11 Οκτ 2016

Η πτήση ευτυχισμένων ανθρώπων


Οι επιβάτες για την πτήση Θεσσαλονίκη - Μόσχα ήταν μετρημένοι. Τους κοίταξε έναν, έναν διακριτικά, όμως, από εκεί που καθόταν, δίπλα στην πύλη εξόδου, έτοιμη και ταχτοποιημένη με τη μικρή βαλίτσα και το διαβατήριο στο χέρι. Δεν άνοιξε το τάμπλετ, ούτε το βιβλίο για μην ξεχαστεί πάλι και συμβεί κάτι ανάποδο.
Να περάσει ώρα, αποφάσισε να μελετήσει τους επιβάτες, κάνοντας δικά της σενάρια για τις ζωές τους. Ήθελε να δει πως νιώθουν οι άνθρωποι που σε λίγα λεπτά θα πετάξουν στον ουρανό. Της άρεσε να γράφει σενάρια με το μυαλό της, κοιτάζοντας αγνώστους. Έτυχε, κάποιες φορές να βγουν αληθινά. Είχε την ικανότητα να βλέπει πέρα από την επιφάνεια. Αλλά πολλές φορές έπεφτε έξω και μετά έλεγε στον εαυτό της απολογητικά: “Κοίτα να δεις, έκανα λάθος…εκπέμπει τέτοια μητρότητα, αυτάρκεια, πίστεψα πως είναι παντρεμένη με ευτυχισμένο γάμο και τουλάχιστον δυο παιδιά!» ενώ ήταν μια συμπαθέστατη κυρία που γνώρισε σε μια παρέα που στο τέλος της ομολόγησε, πως δεν είχε παντρευτεί ποτέ της, και πως νιώθει αφόρητη μοναξιά…
«Μα γιατί δείχνει ευτυχισμένη; ενώ πιστεύει πως δεν είναι; Πως γίνεται αυτό;» αναρωτιόταν και δεν μπορούσε να καταλάβει που βρίσκονται και αποτυπώνονται τα σημάδια της ευτυχίας στον άνθρωπο.
Στα μάτια, σίγουρα, εκεί μέσα δεν μπορείς να κρύψεις τίποτα…

Και τώρα κοιτάζοντας τους επιβάτες έψαχνε να βρει, αυτούς που ήταν ευτυχισμένοι. Σε στιγμές αναμονής, ειδικά σε ουρές ή σε πτήσεις οι άνθρωποι γίνονται υπάκουοι, σιωπηλοί, αληθινοί, αφημένοι στην τύχη δείχνουν της ουσία τους. Σε λίγο απογειώνονταν για ένα ταξίδι μέσω ουρανού, όλοι ήξεραν πως η ζωή τους θα είναι σε κίνδυνο για κάποιες ώρες…
Στην αρχαιότητα ο φόβος του ταξιδιώτη ήταν αλλιώτικος. Ο φόβος του ήταν μια συνήθεια. ΟΙ άνθρωποι άφηναν τη ζωή του στο θέλημα του Θεού. Ήταν απελευθερωμένοι από τον φόβο, γιατί ήξεραν πως μόνο Αυτός ξέρει για τη συνέχεια της ζωής του καθενός. Αλλά όλα συνέβαιναν στη Γη. στα χρόνια στα ιστορικά οι άνθρωποι δεν ανέβαιναν ποτέ στον ουρανό. Πετούσαν μόνο στα όνειρα τους και στα παραμύθια μαζί με ήρωες παραμυθιών …

