30 Ιουλ 2013

Πάτμος το νησί της αγάπης, δημοφιλής προορισμός για τους Ρώσους τουρίστες

   

«Η Πάτμος είναι το νησί της αγάπης», «η Πάτμος είναι το νησί του Ιωάννη του Θεολόγου, ο οποίος συνέγραψε εκεί την Αποκάλυψη», «η Πάτμος είναι μια μοναδική γωνιά του ορθόδοξου κόσμου», «η Πάτμος είναι ένα νησί με κατοίκους χαμογελαστούς, έτοιμους να μοιραστούν μαζί σου τα πάντα», «η Πάτμος είναι ένα νησί όπου δεν κλειδώνουν τις πόρτες των σπιτιών και των αυτοκινήτων», «η Πάτμος είναι ένα νησί που το νοσταλγούν εκατοντάδες ξενιτεμένοι κάτοικοί του, που σκορπίστηκαν σε όλο τον κόσμο», αυτά και άλλα τόσα καλά λένε για το νησί της Αποκάλυψης όσοι επισκέπτονται το ιερό νησί.
«Το ταξίδι μας στην Πάτμο ήταν όνειρο ζωής», δηλώνουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ οι Ρώσοι προσκυνητές, Μαρία και Αλεξάντρ, παντρεμένοι με πέντε παιδιά.

«Στη Ρωσία ξέρουν πολύ καλά ότι η Πάτμος συνδέεται με τη χριστιανική θρησκεία, τη συγγραφή της Αποκάλυψης και με τη Μονή του Ευαγγελιστή Ιωάννη που λειτουργεί συνεχώς από το 1088 έως τις μέρες μας. Θα επισκεφτούμε και το αντρικό μοναστήρι που ίδρυσε ο όσιος Χριστόδουλος ο Λατρηνός και την παλαιότερη γυναικεία Μονή της Ζωοδόχου Πηγής στο κέντρο του οικισμού της Χώρας» λένε με ενθουσιασμό.
«Ερχόμαστε ως προσκυνητές στην Ελλάδα για τρίτη συνεχή φορά», δηλώνουν οι πολύτεκνοι Μοσχοβίτες, οι οποίοι μόλις έφτασαν στο λιμάνι της Πάτμου, πήγαν απευθείας στη Σπηλιά της Αποκαλύψεως για να παρακολουθήσουν τη θεία λειτουργία. "Θέλουμε να επισκεφτούμε όλους τους Άγιους Τόπους της Ελλάδας, της μοναδικής χώρας, που φέρει το φως της χριστιανοσύνης» λένε.





Σύμφωνα με τον δήμαρχο του νησιού, Γρηγόρη Σάικο, φέτος όπως και πέρσι, αναμένεται αύξηση της προσέλευσης των τουριστών στο νησί της τάξης του περίπου 20%.
«Αυτά τα στοιχεία συγκεντρώθηκαν βάσει των κρατήσεων δωματίων και των εισιτηρίων στα πλοία. Είμαστε αισιόδοξοι», τονίζει ο δήμαρχος.

Ο διευθυντής της τουριστικής εταιρείας “Beleon”, με έδρα τη Ρόδο, Λεωνίδας Δημητριάδης, παραπονιέται πως δεν υπάρχει τακτική γραμμή από τη Κω  έως την Πάτμο, για να μπορέσει να «πλημμυρίσει» το νησί της Αποκαλύψεως με Ρώσους προσκυνητές και τουρίστες.
«Ένα καταμαράν και ένα ταχύπλοο σκάφος, που κάνει καθημερινά δρομολόγια, δεν επαρκούν για τις καλοκαιρινές μεταφορές των τουριστών προς την Πάτμο, γιατί η εταιρεία μας θα φέρει φέτος στην Ελλάδα, κυρίως σε Ρόδο, Κως, Κρήτη και Χαλκιδική, περισσότερους από 300.000 Ρώσους τουρίστες» επισημαίνει ο κ. Δημητριάδης.
Ο δήμαρχος της Πάτμου, όμως, πιστεύει πως η συγκοινωνία που υπάρχει με τα κοντινά νησιά είναι καλή. Ο ίδιος δίνει μεγαλύτερη σημασία στη σύνδεση του νησιού με τη Βόρεια Ελλάδα. «Η αποκατάσταση της θαλάσσιας γραμμής Θεσσαλονίκης – Πάτμου θα συνέβαλλε στην αύξηση της επισκεψιμότητας του νησιού και θα ενίσχυε τις εμπορικές συναλλαγές. Αν το καταφέρουμε αυτό, θα είμαστε πολύ καλά» λέει ο κ. Σάικος.

Το μυστήριο του νησιού

«Η ιερή Πάτμος είναι ένα νησί στεφανωμένο με το φως Του Χριστού. Είναι δεκαπέντε χρόνια τώρα που μένω εδώ» λέει ο Βίκτωρ Στρελτσόβ, που ασχολείται με ξεναγήσεις Ρώσων τουριστών στο νησί.
«Στη Ρωσία ήμουν ιστορικός και σήμερα νιώθω πως η ζωή μου είναι πραγματικά ωραία γιατί όλα τα όνειρά μου πραγματοποιήθηκαν σε αυτό το νησί. Οι ξεναγήσεις μου είναι έντονα φορτισμένες συναισθηματικά, γιατί τις πραγματοποιώ με την ιδιότητα ενός πιστού χριστιανού και λάτρη του νησιού» προσθέτει.




