16 Απρ 2013

SOFIA - NIKI: Η βαλίτσα που κουβαλά τις ιστορίες της Σοφίας

SOFIA - NIKI: Η βαλίτσα που κουβαλά τις ιστορίες της Σοφίας:  της Άννα Παναγιωταρέα    Γνώρισα τη Σοφία πρώτα από τα κείμενά της. Δεν θυμάμαι πώς βρήκε το mail μου και   μου έστελνε τακτι...

Η βαλίτσα που κουβαλά τις ιστορίες της Σοφίας




 της Άννα Παναγιωταρέα  

Γνώρισα τη Σοφία πρώτα από τα κείμενά της. Δεν θυμάμαι πώς βρήκε το mail μου και   μου έστελνε τακτικά μικρές ιστορίες, εμπνευσμένες από την κομουνιστική   Σοβιετική Ενωση, που έσβησε απότομα τα φώτα της και έδωσε  τη θέση της στη Ρωσία, σε  μια άρχουσα τάξη  άπληστη και ξιπασμένη. Το βέβαιο είναι  ότι οι  ήρωες της Σοφίας θα της  έστρεφαν τα νώτα τους ακριβώς, όπως έκαναν και στην  κομματική νομενκλατούρα.
 Εμοιαζαν τα διηγήματα της Σοφίας σαν  τα  μπλε κουτάκια χαβιάρι που αγοράζαμε, ξένοι εμείς, στη μαύρη αγορά της Μόσχας, στην εποχή του Μπρέζνιεφ : Το ψάρι επάνω στο μπλε φόντο, μαύρη ζωγραφιά και το κουτάκι  κλεισμένο ασφυκτικά γύρο-γύρο με ένα μαύρο λάστιχο. Τα διηγήματα της Σοφίας στηρίζονταν σε  εξίσου νόστιμες  μνήμες κι ήταν εξίσου πολύτιμα  καθώς κουβαλούσαν μέσα τους μια ολόκληρη εποχή, όπου η επιβίωση ήταν αγώνας και η διατήρηση της εθνικής συνείδησης,  μία  επικίνδυνη απόφαση. Οι Πόντιοι της Σοφίας βρέθηκαν εκεί πολύ πρίν από την επανάσταση εναντίον του Τσάρου και δεν εννοούσαν ούτε την θρησκεία τους να εγκαταλείψουν, ούτε και τη γλώσσα τους. Ηταν τα δυο «παράσημα» της επιμονής τους να είναι και να νοιώθουν Ελληνες.
 Της έγραψα  αμέσως ότι  η αφήγησή της μου άρεσε πολύ. Της έγραψα, κυρίως,  για να την ενθαρρύνω στον αγώνα που είχε αναλάβει να δώσει ένα ανθρώπινο πρόσωπο σε αυτούς που εμείς ονομάζαμε «Ρωσο-πόντιους» πληγώνοντας τους. Κατάλαβα ότι είχα να κάνω με έναν καλό άνθρωπο από εκείνους που  υποτιμούν  τις ικανότητες και  την προσφορά τους. Της είπα  ότι δεν θα έπρεπε να τα κρατήσει στο συρτάρι της και την παρότρυνα να τα εκδώσει.
Ιδου, λοιπόν, σήμερα να έχω τη τιμή και τη χαρά να παρουσιάζω το σπονδυλωτό αφήγημα της Σοφίας, που  θα ήταν λάθος να το αντιμετωπίσει κανείς σαν μεμονωμένες δεκαοκτώ  αφηγήσεις, υπό ένα τίτλο. Πρόκειται για ένα μεγάλο αφήγημα με δεκαοκτώ χαλαρά συνδεδεμένα μέρη, που το περιεχόμενό τους βαθαίνει σε γεγονότα ιστορικά, τα οποία  ξαναζούμε μέσα από την φρέσκια και αφηγηματική τέχνη της Σοφίας. Γιατί όσοι έχουν μελετήσει ρώσικη λογοτεχνία θα ένιωσαν ότι η Σοφία κρατά τον ρυθμό και τη σύνταξη της  ρώσικης γλώσσας, εκθέτοντας λεπτές αποχρώσεις συναισθημάτων που μόνον η ρώσικη σκέψη αγγίζει και   ταιριάζει τόσο με τους ήρωες της, γράφοντας ταυτόχρονα γοητευτικά  ελληνικά.  
Οι ήρωες της περνούν από τη θέση των πρωταγωνιστών σε θέσεις δεύτερων και τρίτων  ρόλων  από διήγημα σε διήγημα, λες και πάνε επίσκεψη για καφέ στο σπίτι της  Βάλιας και του Βάνια, που μαζί δεν κάνανε και χωριστά δεν ζούσαν.    Μας  ανοίγει ένα παράθυρο να κοιτάξουμε  μέσα στο σπίτι των ηρώων της παρακολουθώντας  τα χρόνια να αλλάζουν τη ζωή τους, καθώς η Σοφία  περνάει από τη μια ιστορία στην άλλη: Να γεννιούνται νέα μέλη της, να μεγαλώνουν σε μέρη με εξωτικά ονόματα, να νοσταλγούν την Ελλάδα που δεν έχουν δει με τα μάτια τους, να την φαντάζονται από πέτρα και θάλασσα  αλλά να την αναγνωρίζουν με  τους χτύπους της καρδιάς τους, να ερωτεύονται «το μέτερον» ή και ξένους –δηλαδή, ρώσους και να το μετανιώνουν- να φτιάχνουν οικογένειες, να κάνουν παιδιά που και  αυτά μεγαλώνουν με το όραμα μιας ωραίας και σοφής και σπουδαίας πατρίδας. 
Πίσω από αυτό το καταπληκτικό μωσαϊκό, που συντίθεται από πολύχρωμες ψηφίδες ανθρώπινης πάλης και αγώνα, περνά η Ιστορία του  Ελληνισμού, που βρέθηκε  για διάφορους λόγους σκορπισμένος από τις ακτές τη Μαύρης Θάλασσας και εξόριστος  ως  πέρα  στο Νοβοσιμπιρίσκ. Επιβίωσε σε αντίξοες συνθήκες, κρατώντας ολοζώντανη την εθνική του συνείδηση: Γκρέκ  ή  γκρέκι  όπως αλλιώς τους ονόμαζαν οι γεωργιανοί και οι ρώσοι,  οι Πόντιοι που βρέθηκαν στη Ρωσία, κράτησαν,  με υπερηφάνεια,  τα ελληνικά τους ονόματα, έδωσαν τον καλό αγώνα της ελληνικής ψυχής, σαν τον μικρό Κόστια από τη Γεωργία, για να πάρουν πίσω τη διδαχή της  γλώσσας τους, που είχε πάψει να διδάσκεται στα σχολεία από το’37, με απαγόρευση του  Στάλιν. Πίστευε « ο πατερούλης»  ότι μπορούσε με τη βία να επιβάλλει την  ΕΣΣΔ, ως  ένα  χωνευτήρι λαών, που  θα αποκόπτονταν από την  εθνική τους συνείδηση και τη  διάφορη ιστορική τους  μνήμη. Ηταν αυτοί οι  λαοί που έσπευσαν να   διαλύσουν την ΕΣΣΔ εις τα εξ ών συνετέθη,  πριν καλά- καλά προλάβει να κατεβεί η κόκκινη σημασία με το σφεροδρέπανο,   από το κοντό του Κρεμλίνου,   τραβώντας ο καθένας το δρόμο του πεπρωμένου του.
Είναι κοινός ο καμβάς πάνω στον οποίο υφαίνεται η αδάμαστη  ψυχή στου Ελληνισμού που είναι ένα από τα σημαντικά θέματα που διαπραγματεύεται, με μαεστρία η Σοφία. Είτε μιλάμε για Ποντίους της Ρωσίας, είτε για μικρασιάτες, είτε ακόμη και για τους τελευταίους μετανάστες των αρχών του αιώνα στην Αμερική, είτε και  του ’60,  που ξενιτεύθηκαν στην Γερμανία. Παραδόσεις, τραγούδια και χοροί, μουσικές και ήχοι, φαγητά, γλέντια , χαρές, γάμοι και θάνατοι όλα μαζί μέσα στη ζωή τους ένας αδιαίρετος πλοχμός.  Όλα αυτά  τα μαγικά παίρνουν σάρκα και οστά στη σκέψη της    Αντιγόνας που εμφανίζεται από μικρή πολύ περίεργη για τον κόσμοι των μεγάλων. Μάλλον  ως μέλλουσα δημοσιογράφος,με χαρακτηριστικά της Σοφίας,  κρυφοκοιτούσε τη ζωή των άλλων και κατέγραφε εικόνες, χρώματα και μυρωδιές  περιγράφοντας  τη ζωή της  όμορφης αλλά κοντούλας Βάλιας, που επειδή καβαλούσε ποδήλατο, άκουγε να λένε  πώς το κορίτσι ήταν χαλασμένο  και μάθαινε πώς  τα ρουσφέτια που έκανε ο  Στάλιν- Στάβρη, τα κατάφερνε  μόνον με το να αναφέρει  το όνομά του. Αλλωστε το όνομα στο τέλος του έγινε ένα με το δέρμα του και θάφτηκε τιμώμενος από συγγενείς και  φίλους,  φορώντας στολή,  μπότες και  όμοιο  καπέλο με εκείνα του «συνονόματου». Η εθνική συνείδηση συμπυκνώνεται στα δάκρυα του Ομηρου πού δεν άντεχε να του αρνιέται την ελληνική  καταγωγή του η συμπατριώτισά του στο τραίνο, επειδή δεν καταλάβαινε την ποντιακή διάλεκτο.