Πέρασε τρέχοντας από δίπλα της ένα τρίχρονο αγόρι. Έφτασε στο κέντρο της αίθουσας και πέταξε στη μέση το αυτοκινητάκι του. Μετά γύρισε στη μητέρα του ζητώντας γκρινιάρικα το τάμπλετ της. Του το έδωσε. Ο μικρός αμέσως σοβάρεψε. Κάθισε ικανοποιημένος σε μια θέση δίπλα της. Άνοιξε το τάμπλετ με μια άνεση και γνώση σα να το έχει μάθει από την ώρα της συλλήψεις του στην μήτρα ακόμη και άρχισε να σερφάρει. Η έκφραση του προσώπου του αλλοιώθηκε. Τώρα έμοιαζε πως θα γίνει μετά από 15-20 χρόνια. Νεαρός άνδρας.
Η μητέρα του παιδιού σηκώθηκε κουρασμένα, πήγε μάζεψε το πεταμένο αυτοκινητάκι…Όταν γύρισε του είπε γκρινιάρικα: «Αγάπη μου, δεν πετάμε τα παιχνιδάκια, καλά;» Το τρίχρονο την κοίταξε αφηρημένα και πάτησε με δύναμη το τάμπλετ, δίνοντας να καταλάβει η μάνα του, ότι το πραγματικό του παιχνίδι είναι μόνο αυτό!
Μια κοπέλα γέλασε δυνατά με μεγάλο ενθουσιασμό. Μάλλον κάτι καλό άκουσε στο κινητό που μιλούσε πολύ ώρα.
Όλοι γύρισαν να δουν ποια γελά. Κάποιοι ενοχλήθηκαν από την υπερβολική χαρά της γιατί είχε χαλάσει τη σιωπή της αναμονής.
Οι περισσότεροι ήταν καθιστοί με τα διαβατήριο στα χεριά, περίμεναν πως και πως να περάσουν τα σύνορα μεταξύ Γης και Ουρανού.

Η Νάντα θυμήθηκε τους πρόσφυγες καθιστούς στο χώμα, στην Ειδομένη.
Πήγε από κει μια μέρα με την Αγγέλα για να βοηθήσουν τους εθελοντές.
Τους λυπήθηκε τόσο πολύ, σφίχτηκε η καρδιά της, η ψυχή της πόνεσε, δάκρυσε.
Πριν μήνες, την άνοιξη, όταν ήρθαν οι πρώτοι πρόσφυγες στη Θεσσαλονίκη σαν τα αποδημητικά πουλιά που έχασαν την ικανότητα να «διαβάζουν» το χάρτη του ουρανού, πήγε από την Αριστοτέλους, για να δει πως είναι. Το πρόσωπο της σκοτείνιασε, δεν είπε τίποτα. Ηθελε κάτι καλό να πει στους ανθρώπους αυτούς, που αν και άγνωστοι, ήταν σαν να τους ήξερες όλους, και δεν χρειαζόταν καμιά κουβέντα. Την ίδια μέρα έγραψε ένα ποίημα:

Ήρθαν σπίτι μου
πρόσφυγες
δεν κτύπησαν
την πόρτα μου
στην καρδιά μου
κτύπησαν.
Ξαπλωμένοι στο τσιμέντο
της Αριστοτέλους
σκεπασμένοι με δέντρα
του πάρκου, στη
σκιά της
Αρχαίας αγοράς,
δεν μιλούσαν
μόνο με κοιτούσαν
με βλέμματα
μου είπαν
την ιστορία τους.

Τους κοιτούσα
κ’ εγώ
με το μάτια μου
τους είπα:
«Τα ξέρω όλα,
μην ανησυχείτε.
Τα πέρασα.
Ο φόβος
της φυγής
μου έμενε ακόμα.
Όλοι πρόσφυγες
Είμαστε σε αυτόν τον
πλανήτη,
τη Γαία.

Τους είπα επίσης,
ότι είμαι και εγώ
από τη Συρία
και ίσως από το Ιράκ,
την Τουρκία,
τη Ρωσία,
την Ουκρανία…
Δεν θυμάμαι ακριβώς.

Τους είπα και ένα μυστικό:
ότι δεν μπορούν να φύγουν
αλλού.
Οι δρόμοι μπερδεύτηκαν
και δεν οδηγούν πουθενά
σε αυτήν τη Γη να πάνε.

