας έχει πεθάνει το 1998, στην Αθήνα. Και μέχρι το τέλος της ζωής του δεν συγχώρησε τους κομμουνιστές για όλα αυτά που πέρασε αυτός και η οικογένεια του. Εξορίες, φυλακές και θάνατοι. Τον μισούσε το Λένιν, και θεωρούσε το κομμουνιστικό κόμμα απάνθρωπο γιατί με σημαία «την ανθρωπιά» είχε φέρει μεγάλες δυστυχίες στον αθώο κόσμο και στους Έλληνες.
===
Τελικά ο Νίκος δεν γλύτωσε από τον επικίνδυνο θείο. Πριν την αναχώρηση του θείου για πάντα στην Ελλάδα, το Νοέμβριο του 1989, όταν ήταν όλα τα έγγραφα ανάκτησης της ελληνικής ιθαγένειας τακτοποιημένα, ξαφνικά ο θείος Κώστας εξέφρασε την επιθυμία να πάει στο Μαυσωλείο, ενώ ήταν στην τελική ευθεία της "μεγάλης ιδέας" - της φυγής στην Ελλάδα.
«Παραγγείλαμε εισιτήρια για το τρένο από το σιδηροδρομικό σταθμό «Κιέβσκι» και μου λέει: «Άκου! Θέλω αύριο, πριν φύγω στην Ελλάδα, να με πας στο Μαυσωλείο! Να τον αποχαιρετήσω».
«Μα θείε, εσύ ποτέ δεν ήθελες τον Λένιν, έλεγες ότι είναι για φτύσιμο αυτός ο άνθρωπος!»
«Ακριβώς γι αυτό θέλω να πάω να τον δω πριν φύγω από αυτήν την καταραμένη χώρα!»
Ο Νίκος ήξερε καλά τον θείο του. Ήταν ξεροκέφαλος και πεισματάρης, αλλά δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, να του πάει κόντρα. Ήταν ο αγαπημένος και σεβαστός θείος.
 Στην Κόκκινη Πλατεία περίμεναν πολύ ώρα στη μεγάλη ουρά που ξεκινούσε από το πάρκο Αλεξαντρίεφσκυ . Πριν την είσοδο στο Μαυσωλείο, μπροστά στη φρουρά και τους αστυνομικούς- ανθρώπους της υπηρεσίας πληροφοριών ο θείος Κώστας έβγαλε το καπέλο του, έκανε ένα τριπλό σταυρό και είπε φωναχτά: «Επιτέλους, διάβολε, θα σε δω και θα σε φτύσω! " και μπήκε μέσα.
-Θυμάμαι από τον φόβο έβγαλα κρύο ιδρώτα, κόπηκαν τα πόδια μου. Ομολογώ, ήμουν πολύ θυμωμένος μαζί του. Το 1989, παρά τις δημοκρατικές αλλαγές στη χώρα, ακόμα δεν μπορούσαμε να εκφραζόμαστε ελεύθερα. Υπήρχε και ο κίνδυνος της απαγόρευσης της εξόδου από τη χώρα. Και εγώ δεν άντεχα να έχω προβλήματα εξαιτίας του καπρίτσιου του θείου μου. ...Άρχισα να τον παρακαλάω να μη το κάνει. Δηλαδή να μη φτύσει τον Λένιν. Ο θείος δεν συμφωνούσε μαζί μου, επέμενε πως πρέπει να το κάνει στη μνήμη της μάνας του, του πατέρα του, των αδελφών του που σκοτώθηκαν στα γκούλαγκ, και αυτών που έμειναν ζωντανοί η ζωή τους έγινε κόλαση στη Σιβηρία και το Καζακστάν».
«Μη με παρακαλάς, θα το κάνω, γι αυτό ήρθα!», επέμενε.
Ο Νίκος ξαφνικά δάκρυσε από την αδυναμία: «Θείε μου, εσύ αύριο φεύγεις στην Ελλάδα, αλλά εγώ θα μείνω εδώ. Σπουδάζω, θέλω να βρω καλή δουλειά να κάνω καριέρα. Δεν θα φτύσεις το Λένιν, θα φτύσεις το μέλλον μου!»