  Όμως η  γλώσσα,   η λύρα , η καθημερινή ιστορία με τα βάσανε των προγόνων, οι χοροί, οι χαρές και τα πένθη στάθηκαν κρίκοι αταλάντευτοι για να κρατηθούν των Ελλήνων οι κοινότητες , σχηματίζοντας έναν ολόκληρο Γαλαξία πάνω από την ΕΣΣΔ, τη δεύτερη πατρίδα τους, που αν και την  αγάπησαν πολύ, ήθελαν τόσο να εγκαταλείψουν για να εξασφαλίσουν  τον γυρισμό τους στη δική τους  Ιθάκη. Ουσιαστικά, ποτέ δεν επεδίωξαν να αφομοιωθούν  στη χώρα των Λαιστρυγόνων, ούτε να κερδίσουν κομματικά οφίκια που θα τους εξασφάλιζε καλύτερη ζωή, παρά τις διώξεις που υπέστησαν.
Όμως η  Σοφία θέτει σοφά  το ιστορικό  πανόραμα της  Σοβιετικής Ενωσης σε συνάρτηση με τους Ελληνες που έζησαν  όλες τις πολιτικές διακυμάνσεις,  μέσα από τα πάθη του Ελληνισμού, χρησιμοποιώντας τον ιδιωτικό μύθο μιας μεγάλης και πολυπρόσωπης οικογένειας, όπου ο καθένας είχε τη δική του θέση στη ζωή των μελών της.  Ξεκινά την ιστορική διαδρομή, που διαπερνά όλα τα διηγήματα σαν κόκκινη κλωστή, καθιστώντας τα  ένα αρμονικό σύνολο:  Από την άγρια  δεκαετία της ρωσικής επανάστασης ως   και τη σπαρακτική  στιγμή που ο Γκορμπατσώφ αναγγέλλει-ανήμερα Χριστουγέννων- τον θάνατο της ΕΣΣΔ. Ο λαός, είχε γαλουχηθεί   πιστεύοντας στην αθάνατη αυτοκρατορία του προλεταριάτου, όπως την εκπροσωπούσε η μούμια του Λένιν στο μαυσωλείο του τείχους του Κρεμλίνου, άταφος νεκρός και αυτός. Λακωνικό,  χαρακτηρίζει τον Γκορμπατσώφ  η Σοφία, στο διάγγελμά του για εκείνες τις δύσκολες ώρες,  λες και θα μπορούσε να πεί  έστω μια λέξη παραπάνω, καθώς η σημαία των Σοβιέτ κατέβαινε στα τείχη του Κρεμλίνου, ενώ άρχιζε να κυματίζει στον αέρα εκείνη με τον δικέφαλο αετό,  λάβαρο  της πάλαι ποτέ κραταιάς ρωσικής αυτοκρατορίας. 
Πόσο αυτοβιογραφική και πόσο όχι η  αφήγηση της Σοφίας; Θα έλεγα πολύ αλλά έχω καταλήξει ότι δεν υπάρχει καλύτερο νταμάρι για άντληση αφηγηματικού υλικού  από εκείνο, το δικό μας,  που  σωρεύεται ως  κεφάλαιο πολύτιμο, με τα χρόνια,  στην ψυχή μας.  Ξετυλίγεται μέσα από εικόνες  άλλοτε  σε αχλύ εξαιτίας του μακρινού παρελθόντος  και άλλοτε τόσον εναργείς, εξαιτίας του προσωπικού μας βιώματος. Ολα  μαζί πιέζουν  να βγούν προς τα έξω,  να  τα κοινωνήσουν και άλλοι, ώστε να τους δοθεί ενός είδους δικαίωση, ότι δικαίως κράτησαν μια περίοπτη θέση στη μνήμη του αφηγητή.
Εν τέλει η  Σοφία  μας πλούτισε φέρνοντας  την ιστορία των  οικείων της  προσώπων να συνομιλεί  με την εντόπια ιστορία των  δικών μας,  υποσημειώνοντας  αναλογικά τη  ζωή στην Ελλάδα, στις δεκαετίες 60 και 70 ακόμη και του 80 με εκείνη της ΕΣΣΔ, ακόμη και σε καίρια ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ελευθερία και την έκφραση.
Την ευχαριστούμε που μας διασκέδασε με  τους ήρωες της  που η αφέλειά τους, η μικροπονηριά τους, η έφεση για χαρές και γλέντια αλλά και ο πατριωτισμός τους, τους  κάνει αριστοφανικούς και άλλους, πού είναι σαν ξεπήδησαν μέσα από τις σελίδες του Τσέχωφ. Μοιράστηκε  μαζί μας, από καρδιάς, τις παιδικές και τρυφερές αναμνήσεις της, μετουσιώνοντας τες σε μια ζωντανή, δυνατή και ταυτόχρονα διασκεδαστική και δήθεν ανάλαφρη αφήγηση. Την ευχαριστώ κι εγώ που με «δικαίωσε» όπως λένε οι Ελληνες πολιτικοί, που επέμενα ότι έπρεπε όλοι να μοιραστούμε τη δική της, ξεχωριστή και μοναδική προσφυγική  εμπειρία,  μεγαλώνοντας σε μια χώρα όπου μόνον οι χοντρές μπάμπουσκες, που η μία βγαίνει –αενάως-  μέσα από την άλλη, μπορούν ίσως να μας ερμηνεύσουν τη μυστική ιδιοσυστασία της σλάβικης ψυχής.
 Εγώ θέλω επιπροσθέτως  να την ευχαριστήσω για τη χάρη και την  κομψότητα  του ύφους της γραφής της, που ενώ με συγκινούσε με έκανε να χαμογελώ, σα να έβλεπα εκείνες τις μικρογραφίες- απεικονίσεις που ζωγραφίζουν επιτήδειοι  ρώσοι λαϊκοί  καλλιτέχνες πάνω στα μαύρα γυαλιστερά κουτιά…
Σας ευχαριστώ.




