15 Νοε 2016

Η τιμωρία των διαμαντένιων σκουλαρικιών




Μια φθονερή ζηλιάρα ήταν η Κούλα. Ζήλευε ακόμα και αυτούς που γελούσαν ανέμελα… «Και γιατί γελάνε, σαν χαζοί», διαμαρτυρόταν για τη χαρά των άλλων. Ήταν γειτόνισσα μου τα πρώτα χρόνια της ζωής μου στην Ελλάδα. Ερχόταν κάθε μέρα να μου πει τα νέα της οικοδομής, που ήταν και ιδιοκτήτρια της. Εγώ δεν ήθελα τα κουτσομπολιά της, δεν με ενδιέφεραν λεπτομέρειες της Κούλας για τις ζωές ανθρώπων που δεν ήξερα. Ήμουν «μουγκή» τότε, δεν ήξερα ελληνικά και η Κούλα δεν ήξερε ποντιακά για να την αντιμετωπίσω ανάλογα διπλωματικά και να μην μαλώσουμε στο τέλος. 



Μια μέρα έρχεται αναστατωμένη και μου λέει με ένα ύφος της δικαστίνας που πήρε τη σωστότερη απόφαση: «Έδιωξα τη Λένα, που καθάριζε τις σκάλες της οικοδομής μας!» Έμενα άφωνη, γιατί άκουγα πολλές φορές πως την παίνευε για την καθαριότητα που έκανε. 
«Ανοίγω την πόρτα εισόδου, μπαίνω, και πέφτει φως του ήλιου από έξω στο πρόσωπο της Λένας που καθαρίζει τη σκάλα. Ξαφνικά μια αστραφτερή σπίθα από το αφτί της μου τρύπησε το μάτι. «Τα σκουλαρίκια σου πολύ λάμπουν», της λέω. «Είναι μπριγιάν μισό καράτι, για αυτό…» μου απαντάει με ένα ύφος της βασίλισσας με σκούπα. Αφού έχεις διαμαντένια σκουλαρίκια, είσαι πλούσια - δεν σε θέλω καθαρίστρια, να πας να βρεις αλλού, εγώ θέλω να βοηθώ φτωχούς και δύστυχους. θέλω μια φτωχιά κοπέλα να μας καθαρίζει τις σκάλες!» 
Η Κούλα πράγματι έδιωξε από τη δουλειά τη Λένα, που στενοχωρήθηκε πάρα πολύ, γιατί είχε δυο μικρά παιδιά, έμενε κοντά και την βόλευε να εργάζεται σε αυτήν την οικοδομή…
Τότε προσπάθησα να εξηγήσω στην Κούλα τί σημαίνει να έχει μπριγιάν μια Καυκάσια γυναικά, αλλά δεν μπήκα στον κόπο, έτσι και αλλιώς δεν θα με καταλάβαινε, πίστευε πως έχει απόλυτο δίκιο. 
-----
Δεν ξέρω αλλά εγώ πάντα αδιαφορούσα για τα διαμάντια, μπριγιάν… Από την εποχή εκείνη μέχρι και σήμερα φοράω ασημένια χειροποίητα κοσμήματα. Ο χρυσός δεν μου πάει. 
Στην Νότια Ρωσία και την Γεωργία λίγο πριν την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, ξαφνικά ήρθε μια μόδα μια εμμονή να έχουν οι γυναίκες διαμαντένια σκουλαρίκια και δακτυλίδι. 
Τα σοβιετικά μπριγιάν ήταν άριστης ποιότητας και πουλιόντουσαν στα κρατικά κοσμηματοπωλεία. Ήταν πανάκριβα. Μέσα στη μιζέρια αλλά και την ασφάλεια της κρατικής πρόνοιας, όλοι σε αυτήν την χώρα σαν να πάθανε μια αρρώστια πλουτισμού, μια υστερία να αποκτήσουν διαμάντια. Όλες οι νύφες για το γάμο ήθελαν οπωσδήποτε στα αυτιά έστω μικροσκοπικά αλλά διαμαντένια σκουλαρίκια. Τα μπριγιάν έγιναν ανάρπαστα στο κρατικό εμπόριο και τα «έβγαζαν» παράνομα στην μαύρη αγορά, στο παρεμπόριο, όπου πουλιόταν σε διπλάσιες και τριπλάσιες τιμές. 
Ενώ εγώ αδιαφορούσα για μπριγιάν, κάποια στιγμή και εμένα με έπιασε ο διαμαντο-ιός. Ίσως με είχε επηρεάσει μια φίλη που είχε πει, ότι όποια γυναίκα σέβεται τον εαυτό της , πρέπει να έχει σκουλαρίκια ή δακτυλίδι με μπριγιάν. 
Άρχισα να ενδιαφέρομαι και εγώ για τα διαμαντένια σκουλαρίκια. 
Μια μέρα ήρθε σπίτι μια γειτόνισσα – μαυραγορίτισσα, που μου έφερε να δω ένα ζευγάρι σκουλαρίκια που ήθελα. Ήταν αργά απόγευμα, εγώ ζύμωνα. Περίμενα τη παρέα φίλων για κρασάκι. Τότε το φόρτε μου ήταν μια απλή λαχανόπιτα. Και τις βεγγέρες με λαχανόπιτα τις λέγαμε «καπούστνικ» που σήμαινε «λαχανο-πάρτι». Η παράδοση ήρθε από το 19ο αιώνα όταν στη Ρωσία οι φτωχοί ηθοποιοί μαζεύονταν τα βράδια για τραγούδια και ποίηση και έφτιαχναν να φάνε μια απλή εύκολη πίτα από ζυμάρι με μαγιά που φουσκώνει...  
Τα χέρια μου ήταν μέσα στη ζύμη και δεν άγγιξα τα σκουλαρίκια. Μόνο τα κοίταξα και της είπα να μου τα αφήσει να τα δείξω και στον άνδρα μου. Η τιμή τους ήταν 800 ρούβλια. Ο μισθός τότε ήταν 180 -200 ρούβλια. Συμφώνησε, και άφησε το κουτί πάνω στο τραπέζι. 
Το βράδυ περάσαμε τέλεια με παρέα φίλων, με κρασί και τη λαχανόπιτα, αλλά και κιθάρα και  τραγούδια των αγαπημένων βάρδων. Είχα ξεχάσει εντελώς για τα σκουλαρίκια.