Ο θείος κοίταξε τον αδύναμο ανιψιό του και προβληματίστηκε. Σίγουρα αγαπούσε το Νίκο, το γόνο του γένους Σιδηρόπουλου, αλλά η συγκίνηση του κράτησε για κάποια δευτερόλεπτα και επέμενε: «Πρέπει να τον φτύσω, είναι σημαντικό αυτό και για εσένα, Αν τον φτύσω, τότε θα απελευθερωθούμε απ’ αυτόν το διάβολο, θα είσαι πιο ελεύθερος, περήφανος».
Ο Νίκος κατάλαβε ότι έρχεται το τέλος του. Αμέσως φαντάστηκε πως συλλαμβάνουν τον θειο του και τον ίδιο μαζί του, τους πάνε στην Ασφάλεια, τους ανακρίνουν προσπαθώντας να αποκαλύψουν σε ποια μυστική υπηρεσία ξένης χώρας υπηρετούν… Μετά του ήρθε μια παρήγορη ιδέα: «Αν μας συλλάβουν θα πω ότι ο θείος μου είναι τρελός…», σκέφτηκε.
Πλησίαζαν πια τη σαρκοφάγο. Ο Νίκος περίμενε τα χειρότερα. Ο θυμωμένος θείος με ένα ύφος αυστηρό, πήγε κοντά στο Λένιν, κοίταξε το πρόσωπο του για μερικά δευτερόλεπτα και είπε ψιθυριστά, αλλά ο Νίκος το άκουσε: «Λένιν, σε φτύνω όχι με τα σάλια μου, γιατί ο Νίκος δεν με αφήνει να το κάνω, σε φτύνω με όλη μου την ψυχή, να το ξέρεις!» Και έκανε μια απειλητική κίνηση προς τη σαρκοφάγο.
Ο Βλαντιμίρ Ιλιητς Λένιν ήταν παντελώς αδιάφορος για όλα αυτά. Και ξαφνικά ο θείος Κώστας συνειδητοποίησε, ότι ο Λένιν δεν είναι τίποτα, είναι ένα απλό συνηθισμένο ταλαιπωρημένο πτώμα που πάνω από μισό αιώνα περιμένει να μπει στο χώμα και δεν το αφήνουν. Συγκινήθηκε. Λυπήθηκε το πτώμα του Λένιν. Σκέφτηκε «ίσως είναι κατάρα για το ολόκληρο λαό, που δεν τον θάβουν. Και αν τον έθαβαν ίσως η χώρα δεν θα είχε περάσει τόσες δοκιμασίες και δυστυχίες από το κόμμα του Λένιν. Τον κοίταξε ακόμα μια φορά, και γύρισε το κεφάλι του στο φρουρό. Όλος ο θυμός του πήγε σ’ αυτόν, τον κοίταξε και αυτόν αυστηρά και του είπε φωναχτά «Γεια σας!.. Και αντίο!» Σήκωσε το κεφάλι του ψηλά και βγήκε έξω με βήματα μεγάλα και δυνατά.
Ο Νίκος δεν πίστευε στα μάτια του: «Σώθηκα! σώθηκε και ο θείος! Τώρα μπορεί να φύγει στην Ελλάδα!»
===
Χαιρετίζοντας το θείο Κώστα στο σιδηροδρομικό σταθμό Κίεφσκι, ο Νίκος σκέφτηκε ότι τελικά ίσως είχε δίκιο ο θειος. Πριν φύγει στην Ελλάδα τον έβλεπε πράγματι απελευθερωμένο, χαρούμενο και πολύ ομιλητικό. Έλεγε μια παλιά ιστορία που του συνέβη πριν την εξορία στη Σιβηρία:
«Μια φορά στο φούρνο μου έπεσε μια βεβαίωση από την τσέπη μου στο καζάνι με το ζυμάρι και δεν το πρόσεξα, ενώ τη χρειαζόμουν για μια δουλειά. Έψαχνα παντού και μετά από μέρες μου την έφερε μια θυμωμένη κυρία που τη βρήκε στο ψωμί της.
Άρχισε να μου λέει πως θα με καταγγείλει στο Σοβιέτ, γιατί δεν τηρώ τους κανόνες υγιεινής και διάφορες άλλες απειλές. Ήταν όμορφη. Και ξαφνικά της είπα: «Είσαστε πολύ καλή κυρία μου, και αν δεν βρίσκατε το χαρτί αυτό, δεν θα σας γνώριζα ποτέ, και χαίρομαι πολύ που σας γνώρισα».