14 Απρ 2013

Ομιλία του Σπύρου Κουζινόπουλο


Παρουσίαση του βιβλίου «Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι»

του Σπύρου Κουζινόπουλο 

Κυρίες και κύριοι, αγαπητοί φίλοι,
Είναι τιμή μου που συμμετέχω στην παρουσίαση του βιβλίου της άλλοτε επί χρόνια συνεργάτιδάς μου στο Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, Σοφίας Προκοπίδου. Αλλά και μεγάλη η χαρά μου που ρουφώντας στην κυριολεξία, απνευστί μέσα σε ένα βράδυ, τις όμορφες και βγαλμένες από τη ζωή ιστορίες που μας παρουσιάζει, επιβεβαίωσα για μία ακόμη φορά την εκτίμηση που από μιας εξαρχής είχα σχηματίσει για το ταλέντο και τις ικανότητές της.
Θεωρώ ότι τα 18 διηγήματα που έκλεισε μέσα στη Βαλίτσα με το μαύρο χαβιάρι, αποτελούν τη συνέχεια μιας πορείας ανοδικής, την οποία άρχισε από τότε που ήρθε στη Θεσσαλονίκη με την οικογένειά της και συνεχίζει ακαταπόνητα μέχρι σήμερα. Mε τις ανησυχίες και τους προβληματισμούς, τα οράματα και τους  στόχους που θέτει, αλλά πρωτίστως με τη βαθειά της αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο.
Την συνεχή αυτή ανοδική πορεία, μπορεί εξάλλου κανείς να τη διαπιστώσει από την ποιότητα των κειμένων της.  Από το πλήθος των ρεπορτάζ  και τις ευρηματικές συνεντεύξεις με προσωπικότητες της ομογένειας που δημοσιεύει εδώ και πολλά χρόνια στο περιοδικό «Ελληνική Διασπορά». Κι ακόμη, την εβδομαδιαία τηλεοπτική εκπομπή στη ρωσική γλώσσα, που κάθε Κυριακή για μεγάλο χρονικό διάστημα διατηρούσε στην ΕΡΤ3, προκειμένου να ενημερώνονται οι συμπατριώτες μας που παλλινόστησαν από την πρώην  Σοβιετική Ένωση και δεν γνώριζαν καλά ελληνικά. Τέλος, από το δελτίο ειδήσεων στα Ρωσικά που εδώ και πάνω από δέκα χρόνια είχαμε καθιερώσει στο Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και το οποίο σήμερα αποτελεί ένα από τα ξενόγλωσσα δελτία του ενοποιημένου  Αθηναϊκού και Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων με τη μεγαλύτερη επισκεψιμότητα. Με τη Σοφία να παραμένει ακόμη και σήμερα η μοναδική και αναντικατάστατη συντάκτρια του.
Παρότι πέρασαν 4 χρόνια από την αποχώρησή μου από το πρακτορείο, δεν θα ξεχάσω ένα συγκλονιστικό ρεπορτάζ της Προκοπίδου στο τελευταίο, υπο τη διεύθυνσή μου, τεύχος της «Ελληνικής Διασποράς». Είχε ψάξει τότε και είχε βρει τους 200 ομογενείς Έλληνες που ζουν στο βορειότερο σημείο του πλανήτη:  την παγωμένη ρωσική πόλη Νορίλσκ, στην εσχατιά του Αρκτικού κύκλου, με τη θερμοκρασία να πέφτει στους -60 βαθμούς. Και μετέφερε τις δηλώσεις του προέδρου των εκεί Ελλήνων, Σπάρτακος θυμάμαι είναι το όνομά του, ο οποίος ζητούσε βοήθεια για να διατηρήσουν οι ομογενείς μας την ελληνική γλώσσα. Ενώ  παράλληλα περιέγραφε τον ενθουσιασμό του ενός εκατομμυρίου  και πλέον κατοίκων του Νορίλσκ, κάθε φορά που οι εκεί Έλληνες χορεύουν συρτάκι πάνω στον πάγο. Υπάρχουν άραγε καλύτεροι πρεσβευτές της Ελλάδας,  από αυτούς που προβάλλουν τα ήθη και τις παραδόσεις μας,  διαφημίζοντας με τον καλύτερο τρόπο τις ομορφιές της πατρίδας μας στα πέρατα της γης; Και πόσο τους αξιοποίησε μέχρι σήμερα η ελληνική Πολιτεία;
Γιατί τα σημειώνω όλα αυτά; Όχι πάντως για να κολακεύσω την Προκοπίδου με τις αναφορές μου στην εργατικότητα, τον πλήρη επαγγελματισμό και την ευσεινησία που την διακρίνει σε όλες τις δραστηριότητές της. Είναι γνωστό ότι όλοι κρινόμαστε εκ του αποτελέσματος. Και η ζυγαριά, το καντάρι που χρησιμοποιούσαν οι παλιοί, είναι αρκετά βαρύ για τη Σοφία Προκοπίδου. Καθώς σηκώνει μία ολόκληρη βαλίτσα. Όχι όμως αυτή με το χαβιάρι της Αντιγόνας, που αναγκάστηκε να το φάει όλο, όταν έμεινε απούλητο.  Αλλά μια άλλη βαλίτσα. Που είναι ασφυχτικά γεμάτη, πλημμυρισμένη θα έλεγα από αγάπη για την Ελλάδα. Την πατρίδα των πόθων και των λογισμών της ομογένειας στην πρώην Σοβιετική Ένωση. Την Ελλάδα που τη λάτρεψαν, τη θεοποίησαν και της πρόσφεραν απλόχερα το νου και την καρδιά τους πριν καν τη γνωρίσουν.
Την Ελλάδα της γριάς Λεμόνας, που ζήτησε να φάει «χαβίτς» όταν είδε ότι φεύγει από τη ζωή, χωρίς να εκπληρωθεί το όνειρό της «να πάει εκεί που ανήκε». Κι ας μην είχε γνωρίσει ποτέ την πατρίδα των προγόνων της.
Την Ελλάδα της θείας Σόνιας, που πέθανε από καρδιακή προσβολή λόγω της υπερβολικής χαράς, μόλις πέρασε το τελωνείο των Κήπων και πάτησε ελληνικό χώμα.
Την Ελλάδα του πατέρα Βάνια ο οποίος δικαιολογούσε τα στραβά και τα ανάποδα που βρήκε στην πατρίδα κατά την παλλινόστησή του, λέγοντας «καλοί-κακοί, είναι εδώ γύρω μου όλοι Έλληνες, δικό μας αίμα».
