29 Ιουλ 2016

Στο λιβάδι της αγάπης



Η Μάγια δεν βαριόταν καθόλου που έμενε μόνη της… Όλη μέρα είχε να κάνει πολλά πράγματα. Βασικά της άρεσε πολύ το μικρό πράσινο λιβαδάκι που έφτιαξε η Στέλλα. Ολόκληρα τέσσερα στρέμματα γης, με χοντρό χαλί από πρασινάδα. Αισθανόταν πριγκίπισσα, γατί ήξερε ότι όλα στην οικογένεια στρέφονται γύρω από αυτήν. Η Μάγια αισθανόταν πως η Στέλλα ούτε στιγμή δεν έπαυε να την σκέφτεται, ακόμα και όταν ήταν στη δουλειά, κάπου μακριά στην πόλη ή μαζί με τον Γιώργη στα μελίσσια. Είχαν μελίσσια. Οι μέλισσες τούς απασχολούσαν όλη την ώρα, αλλά η Μάγια ήξερε πως δεν τα αγαπούν όπως αυτήν. Έβγαζαν μέλι από τις μέλισσες  και το πουλούσαν, ενώ  η Μάγια δεν τους έδινε τίποτα, ούτε γάλα, ούτε την καβαλούσαν, ούτε την έβαζαν να κάνει αγγαρείες, αφού για όλες τις μεταφορές είχαν ένα φορτηγάκι. Πάντα την κοιτούσαν με μάτια λιγωμένα με αγάπη- παχύ στρώμα αγάπης, που δεν φεύγει, ούτε με δάκρυα.
Η Μάγια ήταν μια φοράδα ολόλευκη, δεν ήξερε ποιας ράτσας είναι, αλλά ήξερε ότι είναι όμορφη. Το άκουγε συνέχεια από τους ανθρώπους… Άκουγε φωνές χαράς και θαυμασμού από τους φίλους της Στέλλας στενούς και περαστικούς. Και η Μάγια έκανε ότι μπορούσε να δώσει περισσότερη χαρά στους ανθρώπους αυτούς. Πρώτα, ένα περπάτημα  από την μιαν άκρη του λιβαδιού της μέχρι την άλλη. Τα βήματα αργά αλλά με ένταση για να νιώσουν οι θεατές τη δύναμη της, το κεφάλι της το κρατούσε σταθερά με το βλέμμα μπρος. Αλλά κρυφά, με ένα μάτι, έβλεπε πως την κοιτούσαν οι επισκέπτες και την φωτογράφιζαν. Όταν έφτανε στο τέλος του οικοπέδου, σταματούσε λίγο. Ποτέ δεν ερχόταν κοντά στους ανθρώπους, αν δεν το ζητούσε η Στέλλα. Και μετά έκανε την ίδια διαδρομή επιστέφοντας στην άλλη άκρη του λιβαδιού της. Δεν πλησίαζε ανθρώπους, όχι που τους φοβόταν,  καθόλου δεν τους φοβόταν, απλά ήξερε ότι  από μακριά είναι πιο ωραία να τη βλέπουν, και δεν ήθελε να χαλάσει το παραμύθι τους. Η Μάγια παρόλο που ήταν άλογο είχε  σχεδόν ανθρώπινο μυαλό και ήξερε ότι οι άνθρωποι καλύτερα  καταλαβαίνουν τους άλλους, όταν είναι απομακρυσμένοι, και όταν πλησιάζονται  αρχίζουν να συγκρίνουν τον εαυτό τους με άλλους και να νομίζουν ότι είναι καλύτεροι και σοφότεροι και ότι τα ξέρουν  όλα…


Μερικές φορές όταν δεν ήταν κάνεις σπίτι και δεν ακουγόταν μουσική από τα ηχεία που υπήρχαν στην αυλή  του σπιτιού της Στέλλας,  τη Μάγια έπιανε η νοσταλγία για τον Κωνσταντή. Και αυτός άλογο ήταν. Η ψυχή του σίγουρα  μπορεί να ήταν ανθρώπινη, γιατί η ψυχή πάει όπου θέλει. Πόσες ανθρωπινές ψυχές πήγαν στα ζώα και ψυχές ζώων σε ανθρώπους! Αυτό δεν το ξέρει κανείς, μετά, στη διάρκεια ζωής αποκαλύπτεται, μα όχι πάντα.