Η κύρια κοκκίνισε, έκλεισε αμέσως το στόμα της και βιαστικά έφυγε. Αλλά, ξέρεις, Νίκο μου, εγώ κατάλαβα από την περπατησιά της πως της άρεσα, της άρεσαν και αυτά που της είπα!» 


6 Μαρ 2013

Η ΓΙΑΓΙΑ ΜΑΡΙΑ, Ο ΓΑΤΟΣ ΚΑΙ Ο ΣΤΑΛΙΝ



Η γιαγιά   Μαρία μισούσε τον Στάλιν. «Αυτός ο διάβολος  - έλεγε - που έσφαξε τόσο και τόσο κόσμο, πήρε και τον άνδρα μου!» Τον μισούσε πραγματικά, ενώ παράλληλα  τον σεβόταν, ήταν εξουσία. Για τον Λένιν έλεγε: «φαίνεται καλός, αλλά το ίδιο με τον Στάλιν δεν ήταν; Άρα δεν ήταν και τόσο καλός και έξυπνος όσο λένε, διαφορετικά θα είχε  βάλει κάποιον άλλον στη θέση του όταν αρρώστησε».

Ο σεβασμός της γιαγιάς για τα πολιτικά πρόσωπα εκδηλωνόταν  μια φορά την εβδομάδα, όταν ετοίμαζε χαρτί για την τουαλέτα από τις εφημερίδες. Πάντα έκοβε τις φωτογραφίες του Λένιν,  του Μπρέζνιεφ και των άλλων μελών  της κυβέρνησης από εφημερίδες. Τα πορτρέτα τα  έσκιζε σε μικρά κομματάκια και τα πετούσε στα σκουπίδια, ενώ από άλλες σελίδες έκανε μικρότερα φύλλα και τα τοποθετούσε  σε ένα καθαρό καλαθάκι που κρεμόταν στην τουαλέτα. 

Στην ΕΣΣΔ δεν υπήρχε χαρτί υγείας για το λαό, ενώ υπήρχαν πολλές εφημερίδες, που καθημερινά έφερναν χιλιάδες ταχυδρόμοι σε όλα τα  σπίτια των πολιτών. Ακόμα και σε απομακρυσμένα χωριά φτάνανε καθημερινά εφημερίδες. Όλους τους  ανάγκαζαν να γίνουν  συνδρομητές,  έστω μιας  εφημερίδας. Για να διευκολύνουν τη διαδικασία  πληρωμής της ετήσιας συνδρομής, το ποσό  αφαιρούνταν  από το μισθό του εργαζόμενου, αφού οι  εγγραφές γίνονταν απευθείας στους χώρους εργασίας. Έτσι, σχεδόν κάθε σπίτι καθημερινά, εκτός της Κυριακής, είχε εφημερίδες. Κανένας δεν διαμαρτυρόταν γι’ αυτήν την αναγκαστική συνδρομή,  γιατί οι εφημερίδες από μαλακό χαρτί ήταν πολύ χρήσιμες στις καθημερινές ανάγκες κάθε οικογένειας, ειδικά στην τουαλέτα.

Η γιαγιά έλεγε ότι δεν είναι σωστό να σκουπίζεις τον κώλο σου με το πρόσωπο του Μπρέζνιεφ ή του Λένιν! Οι φωτογραφίες τους δεν έλειπαν ποτέ από τις σελίδες  των εφημερίδων, με πολλά εκατομμύρια φύλλα. Αγράμματη, δεν ήξερε να διαβάζει, ξεφύλλιζε με σοβαρό ύφος  την «Πράβντα», την «Ιζβέστια» την «Τρουντ» και άλλες δύο εφημερίδες (ο γιός της , επειδή είχε διευθύνουσα θέση, ήταν συνδρομητής πολλών εφημερίδων, για να μη δώσει αφορμή για σχόλια ως  διαφωνών  με το καθεστώς).

Η Αντιγόνα  κορόιδευε τη γιαγιά της για την επιμονή της να μη σκουπιστεί κανένας με τη φωτογραφία του Λένιν, αλλά αργότερα έμαθε ότι τελικά η γιαγιά με αυτήν την πράξη προστάτεψε την οικογένειά της  από τις συνέπειες που μπορούσε να επιφέρει  στην υγεία  η χρήση της εφημερίδας, ως χαρτί για την  τουαλέτα.  Οι φωτογραφίες που αφαιρούσε είχαν περισσότερο τυπογραφικό μελάνι σε σχέση με τα γράμματα.  

