20 Ιαν 2016

Ο κόκκινος μπερές



Ξύπνησε η Τάνια με μια πολύ περίεργη επιθυμία να πάει στο μαγαζί στη Βενιζέλου, εκεί που όλα πουλιούνται με 1 έως 3 ευρώ για να αγοράσει ακόμα δυο-τρεις μπερέδες. Χθες, που χιόνισε λίγο,  θυμήθηκε ότι είχε χάσει τον κόκκινο μπερέ με φιόγκο, ενώ  τον πρασινοκυπαρισσί, που της πήγαινε  πολύ, τον έδωσε στην κόρη της.
Πριν από μερικά χρόνια είχε ανακαλύψει σε αυτό το κατάστημα τους μπερέδες. Ήταν  μάλλινοι, τσόχινοι , πολύχρωμοι, μόνο με 4.5 ευρώ. Τότε είχε πάρει διάφορα χρώματα εκτός από  άσπρο και ροζ.
«Γιατί πήρες τόσα καπέλα ; τη ρώτησε ειρωνικά η κόρη της. Όλο αγοράζεις πράγματα, και δεν σταματάς…
Η Τάνια κοκκίνισε σαν να ήταν αυτή κόρη της κόρης της.
- Μα, είναι τσόχινος μπερές! Δεν είναι καπέλο απλό. Είχε διάφορα χρώματα και τα θέλω όλα. Αφού ξέρεις μου αρέσει να στολίζομαι.
- Το ξέρω! – της πέταξε  η κόρη της και εξαφανίστηκε στο δωμάτιό της.

Η Τάνια στολιζόταν, αλλά όχι πάντα με γιορτινή διάθεση. Τελευταία έβαζε πάνω της όλο και λιγότερα αξεσουάρ, έπαψε να βάζει σκουλαρίκια, για να μην κρεμάσουν και χαλαρώσουν  από το βάρος οι λοβοί των αφτιών της που ήταν μεγάλοι. Θυμόταν μια φορά, μικρή ήταν τότε, καρφώθηκαν στην μνήμη της οι λοβοί, που κρέμονταν σαν πανάκια  δεξιά-αριστερά γύρω από το ωραίο πρόσωπο μιας κυρίας. Ήταν η γιαγιά  του συμφοιτητή της, η ποιήτρια Λία. Έτσι από νωρίς, μετά τα 40 άρχισε να μη φορά σκουλαρίκια βαριά κρεμαστά,  ή να μη φοράει καθόλου σκουλαρίκια παρά μόνο σε λίγες  εξόδους. Το στόλισμά της περιορίστηκε στα κολιέ και δακτυλίδια με διάφορες ημιπολύτιμες πέτρες.
Η αλήθεια είναι, ότι η Τάνια δεν είχε ούτε ένα διαμαντένιο δακτυλίδι, και αν είχε, δεν θα το φορούσε, γιατί θα της φαινόταν αδιάφορο, άχρωμο, κρύο … Φορούσε πάνω της ό,τι είχε χρώμα και τη δημιουργική πινελιά του κατασκευαστή. Δεν την ένοιαζε  αν θα ήταν ένας σχεδιαστής με όνομα ή μια φοιτήτρια που βγάζει το χαρτζιλίκι της, φτιάχνοντας κολιέ.  Αγόραζε ό,τι της άρεσε. Έπαιρνε μεγάλη χαρά από αυτές τις ξαφνικές  αγορές και δεν είχε να δώσει λογαριασμό σε κανένα. Αυτή η ελευθερία στις αγορές ήταν πολύ γλυκιά ιστορία.

Έφτιαξε τον καφέ της σιωπηλά. Βασικά δεν είχε και κανέναν να του μιλά  τα πρωινά. Συνήθως άνοιγε  την τηλεόραση ή το ραδιόφωνο που της έκαναν παρέα στα πρωινά της. Στο κινητό είδε κλήση από τον Γιώργο, ήταν χθεσινή. Βαριόταν να τον πάρει τηλέφωνο, και γιατί να τον πάρει; Δεν είχε να πει κάτι..

Βγήκε από σπίτι και ο χρόνος ήταν πολύ μετρημένος για να φτάσει με τα πόδια στη δουλειά της εγκαίρως , αλλά η επιθυμία να αντικαταστήσει τον κόκκινο μπερέ και να συμπληρώσει με άλλα χρώματα τους μπερέδες της, ήταν τόσο μεγάλη, που προτίμησε να αργήσει. Άλλαξε  δρόμο και πήγε σε αντίθετη κατεύθυνση από τη δουλειά για να αγοράσει τους μπερέδες. «Σφαίρα» μπήκε στο κατάστημα, χαιρετώντας τα κορίτσια που την ήξεραν εξ όψεως.  Έτρεξε στα ράφια με τα καπέλα. Αυτό το φθηνό μαγαζί τής άρεσε πολύ.
Έβρισκε εκεί ωραία μπιζού, κασκόλ, εσάρπες και άλλα όμορφα πραγματάκια. Γέμισε το κομοδίνο της  με διάφορα κολιέ,  πολλά από αυτά  δεν φορούσε ποτέ,  τα δώριζε απλόχερα, σαν να τα μοίραζε…