Παρατηρεί: «Στην Πάτμο δεν φτάσαμε ακόμη να μιλάμε για μαζικό θρησκευτικό τουρισμό, γιατί ναι μεν έρχονται πολλοί και όλο και περισσότεροι προσκυνητές και τουρίστες από τη Ρωσία, αλλά το νησί πρέπει να διατηρεί χαμηλό προφίλ, λόγω της ιερότητάς του».
Το νησί φέρνει στον άνθρωπο μια αίσθηση γαλήνης και αγάπης, φέρνει τύχη. Έτσι λένε και έτσι πιστεύουν οι επισκέπτες της Πάτμου.
Η Μαρία αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας. «Ήρθα στην Πάτμο πρώτη φορά πριν από τρία χρόνια. Προσκύνησα και οι άγιοι της ορθόδοξης εκκλησίας με πήραν "αγκαλιά" και με έφεραν πίσω στη ζωή» λέει. Φέτος, η ευχή της είναι να «πάρει» αγάπη. «Να βρω την αγάπη, γιατί μόνο όταν αγαπάμε, είμαστε πραγματικά ευτυχισμένοι» λέει.
Ο Γιούρι είναι ένας από τους περίπου 300 μετανάστες που ζουν στο νησί και εργάζονται σε όλους τους τομείς τουρισμού. Ήρθε πριν από 10 χρόνια από την Ουκρανία και δεν σκοπεύει να γυρίσει πίσω.
«Είμαι εργάτης - οικοδόμος, νιώθω πως είμαι πλέον μέλος της κοινότητας του νησιού» λέει με περηφάνια, σαν να είναι το νησί η ιδιαίτερη πατρίδα του.

Πατμιάς, μια Θεολογική Σχολή 300 ετών



Φέτος, η μεγάλη γιορτή τής ιστορικής Πατμιάδας Θεολογικής Σχολής πραγματοποιήθηκε σε μελαγχολικό κλίμα. Η Σχολή κινδυνεύει να κλείσει έπειτα από 300 χρόνια λειτουργίας.
Σημειώνεται ότι η λειτουργία της Σχολής ξεκίνησε το 1713, υπό την διεύθυνση του Πάτμιου Μακάριου Καλογερά. Το 1769 με Πατριαρχικό σιγίλιο η Σχολή μεταβάλλεται σε «Κοινή Σχολή του Γένους», οπότε την αναλαμβάνει ο Πάτμιος Δανιήλ Κεραμεύς. Τη Σχολή της Πάτμου, από την οποία προήλθαν πλείστοι διδάσκαλοι του Γένους, λόγιοι και διάσημοι αρχιερείς και Πατριάρχες, συντηρούσε στα τέλη του 19ου και έως του 1912 ο Σύλλογος των Μικρασιατών «Ανατολή», ενώ ήδη στη Σχολή λειτουργεί Ιερατική Σχολή, αναγνωρισμένη ως κρατικό ίδρυμα.
Ο σημερινός διευθυντής της Πατμιάδας, Ευστάθιος Κόττορος, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου, επειδή, λόγω της κρίσης, η Σχολή κινδυνεύει να κλείσει. «Η Σχολή μας είναι το εθνικό κειμήλιο και δεν πρέπει να επιτρέψουμε τον αφανισμό της» δηλώνει στο ΑΠΕ - ΜΠΕ.

«Το 1966 στη Σχολή φοιτούσαν 360 μαθητές και σήμερα έχει μόνο 42. Από τη Σχολή μας αποφοίτησαν πέντε Άγιοι της Εκκλησίας και 14 μητροπολίτες. Μας βοηθάνε τα τοπικά μοναστήρια. Πρέπει, όμως, να φροντίσουμε και το κτίριο που καταρρέει, να βοηθήσουμε τους καθηγητές μας, για να μη απολυθούν, και να μεριμνήσουμε να έρθουν περισσότεροι μαθητές στη Σχολή μας. Πρέπει να μεριμνήσει και το κράτος για την ανάδειξη και την οικονομική στήριξε αυτού του ιερού τόπου της χριστιανικής ορθοδοξίας» προσθέτει ο κ. Κόττορος.


Σοφία Προκοπίδου, Πάτμος, Ιούνιος 2013

δημοσιεύτηκε 03/07/2013 13:26
ΑΠΕ-ΜΠΕ
Θεσσαλονίκη, Ελλάδα




9 Ιουλ 2013

Πεταμένα ερωτικά γράμματα



Ο Σωτήρης

Η Νίνα έφτασε σε μια ηλικία που πλέον δεν την ένοιαζε το μέλλον της,  αλλά μόνο το παρελθόν. Μάλλον την ένοιαζε μόνο το μέλλον του γιου της, του Φίλιππα,  και των εγγονών της.
Το δικό της παρελθόν είχε τώρα μεγάλη σημασία που της φαινόταν σαν να ήταν μέλλον. Πολλές αναμνήσεις και πολλές σκέψεις …Και δεν σκόπευε να γράψει κανένα βιβλίο, απλά οι αναμνήσεις της έφερναν μια χαρά και μια νοσταλγία, που της γέμιζαν την ψυχή της.
Σε όλη την ζωή της είχε γνωρίσει πολλούς  ανθρώπους. Ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα, μια δραστήρια Ελληνίδα στο Σουχούμι. Το σπίτι της ήταν πάντα γεμάτο κόσμο, εκεί πάρθηκαν πολλές αποφάσεις για την πορεία της ελληνικής κοινότητας.
Είχε μια γοητεία που πολλοί άνδρες την είχαν  ερωτευτεί…Η Νίνα περίμενε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της και τελικά άργησε πολύ να παντρευτεί,  την πήραν τα χρόνια. Μετά, έστω αργά, παντρεύτηκε ένα ζωντοχήρο από τη Μόσχα, φυσικά, Έλληνας και αυτός. Αλλά δεν κράτησε ο γάμος,  χώρισαν και ευτυχώς της έμενε το παιδί.

Ο  μονάκριβος Φίλιππος. Τον μεγάλωσε, τον σπούδασε , τον καμάρωνε τώρα.  Έγινε  δικηγόρος στην Αθήνα, αφού πρώτα τελείωσε το ελληνικό πανεπιστήμιο. Για την Νίνα είχε μεγάλη σημασία το παιδί της να γίνει ισότιμο μέλος της ελληνικής κοινωνίας.  Είχε μια βαθιά ικανοποίηση που  ο Φίλιππος  της γεννήθηκε  από Έλληνα πατέρα. Από μικρή είχε απαγορεύσει τον εαυτό της να ερωτευτεί ξένο άνδρα.  Της μπήκε η ιδέα να μην «χαλάσει» το ελληνικό της οικογενειακό δέντρο.