Μόνο αν βγάζουν φτερά
Στον ουρανό να πετάξουν
Εκεί, που δεν υπάρχει πατρίδα
εκεί
θα βρουν τον Θεό
Παντοδύναμο
Ξέρει μόνο αυτός να τους δώσει
ζωή και ειρήνη.
----
Τους κοιτούσα
με στόμα κλειστό
Δεν είχα λόγια να πω...

«Πολύ καλό το ποίημα σου! Αλλά τί τον ήθελες, τον Θεό στον ποίημα; Το χάλασες!» της είπε η φίλη της, Μίκα. Η Μίκα δεν πίστευε στο Θεό. Έτσι έλεγε. Αλλά η Νάντια πίστευε - δεν υπάρχουν άθεοι άνθρωποι. «Μπορείς να γεννηθείς χωρίς πατέρα; Κάποιον πατέρα θα έχεις, ακόμη και αν δεν το ξέρεις!» της απάντησε. Η Μίκα δεν ακούει ποτέ τέτοιες κουβέντες, της φαίνονται αστείες. Η απάντηση της είναι μόνο ένα χαμόγελο, από αυτά που στέλνεις για να κόψεις τη συζήτηση.

Τότε στην Ειδομένη ένα-έναν κοιτούσε τα πρόσωπα των ανθρώπων που ήταν ξαπλωμένοι και καθιστοί στο χώμα. Παρατήρησε πως οι γυναίκες, άνδρες , παιδιά, και κάποιοι γέροι έδειχναν ήρεμοι και ευτυχισμένοι. Στην αρχή σκέφτηκε ότι από ευγένεια δείχνουν στους Έλληνες εθελοντές , που ήρθαν να βοηθήσουν, ότι είναι καλά, να μην ανησυχούν για αυτούς τόσο πολύ. Τα προσφυγόπουλα ήταν όλα με ένα χαμόγελο στα προσωπάκια τους. Η Νάντια περίμενε να δει ανθρώπους δύστυχους, λασπωμένους μετά τη βροχή, κρυωμένους. Στο δρόμο προς την Ειδομένη όλο σκεφτόταν με φόβο, πως θα μπορέσει να αντικρίσει την ανθρώπινη τραγωδία;!

Είδε ανθρώπους περήφανους με αξιοπρέπεια. Μια γυναίκα την κοίταξε στα μάτια σαν να της έλεγε πως είναι πολύ καλά. Μέσα της είχε απεριόριστη ευτυχία που επέζησε. Αισθανόταν ηρωίδα που κατάφερε από το θάνατο και τον πόλεμο.
Τώρα όλοι αγαπούσαν και τη λάσπη, ήξεραν ότι μόλις βγει ο ήλιος, θα στεγνώσει, θα γίνει σκόνη, θα μείνει μόνο ο ήλιος. Η Νάντια ανακουφισμένη, ένιωσε σα να ήταν δεμένη με έναν μακρύ ομφάλιο λώρο με όλους αυτούς τους ανθρώπους γύρω, που ήταν ευτυχισμένοι μέσα στην υγρή λάσπη.

