20 Οκτ 2014

Οδοιπορικό στην Κριμαία



«Να μην μιλάς, να μην εκφράζεσαι ανοιχτά, γιατί παντού υπάρχουν "αυτιά", είναι οι μυστικές ρώσικες υπηρεσίες που παρακολουθούν όλους, ακόμα και τους επισκέπτες»- αυτή ήταν η συμβουλή, πριν φύγω στην Κριμαία, ενός ζευγαριού Ουκρανών, που παραθέριζαν στη Χαλκιδική.
   Τους άκουσα και ομολογώ πως ανησύχησα. Το ζευγάρι ζει στο Κίεβο, αλλά έχει εξοχικό σπίτι στην Κριμαία. «Δεν θα πάμε εκεί, το πουλάμε. Βέβαια δεν μας απαγορεύει κανείς να πάμε, αλλά θα μας βλέπουν ως εχθρούς. Πουλάμε το σπίτι μας με βαριά καρδιά, ήταν το αγαπημένο μας μέρος».
   Η πτήση από την Θεσσαλονίκη στο Ροστόφ διήρκεσε δύο ώρες και κάτι και από εκεί, με ανταπόκριση, φτάσαμε νύχτα στο αεροδρόμιο της πρωτεύουσας της Κριμαίας, Συμφερούπολη, απ' όπου συνεχίσαμε, μια ώρα δρόμο με το λεωφορείο, για τη Σεβαστούπολη, «πρωτεύουσα της Μαύρης Θάλασσας», όπως αρέσκονται να την αποκαλούν οι κάτοικοι της περιοχής.
   Όσο διαρκούσε το ταξίδι, οι λέξεις του ζευγαριού από το Κίεβο «ταξίδευαν» και αυτές «καρφωμένες σαν πρόκες» στο μυαλό μου. 

   Από τα παλιά χρόνια, για τη ρωσική αριστοκρατία, τη σοβιετική «ιντελεγκέντσια» και την κομμουνιστική νομενκλατούρα μετά, η Κριμαία ήταν «το μαργαριτάρι» της Μαύρης Θάλασσας, το αγαπημένο μέρος για τις διακοπές τους...
   «Δεν είναι μόνο η θάλασσα, το κλίμα... Είναι και κάτι άλλο που προσφέρει αυτό το μέρος, γιατί είναι το μοναδικό, μικρό κομμάτι της ρωσικής απέραντης Γης που συνδέεται άμεσα με τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό και το Βυζάντιο...» μου λέει ο ομογενής ιστορικός Αγαθάγγελος Γκιουρτζίδης.
   Από τον Αύγουστο, η χερσόνησης αυτή της Μαύρης Θάλασσας είναι πλέον τμήμα της «Αγίας Ρωσίας» και ασφαλής πλέον, σε καθαρά «ρωσικό» έδαφος, ναυτική βάση - ορμητήριο της Μόσχας στις θερμές θάλασσες της Μεσογείου.
   Σχεδόν τρεις μήνες μετά τη θεωρούμενη από τους δυτικούς υποκινούμενη ή από τη Μόσχα «εξέγερση» των ρωσόφωνων και την προσχώρησή της, διά δημοψηφίσματος, στη Ρωσική Ομοσπονδία ή την προσάρτηση από τη Ρωσία κατά πολλούς, η Κριμαία βαδίζει ταχύτατα στην ενσωμάτωση στη Ρωσική Ομοσπονδία.
   Μισό αιώνα και κάτι κράτησε ο χωρισμός, με την απόφαση του Νικήτα Χρουστσόφ να τη δωρίσει στην Ουκρανία.
   Τώρα επιστρέφει στην «αγκαλιά», της «μαμάς Ρωσίας».