Ο γιος της παντρεύτηκε, δεν άργησε ευτυχώς, πήρε το δικό του αίμα μια Ελληνίδα Αθηναία, της έκανε δυο εγγονάκια-κοριτσάκια … Όλα σχεδόν ήταν έτσι όπως ήθελε να γίνουν στη ζωή της.

Κάποιες στιγμές μέσα στη γεμάτη με γεγονότα τη ζωή  της αισθανόταν μια νοσταλγία για κάτι που δεν έγινε, κάτι που έχασε… Αισθανόταν πως  κάτι δε πήγε καλά, και  δεν μπορούσε να το προσδιορίσει, από πού δημιουργήθηκε αυτό το κενό που τελευταία ένιωθε μέσα της.

Κάποια βράδια όταν δεν ήταν με τις εγγονές της, πήγαινε βόλτες στην παραλία του Παλιού Φαλήρου. Εκεί έμενε. Πολλοί άνθρωποι έκαναν περίπατο στην παραλία. Η Νίνα παρατηρούσε τον κόσμο. Στο μυαλό της δημιουργούσε σενάρια για τις ζωές τους, με αυτό διασκέδαζε. Όταν είχε παρέα κάποια γειτόνισσα ασχολιόταν με αυτήν και δεν της ένοιαζαν  πλέον οι περαστικοί.

Ο κόσμος έβγαινε από τα  σπίτια του στην παραλία για να πάρει μια πραγματική πνοή ζωής.  Φυσούσε αέρας, μύριζε θάλασσα και ακουγόταν ο  ήχος από τα κτυπήματα των κυμάτων στη ακτή, δίνοντας στους ανθρώπους ένα ρυθμό που ερχόταν από τον ίδιο τον Δημιουργό. Έτσι στην παραλία οι άνθρωποι ένιωθαν πιο ασφαλείς παρά στα διαμερίσματα τους.

Κάποιοι  βόλταραν χαλαρά  και  έδειχναν μια βαθιά ικανοποίηση για τη ζωή τους, οι άλλοι έτρεχαν, έκαναν την γυμναστική τους, πιστεύοντας ότι με τα χιλιόμετρα που κάνουν θα φτάσουν πιο γρήγορα στην ευτυχία, οι άλλοι πάλι περπατούσαν, αλλά με γρήγορο ρυθμό και με κατεβασμένα κάτω τα κεφάλια σαν να έλεγχαν το δρόμο τους  να μη σκοντάψουν… Ήταν αυτοί που με τα βήματα τους ακόμα έψαχναν για μια θέση στη ζωή τους … 

Η Νίνα  περισσότερο καθόταν στο παγκάκι και παρακολουθούσε τους άλλους, μερικές φορές περπατούσε αλλά πολύ λίγο, δεν ήθελε πλέον να κουράζεται .. Περνούσαν πλάι άνθρωποι, σκυλιά και γάτες, αυτοκίνητα που τρέχανε με ταχύτητα μεγάλη στο αυτοκινητόδρομο, παιδιά με ποδήλατα και μπάλες που έψαχναν μέρος να παίξουν, οι καμαρωτοί χειμερινοί κολυμβητές… Στη θάλασσα έβλεπε  πλοία που τεμπέλικα διέσχιζαν τον Σαρωνικό και μόνιμα πεινασμένους γλάρους…

Μια φορά, ένα απόγευμα, η Νίνα μεταξύ όλων αυτών των περαστικών γνώρισε έναν γάτο. Ήταν απίστευτα όμορφος,  τον ονόμασε Σωτήρη, και ο γάτος αμέσως δέχτηκε και το όνομα του και τη Νίνα. Από τότε η Νίνα άρχιζε να έρχεται σχεδόν κάθε μέρα στην παραλία και  έφερνε στον Σωτήρη γατοτροφή. Ενώ τον τάιζε του μιλούσε. Όχι που δεν είχε κανέναν άλλον να μιλάει, αντιθέτως όλη την ημέρα συναντούσε  φίλους, γιατί δεν χάθηκε αυτή η συνήθεια των σουχουμλίδων, δεν κόπηκε και μετά από 20 χρόνια ζωής στην Ελλάδα να βρίσκονται συνέχεια και να τα λένε σε καφέ. Και με τις  εγγονές της μιλούσε πολύ, έλεγε παραμύθια και ιστορίες.

Αλλά ο Σωτήρης ήταν γάτος και ήξερε μόνο να ακούει, για αυτό  μαζί του αισθανόταν περίεργη σιγουριά. Η  φωνή της και ο τόνος της φωνής γινόταν διαφορετικός, και αυτά που έλεγε ερχόταν από τα βάθη της συνείδησης και την ψυχή της. 

Ο Σωτήρης έτρωγε την τροφή του αργά, σαν χορτάτος, μετά τριβόταν στα πόδια της και έδειχνε πως την αγαπάει και δεν έφευγε αμέσως να βρει γάτες να παίξει. Η Νίνα  το πίστευε, το αισθανόταν  πως ο Σωτήρης την αγαπάει και την περιμένει, και αν  ακόμα και δεν έρθει καμιά φορά, δεν θα της  «θυμώσει», δεν θα σταματήσει να την περιμένει. Ναι,  την αγαπάει με την γατίσια του αγάπη, άλλωστε τί  μπορεί να περιμένει ένας γάτος από έναν άνθρωπο; Μόνο μια τροφή και ένα χάιδι.

Μια μέρα ένας κύριος που έβλεπε την πορεία της φίλιας  της Νίνας με τον Σωτήρη, της είπε: «Είναι καιρός να αποφασίσετε. Ο γάτος είναι  όμορφος, πάρτε τον σπίτι σας,  αφού αγαπιόσαστε!» Η Νίνα σαν να το περίμενε να  της πει κάποιος «παρ τον!» Η ίδια τελευταία το σκεφτόταν όλο και περισσότερο, αλλά δεν τολμούσε. Είχε ένα κόλλημα στην καθαριότητα, ήταν και ο τέταρτος όροφος όπου έμενε. «Αν θα πέσει και θα σκοτωθεί;!»  σκεφτόταν.