Στην επιστροφή η Αγγέλα, πολύ κουρασμένη, όλο έλεγε πως τους λυπάται, αυτούς τους ανθρώπους που βρίσκονται  στο πουθενά και είναι  δύστυχοι. Δεν την αντιμίλησε.
«Μα ήταν ευτυχισμένοι, τα πρόσωπα τους με ανοιχτά βλέμματα χωρίς φόβο πια.. Έμειναν ζωντανοί, αυτό είναι  όλο: να μείνεις ζωντανός! », σκέφτηκε, αλλά δεν είπε τίποτα στη φίλη της , την άφησε να στενοχωριέται  γιατί έτσι η Αγγέλα αισθανόταν πως  συμμετέχει στον πόνο των άλλων.
====
Είχε «μετρήσει» σχεδόν όλους τους επιβάτες σα να ήταν υπάλληλος της αεροπορικής εταιρίας. Της φάνηκε αστείο, αυτή η εμμονή που είχε να μετρά  τους επιβάτες της πτήσης. Ήταν 50, αλλά μπορεί και λίγο παράπονο  σε  αεροπλάνο των  300 θέσεων.
"Άραγε συμφέρει να μεταφέρεις τόσο λίγα άτομα;", σκέφτηκε ενώ στην ουσία ποτέ δεν ήξερε να μετρά κέρδη.   
Στην Ειδομένη είχε γνωρίσει ένα κορίτσι περίπου 12 χρονών. "Πάμε Γερμανία.  Εκεί μας περιμένουν, θα έχουμε από την αρχή επιδόματα - βοήθεια μέχρι που να μάθουμε γερμανικά, και μετά οι γονείς μου θα δουλέψουν, ενώ εγώ και ο μικρότερος μου αδελφός, μόλις φτάσουμε, θα πάμε σχολείο!» έλεγε το κορίτσι , κάνοντας όνειρα. Μιλούσαν στα γαλλικά,  που έμαθε το κοριτσάκι στη Συρία.  Και η Νάντια  ήξερε  πολύ καλά γαλλικά, τα οποία  είχε  σπουδάσει στο φιλολογικό τμήμα του Κρατικό Πανεπιστήμιο του Πιατιγκόρσκ.   Την ξάφνιασε το όνομα της μικρής - Σάρα, το όνομα της την προγιαγιά  της Νάντιας. Δεν την θυμόταν καλά – την προγιαγιά- , αλλά θυμόταν τις χειροποίητες κούκλες που της είχε φτιάξει. Έπαιζε μαζί τις πολλά χρόνια μέχρι που μεγάλωσε. Όλες οι τέσσερες κούκλες ήταν κορίτσια, αλλά με διάφορα φορέματα και διαφορετικούς χαρακτήρες. «Σε κάποιο κουτί στην αποθήκη του σπιτιού, στη Ρωσία πρέπει να είναι ξεχασμένες… Να πάω από κει, να τις βρω, να τις φέρω στην Ελλάδα!» σκέφτηκε με χαμόγελο.   Η μικρή Σάρα τη ρώτησε αν έχει παιδιά,  ήταν  έξυπνο και χαριτωμένο κορίτσι, δεν είχε χάσει ούτε τη μητέρα της ούτε τον πατερά ούτε τα αδέλφια της. Όλη η οικογένεια ήταν μαζί.  
«Ναι, έχω. Δυο παιδιά, είναι μεγαλύτερα από σένα. Κορίτσι και αγόρι και οι δυο σπουδάζουν στο πανεπιστήμιο», της είπε .
-----
Πίσω από τη τζαμαρία του αεροδρόμιου φαίνονταν τα αεροπλάνα που εφοδίαζαν με καύσιμα. Έδειχναν σα γουρουνάκια, καθαρά, χορτάτα. Πράγματι, το αεροπλάνο έχει μια μορφή που γαληνεύει το μάτι, τη στρογγυλάδα, που ‘έχει …  Αλλά αυτό μέχρι εκεί, ξαφνικά βάζουν τη δύναμη τους, ανεβαίνουν σαν πουλιά  στον ουρανό και τρέχουν σα σφαίρα, σκίζοντας τα σύννεφα και το χρόνο... Το αθώο αεροπλάνο γίνεται ένα κλειστοφοβικό όχημα που μεταφέρει φοβισμένους ανθρώπους από μια άκρη της Γης στην άλλη.
Από τον φόβο της πτήσης κάθε φορά η Νάντια κάτι ξεχνούσε. Μια φορά το διαβατήριο, άλλη φορά ξέχασε να ξυπνήσει  στην ώρα, και πριν χρόνια κατάφερε να χάσει ακόμα και  την πτήση ενώ ήταν ήδη στο αεροδρόμιο.
Πίστευε πως ο φόβος για τις πτήσεις εμφανίστηκε μετά το τραγικό δυστύχημα. Πριν πολλά χρόνια, το καλοκαίρι  στο Άντλερ, μετά την απογείωση .λίγα μετρά μακριά από την κεντρική  πλαζ ένα αεροπλάνο Ήταν γεμάτο ευτυχισμένους ξεκούραστους μαυρισμένους από τον ηλιοθεραπεία    ανθρώπους - παραθεριστές που επέστρεφαν σπίτια τους  από το καλύτερο θέρετρο.
Πήγε με τους φίλους της στην παραλία να δει την τραγωδία. Η θάλασσα ήταν χωρίς ίχνος κύματος.  Μια τρομακτική σιωπή παντού. Η πλαζ άδεια. Ακόμα και  τα πουλιά, οι γλαροί, εξαφανίστηκαν. Μέσα στη θάλασσα, πεντακόσια μέτρα μακριά από την ακτή, έπλεαν πολλά  σκάφη. Έψαχναν για τυχόν επιζώντες. Λίγοι άνθρωποι  στην παραλία έρχονταν και  γρήγορα έφευγαν. Κανείς δεν ήθελε να πιστέψει, πως περίπου 300 άνθρωποι χάθηκαν σε μια στιγμή μέσα στα σκοτεινά  νερά της θάλασσας.
Για πρώτη φορά τότε, η δεκαπεντάχρονη Νάντια  συνειδητοποίησε πως η ζωή μπορεί να αλλάξει σε ένα δευτερόλεπτο, και ότι είναι ματαιόδοξο να νομίζει κανείς, ότι μπορεί να την κουμαντάρει ...