   Από τα πρώτα βήματα ήταν να αλλάξει ο κωδικός των τηλεφωνικών συνδέσεων με το εξωτερικό σε 007, αυτόν δηλαδή της Ρωσίας, και το νόμισμα, και να στραφεί ακόμα πιο πολύ η οικονομία προς τη Μόσχα ενώ στο στρατηγικής σημασίας λιμάνι της Σεβαστούπολης, για το οποίο προκλήθηκε η επικίνδυνη αναταραχή στην Κριμαία, ρωσικά πολεμικά και εμπορικά πλοία μπαινοβγαίνουν με δυσκολία, ενώ παροπλισμένα σοβιετικά υποβρύχια στέκουν δεμένα σε απόμερα σημεία- αδιάψευστοι μάρτυρες περασμένων μεγαλείων του σοβιετικού πολεμικού στόλου της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου. 
   «Σήμερα, στην Κριμαία όλοι οι άνθρωποι νοιώθουν ασφαλείς, ζουν πολύ καλά!» μου λέει ο ιδιοκτήτης ενός περίπτερου στο κεντρικό παζάρι της Σεβαστούπολης, κοντά στο λιμάνι.
   Πουλάει σουβενίρ και σημαίες της Σοβιετικής Ένωσης της δεκαετίας του '70, τυπωμένες σε βαρύ αληθινό μετάξι (κρεπντεσίν). Δεν είναι φτηνές- τις δίνει από 50 έως 100 ευρώ... «Αν θέλετε φτηνότερη, να πάρετε συνθετικές σημαίες!» προτείνει.
    Το βλέμμα μου καρφώνεται στα πολλά μακό μπλουζάκια με φωτογραφίες του Βλαντίμιρ Πούτιν, που πωλούνται παντού και σε τιμή από δώδεκα έως και τριάντα ευρώ... «Δεν είδα κανέναν να φοράει τέτοια μπλούζα» σχολιάζω για να εισπράξω την αφοπλιστική απάντηση: «Τον έχουμε στην καρδιά, δεν χρειάζεται να τον φοράμε...».
   Είχε δίκιο ο μαγαζάτορας, όπως θα διαπιστώσω κατά την παραμονή μου στην Κριμαία. Η λατρεία προς τον Πούτιν στο ρωσικό στοιχείο εκφράζεται παντού και ανοιχτά στις συζητήσεις. Σπάνια, όμως, θα ακούσει κανείς επικριτικά σχόλια, ακόμα και από τους εναπομείναντες Ουκρανούς, όχι γιατί τον αγαπούν, αλλά διότι φοβούνται και τους «τοίχους που έχουν αυτιά...».
   Ανδριάντες και τραγούδια προς το παρόν δεν υπάρχουν για τον «απελευθερωτή» Πούτιν. Οσονούπω, όμως, στο κλίμα «πουτινολατρείας» που κυριαρχεί πρέπει να θεωρείται βέβαιο ότι θα εμφανιστούν, πλάι στα θεόρατα αγάλματα του Λένιν και των τετρακοσίων γιγαντιαίων σοβιετικής αρχιτεκτονικής και αισθητικής άλλων μνημείων για τον μεγάλο «Πατριωτικό Πόλεμο».
   Η Ραΐσα Τ. είναι Τατάρα στην καταγωγή. «Δεν είμαι γηγενής αλλά από το Ταταριστάν και παντρεύτηκα εδώ», διευκρινίζει. Διατηρεί κομμωτήριο και απασχολεί τριάντα άτομα.
   «Οι δουλειές μας πάνε τώρα πολύ πιο καλά. Πριν, όταν ήμασταν στην Ουκρανία είχαμε πολλή γραφειοκρατία και... διαφθορά του δημοσίου. Μας ζητούσαν να πληρώνουμε τους φόρους εκ των προτέρων» λέει και συμπληρώνει: «Είμαστε καλά τώρα, ό,τι και να λένε στη Δύση, ήμασταν πάντα Ρωσία και ξαφνικά πριν από είκοσι τρία χρόνια βρεθήκαμε σε ένα άλλο κράτος που δεν μπόρεσε να μας φροντίσει...». 
   Συναντώ μια γιαγιά που πουλάει μήλα στο παζάρι. «Δεν έχω πολλά. Αυτά μάζεψα από τον κήπο μου, θα τα πουλήσω, πάρε όλο τον κουβά με διακόσια ρούβλια (σ.σ.5 ευρώ) να πάω να ψωνίσω γάλα και ψωμί!» μού λέει.