Και μετά ήταν και το άλλο, μα δεν είχε ποτέ ζώο μέσα στο σπίτι … Κάποτε όταν ήταν μικρή, είχαν  σκύλο και γάτο αλλά μόνο στην αυλή της μονοκατοικίας. Οι γονείς της  απαγόρευαν  αυστηρώς να φέρνουν τα παιδιά γάτες και σκυλιά μέσα στο σπίτι.

Πέρασαν δυο εβδομάδες. Και ο γιος της ο Φίλλιπος, της είπε να πάρει τον Σωτήρη σπίτι της για να τον έχει παρέα… Και πάλι δεν τολμούσε να κάνει βήμα προς τον Σωτήρη.
Αλλά μια μέρα ξύπνησε και είπε στον αυτό της, ότι θα τον πάρει, θα τον πάει πρώτα στο κτηνιατρείο, να δει τι θα πει ο γιατρός, να μην κολλήσει καμιά αρρώστια…

Το ίδιο βραδύ πήγε στην παραλία να δει τον Σωτήρη και να του «πει» τα νέα. Δεν τον βρήκε… «Σωτήρη!»  φώναζε, αλλά δεν εμφανίστηκε ο γάτος. Βράδιασε, σκοτείνιασε, και δεν ήρθε… Την τροφή που έφερε, την έδωσε σε άλλες γάτες που συνάντησε… και όταν πέρασε το αυτοκινητόδρομο να πάει σπίτι της, είδε μια γειτόνισσα που ήξερε τον Σωτήρη. «Δεν ξέρετε πως χθες ο Σωτήρης σκοτώθηκε;! Τον πάτησε αυτοκίνητο…»,  είπε στενοχωρημένα η  γυναίκα.  Ήταν από αυτές  που καταλαβαίνουν και αγαπούν τα ζώα περισσότερα από τους ανθρώπους. «Ποιός ξέρει μπορεί πήγαινε να σας βρει..  Όλο  έτρεχε και  διέσχιζε  τον δρόμο. Φοβόμουν πως μια μέρα θα μείνει κάτω από τις ρόδες , έτσι και έπαθε.»

Πρώτη φορά στη ζω της η Νίνα έκλαψε για ένα ζώο… Ήταν απαρηγόρητη. Αισθανόταν ότι είχε προδώσει τον Σωτήρη. Και αν είχε  αποφασίσει, νωρίτερα; Θα  ζούσαν καλά μέχρι τα γεράματα μαζί, σκεφτόταν… «Φοβόμουν πως θα έπεφτε από το τέταρτο όροφο και δεν σκέφτηκα πως κάθε στιγμή κινδύνευε εκεί, έξω!»




Η Μίλα

Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί  η Νίνα πήγε για καφέ στην Μίλα που έμενε στην Καλλιθέα. Η Μίλα ήταν φίλη της από το σχολείο, στο Σοχούμι. Αλλά έμενε πολλά χρόνια στη Μόσχα, μετά τις σπουδές στο πανεπιστήμιου Λομονόσωφ. Έκανε επιστημονική καριέρα, δίδασκε διαλεκτική φιλοσοφία, παντρεύτηκε έναν σαν αυτήν, καθηγητή. Γέννησε  και μια κόρη. Η Μίλα ήταν μια όμορφη Ελληνίδα, ψηλή, με πράσινα μάτια…  Ήρθε στην Ελλάδα αργότερα μετά την Νίνα.  Άφησε τη Μόσχα, τον άνδρα της που μετά πέθανε. Και καλά έκανε, αναπαύτηκε,  γιατί είχε ταλαιπωρήσει και τη Μίλα και  τον εαυτό του, ήταν αλκοολικός.

Στενοχωρημένη η Νίνα της είπε πως έχασε τον Σωτήρη… Η φίλη  της ήξερε όλες τις λεπτομέρειες για τον γάτο, αλλά δεν τον είχε γνωρίσει .
Η Νίνα όλο έλεγε, έλεγε, μιλούσε ενοχικά, δάκρυσε στο τέλος.. και δεν μπορούσε να σταματήσει. Η Μίλα την άκουγε με υπομονή και μετά ξέσπασε: «Είσαι στα καλά σου; Κλαις για έναν γάτο, που αγάπησες και του έχεις κάνει  παρέα μόνο τρεις μήνες και δεν σε έκανε καμιά αίσθηση ο θάνατος του Δαβίδ στο τροχαίο; Ο καημένος  Δαβίδ που έριξε ποτάμι δάκρυα για  σένα, έγραψε χιλιόμετρα γράμματα  για σένα ..και εσύ - τίποτα! Τι άνθρωπος είσαι; Τόσο σκληρή! Το Δαβίδ δεν τον θυμάσαι;!»

Η Νίνα αμέσως σώπασε,  δεν απάντησε στο ξέσπασμα της Μίλας. Μετά ρώτησε για το  διδακτορικό της κόρης της Μίλας, που έμενε ακόμα στην Μόσχα. Επιστήμονας κι αυτή αλλά στην ιατρική. 

«Τι θέλεις να μου πεις; Δεν με απασχολεί η Ειρηνούλα μου!», είπε η Μίλα. Τέτοια παιδιά θα ήθελε να έχει ο κάθε γονιός. Δόξα του Θεό! Μάνα της είμαι αλλά δεν σταματώ να την θαυμάζω. Ευγενική, ταπεινή, θεά στην ομορφιά, έξυπνη και πολύ καλό παιδί, πολύ καλό! Τύχη μόνο να έχει! Ευτυχισμένη γυναίκα να γίνει, να αγαπάει και να αγαπιέται, αλλά αυτό δεν είναι στο χέρι μου!».

Η Νίνα γύρισε  σπίτι της στο Παλιό Φάληρο με ταξί, ξοδεύτηκε για να φτάσει γρήγορα. Πείρε τα μεσημεριανά της φάρμακα για τη  χολή, την πίεση και ξάπλωσε.