Δεν είχε δει ποτέ πόλεμο. Η τύχη της γενιάς της.  Αλλά είχε δει έργα κινηματογραφικά για τον πόλεμο. Μια φορά στην ποιητική βραδιά  ξέσπασε σε λυγμούς όταν απάγγειλε ένα ποίημα του Σίμονωβ με τίτλο: «Περίμενε με» … ήταν γράμμα από το μέτωπο ενός  στρατιώτη στην αγαπημένη του. Άδοξα κατέβηκε από τη σκηνή, ντρεπόταν πολύ για την αδυναμία και την ευαισθησία της. Ήταν και το όνειρο που είδε έξι χρονών, ένα φρικτό όνειρο και δεν ξεχνιόταν. Μαζί με τον αδελφό της που τον είχε στην πλάτη, έφευγε από το θάνατο. Την κυνηγούσαν  φασίστες πάνω ένα τεράστιο όχημα. Ήταν μια κομπίνα. Οι φασίστες με κάσκες ήθελαν να τους σκοτώσουν με αυτόματα όπλα.  Ο μικρότερος  αδελφός της από φόβο έσφιξε με τα χεράκια του το λαιμό της. Ο φόβος της σφαίρας ήταν μεγαλύτερος από  την ασφυξία, που ένιωσε. Τον φόβο της φυγής από το θάνατο δεν ξεχνούσε  για πολλά χρόνια. Μόνο όταν μεγάλωσε και γέννησε το πρώτο της παιδί,  εξατμίσθηκε ο φόβος από αυτό το όνειρο.    
Η διαδρομή της ζωής του ανθρώπου γίνεται  γύρω του. Συνέχεια κάνουμε κύκλους, ενώ νομίζουμε ότι πάμε κάπου ευθεία..  Μια βλέπουμε νότια, μια βόρεια, μια ανατολικά , μια δυτικά…Δεν έχει τέλος, όμως.