 Στα μαθήματα της χημείας ο δάσκαλος, ο πολύ αγαπημένος  Μιχαήλ Σεργέεβιτς, εξηγούσε στους μαθητές να μη χρησιμοποιούν  το χαρτί εφημερίδας στις  τουαλέτες, γιατί είναι επικίνδυνο για την υγεία,  λόγω των χημικών ουσιών που περιέχει το  μελάνι.  Ο αστείος Λιόσκα, ένα παιδί που ασταμάτητα έκανε πλάκες, αμέσως ρώτησε το χημικό: «Αφού είναι επικίνδυνο για την υγεία, τότε με τι σκουπίζονται ο πρόεδρος της χώρας και η οικογένεια του;» Όλοι γέλασαν ενώ,  ανταλλάσσοντας συνωμοτικές ματιές, έδειξαν και ένα προβληματισμό που τους έκανε να γελάνε περισσότερο και ασταμάτητα. Μάλλον φαντάστηκαν τον Μπρέζνιεφ να σηκώνει τον ποπό  του και να σκουπίζεται με εφημερίδα με την μούρη του ίδιου. Και ο χημικός δεν κρατήθηκε,  γέλασε μαζί τους  και μετά είπε εντελώς σοβαρά: «Πράγματι, αυτό δεν το ξέρω. Και πώς θα το μάθουμε πάλι δεν το ξέρω. Μάλλον για   την κυβέρνηση παράγουν ειδικό χαρτί υγείας, μαλακό και άσπρο». 

H γιαγιά μισούσε τον Στάλιν, αλλά μια φορά ομολόγησε στην Αντιγόνα ότι έριξε δάκρυ,  όταν έμαθε ότι ο Στάλιν πέθανε.
===
Εκείνο το  πρωινό στο ραδιόφωνο, άκουσε μια μελαγχολική  μελωδία,  αντί της γυμναστικής του καθημερινού προγράμματος που μεταδιδόταν συνήθως αυτήν την  ώρα. Ήταν η Έβδομη συμφωνία του Μπετόβεν, αλλά η γιαγιά δεν ήξερε τον Μπετόβεν, θυμόταν  μόνο ότι η μουσική αυτή ράγιζε την καρδιά της. Σε όλα τα σπίτια, σε όλη την επικράτεια της ΕΣΣΔ υπήρχαν μόνιμες κατασκευές ραδιοφώνων, κρεμασμένες στους τοίχους των σπιτιών εκατομμυρίων ανθρώπων. Τα ραδιόφωνα δούλευαν συνέχεια, δεν τα έκλεινε  κανένας - από τις έξι το πρωί έως της δώδεκα την νύχτα. Μετά από το «καληνύχτα» του εκφωνητή,  σιωπούσε μόνο του, και στις έξι το πρωί πάλι ξυπνούσε το σοβιετικό λαό με τον εθνικό ύμνο. Κανένας δεν έκλεινε τα ραδιόφωνα ποτέ, μόνο χαμήλωνε τον ήχο,  όταν χρειαζόταν.

Η  γιαγιά  Μαρία το πρωί τις 5ης Μαρτίου του 1953 στην Ασακάροβκα  του Βόρειου Καζακστάν, που εξόριστοι έμεναν τότε, για πρώτη φορά  δεν άκουσε την καθημερινή εκπομπή με τη γυμναστική στις έξι και μισή, νωρίτερα δεν άκουσε και τις ειδήσεις των έξι.  Δεν άκουσε και την «Πιονέρκαγια ζόρκα», μια εκπομπή για την κομμουνιστική νεολαία, που ήταν μετά την εκπομπή της  γυμναστικής, και πριν να φύγουν τα παιδιά για τα σχολεία τους. Συνήθως ο νέοι  μαζί με το πρωινό γάλα ή το τσάι, άκουγαν και τις ειδήσεις για την κομμουνιστική νεολαία και τους πιονέρους. Η γιαγιά δεν ήξερε καθόλου ρωσικά και δεν την ενδιέφεραν οι εκπομπές αυτές, απλά είχε συνηθίσει τα μουσικά σήματα αυτών των εκπομπών, που συνόδευαν την καθημερινότητά της. Στις ώρες αυτές έκανε συνήθως τις δουλειές της στην κουζίνα, όπου και κρεμόταν στον τοίχο η μικρή ραδιοσυσκευή με τα μοναδικά δύο κρατικά κανάλια.