Και  θυμήθηκε τον Δαβίδ. «Ο Δαβίδ.. τι θα τον έκανα; Οκτώ χρόνια μικρότερος και …Γεωργιανός, ενώ εγώ μόνο Έλληνα ήθελα. Ο καημένος ο Δαβίδ …», σκέφτηκε  και κοιμήθηκε.

Με τον Δαβίδ δεν είχε τίποτα.. ούτε φιλιά, ούτε αγκαλιές.. τίποτα. Ήταν έρωτας αλλά μονόπλευρος.. Ο Δαβίδ  ερωτεύτηκε τη Νίνα παράφορα όταν ένα  καλοκαίρι την γνώρισε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Σουχούμι.  Αρχικά την έστελνε ραβασάκια που τα άφηνε στο ταμείο της  σε ένα πολυκατάστημα που εργαζόταν η Νίνα. Όταν τέλειωσαν οι διακοπές του, και έφυγε στη Τιφλίδα,  σχεδόν κάθε μέρα έστελνε γράμματα. Τα γράμματα ήταν σε ροζ φακέλους, και με μικρογραφίες πάνω που έκανε ο ίδιος. Καρδούλες, τριανταφυλλιές, πρόσωπο, λουλούδια.

Στην Νίνα δεν της άρεσε να μιλά για τα αισθήματα της.. και δεν είχε εμπιστοσύνη στα λόγια του Δαβίδ. Τα γράμματα τα μάζευε σε ένα κουτί από καινούρια της ιταλικά παπούτσια, αγορασμένα στην μαύρη αγορά. Όταν γέμισε το κουτί αυτό, διάλεξε ένα μεγάλο άδειο τενεκέ από ελιές με ζωγραφισμένη μια ξανθιά Ελληνίδα και  την ελληνική σημαία. Οι ελιές ήταν από την Ελλάδα, τις αγόρασε και αυτές στην μαύρη αγορά, πληρώνοντας το μισό της μισθό. Φαγώθηκαν αργά- αργά για περισσότερη απόλαυση. Η κάθε ελιά που έμπαινε στο στόμα και μετά κατέβαινε στο στομάχι με κουκούτσια ή χωρίς..  ήταν μια πολύ δυνατή επαφή με την Πατρίδα, η κάθε  ελιά  της  έφερνε πιο κοντά σε ένα κόσμο άγνωστο αλλά πολύ αγαπητό και ποθητό. Ο τενεκές με  την ξανθιά Ελληνίδα στόλιζε τη κουζίνα της για πολλά χρόνια ακόμη. «Έτσι είναι η πραγματικές Ελληνίδες. Ξανθιές… όχι σαν εμένα που είμαι μελαχρινή και κοντή», έλεγε στους φίλους της, καμαρώνοντας την ξανθιά στον τενεκέ.

Ο τενεκές έγινε «ερωτοκιβώτιο», εκεί μάζευε τα ερωτικά γράμματα από τον Δαβίδ και δεν τα διάβαζε όλα. Την είχε κουράσει η παθολογική του έμμονη να την παντρευτεί…. Μια μέρα έφτασε στο Σουχούμι και η μάνα του. «Δεν πειράζει που είσαι μεγαλύτερη, παρ  τον! Το παιδί μου υποφέρει από έρωτα  για σένα. Και αν δεν τον αγαπάς, θα τον συνηθίσεις και θα τον αγαπήσεις με το πέρασμα του χρόνου», έλεγε. «Οι οικογένεια μας έχει κύρος,  έχουμε και χρήματα..», συμπλήρωνε αλλά με μια ελπίδα να πει το «όχι» η Νίνα, γιατί κατά βάθος δεν θα μπορούσε να συμπαθήσει καμιά γυναίκα που να ήθελε ο γιος της. Η Νίνα  πεισμάτωνε ακόμα  πιο πολύ.  Δεν μπορούσε να πει στην μητέρα τον Δαβίδ, ότι  εκτός την διαφορά της ηλικίας, είναι και ότι ο Δαβίδ δεν είναι Έλληνας,  είναι Γεωργιανός… Πώς θα τον παντρευτεί; Ήθελε πολύ να παντρευτεί, αλλά μόνο να είναι Έλληνας.

‘Μετά από ένα χρόνο ο Δαβίδ σκοτώθηκε σε ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, καθώς  γύριζε από έναν γάμο .. Η Νίνα το έμαθε πολλές μήνες αργότερα, αφού πρώτα έπαψε να λαμβάνει τα γράμματα του.. Και όταν έμαθε για το συμβάν στεναχωρήθηκε σαν να έχασε έναν γείτονα που δεν τον ήξερε πολύ καλά, αλλά ζούσε πλάι της….
Τον τενεκέ  με γράμματα το μετέφερε στην αποθήκη.

Πέρασαν χρόνια, παντρεύτηκε, χώρισε, μεγάλωσε και ο Φίλιππος, ήταν περίπου 14… Μια μέρα την ρώτησε για τα γράμματα που βρήκε στην αποθήκη. «Μαμά, έκαψες καρδιές! , διάβασα μερικά γράμματα, συγγνώμη!», φώναζε με ένα ύφος του ερευνητή που βρήκε ένα μυστικό. Είχαν καλή σχέση, ένας ζούσε για τον άλλον και η  Νίνα δεν ήθελε να κρύψει αυτό το μυστικό από τον γιο της.
 Έφερε από την υποθήκη τον τενεκέ με τα γράμματα και του είπε: «αν θέλεις διάβασε τα… ή να τα διαβάσουμε μαζί..» Κάθισαν πολλές ώρες.. μέχρι που ο Φίλιππος κουράστηκε, την φίλησε στο μάγουλο και πήγε για ύπνο, πέταξε μόνο «καληνύχτα, μανούλα!».