Στο αεροπλάνο η Νάνται συνήθως καθόταν στο διάδρομο για περισσότερη ελευθερία. Θυσίαζε τη θέση στον παράθυρο με θεά τον ουρανό και τα  ωραία πυκνά  σύννεφα που μοιάζουν βουνά και παρχάρια μέσα στην ομίχλη. Οι περίπου πενήντα επιβάτες σκορπίστηκαν στο άδειο αεροπλάνο…Το αεροπλάνο ανέβηκε γρήγορα στο απέραντο του ουρανού και σταθεροποίησε την ταχύτητα του.  
«Ο δρόμος για τον Παράδεισο από εδώ πάνω, από τα σύννεφα, είναι πιο κοντινός», σκέφτηκε και έκλεισε τα μάτια.
Στην ίδια σειρά, στο παράθυρο,  καθόταν ένας νεαρός με μουστάκια και γένια. Διάβαζε ένα βιβλίο. Μισάνοιξε το αριστερό της μάτι να  δει ποιο καλά  τον τριχωτό νεαρό. Δεν έμοιαζε τίποτα.  Ούτε αναρχικό - επαναστάτη, ούτε θα  έλεγε «μάγκα», ούτε ιερέας.
Ο νεαρός έπιασε  το κρυμμένο της βλέμμα, γύρισε και την χαμογέλασε.
"Έχει καλό χαμόγελο, πρέπει να’νε καλό παιδί,» σκέφτηκε και αποκοιμήθηκε...
Πέρασε περίπου μια ώρα και  την ξύπνησε ο νεαρός. Την άγγιξε τρυφερά στο ώμο, ζητώντας να τον αφήσει να βγει από την θέση, να πάει τουαλέτα. Όταν γύρισε της είπε: «Ξανά σας ζήτω συγγνώμη, που σας ξύπνησα, κοιμόσαστε   πολύ καλά, σας είδα, αλλά έπρεπε να βγω. Με λένε Νικόλα, εσάς;
-Νάντια.
-Από που προέρχεται;
-Από Ναντέζντα
-Ακόμα πιο σπάνιο, πρώτη φορά το ακούω...
- Είναι ρωσικό όνομα.
-Ααα, είπε ο νεαρός. Κατάλαβα, είσαστε Ρωσίδα!
-Όχι, είμαι Ελληνίδα που γεννήθηκα στη Ρωσία.

Ο Νικόλας χαμογέλασε συγκαταβατικά.

Η Νάντια δεν είχε όρεξη για συζήτηση,  αλλά ήθελε να του εξηγήσει τί σημαίνει το  όνομα της:
-Το Νάντια είναι από  Νατέζντα, που  σημαίνει «Ελπίδα».
- Γιατί δεν το αλλάξατε; Μπορούσατε να το αλλάξετε!
- Ναι, αλλά όταν πήρα την ιθαγένεια, το κράτησα. Το  «Ελπίδα» είναι ωραίο, αλλά ασυνήθιστο για μένα όνομα, κράτησα αυτό που συνήθισα από μικρή. Όλος ο κόσμος με ξέρει «Νάντια», δεν ήθελα να είμαι κάποια άλλη.

-Σίγουρα, είναι πιο εύκολο να έχουμε ονόματα με τα οποία μας φώναζαν όταν είμαστε μικρά, τότε δεν χανόμαστε,  είμαστε πιο ασφαλείς, πιο ευτυχισμένοι, είπε ο νεαρός .

-Φυσικά, χαμογέλασε στο νεαρό, που όλα τα καταλάβαινε σωστά.  Έβγαλε από τη τσάντα της  τη μάσκα ματιών.  Αμέσως δημιουργήθηκε «τοπικό» σκοτάδι. Ένα σκοτάδι που μπορεί πάντα να φύγει, μόλις το θελήσεις. Ένιωσε  ευτυχισμένη που τώρα θα  κοιμάται, ενώ το αεροπλάνο, θα σκίσει τον ουρανό με  ταχύτατα «του φωτός»,  να την  πάει   γρήγορα  στον προορισμό.

==
Σοφία Προκοπίδου,
Θεσσαλονίκη, 2016.10.10