Το πρωινό  εκείνο  άλλαξαν πολλά. Η ημέρα ξεκίνησε με άλλες μουσικές, με αργούς ρυθμούς. «Μπας και πέθανε αυτός ο διάολος;»- σκέφτηκε. Το όνομα του ποτέ δεν το ανέφερε. Κάτι πήρε το αυτί της, στη γειτονιά έλεγαν ότι δεν είναι καλά στην υγεία του.  Από το ραδιόφωνο  συνέχιζε η συμφωνική μουσική του Μπετόβεν. Πολύ βαριά  και μελαγχολική ακουγόταν η μουσική του σε αντίθεση με υπεραισιόδοξες χαρούμενες μουσικές των πρωινών εκπομπών. Για να μάθει τα νέα, πήγε στο μαγαζί για ψωμί. Εκεί έμαθε για το θάνατο του Στάλιν. Δεν πήρε  ψωμί, η ουρά  ήταν πάνω από δεκαπέντε άτομα, αμέσως έτρεξε στο σπίτι, γονάτισε  στην εικόνα της Παναγιάς, και άρχισε να προσεύχεται, να ευχαριστεί τον Χριστό και  όλους τους αγίους για την απελευθέρωση από τον τύραννο τον Στάλιν. «Επιτέλους  έφυγε, τόσο καιρό το περιμέναμε! σκέφτηκε και ξαφνικά, μετά  την προσευχή, έκλαψε. Τον λυπήθηκε, και όπως εξομολογήθηκε στην Αντιγόνα, μετά την προσευχή, ανεξήγητα αισθάνθηκε ότι ορφάνεψε. Τόσά χρόνια ζούσαν μαζί του, και τώρα τι θα γίνει; Θα είναι καλύτερα ή χειρότερα;  Η εμπειρία της έλεγε ότι θα ήταν  χειρότερα. Σ’ αυτά ήταν μαθημένη: από τα χειρότερα – στα χειρότερα.

Όταν πέθανε ο Στάλιν η γιαγιά ήταν μόλις σαράντα ενός χρόνων. Νέα γυναίκα όμορφη, αλλά με τα μαύρα που φορούσε, φαινόταν γριά. Η γιαγιά από τα 24,  από τότε που εκτέλεσαν τον άνδρα της στις σταλινικές φυλακές, φορούσε μόνο μαύρα.

Η  Αντιγόνα ακόμα δεν είχε γεννηθεί, και ο πατέρας της ακόμα δεν είχε γνωρίσει τη μάνα της, ούτε είχε μετακομίσει νότια,  στο Ντζάμπουλ, αλλά την εικόνα της γιαγιάς της, της  Μαρίας, που ευχαριστεί τη Παναγιά την ημέρα του πένθους,  την έχει φωτογραφήσει στο μυαλό της, σαν να ήταν μαζί της, μπροστά στο εικονοστάσιο του σπιτιού, σαν να χαιρόταν μαζί της μέσα από την προσευχή για τα καλά νέα, το θάνατο του μεγάλου Στάλιν, που προκάλεσε μεγάλη ταραχή στις καρδιές όλων των ανθρώπων και σκορπούσε φόβο ακόμα και μετά θάνατον.

===
Μια φορά, σε ένα από τα πολλά πικνίκ που οργάνωναν οι μεγάλοι, με ψάρεμα στις λίμνες και πολύωρα γλέντια, ο Σεργέι, διευθυντής του πατέρα της Αντιγόνα, διηγήθηκε σε όλη την παρέα την ιστορία της οικογένειάς του, και πώς βρέθηκαν στο Καζακστάν, αν και Μοσχοβίτες  γέννημα θρέμμα.

Λέγανε ιστορίες παλιές και ο πατέρας της, ένας εξόριστος καυκάσιος Έλληνας, αφηγούνταν τι πέρασε στα μέρη αυτά. Ρώτησε, βέβαια, και τον Σεργέι Σεργέεβιτς πώς βρέθηκε σ΄αυτήν τη χώρα. Ο  θείος Σεργέι, όπως τον φώναζε η δεκάχρονη τότε Αντιγόνα,  ήταν πολύ χαλαρός μετά τη νοστιμότατη ψαρόσουπα μαγειρεμένη πάνω στη φωτιά και μερικά σφηνάκια βότκας. Πήρε θάρρος και αποφάσισε για πρώτη φορά – όπως είπε- να πει την ιστορία της εξόντωσης της οικογενείας του. 