   Το ήπιο κλίμα ευνοεί στο να ευδοκιμούν φρούτα και λαχανικά και αυτό βοηθάει τους ανθρώπους να συμπληρώνουν την πενιχρή σύνταξη των εφτά χιλιάδων ρουβλίων -εκατόν είκοσι ευρώ δηλαδή- ενώ και οι μισθοί δύσκολα φτάνουν να καλύψουν τις ανάγκες, καθώς ξεκινούν από διακόσια και φτάνουν στα οχτακόσια ευρώ.
   Στο κέντρο της πόλης και στον ψηλότερο λόφο δεσπόζει ο ανδριάντας του Λένιν. «Η Κριμαία έχει καθεστώς υψίστης «κρατικής σημασίας» μετά τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη και οι άνθρωποι περιμένουν να ευνοηθούν από αυτό το «προνόμιο».
   «Αναμένουμε επενδύσεις και γρήγορη ανάπτυξη γιατί έχουμε εδώ τα πάντα... από ορυκτά, αέριο, αγροτικά προϊόντα, αμπέλια, έχουμε ναυπηγία, αμυντικής σημασίας εργοστάσια, αλλά και τουρισμό καλοκαιρινό, ιστορικό και θεραπευτικό. Σε τρία χρόνια, το πολύ πέντε, δεν θα γνωρίζετε τη Σεβαστούπολη και όλη την Κριμαία» μού λέει ο ιστορικός Ίγκορ Μοσχούρι.
   Η συζήτησή μας με τον Μοσχούρι γίνεται κάτω από τον μεσημεριανό ήλιο, στη σκιά του τεράστιου αγάλματος του Λένιν- του μεγαλύτερου στη πόλη, με ύψος είκοσι μέτρα.
   Ο Λένιν δείχνει με το χέρι προς τη θάλασσα και περιστοιχίζεται από μικρότερα αγάλματα- του εργάτη, του αγρότη, του στρατιώτη και του ναύτη.
   Ο μπρούτζινος ηγέτης είναι ορατός από κάθε σημείο της πόλης. Παραδόξως, η φιγούρα του «μεγαλύτερου άθεου» και κορυφαίου του διαλεκτικού υλισμού της Ρωσίας βρίσκεται σε απόλυτη αρμονία με τον καθεδρικό ναό του Αγίου Βλαντίμιρ (όχι Πούτιν), που βρίσκεται ακριβώς πίσω του...
   «Δόξα τω Θεώ, η Σεβαστούπολη απέφυγε την εποχή του '90, την επιδημία κατεδάφισης των αγαλμάτων του Λένιν. Και επίσης δεν συνέβησαν πράξεις βανδαλισμού εναντίον του μνημείου του Λένιν. Άραγε, μήπως το έσωσε ο χριστιανικός ναός, ποιος ξέρει;» αναρωτιέται ο ξεναγός μας.
   Η Σεβαστούπολη αποπνέει πρωτευουσιάνικο ύφος. Σε μια πόλη των 400.000 κατοίκων σώζονται πολλά νεοκλασικά κτίρια του 19 αιώνα, αλλά και κτίρια του σοσιαλιστικού κονστρουκτιβισμού, του ορθολογισμού, της εκλεκτικής σταλινικής αρχιτεκτονικής...
   Το ξενοδοχείο μας φέρει ελληνικό όνομα: «Olymp» το λένε και λίγα χιλιόμετρα μακριά βρίσκεται η αρχαία ελληνική πόλη της Ταυρικής Χερσονήσου, όπου σώζονται αρχαίο ελληνικό θέατρο με ρωμαϊκά και βυζαντινά μνημεία.