Τι την έπιασε μετά; Ξαφνικά σηκώθηκε μάζεψε όλα τα γράμματα τα έβαλε  πίσω στον τενεκέ, βγήκε έξω  στο σκοτάδι της νύχτας και το άφησε στο καλάθι για τα σκουπίδια στο διπλανό πάρκο, γιατί το αυτοκίνητο που μάζευε τα σκουπίδια θα ερχόταν μόνο το πρωί…

Ο Σκουπιδιάρης

Ο Κόλια κάθε μέρα από τις 4 το πρωί μάζευε τα σκουπίδια στο κεντρικό πάρκο και μετά στο σπίτι ασχολιόταν με την κηπουρική, είχε ένα περιβόλι με μανταρίνια. Το χειμώνα  πουλούσε τα μανταρίνια στην Ρωσία. Ήταν πολύ ακριβά φρούτα, χριστουγεννιάτικα και εξωτικά. Στον ελεύθερο χρόνο διάβαζε βιβλία. Μπορεί να έχει διαβάσει  όλα τα βιβλία της τοπικής βιβλιοθήκης, αλλά δεν του άρεσε να συζητάει περί λογοτεχνίας .. Διάβαζε για να περνάει ευχάριστα την ώρα του. Ζούσε πολλές ζωές μέσο των ιστοριών που διάβαζε, έλεγε: «Εγώ δεν έχω ερωτευτεί μια φορά, αλλά πάρα πολλές φορές! Εγώ δεν σκότωσα, άλλα υπήρξα  δολοφόνος!» ...Και όταν έβλεπε την απορία των φίλων, διευκρίνιζε: "Αφού για όλα αυτά διαβάζω στα βιβλία, είναι σαν να τα έκανες στην πραγματικότητα!".

Το πρωί ο Κόλια αμέσως πρόσεξε έναν τενεκέ με μια όμορφη γυναικά ζωγραφισμένη πάνω και με μια γαλανόλευκη σημαία. Ο Κόλια το άνοιξε από περιέργεια, κοίταξε με προσοχή μέσα στον τενεκέ.  Μπορούσε να έχει και εκρηκτικά.. και όταν είδε πως ήταν γεμάτο γράμματα, το μάζεψε  αμέσως . Δεν είχε δικαίωμα και από τον νόμο να το πετάξει στο σκουπιδιάρικο αυτοκίνητο. Μέσα στις υποχρεώσεις του να μαζεύει τη βρωμιά  της πόλης ήταν και να παρατηρεί ότι ύποπτο συμβαίνει στο πάρκο και ότι ύποπτο πετιέται στα σκουπίδια.
Τα γράμματα δεν τα πήγε στην υπηρεσία όπως θα έπρεπε, πρώτα τα έφερε  σπίτι του και το βράδυ όταν τελείωσε όλες τις δουλειές,  άρχισε ένα – ένα να τα  διαβάζει . Ήρθε και η γυναικά του να δει γιατί δεν κοιμάται, έπιασε και αυτή ένα γράμμα, και δεν μπορούσε πλέον να ξεκολλήσει. Έτσι, οι δύο τους διάβαζαν  μέχρι τα ξημερώματα.
Συγκλονισμένοι πήγαν να κοιμηθούν … Κανένας δεν μιλούσε, μόνο ο Κόλια είπε «Τέτοιο έρωτα!...Μόνο στα βιβλία διάβαζα για τέτοιον έρωτα.   θα ήθελα να δω αυτήν την γυναίκα!»

Την άλλη μέρα πήγε  τα γράμματα  στον προϊστάμενο του και  σε μια εβδομάδα έφτασαν τα γράμματα στον Δήμαρχο. Όλη η πόλη μιλούσε για αυτήν την μονόπλευρη αλληλογραφία του ερωτευμένου άνδρα από την Τιφλίδα σε μια συμπολίτισσα τους. Όλοι πλέον ήξεραν ποια είναι, αφού στο κάθε φάκελό είχε το όνομα και το επίθετο της Νίνας. Στις γυναίκες που διάβασαν τα γράμματα του Δαβίδ,  δεν άρεσε η ασυγκίνητη και αυστηρή Νίνα. «Και ποια είναι; Μα τέτοιος έρωτας!», ενώ οι άνδρες σχεδόν την θαύμαζαν. Μια μέρα  κάλεσαν τη Νίνα  στον αντιδήμαρχο. Πήγε ξαφνιασμένη, προσπαθούσε να μαντέψει τί την θέλει… Και όταν ήρθε, την δέχτηκαν στο Δημαρχείο πολύ θερμά.

Ο αντιδήμαρχος την κοίταξε καλά, και μετά έβγαλε στο τραπέζι τα γράμματα του Δαβίδ  χωρίς τον τενεκέ, ήταν σε ένα χάρτινο μεγάλο κουτί, και της είπε: «Συγνώμη για την ενόχληση, αλλά ήθελα να σας γνωρίσω. Συγχωρήστε με,  αλλά διάβασα μερικά γράμματα. Εσείς τα πετάξατε, αλλά δεν ανήκουν πια σε σας …. έγιναν σκουπίδια, και ανήκουν στην μάνδρα. Δεν κρατήθηκα, διάβασα μερικά…αλλά είναι και πολύ σκληρό να τα  πετάτε στα σκουπίδια. Ο αποστολέας (δεν είπε το  όνομα του, ενώ το έμαθε  από γράμματα)  σας αγάπησε πολύ, φαίνεται… Συγνώμη και πάλι, αλλά να σας πώ…τα ερωτικά γράμματα δεν τα πετάμε στα σκουπίδια . Έπρεπε να τα είχατε κάψει, μόνο έτσι εξαφανίζονται, με τη φωτιά...», είπε.

Η Νίνα δεν μίλησε, ντροπιασμένη πήρε το κουτί με γράμματα αγκαλιά και πήγε σπίτι της…

Στο δρόμο σκεφτόταν που να βάλει φωτιά για να κάψει … Ένα Σάββατο πήγε με τον Φίλιππα στο χωριό, στην θεία της. Εκεί όλο το κουτί το άδειασε στο  φούρνο όπου θα έψηνε η θεία ψωμί και πίτες.  «Μην τα καις όλα μαζί, άφησε τα, να τα κάψω  εγώ ένα-ένα κάθε φορά,  ανάβοντας το φούρνο" είπε η θεία. Αλλά ήταν  αργά.