Η Μάγια είχε ακούσει από τη Στέλλα για την κακή μοίρα του Κωνσταντή, πριν  τον πάρει και του αλλάξει τη ζωή. Αλλά οι πληγές και αν κλίνουν, μένουν οι ουλές, που είναι χαραγμένες μνήμες. Στο σύγχρονο κόσμο υπάρχουν τεχνικές, όπως το λέιζερ, που εξαφανίζει τις ουλές, ενώ δεν μπορεί να κάψει το κουμπάκι στον εγκέφαλο που κρατεί την  μνήμη της πληγής… Βλέπετε, και στους ανθρώπους όπως και στα άλογα είναι τα ίδια προβλήματα - δύσκολα ξεχνούν το κακό – την πληγή τους.
Μια φορά η Μάγια άκουσε από έναν καθηγητή, που ήταν φίλος της Στέλλας, ότι οι άνθρωποι αν και ήρθαν στη ζωή για να είναι ευτυχισμένοι, δεν το θέλησαν…  Πέσανε στην αμαρτία για να έχουν δρόμο προς την αγιότητα… Και μέσα στην ταλαίπωρη  ζωή τους εκμεταλλεύονται  τα ζώα, που είναι κατώτερα τους…
«Όχι! σκέφτηκε τότε η Μάγια. Εγώ  δεν είμαι ζώο, άλογο είμαι!» και του το είπε με τον τρόπο της, αφού του γύρισε την πλάτη, έφυγε απέναντι στον φράκτη του λιβαδιού, χωρίς να κουνήσει την ουρά της. Φεύγοντας απέναντι άκουσε την Στέλλα να λέει στον καθηγητή: «Πρόσεχε πως μιλάς! Η Μάγια τα καταλαβαίνει όλα!». Ο επισκέπτης κοίταξε σκεπτικός  τη Μάγια που ήδη ήταν μακριά του, και είπε: «Μπορεί, αλλά δεν παύει να είναι ζώο- όχι άνθρωπος,  αυτό  δεν αλλάζει..»
Εδώ η Στέλλα δεν απάντησε. Δεν έμπαινε στη διαδικασία της διαφωνίας με κανέναν, απλά αυτοί που δεν την καταλάβαιναν, ποτέ ξανά δεν ερχόταν σπίτι της. Έκανε «τα μαγικά» και τους «εξαφάνιζε» από το κοντά της.
Μια φορά η Μάγια άκουσε πως μια καλή φίλη ρώτησε την Στέλλα: «Που είναι ο Κωνσταντής;»
‘Έφυγε!» - απάντησε η Στέλλα.
«Έφυγε… που»; την ρώτησε ξανά.
«Έφυγε στα απέραντα λιβάδια και είναι εκεί ευτυχισμένος!»
«Και που στα μέρη μας βρίσκονται τέτοια λιβάδια; Έχουμε;» επέμενε η άλλη.
Η Στέλλα δεν της απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Της άρεσε, πως η γυναίκα  αυτή, που δεν ήταν και ξένη,  δεν καταλάβαινε  ότι το «έφυγε» σήμαινε «πέθανε»… «Σαν να ζει ο Κωνσταντής μου!», σκέφτηκε η Στέλλα.