Την Ελλάδα του μικρού Αχιλλέα που έφτασε να γράψει γράμμα μέχρι στον νούμερο δύο του Κρεμλίνου, τον μεγάλο και τρανό  Βοροσίλωφ, ζητώντας τη διδασκαλία ελληνικών.
Κι ακόμη, την ιδανική χώρα της γιαγιάς Μαρίας. Η οποία εκεί στα βάθη της Ευρασίας, παρόλο που περιβάλλονταν από Ρώσους, Ουζμπέκους, Καζάχους και άλλες φυλές, είχε σχηματίσει την πεποίθηση ότι η ανθρωπότητα στη Γη,  χωρίζεται στα δυο: Από τη μία οι Έλληνες και από την άλλη οι μη Έλληνες.
Τη χώρα τέλος των λογισμών των «γκρέκων» της ορεινής Γεωργίας, που καθώς ήταν τουρκόφωνοι, για να σφραγίσουν την ελληνικότητα τους, έδιναν στα παιδιά τους ελληνικά ονόματα: Από δώ ένας Ιάσων, στη διπλανή οικογένεια ένας Πλάτων, παραπέρα ένας Σωκράτης, και από κοντά η Μήδεια, η Αθηνά, η Ελλάδα, ένα από τα πιο συνηθισμένα ονόματα που έδιναν στα παιδιά τους αυτοί οι ξεχασμένοι από το ελληνικό κράτος Έλληνες.
Το βιβλίο της Σοφίας Προκοπίδου μας δίνει την ευκαιρία να πούμε ότι οι  ομογενείς της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, ήταν και είναι το πιο δοκιμασμένο κομμάτι του Ελληνισμού. Καθώς, κατάφεραν να διατηρήσουν την Ελληνικότητα τους, παρά τις δυσκολίες που συνάντησαν αλλά και τις απερίγραπτες διώξεις που υπέστησαν στα χρόνια του σταλινισμού.
 Ήταν δυστυχώς εκείνη, μία μαύρη περίοδος όχι μόνο για τη Σοβιετική Ένωση και τους λαούς που κατοικούσαν στα όριά της, μεταξύ των οποίων και οι ομογενείς Έλληνες, αλλά είχε αντίκτυπο και στα εκατομμύρια των προοδευτικών ανθρώπων σε όλο τον κόσμο. Μία παραμόρφωση, ένα έκτρωμα, που δεν είχε καμία σχέση με τις αρχές του ουμανισμού, της ισότητας, της αδελφότητας που οραματίστηκαν οι κλασσικοί του σοσιαλισμού, αλλά ούτε και με τις ιδέες της Ρόζας Λούξεμπουργκ όταν έθετε το άκρως επίκαιρο και στις μέρες μας δίλημμα «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα». Είναι αυτό που υπογραμμίζει ακόμη και σήμερα ο μεγάλος δάσκαλος Εμμανουήλ Κριαράς, ότι η μοναδική λύση παγκοσμίως για τη λύτρωση της ανθρωπότητας, είναι ένας σοσιαλισμός με ανθρώπινο πρόσωπο.
Στις κρίσιμες καμπές της Ιστορίας παρατηρούνται τα περισσότερα ναυάγια, οι μεγαλύτερες ανατροπές. Στο τελευταίο από τα διηγήματα, δίνεται με μαεστρία η διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, όπως αυτή ανακοινώθηκε με το ιστορικό διάγγελμα του Μιχαήλ Γκορμπατσώφ από την τηλεόραση τα Χριστούγεννα του 1991. Ένα «διαζύγιο αστραπιαίο, χωρίς υστερίες και κλάματα» όπως το σχολίασε η Αντιγόνα.
Παρά τα κατάλοιπα που άφησε η εποχή των διώξεων και των μετακινήσεων στους ομογενείς αδελφούς μας της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, η αγάπη τους για την Ελλάδα και το ελληνικό στοιχείο δεν μειώθηκε. Τα συναισθήματά τους για την «ιστορική τους πατρίδα», παραμένουν θετικά και έντονα.
Αυτό συμβαίνει ακόμη και σήμερα, που οι παλλινοστήσαντες, είδαν σε μεγάλο βαθμό να διαψεύδονται οι προσδοκίες τους. Και αντί για τον «επίγειο παράδεισο» που περίμεναν, να βρίσκουν μικρή στήριξη από το επίσημο ελληνικό κράτος, να υφίστανται διακρίσεις, ανεργία, κοινωνικό αποκλεισμό, αποξένωση και περιθωριοποίηση. Με αποκορύφωμα τον πρόσφατο Νόμο 4093 του Μεσοπρόθεσμου, με τον οποίο καταργείται η σύνταξη και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη από τον ΟΓΑ για 40.000 συνταξιούχους.
Πριν κλείσω, επιστρέφοντας στο βιβλίο της Σοφίας Προκοπίδου πρέπει να πω ότι και οι 18 ιστορίες στο «Μία βαλίτσα μαύρο χαβιάρι» σε συναρπάζουν με τον απλό και απέριττο λόγο της, δίχως προσπάθεια εντυπωσιασμού. Και με πλεονέκτημα το ότι  μιλάει στην καρδιά του αναγνώστη και του κεντρίζει το ενδιαφέρον, χωρίς να τον κουράζει.
Αυτό που ξεπροβάλλει μέσα από όλα σχεδόν τα διηγήματα του βιβλίου, είναι η αγάπη για τη ζωή και τον άνθρωπο, η λαχτάρα για ένα καλύτερο αύριο, παρά τις αντιξοότητες που έχουν να αντιμετωπίσουν οι ήρωες της συγγραφέως. Πολύ περισσότερο που όλες οι ιστορίες διαδραματίζονται σε μία εποχή μεγάλων αλλαγών που θα ανατρέψουν τον ρουν της ιστορίας.
Κι όμως, οι πρωταγωνιστές αυτών των 18 ιστοριών, με τη λειτουργική αμεσότητα που παρουσιάζονται από τη Σοφία Προκοπίδου, θα καταφέρουν όχι μόνο να επιβιώσουν από τις σημαντικές ανατροπές που σημειώνονται στη ζωή τους και τις τρικυμίες που αντιμετωπίζουν, αλλά και να ανοίξουν πανιά για το λιμάνι της ελπίδας και της προσδοκίας.
Καλοτάξιδο το βιβλίο σου Σοφία, καλή επιτυχία