   Είναι γνωστό πως η Κριμαία ενέπνευσε πολλούς συγγραφείς και ποιητές. «Στη βιογραφία του Τσέχοφ υπάρχει η λεγόμενη "Κριμαϊκή περίοδος" ή περίοδος της Γιάλτας. Εδώ, ο μεγάλος θεατρικός συγγραφέας έγραψε πολλά σημαντικά έργα, ενώ στο διήγημα "Μαύρος Μοναχός" περιγράφει την Κριμαία με εκπληκτικό τρόπο» λέει η Μαρία Ροσένκο, καθηγήτρια του παραρτήματος της Μαύρης Θάλασσας του Πανεπιστήμιου Λομονόσοφ της Μόσχας.
   Το μοναστήρι του Αγίου Γεωργίου χτίστηκε το 891 μ.Χ. σε μια βραχώδη σπηλιά και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα αξιοθέατα της Κριμαίας.
   Ο ηγούμενος Βενέδικτος, ένας νεαρός ιερωμένος που πάνω από το ράσο φοράει γελέκο παραλλαγής θυμίζει περισσότερο αντάρτη παρά μοναχό. Περπατάει γρήγορα, μιλάει με χάρη και αστειεύεται διαρκώς- δίνει την εντύπωση ενός ευχάριστου ανθρώπου.
   «Η χριστιανοσύνη είναι μόνο χαρά, πρέπει να είμαστε πάντα χαρούμενοι!» μας λέει.
   Καθώς μας οδηγεί στην εκκλησία της μονής, μας εξηγεί ότι ο ναός ήταν παλιά αποθήκη. «Το 1929, οι σοβιετικοί έκλεισαν τη μόνη, έδιωξαν τους μοναχούς και έκαναν εκεί ένα στρατόπεδο» εξηγεί. «Προσπαθώ να πάρω πίσω την περιουσία της μόνης, τουλάχιστον τους χώρους που βρίσκεται η εκκλησιά και τα κοιμητήρια των μοναχών...» λέει ο Βενέδικτος.
   «Δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση, αλλά έχω ελπίδες ότι με τη νέα κατάσταση θα τα καταφέρω. Περιμένω από τη Μόσχα βοήθεια...» λέει.
   Και δεν είναι ο μόνος. Οι κάτοικοι της χερσονήσου προσδοκούν ότι κάνοντας στο δημοψήφισμα, αλλά και στην εξέγερση που προηγήθηκε, το καθήκον τους απέναντι στο «μητροπολιτική κέντρο», η βοήθεια για την οικονομική ανάπτυξη και την εθνική ανάταση, θα είναι απλόχερη από τη Μόσχα.
   Οι Ρώσοι, που αποτελούν την πλειοψηφία, ζουν το μεθύσι της «εθνικής απελευθέρωσης» από τους «φασίστες του Κιέβου», όπως συλλήβδην η ρωσική πλευρά εμφάνιζε τα σαράντα και πλέον εκατομμύρια Ουκρανούς και της επιστροφής της Κριμαίας «τους» στη «ζεστή αγκαλιά» του Πούτιν.
   Οι Ουκρανοί και οι Τάταροι, πληθυσμιακές μειοψηφίες, ζουν την αγωνία της συμβίωσης με τους Ρώσους, η οποία πλέον θα πρέπει να γίνει με άλλους όρους, αφού η εξουσία θα εκπορεύεται από τη Μόσχα και όχι από το Κίεβο.
   Δύσκολα μιλούν για το πώς βιώνουν την καινούργια πραγματικότητα, αποφεύγοντας να εξωτερικεύουν τα αισθήματά τους. Ο τροχός της ιστορίας, τους έφερε σε μειονεκτική θέση. Και μένει να επιβεβαιωθεί -ή όχι- η ιστορική διαπίστωση, ότι οι λαοί στη Νοτιοανατολική Ευρώπη ουδέποτε έμαθαν να ζουν αρμονικά, ο ένας πλάι στον άλλο, παρά μόνο ότι ανάλογα με τις ιστορικές συγκυρίες, ο κάθε ένας που κρατούσε τον βούρδουλα «μαστίγωνε» τον άλλο, τον αδύναμο.

 ΑΠΕ-ΜΠΕ, της απεσταλμένης μας Σ. Προκοπίδου