Το πρωί όμως ως πρώτη σκέψη μου έρχεται μια υπενθύμιση για τα σκουλαρίκια που έπρεπε να τα δείξω στον άντρα μου. Καταλαβαίνω, πως δεν θυμάμαι  που τα ακούμπησα. Άρχισα να ψάχνω.. έψαξα παντού! Δεν τα βρήκα. Σκέφτηκα ότι κάποιος από την χθεσινοβραδινή παρέα τα είχε κλέψει, και δεν ήθελα να το πιστέψω… Άρχισα να καταριέμαι τον εαυτό μου για την επιθυμία να αποκτήσω διαμαντένια σκουλαρίκια. Τα χρήματα ήταν πολλά! Παρά πολλά. 
Ήρθε η μητέρα μου και με είδε στα χάλια μου.  Η μαμά ήταν ψύχραιμη, άρχισε την έρευνά της. Έψαξε και αυτή παντού και μετά πήρε τον κουβά με τα σκουπίδια, έστρωσε στο πάτωμα τις εφημερίδες και έριξε τα σκουπίδια πάνω. Άρχισε να ψάχνει το κάθε σκουπίδι…Εγώ απαρηγόρητη της λέω «δεν μπορεί να είναι εκεί!». Την ίδια ώρα ήρθε το σκουπιδιάρικο και κόρναρε. Την εποχή εκείνη βγάζαμε τα σκουπίδια μόνο όταν ερχόταν το σκουπιδιάρικο, δεν υπήρχαν κάδοι έξω στους δρόμους. 
«Μαμά μου, γρήγορα μάζεψε τα, θα φύγει το σκουπιδιάρικο…Να προλάβω να τα βγάλω!
Η μαμά δεν βιάζεται καθόλου, συνεχίζει να ψάχνει στα σκουπίδια μου, ενώ εγώ μετρούσα σε πόσους μήνες θα μαζέψω τα 800 ρούβλια για να εξοφλήσω τα χαμένα σκουλαρίκια. Ξαφνικά η μαμά μου πιάνει ένα τσαλακωμένο σαν μπάλα χαρτί και το ξετυλίγει, ενώ εγώ σκέφτομαι το σκουπιδιάρικο που φεύγει και τα σκουπίδια μου που τώρα πρέπει να μηνούν μέχρι το βραδύ μέσα στο σπίτι… 
«Αυτά είναι;», με ρωτάει με δυνατή της φωνή και  βλέπω τα δυο σκουλαρίκια στην παλάμη της μητέρας μου! «Αυτά! Αυτά, αυτά!» φώναξα σα να μου τα δώρισαν μόλις. Και πράγματι ήταν δώρο! Γιατί παραλίγο θα φεύγανε για πάντα στη χώρα της χωματερής.

… Τα πέταξα σαν σκουπίδια, σκουπίζοντας το τραπέζι το αλεύρι και το ζυμάρι. Όμως στην ουσία τα είχα πετάξει μόλις τα είδα, όταν μου τα έφερε η γειτόνισσα. Δεν τα άγγιξα καθόλου, γιατί η λαχανόπιτα που ετοίμαζα για τη βραδιά με φίλους ήταν πιο πολύτιμο πράγμα στη ζωή μου από τα σκουλαρίκια με μπριγιάν...
---

Θεσσαλονίκη, 14/11/2016