«Δεν θα το πιστέψεις, Βάνια, εσάς σας εξόρισε ο Στάλιν εν ζωή και εμάς μας εξόρισε ο Στάλιν μετά θάνατον! Τον πατέρα μου, τον πρώτο μηχανικό του εργοστασίου τον εξόρισαν από την Μόσχα, σε εικοσιτέσσερις ώρες μετά την ανακοίνωση του θανάτου του «πατέρα του έθνους». Αλλά για όλα έφταιγε, έφταιγα και  εγώ ο ίδιος και .. ο γάτος μας, - είπε ο Σεργέι Σεργεεβιτς, και άρχισε να γελάει. Ένα ακόμη σφηνάκι βότκας τον έκανε ακόμα πιο χαλαρό και ομιλητικό.

Ο Σεργέι τότε ήταν δώδεκα χρονών. Η ανακοίνωση του θανάτου του Στάλιν τον βρήκε το πρωί, ενώ βρισκόταν στο σχολείο. Ακυρώθηκαν τα μαθήματα σε όλη τη χώρα για τρεις ήμερες, και οι καθηγητές  λόγω πένθους άφησαν τα παιδιά να πάνε στα σπίτια τους. Βγαίνοντας από την τάξη ο Σεργέι από την χαρά του που δεν θα έχει μάθημα, φώναζε «Ουρά!- δηλαδή – «ζήτω!»- Ο Στάλιν πέθανε, έχουμε διακοπές!». 

Όταν έφτασε στο σπίτι, βρήκε εκεί την μητέρα του και τον κόκκινο χοντρό  γάτο τους, που καθόταν, όπως πάντα, πάνω στο ζεστό καλοριφέρ. Μόλις μπήκε χαρούμενος ο  Σερίοζα (έτσι τον φώναζαν οι γονείς του), ο γάτος σηκώθηκε για να πάει  κοντά του, και ξαφνικά  γλίστρησε, έπεσε  και εγκλωβίστηκε  στο πολύ στενό χώρο μεταξύ του τοίχου και του καλοριφέρ. Ο καημένος άρχιζε να τσιρίζει με όλες τις δυνάμεις που είχε, γιατί καιγόταν πολύ. Ακουγόταν σε όλη την οικοδομή μια γατίσια φωνή να φωνάζει βοήθεια.

Η μάνα του Σεργέι φοβήθηκε πολύ, μήπως οι γείτονες τους κατηγορήσουν για βεβήλωση του  πένθους. «Αχ, τι θα κάνουμε; Οι άλλοι θα πουν ότι επίτηδες πειράξαμε το γάτο για να δημιουργήσουμε φασαρία την ημέρα του πένθους!»– φώναζε. Ο Σεργέι με τη μάνα του προσπάθησαν να απεγκλωβίσουν το γάτο, αλλά  δεν τα κατάφεραν – ήταν πολύ χοντρός, σιβηρικής  ράτσας, και είχε πέσει πολύ κάτω, σχεδόν μέχρι το πάτωμα. 

Ο γάτος δεν σταμάτησε ούτε λεπτό να τσιρίζει, είχε τόση δύναμη,  σα να ήταν τίγρης.
Η μάνα του άρχιζε τρέμει ήταν έτοιμη να κλάψει, έστειλε το Σεργκέι να φέρει  τον υδραυλικό της οικοδομής. 

Ο υδραυλικός, που ευτυχώς βρέθηκε αμέσως, δεν βιαζόταν να κάνει κάτι. Από το πρωί είχε πάρει την αναγκαία  δόση βότκας και ήταν ήδη μεθυσμένος.
Οι γείτονες  αναστατωμένοι από τις φωνές του γάτου και της μάνας του Σεργέι, δεν σκεφτόταν  πια το Στάλιν και το τέλος του, έπαψαν να είναι λυπημένοι, σκούπισαν τα δάκρυα τους και  σταμάτησαν τις συζητήσεις για την τραγωδία του λαού. Όλοι τους πια άκουγαν μόνο τις κραυγές του γάτου και περίμεναν τις εξελίξεις με μεγάλο ενδιαφέρον.