Θεσσαλονίκη 12 Απριλίου 2013, αίθουσα ΕΜΣ
Ο δημοσιοργάφος και συγγραφέας Σπυρος Κουζινόπουλος  μεταξύ Σ. Προκοπίδου και Χρ.Τελίδη 
«Πάντα ένα τέλος, φέρνει στην συνέχεια μια νέα αρχή». Αυτή είναι μία από τις τελευταίες φράσεις του βιβλίου της δημοσιογράφου του ΑΠΕ-ΜΠΕ, Σοφίας Προκοπίδου, με τίτλο: «Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι», που παρουσιάστηκε χθες στην αίθουσα εκδηλώσεων της Εταιρείας Μακεδονικών Σπουδών, στη Θεσσαλονίκη.

«Πάντα ήταν το όνειρό μου να γράψω ένα βιβλίο στα ελληνικά. Και αυτό το όνειρο πραγματοποιήθηκε με τον καλύτερο τρόπο. Ο Θεός μέσα σε αυτή την μεγάλη οικονομική κρίση που ζούμε μας κατέβασε από τα ουράνια που βρισκόμασταν τα προηγούμενα χρόνια στη γη και τώρα εμείς καλούμαστε να ανέβουμε με πολύ προσπάθεια πάλι ψηλά. Τα γεγονότα που αναφέρω στο βιβλίο διαδραματίζονται τα τελευταία 100 χρόνια και θεωρώ ότι υπάρχει αλληλουχία μεταξύ τους», ανέφερε, μεταξύ άλλων, η κ. Προκοπίδου. 

Επίσης, η συνάδελφός της, Άννα Παναγιωταρέα, είπε ότι το βιβλίο «μας ξυπνά μνήμες μιας ολόκληρης ζωής της Σοβιετικής Ένωσης που έσβησε μέσα σε μια ημέρα και ακολουθήθηκε μια νέα πορεία».

Ακόμα, ο επίσης δημοσιογράφος και συγγραφέας, Σπύρος Κουζινόπουλος, ανέφερε πως: «πρόκειται για 18 αφηγήματα που μέσα από αυτά γνωρίζουμε τις ανησυχίες και τον προβληματισμό μιας ολόκληρης κοινωνίας», για να συμπληρώσει σχετικά και ο Χρήστος Τελίδης: «Μέσα από τις σελίδες μάθαμε για τον ελληνισμό που ποτέ δεν μάθαμε στην Σοβιετική Ένωση. Εγινε καλή και σκληρή δουλειά από την Σοφία. Να είναι καλοτάξιδο».