Ο Κωνσταντής με το μυαλό και την ψυχή που είχε θα μπορούσε να ζήσει 45 χρόνια, όσο ζουν τα άλογα, αλλά η μοίρα του ήταν ταλαίπωρη και έφυγε στα 25 του…
Η Στέλλα τον είδε πρώτη φορά στον πάρκο του Αγίου Νικόλαου, κοντά στη Νάουσα. Δεν πήγε εκεί τυχαία, έψαχνε να αγοράσει ένα άλογο, και της είπαν, πως πουλιέται εκεί ένα από αυτά τα τουριστικά, που κάνουν βόλτες τους τουρίστες στο πάρκο… Μόλις τον είδε ήταν σίγουρη πως θα τον πάρει, ότι χρήματα και αν ζήταγε το αφεντικό του. Ο Κωνσταντής την κοίταξε μέσα στα μάτια, στην ψυχή της και κάπου εκεί, στη διαδρομή του κοιτάγματος  συναντήθηκαν, έγιναν ένα οι ψυχές τους. Η Στέλλα ήξερε ότι ήταν άρρωστο άλογο, είχε καρκίνο, ταλαιπωρημένο και θλιμμένο, αδύνατο και απελπισμένο, ετοιμαζόταν για το τέλος της ζωής του. Το αφεντικό του δεν το λυπόταν, δεν τον έτρεφε καλά, συνέχεια  έβαζε φωνές, πολλές φορές το κτυπούσε και το θεωρούσε δύσκολο χαρακτήρα. Αλλά ο Κωνσταντής δε μισούσε το αφεντικό, τον λυπόταν πολύ. Ήταν ανόητος  άνθρωπος, μοναχικός, άλλαζε συνέχεια γυναίκες. Φαίνεται καμιά δεν τον ήθελε για αυτό  ξεσπούσε στον Κωνσταντή. Οι γυναίκες σαν τα άλογα, το μόνο που θέλουν είναι η κατανόηση που είναι η ίδια με την αγάπη και χωρίς ανταλλάγματα. Αν μιλούσε  ο Κωνσταντής με ανθρώπινη μιλιά, θα του έλεγε το μυστικό πως να κρατήσει μια γυναίκα. Ήταν απλό, πρέπει πρώτα να ήταν καλός μαζί του, με το άλογο του, και τότε θα έβρισκε γρήγορα τη γυναίκα της ζωής του…
Πολλές φορές προσπαθούσε να του τα πει με το βλέμμα του, αλλά ο ακατανόητος δεν άντεχε το βλέμμα του Κωνσταντή.
Μια φορά  ο Κωνσταντής ήθελε να του φέρει μία - από αυτές τις τουρίστριες που τον καβαλούσαν και βόλταραν στον πάρκο. Πάντα καταλάβαινε τον χαρακτήρα κάθε μιας γυναίκας. Αν  είναι τρυφερή ή άγρια, δοτική, ή αρπαχτική, έξυπνη ή χαζή, όμορφη ή άσχημη… Αφού τις έβλεπε, τις άκουγε, τις μύριζε… Όλες τον άγγιζαν με τα σώματα τους.  Ήταν μερικές από αυτές, που τον έβλεπαν σαν Ζώο, αν ήθελε να τις σπρώξει κάτω, θα το έκανε, αλλά ποτέ δεν το έκανε. Περίμενε την στιγμή που θα κατέβουν μόνες τους… Είχε υπομονή να περιμένει την απόφαση του άλλου.
Μια φορά ήρθε ένα ζευγάρι νέων να κάνουν βόλτες με άλογα. Ο νεαρός  πήρε τη φοράδα, τη Σίσυ, και η κοπέλα τον Κωνσταντή. Ήταν φοβιτσιάρα, αλλά ήθελε να δοκιμάσει πως είναι εκεί, πάνω στο άλογο, σε «ένα ζωντανό κινούμενο βουνό», όπως είπε. Ο νεαρός καβάλησε την Σίσυ και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στα δέντρα, αφήνοντας την κοπέλα του. Αυτή, μόλις  ανέβηκε πάνω,  είπε πως θέλει αμέσως να κατέβει κάτω. «Δεν θα καταφέρω, φοβάμαι πολύ!» είπε στο αφεντικό τού Κωνσταντή.
Το αφεντικό της λέει: «Μη φοβάσαι .. εγώ εδώ είμαι!» Αλλά η κοπέλα φοβόταν τόσο πολύ που άρχισε να τρέμει. Ο Κωνσταντής είχε αισθανθεί   ότι περισσότερα φοβήθηκε που έμενε μόνη, γιατί ο νεαρός έτρεξε μακριά της με μεγάλο ενθουσιασμό για την περιπέτεια. Ο Κωνσταντής  σκέφτηκε με λύπη, κρίμα είναι που δεν μπορεί να μιλάει σαν άνθρωπος,  θα της έλεγε να μην τον παντρευτεί ποτέ... «Έφυγε ο βλάκας και την  άφησε και αυτή τώρα χλόμιασε από φόβο πάνω μου, τι θα κάνω τώρα; και ξεκίνησε να περπατά πολύ προσεκτικά, για να μην πατήσει καμιά πέτρα ή μπει σε καμιά λακκούβα… Έτσι σιγά-σιγά περπατήσανε και η κοπέλα γρήγορα ηρέμησε, έπαψε να τρέμει και άρχισε να κοιτά δεξιά-αριστερά να παρατηρεί την ομορφιά της φύσης. Όταν επέστρεψαν από τη μισάωρη βόλτα,  ο νεαρός με τη Σίσυ την περίμενε ήδη, έτρεξε κοντά της να  την φιλήσει, λέγοντας πως πήγε πολύ καλά η βόλτα του. Η κοπέλα δεν του έδωσε τα χείλια της, ούτε το μάγουλο, και τα χέρια τα κρατούσε στις τσέπες του μπουφάν της. Μετά γύρισε να δει τον Κωνσταντή, και τον φίλησε στο κεφάλι του χωρίς ίχνος φόβου.