Ερωτικά γράμματα

Η Νίνα ξύπνησε και την κατέλαβε πάλι η θλίψη. θυμήθηκε τον Σωτήρη, που την κοιτούσε μέσα στα μάτια της  σαν να διάβαζε τη ψυχή της. Το βράδυ για να απομακρύνει  τις σκέψεις της για τον γάτο, έβγαλε τις παλιές φωτογραφίες να δει τον γιο της όταν ήταν ακόμα μικρό παιδί. Εκεί που κοιτούσε τις φωτογραφίες, έπεσαν τέσσερα φύλλα από ένα σχολικό τετράδιο. Ήταν γραμμένα με  στύλο με μπλε μελάνη και με στρωτά  καλλιγραφικά γράμματα. Άρχισε να διαβάζει… Ήταν τα ερωτικά ραβασάκια που της έστειλε ο Δαβίδ όταν την πρωτοείδε … Τα ραβασάκια αυτά η Νίνα τότε τα έβρισκε στο πάγκο ή κάτω στο πάτωμα του ταμείου  όπου δούλευε.

Εύρισκε τα γράμματα η ίδια ή τα μάζευε η καθαρίστρια από το πάτωμα:  «Αυτό μήπως είναι για σας;» , ρωτούσε. «Όχι!» έλεγε η Νίνα με ένα θυμό και μια αποφασιστικότητα να μην επιτρέψει σε κανέναν να υποψιάζεται πως είναι μια χαζή-γυναίκα που της στέλνουν  ερωτικά  σημειώματα. Όταν  έβρισκε τα ραβασάκια η ίδια, τα σήκωνε από το πάτωμα και τα έβαζε βιαστικά στη τσάντα της,  τα κρατούσε… Τα διάβαζε μετά πολύ γρήγορα για να μην κολλήσει κι να μην χαλαρώσει, φυλάκιζε την ψυχή της να μην πετάξει από χαρά. Της φαινόταν πως δεν της ανήκουν όλα αυτά τα ωραία λόγια…

Τώρα που έχασε το Σωτήρη  για πρώτη φορά ήθελε να τα διαβάσει αργά - αργά και να θυμηθεί κάποιον που δεν ήθελε να γνωρίσει , που δεν  του  μίλησε ποτέ… και ποτέ δεν του έγραψε. Δεν βρήκε την αρχή και το τέλος … και τα διάβασε χωρίς την χρονολογική σειρά.
--------
«Σήμερα είναι 7 Ιουλίου. Ξεκίνησα από το σπίτι μου από στις 7 το πρωί και  περίμενα  να σας δώσω το γράμμα μου, αλλά δεν ξέρω αν τελικά έφτασε στα χέρια σας.. Το επίθετο μου είναι Μπερουλάβα και ονομάζουμε Δαβίδ. Ξέρετε γιατί γράφω σε Σας; Θέλω πολύ να μάθω το όνομα σας! Ελπίζω πώς θα μου το πείτε…Αν θα επιθυμείτε να μου πείτε το όνομα σας, γράψε μου λίγα λόγια και στείλτε στη διεύθυνση «Σουχούμι, κεντρικό ταχυδρομείο, ….»

«Πίστεψε μου, στη διάρκεια της χρονιάς κάθε δεκαπενταήμερο  θα πηγαίνω στο ταχυδρομείο με την ελπίδα να πάρω έστω ένα σημείωμα από Σας…Γράψτε μου έστω μια φορά, σας παρακαλώ πάρα πολύ!»

«Συνέχεια σας σκέφτομαι,  η εικόνα σας είναι  μπροστά μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να την εξαφανίσω… Κάντε κάτι για να μην σας χάσω..Σας παρακαλώ πολύ!»

«Κάθομαι στο παγκάκι  στη γωνία των οδών Λένιν και Στάλιν. Σας σκέφτομαι συνέχεια. Κορίτσι μου, τι θα κάνετε με αυτό το γράμμα μου; Θα το πετάξετε στα πόδια των περαστικών; θα το σκίζετε; Καλύτερα το τελευταίο, να το σκίζετε! Αλλά ελπίζω ότι θα το κρύψετε, θα το διαβάζετε στο ελεύθερο σας χρόνο, έτσι, έστω για λόγω ανθρωπιάς… 

Μήπως δεν έχετε δικαίωμα να κρατάτε τέτοια γράμματα ή μήπως λαμβάνετε πιο ωραία γράμματα από κάποιον άλλον; Εις το … ήθελε να γράψω «Εις το επανιδείν…
Αλλά αυτό δεν ταιριάζει στην περίπτωση μας, έτσι δεν είναι; Και ποιος ξέρει, κάποτε μια μέρα χρόνια μετά, θα περάσω από τη δουλειά σας, έτσι απλά, να δω πώς είσαστε και αν διατηρήσατε τη ομορφιά και φρεσκάδα σας».

«Θέλω να Σας ρωτήσω αν διαβάζετε με απόλαυση τη λογοτεχνία; Έτσι, με προσοχή, χωρίς να βιάζεστε, γλυκαίνοντας με τη κάθε λέξη και την έκφραση, ξέρετε να απολαμβάνετε το άρωμα της κάθε λέξης και την ομορφιά της που μεταφέρει ο συγγραφέας; Έτσι διαβάζω εγώ τη λογοτεχνία και σας ρωτάω, γιατί απλά θέλω να καταλάβετε πίσω από τις λέξεις πολύ περισσότερο από αυτά που σας γράφω…»

«Λόγω τιμής, πάνω από μια ώρα έγραφα, ενώ καθόμουν στο παγκάκι στο πάρκο. Μετά το διάβασα και το έσκισα. Το καημένο μου το πρώτο γράμμα! Αυτό που Σας το έδωσαν.. Αν ήταν γράμμα αυτό; Δεν ξέρω αν το σκίσατε σε μικρά κομματάκια! Όμως διαισθάνομαι πως είναι κάπου πεταμένο στο δρόμο και το πατάνε αδιάφοροι περαστικοί, και τώρα  βρώμισε από τις λάσπες και σκόνη και σβήστηκαν οι περισσότερες λέξεις.. Αλλά να ξέρετε, γράφοντας το, προσπάθησα τόσο πολύ να μεταφέρω όλα τα  συναισθήματα μου για Σας…»


«Αχ, έκανα ίσως λάθος , μήπως Σας ενοχλώ με την παρουσία μου έστω εκ αποστάσεως; Ξέρετε τι σκεφτόμουν εγώ σήμερα (29.07) στεκούμενος απέναντι από το ταμείο σας; Όλο φοβόμουν πως θα κάνετε λάθος στις συναλλαγές. Αλήθεια, φοβόμουν να μην κάνετε κανένα λάθος, κόβοντας τις αποδείξεις..