ΠΗΓΗ: ΑΠΕ-ΜΠΕ


sofiaΗ δημοσιογράφος Σοφία Προκοπίδου παρουσιάζει σήμερα, στις 7.30 το απόγευμα, στην Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών (Εθν. Αμύνης 4) το μυθιστόρημα «Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι» (εκδ. αφών Κυριακίδη) και απαντά στις απορίες του Freethinker (επιμέλεια: Γιάννης Θ. Κεσσόπουλος) / Είμαι δημοσιογράφος. Στην Ελλάδα ζω από το 1990. Στο Σότσι της Ρωσίας εργάστηκα πολλά χρόνια στη Μέση εκπαίδευση ως καθηγήτρια –  φιλόλογος της ρωσικής γλώσσας και λογοτεχνίας. Τα τελευταία 16 χρόνια εργάζομαι στο Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων – Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων. Εργάστηκα και στην  ΕΡΤ3. Είμαι μέλος της ΕΣΗΕΜ-Θ. Έχω γράψει στην ελληνική γλώσσα δυο θεατρικά έργα «Η χώρα των μανταρινιών» και «Η Ρόζα και η Άντα». Όλα τα έργα μου είναι ανθρωποκεντρικά με φόντο τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Το «Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι» είναι το πρώτο μου λογοτεχνικό βιβλίο.
  1. IMG_0348_ppΚάθε πρωί συνηθίζω… πίνοντας τον καφέ μου να παρακολουθώ την επικαιρότητα (το επιβάλλει η δουλειά μου). Βέβαια τα πρωινά θα προτιμούσα να βγαίνω αμέσως  από το σπίτι μου για να κάνω καμιά εργασία στο χωράφι ή στον μπαχτσέ μου… τα πρωινά μου θα ήθελα να πατώ στη γη, στο χώμα… και μετά να έπινα και μερικές γουλιές καφέ!
  2. Δεν θα ήθελα να είμαι… δικαστικός ή δικηγόρος.
  3. Δεν  αλλάζω με τίποτε… τη ζωή μου. Δεν την αλλάζω, παρόλο που ήταν πολύ δύσκολη και μερικές φορές οδυνηρή… Γι’ αυτό τον λόγο ίσως ξεκίνησα να γράφω.
  4. Άκουσα… πως θα έρθουν καλύτερες μέρες…
  5. Διάβασα… ξανά διάβασα τον Γλαρό  Ιωνάθαν Λίβινγκστον  του Ρίτσαρντ Μπαχ… Κάποτε ήταν το «επιτραπέζιο» βιβλίο στις τάξεις που δίδασκα λογοτεχνία στη Ρωσία. Μάθαινα τους μαθητές για τη ζωή… Ξαναμαθαίνω για τη ζωή. Το να βρούμε αυτό που  θέλουμε, να κάνουμε περισσότερα πράγματα στη ζωή μας και να τραβήξουμε προς τα όνειρά μας με θάρρος, ακλόνητη αποφασιστικότητα και επιμονή. Αυτά περιγράφει ο συγγραφέας στις περιπέτειες του Ιωνάθαν. Αυτός είναι ο δρόμος όλων όσων τολμούν να ζουν ευτυχισμένοι.
  6. Προσωπικότητα που θαυμάζω… μπορεί να ακουστεί  λίγο «μπανάλ» και «κλισέ»  αλλά είναι ο Τσε Γκεβάρα! Μόνο αυτός με συγκινεί πραγματικά… Γιατί δεν επέτρεψε στον αυτό του να διαφθαρεί ενώ κατείχε την «απεριόριστη» εξουσία… Έφυγε σαν ήρωας παλεύοντας για τα ιδανικά του, φορώντας  παπούτσια με  ξεχαρβαλωμένες σόλες… Για τα παπούτσια δεν  αναφέρομαι με σκοπό να υπερβάλω, θα μπορούσα να  σας πω ιστορίες πραγματικές για τον Τσε που τις άκουσα από τον τότε χορογράφο και χοροδιδάσκαλο του κρατικού θεάτρου μπαλέτου της Αβάνας τον Αζάρι Πλισέτσκι  (αδελφό της θρυλικής μπαλαρίνας  Μάγια Πλισέτσκαγια)…
  7. Αγαπημένη μου γωνιά… δεν είναι γωνιά, αλλά είναι η μεγάλη μου «αυλή» – το κέντρο της Θεσσαλονίκης όπου και μένω… Την απόσταση από Βαρδάρι μέχρι την ΕΡΤ3 (λεωφόρος Στρατού) όπου εργαζόμουν κάποτε, χαρακτηρίζω «αυλή μου», όπου μπορώ να βγω και με τις… παντόφλες!
  8. Αξέχαστο ταξίδι… έγινε τον Αύγουστο  το 1992 όταν παρέα με τον Γιάννη Στεφανίδη, τους δημοσιογράφους Γιώργο Λογοθέτη και την Χαρά Χαραλαμπίδου, τον καθηγητή ΑΠΘ Γιώργο Αναστασιάδη…  και το 40 μελή συγκρότημα καυκάσιων χορών ταξίδεψε σε 5 ελληνικά νησιά κι άλλες πέντε περιοχές με συναυλίες… Ήταν μαζί μας και ο Αλέξης Κωστάλας που προλόγιζε την κάθε συναυλία. Περιπετειώδες ταξίδι και χαρά – δάκρυα – έρωτες – βάπτιση των «άθεων» και έναν πραγματικό πόλεμο που ξεκίνησε στο Σουχούμι της Αμπχαζίας – την παρτίδα των χορευτών. Εγώ ήμουν «στο ρόλο» της μεταφράστριας… Αυτό το ταξίδι έγινε αφορμή του θεατρικού τραγικοκωμικού μου έργου «Η χώρα των μανταρινιών».