Στο ράφι  με τα καπέλα  δεν έβλεπε μπερέδες,  άρχισε να ψάχνει . Δεν ήταν σίγουρη αν έχουν μείνει, γιατί από τότε που τους είχε αγοράσει πρώτη φορά πέρασαν τρία χρόνια. Σε μια στιγμή απελπισίας, τελικά είδε μια στοίβα με αυτούς, που ήταν σαν τις κρέπες ο ένας πάνω στον άλλο …Σκέφτηκε, πως είχαν ακριβώς τις ίδιες διαστάσεις  με τις κρέπες  που έψηνε  η μάνα της, πάντα σε μεσαίο τηγάνι, με διάμετρο ενός μεγάλου πιάτου.

Χάρηκε σαν παιδί, που οι μπερέδες ήταν ακόμα εκεί ύστερα από τρία χρόνια: «Ω! δεν πουλήθηκαν, σαν να με περίμεναν!»  Αλλά δεν βρήκε  στο κόκκινο χρώμα και το πράσινο έλειπε. Επέλεξε έναν άσπρο-ζαχαρί, έναν καφέ-σοκολατί, έναν μπλε-ραφ. «Κρίμα που δεν έχει κόκκινο, που ήθελα, μου πήγαινε  τόσο πολύ. Αν το ξέχασα σε κανένα σπίτι φίλων, μπορεί να βρεθεί;  σκέφτηκε, ενώ μέσα της ήταν σίγουρη ότι τον είχε χάσει και δεν θα βρισκόταν, άρα να αγόραζε καινούριο.
«Μονό αυτοί έμειναν. Οι κόκκινοι εξαντλήθηκαν γρήγορα», είπε η πωλήτρια.
Η Τάνια πάλι απέρριψε τον ροζ, απέρριψε και τον μοβ. Χρώματα που δεν της πήγαιναν στο  κεφάλι, ενώ στα ρούχα ήταν διαφορετικά, ήταν τα χρώματα που την έκαναν να φαίνεται μικρότερη. Πλήρωσε στο ταμείο  περίπου 15 ευρώ, έβαλε τη σακούλα με τους καινούριους μπερέδες στην τσάντα της για να μην την δουν οι συνάδελφοι και μετά να  ρωτάν: «Τι ωραίοι! Από πού τους πήρες;» Ποτέ δεν είχε πρόβλημα να δείχνει τα ψώνια της σε φίλες,  αλλά αυτήν την φορά  δεν ήθελε  σχόλια, σαν να ήταν ένα μυστικό.
Με μεγάλα βήματα περπάτησε για  να φτάσει πιο γρήγορα στη δουλειά της.
Έλαμπε  τσιγκούνικα ο χειμερινός  ήλιος, αλλά ήταν καλύτερα από τη συννεφιά.
Με χαμογελαστό πρόσωπο  συνέχισε να περπατά.
Ξαφνικά μπροστά της βρέθηκε ο Γιώργος.
- Μπά! Τι συνάντηση είναι αυτή; Σα να είμαστε συνεννοημένοι! είπε.
- Τι κάνεις εσύ; Εγώ τρέχω στη δουλειά....
 -Εγώ - στο στούντιο. Χθες σου τηλεφώνησα…
- Το είδα. Το πρωί το είδα, αλλά τι να σε πάρω; Μπορεί να ήσουν με την γυναίκα σου, δεν θέλω να ενοχλώ…
- Πότε θα σε δω;
- Δεν ξέρω, είμαι στη γύρα, πολλή δουλειά, κάποια στιγμή…
- Πότε; Είσαι παράξενη,  το ξέρεις;
- Αφού το λες εσύ, είμαι;  του είπε και συνέχισε τον δρόμο της.
Ο Γιώργος την ξεπροβόδισε με το βλέμμα του  ενώ η Τάνια δεν γύρισε να τον κοιτάξει.