Την ημέρα του θανάτου του Στάλιν, η Μόσχα  σα να είχε χάσει τους ήχους της, ακόμα και τα αυτοκίνητα περνούσαν αθόρυβα κάτω από τα παράθυρα της πολυκατοικίας. Το καλοριφέρ έκαιγε παρά πολύ, γιατί την ανοιξιάτικη αυτή ημέρα είχε πολικό κρύο, σαν ο καιρός να ήθελε να συμβάλει  στον πόνο των ανθρώπων για το χαμό του Πατέρα του Έθνους. Η θερμοκρασία έπεσε στους μείον 30 βαθμούς.  Σε αυτή τη σχεδόν σιωπηλή και παγωμένη ημέρα  ακουγόταν μόνο ο γάτος που ήθελε να ζήσει.  Η μάνα του Σεργέι συνέχιζε να παρακαλεί τον υδραυλικό να κλείσει τη θέρμανση της πολυκατοικίας για να ξεβιδώσει το καλοριφέρ. Ο υδραυλικός δεν ήθελα να το κάνει, έλεγε ότι «έχει μεγάλη φασαρία, και το κρύο δεν αντέχεται».  Δεν βοήθησαν οι  διαπραγματεύσεις, ούτε μερικά ποτηράκια βότκας. Μετά  η μάνα του Σεργέι του είπε ότι δεν επιτρέπεται τέτοια φασαρία την ημέρα του εθνικού πένθους και θα έχει και αυτός  συνέπειες για όλα που γίνονται στην πολυκατοικία. Η απειλή έκανε τον  υδραυλικό να ξεμεθύσει. Γρήγορα  έκλεισε τη θέρμανση, ξεβίδωσε το καλοριφέρ και ο γάτος απελευθερώθηκε και σώπασε.

Ελεύθερος πια, έδειξε πάλι τη γατίσια του αδιαφορία για τους ανθρώπους, σα να μη βασανιζόταν λίγο πριν, σα να μη τσίριζε ασταμάτητα, ζητώντας βοήθεια … Η μάνα του Σεργέι δεν κρατήθηκε, ξέσπασε σε κλάμα. Το κλάμα ακούστηκε στη σιωπηλή οικοδομή  και οι γείτονες  «συγχώρησαν» την ίδια και το γάτο της, και δέχτηκαν το απαρηγόρητα δάκρυ της ως ένδειξη του πένθους της για το θάνατο του Στάλιν.

Μετά από πολύ ώρα η μανά του Σεργέι δεν είχε ακόμα συνέλθει, όλο φοβόταν ότι κάποιοι τελικά θα την καταδώσουν στις αρχές της Ασφάλειας, ότι θα την κατηγορήσουν για  βεβήλωση  του πένθους. Αλλά τελικά  δεν έφτασε στις αρχές Ασφάλειας η ιστορία με το γάτο. Το μεγάλο κακό βρήκε την οικογένεια του Σεργέϊ, όχι εξαιτίας του γάτου,  αλλά του ίδιου του Σεργέι.

Την άλλη μέρα  τον διέγραψαν  από το σχολείο για την ακατάλληλη συμπεριφορά την ημέρα του πένθους για το Στάλιν, δηλαδή για τη χαρά που έδειξε στο σχολείο όταν ακύρωσαν τα μαθήματα. Την ίδια μέρα τον πατέρα του τον ξέγραψαν από το Κόμμα για την «κακή  και αντιπατριωτική διαπαιδαγώγηση του γιου του». Δεν πέρασαν καν δυο εβδομάδες και ο πατέρας ανακοίνωσε στην οικογένεια  ότι όλοι μαζί φεύγουν σε άλλη πόλη γιατί πήρε μετάθεση.

Στην πραγματικότητα τον έδιωξαν και από την δουλειά  και τον «συμβούλεψαν»  να πάει στη Σιβηρία όπου «θα γίνει πιο χρήσιμος για την πατρίδα».
Έτσι, μετά τη Σιβηρία ο Σεργέι βρέθηκε στο Καζακστάν, όπου μαζί με άλλους χιλιάδες εξόριστους Έλληνες και άλλους λαούς οικοδόμησαν μια βιομηχανική χώρα. Μια χώρα  στην Κεντρική Ασία την οποία  οι φοβισμένοι άνθρωποι κατάφεραν με πολλές θυσίες να την περάσουν από το φεουδαρχισμό απευθείας στο σοσιαλισμό…