  9. Απόδραση είναι… όταν κάνεις στροφή στην καθημερινότητα 180 μοιρών και πας – φεύγεις κάπου όπου βρίσκεις τον εαυτό σου, έστω για λίγο!
  10. Πιστεύω εις… τον Θεό! Και βέβαια, πιστεύω, και πίστευα και θα πιστεύω πάντα!
  11. Φιλία εστί… αγάπη πλατωνική συν εμπιστοσύνη. Δηλαδή να εμπιστεύεσαι τον άλλον όσο εμπιστεύεσαι στον εαυτό σου. Και κάτι ακόμα. Στις φιλίες πάντα υπάρχει έμπνευση και αθωότητα, γιατί τους φίλους τους αγαπάμε για αυτό που είναι…
  12. Ευτυχία είναι… στιγμές. Αλλά αν παρατηρήσουμε, είναι στιγμές που μπορούν να μετρηθούν σε μια μέρα, σε ένα χρόνο, ή ακόμα σε έναν αιώνα! Η ευτυχία μας κάνει αιώνιους, γιατί όταν είμαστε ευτυχισμένοι, είναι σαν να μας φίλησε ο Θεός, έχουμε άμεση επαφή με το Τέλειο!
  13. Επιτυχία σημαίνει… πρόοδος. Προσωπική – κοινωνική – πνευματική… Αλλά η πρόοδος για μένα είναι αυτό που γράφω στην νουβέλα «Η γριά Λεμόνα φεύγει στον Παράδεισο»: «Τα παιδιά είναι σοφοί άνθρωποι, το έχουν από τη φύση τους, από την αθωότητα και, μετά, ξαφνικά χάνεται αυτή η σοφία… Και στα στερνά του ο άνθρωπος  την αποκτά ξανά, μέχρι το θάνατό του…» Ναι η επιτυχία σημαίνει να αποκτήσεις ξανά την χαμένη αθωότητα.
  14. Ελληνικότητα σημαίνει… μνήμες… έχουμε βαθιές ρίζες και μνήμες, που μας κάνουν τόσο δυνατούς και ταυτόχρονο αδύναμους. Όλο το βιβλίο μου αναφέρεται στο θέμα του φόβου για να μη χαθεί η ελληνικότητα των ανθρώπων που βρέθηκαν μακριά από την Ελλάδα… Έχω μια νουβέλα στο βιβλίο «Η γιαγιά – ρατσίστρια» όπου η ηρωίδα η Αντιγόνα λέει «Από μικρή έμαθε από τη γιαγιά Μαρία ότι η ανθρωπότητα στη Γη, χωρίζεται στα δυο: Έλληνες και μη Έλληνες. Δεν την ενδιέφερε τη γιαγιά αν κάποιος ήταν Ρώσος, ή  Γάλλος ή Τούρκος. Όλοι αυτοί γι’ αυτήν ήταν σαν να μην υπήρχαν. Αν ήταν κάποιος «μη Έλληνας» σήμαινε ταυτοχρόνως… «μη άνθρωπος». Η Αντιγόνα ντρεπόταν γι’ αυτήν την απόλυτη στάση της γιαγιάς, αλλά δεν έλεγε τίποτα, της φαινόταν αστείο και χαζό, μια και οι γονείς της ήταν άνθρωποι ανοικτοί» (…) Τι άλλο να σας πω;
  15. Θεσσαλονίκη είναι…  Πατρίδα. Εδώ γεννήθηκε μια άλλη Σοφία. Καλύτερη ή χειρότερη από αυτήν που ήταν, δεν ξέρω, αλλά σίγουρα μια Σοφία σοφότερη.
  16. Θέλω να αλλάξω… τη μου ζωή… να την κάνω πιο… «προσωπική!» Συναναστρεφόμουν πάντα με πολύ κόσμο. Στην Ρωσία είχα κάθε χρόνο περίπου 200 μαθητές και πολύ κοινωνική δράση. Τώρα θέλω λίγους ανθρώπους γύρω μου, αλλά αυτούς που με καταλαβαίνουν πραγματικά.
  17. Πολιτική… δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο η Τέχνη που κάνει τη κοινωνία ορθά σκεπτόμενη με αίσθηση του κοινωνικού συμφέροντος και υπευθυνότητα. Υπάρχει  Γνώση. Υπάρχει Παιδεία. Πολιτική δεν υπάρχει. Το μυστικό αυτό το ήξεραν στην Αρχαία Ελλάδα. Το αρχαίο θέατρο ήταν ένα σεμινάριο αγωγής των πολιτών της Αθήνας – αυτή ήταν η «πολιτική» για την σωστή πολιτική.
  18. Αντίδοτο στην κρίση… η Τέχνη γενικά που μας γεφυρώνει με το καλύτερο εαυτό μας. Μας χαρίζει το όνειρο για τη κοινωνία όπου υπάρχει ισότητα- αδελφότητα και αλληλεγγύη… Μόνο η Τέχνη κάνει αυτό το θαύμα. Μόνο η Τέχνη περνά τον άνθρωπο στην άλλη όχθη της πραγματικότητας, και από κει  λίγο μακριά πάντα βρίσκεται σωστή λύση σε οποιαδήποτε κρίση.
  19. Η παρήγορη σκέψη; Είμαι το παιδί του Θεού. Αυτός ξέρει τι για μένα είναι το καλύτερο… Υπομονή. Περίμενε!
  20. Η θετική σκέψη; «Μόνο ο Θεός Ξέρει γιατί!» Αλήθεια,  αν εμπιστευόμασταν Τον Θεό, δεν θα είχαμε τόσα «έκτροπα» στη ζωή μας που τα δημιουργούμε  πολλές φορές μόνοι μας από τον φόβο για το αύριο. Τότε θα ήμασταν τέλειοι. Γίνεται αυτό;
  21. Κάνω like στην Αγάπη + Δημιουργία.