«Μήπως νομίζετε πως παρόμοια γράμματα γράφω και σε άλλες; Αν ξέρατε ότι με πολύ καθαρή καρδιά γράφω σε σας. Αν ξέρατε πώς πίστεψα σε Σας και πιστεύω πως μια μέρα θα με καταλάβετε χωρίς λόγια …Ακόμα δεν ξέρω το όνομα σας και ποια είσαστε.. Μήπως να ρωτήσω κάποιον άλλον για σας; Να μάθω για σας; Με τίποτα! Σας είδα και αυτό μου αρκεί. Μου αρκεί που είστε εσείς, που ζείτε μαζί μου σε αυτόν τον κόσμο, μου αρκεί που γράφω σε σας».

«Ακούστε, περίπου ένα μήνα βρίσκομαι στο Σουχούμι. Αύριο 30/07 είναι η τελευταία μου μέρα . Από το πρωί έως το βράδυ θα περπατήσω στην πόλη. Αστείο δεν είναι; Όλη η σκέψη μου  είναι - Εσείς. Σε τι φταίω εγώ; Σας είδα και δεν μπορώ να σας ξεχάσω».

«Μην ανησυχείτε δεν θα σας δημιουργήσω προβλήματα και δεν θα έρχομαι πια.. Αν ήξερα πως είστε ελεύθερη.. (να μην σας προσβάλει αυτή η λέξη) και ότι έστω λίγο με συμπαθείτε, θα έκανα τα πάντα να σας κερδίσω  να σας κάνω ευτυχισμένη! Τι κρίμα πως δεν με γνωρίσατε!»

«Ίσως είναι καλύτερα  και για σας και για μένα; Αλλά ομολογώ ότι ήμουν μαζί σας απόλυτα ειλικρινής, δεν έκρυψα τίποτα. Αν είχα καταλάβει πως σας προσβάλω και σας ενοχλώ και περιορίζω την ελευθερία σας, δεν θα σας ενοχλούσα ποτέ.. αλλά μου δώσατε μια ελπίδα για αυτό συνέχισα να γράφω…Ούτε εγώ, αυτέ κανένας άνδρας δεν μπορεί να σας αγγίζει από συμφέρον, από πόθο. Αυτό δεν  πρέπει να συμβεί ποτέ!»

«Ελληνίδα;!.. Αν ξέρατε  πώς το είπατε όταν συστηθήκαμε. Εγώ αισθάνθηκα μια ζεστασιά στη ψυχή μου, κάτι πολύ δικό μου αισθάνθηκα σε σας».

«Φεύγω… Θα σας παρακαλούσα για κάτι.. Στο διπλανό σουπερμάρκετ εργάζεται η θεία μου, την λένε Τατιάνα Γ. Σας παρακαλώ, καμιά φορά να πάτε από κει, έστω απλά να την δείτε, έστω από μακριά… και μετά φύγετε. Κάντε το για μένα. Γιατί ακριβώς έτσι έκανα εγώ στη διάρκεια δυο εβδομάδων. Από τέσσερις -πέντε φορές περνούσα  από τη δουλειά σας  μόνο και μόνο να  Σας δω… Φεύγω, αλλά να ξέρετε την εικόνα σας δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Θα την βλέπω με την ψυχή μου, γιατί όλος ο κόσμος μου φαίνεται τώρα ωραίος και ευτυχισμένος. Και εγώ το μόνο που εύχομαι να είστε ευτυχισμένη!»
«Κορίτσι μου, θα σας γράφω.! Μη μου το στερείτε … μου αρκεί μόνο να ξέρω ότι θα λαμβάνετε και θα διαβάζετε τα γράμματα μου!».

======

Ο χρόνος δεν έσβησε ούτε τη μελάνη ούτε τη φρεσκάδα  των  γραμμάτων. Η ψυχή της Νίνας πλημμύρισε με αγάπη για τον αποστολέα που δεν τον θυμόταν καν. Μόνο το όνομα του – Δαβίδ. Χάρηκε τόσο πολύ που σώθηκαν έστω αυτά, λυπήθηκε για τα ραβασάκια  που έμεναν στα χέρια της καθαρίστριας και βρήκαν το τέλος της στα κάδο με τα σκουπίδια…Της ήρθε η επιθυμία να διαβάσει τώρα και τα γράμματα  που έκαψε στο φούρνο της θείας της. «Αύριο θα  φωτοτυπήσω τα ραβασάκια που σώθηκαν, στην περίπτωση αν χαθούν, να έχω αντίγραφα»,  σκέφτηκε και της ήρθε ένα κλάμα. Ένα κλάμα με λυγμούς. Δεν θυμόταν πότε τελευταία έκλαιγε έτσι, σαν ένα μικρό παιδί, ίσως και ποτέ. Ένιωσε πως το στόμα της από το θυμό και τη λύπη, κατέβηκε κάτω στο πηγούνι, και το πρόσωπο της ασχήμισε,  έμοιασε αρχαία ελληνική μάσκα της τραγωδίας. Το είδε στον καθρέπτη απέναντι της, αλλά η παρατήρηση αυτή την έκανε να κλαίει ακόμα περισσότερο και  δεν ήξερε αν τα δάκρυα της ήταν  για το χαμό του Σωτήρη ή για την αγάπη που δεν έζησε.  

Σοφία Προκοπίδου 


σσ. Στη φώτο το έργο της Λίας Ελευθεριάδη.