«Μπράβο, κοπέλα μου!» της «είπε»  ο Κωνσταντής και η κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια και του «είπε» «Τώρα δεν φοβάμαι- σε ευχαριστώ, Άλογό μου»…
«Μου είπε «μου», με αγάπησε! σκέφτηκε ευτυχισμένα  ο Κωνσταντής και κούνησε την ουρά με πολύ αέρα,  σαν να ήταν πουλαράκι … 

Η Στέλλα πριν πάρει τον Κωνσταντή, τον είχε δει στο όνειρο της. Και να όνειρά της πολλές φορές ήταν προφητικά. Είχε μια ιδιαίτερη θεωρητική σχέση και ανεξήγητη πλατωνική αγάπη  για τα άλογα… Της ήρθε η ιδέα ότι  κάποτε  ίσως στην άλλη ζωή ήταν άλογο. Η αν ακόμα ήμουν άνθρωπος κάποτε, σε αυτήν την ζωή η ψυχή που έχω ήταν  του αλόγου…. Τα μακριά μαλλιά της Στέλλας μέχρι τη μέση  πάντα αφημένα θυμίζουν τη χαίτη.  Αυτά τα μαλλιά  δεν την ενόχλησαν ποτέ, ακόμα όταν έκανε πολύ ζεστή, τα καλοκαίρια, δεν τα μάζευε… Και το πρόσωπο της είχε αυτήν την πρωτόγονη αθώα έκφραση της απόλυτης κατανόησης, αφοσίωσης, εξυπνάδας, καλοσύνης και ευγένειας που έχουν τα άλογα. Και η μύτη της ήταν μεγάλη, αλλά ωραία και τα ρουθούνια, ήταν μέρος του προσώπου της που διέκρινε κανείς αμέσως.  Από μικρή  στα όνειρα της όλο λιβάδια έβλεπε και άλογα… Ίσως για αυτό το μεγάλο οικόπεδο 4 στρεμμάτων που κληρονόμησε από τη γιαγιά της, το κράτησε, δεν το πούλησε. Της το ζήτησαν πολλές φορές να το αγοράσουν, αλλά η Στέλλα, παρόλο που είχε ανάγκη τα χρήματα, δεν υπέκυψε … Το κούρευε στα τακτά διαστήματα και τα χόρτα στρωθήκαν σαν το παχύ χαλί… Το έκανε λιβαδάκι. το κοιτούσε από τη βεράντα ενώ έπινε τον καφέ της και άκουγε τη μουσική…
Πέρασαν χρόνια και η Στέλλα δεν παντρεύτηκε ακόμα. Την ήθελαν πολλοί άνδρες, γιατί  ήταν καλή γυναίκα, απλή και  αληθινή σε όλα: στην εξυπνάδα, στο νοικοκυριό, στις σχέσεις με άλλους και με άντρες ήταν αξέχαστη.  Αλλά δεν παντρεύτηκε σαν να περίμενε στη ζωή της όχι άνδρα, αλλά ένα  άλογο. Άργησε να καταλάβει πως έμεινε μόνη της. Είχε μόνο φίλους, δεν είχε  σύντροφο να πιούν  μαζί  τον καφέ στη βεράντα, μαζί να βλέπουν  το λιβαδάκι της.
Έτσι μια μέρα πήρε απόφαση να αγοράσει ένα άλογο μιας και  μόνο τότε θα ηρεμούσε. Χρήματα δεν είχε και  αποφάσισε να ψάξει άλογα σε πολύ χαμηλή τιμή, αυτά  που δεν τα θέλουν για διάφορους λόγους  αρρώστιας  ή  γήρανσης ...
Όταν πρωτόειδε τον Κωνσταντή, θυμήθηκε πως ακριβώς αυτόν έβλεπε στα όνειρά της, ήταν και στα ίδια χρώματα, και στο βλέμμα έμοιαζε,  τόσο βαθύ βλέμμα σαν το βλέμμα  του μυαλωμένου ανθρώπου.