Ήξερε, ο Γιώργος την συμπαθεί βαθύτατα, ίσως και την αγαπά, αλλά η Τάνια δεν ενδιαφερόταν να μπλέξει συναισθηματικά με κανέναν παντρεμένο.
Δεν ήταν του χαρακτήρα της να διεκδικεί κάτι που δεν της ανήκει εξαρχής
Μετά από την πολιορκία του Γιώργου, υπέκυψε και έτσι κάπου- κάπου συναντιόνταν, έκαναν έρωτα και μετά μιλούσαν , φιλοσοφούσαν  τη ζωή, και η κουβέντα ήταν στα πεταχτά και δεν είχε κανένα νόημα.  Ποτέ δεν βγήκαν μαζί κάπου για φαγητό, καφέ, για μια εκδρομή. Δεν το ήθελε η Τάνια, δεν ήθελε να περάσει τα σύνορα του χώρου του ή  να τον αφήσει να περάσει τα σύνορα του δικού της χώρου.
Οι συναντήσεις τους ήταν τόσο όσο κρατεί μια  χειραψία των αξιωματικών μυστικών υπηρεσιών στα σύνορα των χωρών, όταν κάνουν ανταλλαγή των κατασκόπων.
Είχε πλάκα η ιστορία αυτή με τον Γιώργο.
Η Τάνια δεν τον ήθελε,  και ο Γιώργος την ήθελε μόνο γιατί του άρεσε να την  έχει κάπου-κάπου στην αγκαλιά του. Ξεκουραζόταν μαζί της. Οι δυο τους σαν να ήταν δυο πράκτορες  με  κατανόηση μεγάλη,  ήξεραν πολλά ένας για τον άλλον, αλλά ήταν από  εχθρικά στρατόπεδα.
------
Στην καφετέρια που σταμάτησε η Τάνια να πάρει καπουτσίνο με ένα ευρώ, έβγαλε από την τσάντα της τη σακούλα με τα ψώνια: τους μπερέδες της! Άσπρο, μπλε-ραφ, καφέ-σοκολατί. «Τι να βάλω», σκέφτηκε, και έβαλε τον άσπρο. Κοιτάχθηκε  σε ένα καθρεφτάκι της καφετέριας και είδε πως τη χλομιάζει. Έβαλε τον μπλε - ραφ… και αυτός τη χλόμιασε. Έμενε ο σοκολατί και της πήγαινε καλά στο πρόσωπο, τον τοποθέτησε στο κεφάλι της, τον ίσιωσε  καλά.  Ταίριαξε με το χρώμα των μαλλιών της που τα έβαφε τακτικά για να καλύψει τα γκρίζα … Πήρε τον καφέ της στο χάρτινο ποτηράκι,  έκαιγε πολύ, έπιασε δυο χαρτοπετσέτες,  τύλιξε το ποτηράκι με χαρτοπετσέτες, να το κρατά  άνετα. Συνέχισε τον δρόμο της με πιο γρήγορα βήματα, αργούσε πολύ πλέον. Σκέφτηκε, πως πάντα, σχεδόν κάθε μέρα θέλει να αλλάζει  δρόμο,  όταν πηγαίνει στη δουλειά. Σήμερα η αλλαγή έγινε για τους μπερέδες.. «Θα προλάβω άραγε να τους φορέσω όλους, ο χειμώνας θα τελειώσει όπου να’ναι; σκέφτηκε και αισθάνθηκε πάλι μια ανησυχία,  νοστάλγησε  το κόκκινο μπερέ  που χάθηκε. Ήταν πλούσιος με φιόγκο από το ίδιο τσόχινο ύφασμα... Πολύ γρήγορα εξανεμίστηκε η  χαρά, που  την βρήκε,  όταν  αγόραζε τους μπερέδες στη Βενιζέλου.

Σοφία Προκοπίδου 
2016 -Θεσσαλονίκη
  



   

18 Ιαν 2016

Ο Ρώσος ποιητής - βάρδος που «δεν γύρισε από την μάχη»

Μουσικό -Ποιητική βραδιά
Βλαντίμιρ Βισότσκι
Ο Ρώσος ποιητής - βάρδος που
«δεν γύρισε από την μάχη»
Παρουσίαση του βιβλίου του ποιητή σε μετάφραση του
Γιώργο Σολέιμεζίδη
Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016, 7μμ-9μμ
Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο
Στη Βραδιά συμμετέχουν:
Ο μεταφραστής- ποιητής Γιώργος Σοϊλεμεζίδης, τραγουδίστριες Μήδεια Χουρσουλίδου και Ελένη Σαββουλίδου, ιστορικός Παναγιώτης Τσατσανίδης, γιατρός Οδυσσέας Σαπλαχίδης, πιανίστα Ναταλία Βολόντινα, ζωγράφος Διονύσιος Κιλιγκαρίδης, δημοσιογράφος Σοφία Προκοπίδου.
Πληροφορίες: 697 8873976, 693 7120100
-------
"Δεν αποδέχομαι το δόγμα του μοιραίου τέλους,
Απ’ τον τροχό της μοίρας μου μπορώ να ξεπηδήσω.
Δεν αγαπώ την κάθε εποχή του έτους
Εάν δεν έχω διάθεση να σιγοτραγουδήσω "
ω"