Θέλω να σας πω κάτι ακόμη… / Στις 12 Απριλίου οι εκδόσεις Αδελφοί Κυριακίδη παρουσιάζουν το βιβλίο μου με τίτλο «Μια Βαλίτσα Μαύρο χαβιάρι». Για το βιβλίο θα μιλήσουν οι: Άννα Παναγιωταρέα, δημοσιογράφος, καθηγήτρια τμήματος δημοσιογραφίας και ΜΜΕ, ΑΠΘ, Σπύρος Κουζινόπουλος, δημοσιογράφος, συγγραφέας, Χρίστος Τελίδης, δημοσιογράφος, Τάσος Κυριακίδης, εκδότης. Αποσπάσματα από τα διηγήματα θα διαβάζουν η Χριστίνα Σαχινίδου, ηθοποιός, υπεύθυνη θεάτρου Άνετoν του Δήμου Θεσ/νίκης, και ο Τάσος Πανταζής, ηθοποιός του ΚΘΒΕ. Μικρή παράσταση θα δώσουν ο δημοφιλής πιανίστας Παναγιώτης Τροχόπουλος, ο μουσικοσυνθέτης και λυράρης Παντελής Παυλίδης μαζί με την Ειρήνη Κρυθαρίδου (τραγούδι).

THINK CULTUREThinkFree.gr NewsletterΒΙΒΛΙΟ11/04/2013