Στο σπίτι της τον μετέφερε με το φορτηγάκι, και μόλις κατέβηκε έτρεξε προς το λιβαδάκι, σαν να ήξερε το μέρος αυτό…
Με τον ερχομό του Κωνσταντή στη ζωή της Στέλλας έγιναν διάφορα θαύματα. Το πρώτο θαύμα έγινε όταν  μόλις σκέφτηκε ότι καλό είναι να έχει ο Κωνσταντής παρέα και της έφεραν  μια φοράδα μικρή από ένα στάβλο που διαλύθηκε μετά από κάποιες δυστυχίες των ανθρώπων που το είχαν… Την παρακάλεσαν να πάρει τη Μάγια, έτσι την ονόμασε η Στέλλα, έστω προσωρινά.
Το δεύτερο θαύμα έγινε όταν ο Κωνσταντής γρήγορα από ένα άρρωστο άλογο, ζωντάνεψε και άρχισε να δείχνει απόλυτα γερός – δυνατός.  Σίγουρα, τον βοήθησε η μικρή Μάγια, σαν μεγαλύτερο αρσενικό αισθάνθηκε μεγάλη ευθύνη για αυτήν. Ο καρκίνος του  κρύφτηκε, το διαπίστωσε ο κτηνίατρος.
Τώρα ο Κωνσταντής και η Μάγια έγιναν φιλικό ζευγάρι … Συνέχεια μαζί, ένας πάει σε μια γωνιά του λιβαδιού η άλλη αμέσως εκεί… τριβόντουσαν με τα κεφάλια, σαν να έλεγαν «εγώ για σένα ζω – εσύ για μένα ζήσε!»
Η Στέλλα πήρε μια βαθειά ικανοποίηση, το λιβαδάκι έγινε γεμάτο ζωή,  αλλά πάλι δεν είχε τη χαρά, που πίστευε ότι θα αποκτήσει με τον ερχομό του Κωνσταντή.
Και εδώ ξαφνικά έγινε και το τρίτο θαύμα. Εκεί μέσα στο διαδίκτυο που συνομιλούσε  με πολλούς φίλους, εμφανίστηκε ένας, που αρχικά δεν του έδωσε σημασία, ήταν ένας από πολλούς, που ενδιαφερόταν για τα άλογα… Τα άλογα ήταν το θέμα της διαδικτυακής αυτής ομάδας. Γιώργη τον έλεγαν αυτόν.
Δυο περίπου μήνες συνομιλούσαν και μια μέρα η Στέλλα τον κάλεσε σπίτι της, να δει τα άλογά της. Και ήρθε ο Γιώργης από την μακρινή Πελοπόννησο και έμεινε. Ήρθε για Σαββατοκύριακο και δεν γύρισε: «Βρήκα επιτελούς αγάπη», της είπε.  Η Στέλλα, το σπίτι της, το λιβαδάκι, ο Κωνσταντής και η Μάγια – όλα ήταν γεμάτα με τόση αγάπη, που ο Γιώργης δεν σκέφτηκε καν να πάει πίσω στη ζωή του την γεμάτη θυμούς … Θυμήθηκε ότι τελικά ο αρχαίος Σωκράτης είχε απόλυτο δίκαιο όταν φανταζόταν την ψυχή ως μια αθάνατη ουσία η οποία κινείται στον υπερουράνιο χώρο διαιρεμένη σε τρία μέρη, τα δύο από τα οποία έχουν μορφή αλόγου και το τρίτο μορφή ηνιόχου, το ένα κακότροπο, που συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την ευτέλεια της σάρκας, και το άλλο πνευματικό, που συγγενεύει με τους θεούς και μπορεί να ατενίζει το υπερουράνιο κάλλος…
Η  Στέλλα δεν είχε καμιά αμφιβολία  για τον Γιώργη, αφού  δυο μήνες μιλούσαν και τά ‘παν όλα,  της αρκούσε να αγαπήσει ο Γιώργης τα άλογα της και μετά αυτήν την ίδια, σαν έγινε ο Ηνίοχος, που θα τα ισορροπούσε  όλα και θα έφερνε  στη ζωή τους την αγνότητα …
Και πράγματι, η ζωή τους έστρωσε ήρεμα στο ρυθμό του βηματισμού των αλόγων με πέταλα: τουκ-τουκ- τουκ …
Αργότερα έφτιαξαν μελίσσια και το μέλι τους έφερε χρήματα, οικονομική άνεση και μια γλύκα…. Και ο Γιώργης απέκτησε μια  συνήθεια, όταν ήθελε να πει κάτι στη Στέλλα, κάτι σοβαρό, τότε απλά την κοιτούσε μέσα στα μάτια, σαν τον Κωνσταντή, που δεν είχε γλώσσα να μιλήσει …



Σοφία Προκοπίδου, Θεσσαλονίκη, Ιούλιος 2016

14 Ιουλ 2016

Бабка Лемона уходит в Рай и другие рассказы Антигоны

Κυκλοφόρησε στη Μόσχα η έκδοση του βιβλίου μου "Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι" στη δική μου μετάφραση, αλλά με διαφορετικό τίτλο: "Η γριά Λεμόνα φεύγει στον Παράδεισο και άλλες ιστορίας της Αντιγόνα». Είναι 19 νουβέλες και διηγήματα: http://litznak.ru/biblioteka.html
Χορηγός της έκδοσης - ο αγαπημένος ξάδελφος, Θεόδωρος Καραφουλίδης‪#‎Protos‬. Με ενημερώνουν ότι το βιβλίο ήδη βραβεύτηκε (από το χειρόγραφο) από το Ρωσικό τμήμα της Παγκόσμιας Οργάνωσης " Αρτίδα" που έχει ως σύνθημα τα λόγια του Ντοστογέφσκυ «Η ομορφιά θα σώσει τον Κόσμο». Ευχάριστα νέα!



В
 Москве вышла в свет моя книга «Бабка Лемона уходит в Рай и другие рассказы Антигоны» .Это сборник 19ти новелл и рассказов. Сегодня мне сообщили, что за книгу (по рукописи, которая была выдвинута) мне присудили награду - лауреат ХУ1 Артиады народов мира по номинации "Литература".
Издание спонсировал мой любимый двоюродный брат‪#‎ФедорКарафулиди‬, за что ему огромное спасибо! Книгу я посвятила грекам России, Грузии, Украины и Казахстана, всем грекам мира...
Здесь текст всей книги- доступ сводобный: http://litznak.ru/biblioteka.html


Исли нажать на адрес http://litznak.ru/biblioteka.html , то можно увидеть обложку моей книги и даже свободно почитать ее текст -150 страниц- 19 новелл и рассказов. Книга только что сегодня вышла из печати в Москве. Наверное пахнет свежестью типографской краски и бумаги..Но я даже не понюхала ее еще, так как живу в Салониках, и когда увижу ее живьем пока не знаю. «Бабка Лемона уходит в Рай и другие рассказы Антигоны» это перевод сборника новелл и рассказов на греческом языке, который я написала в 2010 году (издана была σ 2013 году#Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι" ...Греческую книгу я писала быстро и вдохновенно, а вот к переводу шла долго... объяснить не могу, это из разряда необъяснимых ситуаций, которые на самом деле можно даже очень хорошо объяснить, только делать я этого не буду сейчас. Просто уже не интересно, так как книга вышла на русском языке и даже мне сегодня сообщили, что за нее (по рукописи, которая была выдвинута) мне присудили награду - лауреат ХУ1 Артиады народов мира по номинации "Литература". Конечно приятно, только -признаюсь- я даже не знала про существование этой международной организации, которая оказывается занимается как раз тем, что и я: стараюсь чтобы мир стал краше а люди улыбчивые...
А если вы задатитесь вопросом, почему у вас свободный доступ к тексту книги, то это потому, что издание спонсировал мой любимый двоюродный брат@Федор Карафулиди ‪#‎Protos‬, за что ему огромное спасибо!
На обложке замечтательная картина художницы Лии Элефтериаду@/Lia Eleftheriadou. Это просто настоящая Антигона - героиня книги, хотя Лия написала свое произведение автономно... но так получилось, что как будто бы писала картину по моей книге... Огромное спасибо Лие!
Книгу я посвятила грекам России, Грузии, Украины и Казахстана, всем грекам мира...Или просто всем хорошим людям мира, которые украшают нашу жизнь своей добротой! Нажимайте - читайте и пишите, если что)))) Sofia Prokopidou "Μια βαλίτσα μαύρο χαβιαρι"