25 Δεκ 2016

Η Ωραία και το Τέρας





Όταν συναντάμε τα αληθινά παραμύθια στη ζωή, νιώθουμε άβολα , δεν τα πιστεύουμε… Το Παραμύθι το θέλουμε εκεί, στα Παραμύθια, στην παράλληλη ονειρική ζωή μας, σα να μην αντέχουμε την παραμυθένια ζωή.
Ο ήρωας μου είναι ένας Άγγελος. Ένας άνθρωπος που τον έλεγαν Άγγελο. Ήταν παραμορφωμένος στο σώμα και το πρόσωπο, ήταν Τέρας. Αλλά η σκέψη του ήταν καθαρή, και ο λόγος του στρωτός, και όπως αναλογεί σε έναν Άγγελο , είχε φτερά! Για τους ανθρώπους, φυσικά, τα φτερά ήταν αόρατα. Αλλά ακόμα αν και ήταν αφανή, φαινόταν πως δεν ήταν πληγωμένα σαν τον ίδιο.
Η Ωραία αγάπησε τον Τέρας και το Τέρας έγινε πρίγκιπας … και έζησαν αυτοί ευτυχισμένα! Μέχρι που ο Άγγελος πέθανε. Το περίμενε, γιατί οι γιατροί του είπαν ότι η αρρώστια του δεν θεραπεύεται και ότι το παραμορφωμένο πρόσωπο και το στραβό σώμα αντανακλά ότι γίνεται μέσα του, με τα ζωτικά όργανα, τα οποία κάποια στιγμή δεν θα αντέξουν… Η βαριά μορφή της νόσου είχε και το όνομα της που ήταν δύσκολο: Ρεσκλινγχαουσέν. Ο όγκος μεγάλωνε με τα χρόνια και σκότωνε τον Άγγελο που ήξερε ότι κάποια στιγμή θα φύγει.
Την ώρα που έφευγε ήταν 34 χρόνια ζωής, αλλά είχε προλάβει να γεννήσει τρία αγόρια. Είχε κουραστεί και αισθανόταν σαν να έζησε ολόκληρο αιώνα. Φώναξε τη γυναίκα του, την Ξένια. Στην αγκαλιά της ήταν το τρίτο τους αγόρι, το βρέφος σαράντα ημερών. Η Ξένια έκλαιγε ασταμάτητα και στέγνωνε το πρόσωπο της με το φανελάκι του μωρού, που θα έπαιρνε το όνομα του πατέρα του- Άγγελος.
Ο Άγγελος λυπόταν μόνο την Ξένια. «Μα εγώ πρόλαβα όλα όσα ήθελα να κάνω, έλεγε. Είσαι όμορφη, θα ήθελα να βρεις έναν άντρα να παντρευτείς αλλά τα αγόρια μας να με θυμούνται ως πατέρα του. Δεν θα με πειράζει να αγαπούν και τον άνδρα σου! Στα παιδιά θα λες ότι μετακόμισα στον ουρανό. Εκεί είναι όλα περίπου σαν στη Γη, αλλά ακόμα καλύτερα, θα τους εξηγήσεις. Άγγελο δεν με λένε; άρα εκεί είναι η πατρίδα μου. Θα μένω τώρα στον ουρανό και θα τους βλέπω από κει και θα τους βοηθάω από κει. Μέχρι που να μεγαλώσουν και θα καταλάβουν, πως δεν θα γυρίσω πια. Μην τους φέρνεις στην κηδεία μου. Να μην με βλέπουν στο φέρετρο!», συνέχιζε να δίνει εντολές, σαν να πήγαινε σε ένα μακρινό ταξίδι με επιστροφή.
Η Ξένια ξέσπασε σε λυγμούς. Άφησε το μωρό σε διπλανό κρεβάτι του θαλάμου και τον αγκάλιασε. Έβγαλε από το πρόσωπα του την μάσκα του και άρχισε να τον φιλάει. Το παραμορφωμένο πρόσωπο του Άγγελου δεν έμοιαζαν πια με ανθρώπινο, Σα να ήταν φτιαγμένο από γλύπτη για να εκφράσει τη φρίκη της ασχήμιας…
Τον φιλούσε και τα δάκρυα της χύθηκαν στο στόμα του. Ο Άγγελος κατάπιε τα αλμύρα δάκρυα που κατέβηκαν κάτω στο λαρύγγι του. Του ήρθε μια ευχαρίστηση, μια γαλήνια ευτυχία, μια γλυκιά αγάπη κατέλαβε το σώμα και την ψυχή του… Έφυγε ήσυχα .
Την ίδια ώρα το μωρό έκλαψε. Η Ξένια σηκώθηκε να το πάρει αγκαλιά και μόλις τότε κατάλαβε πως ο Άγγελος δεν αναπνέει πια. Μέσα στο κλάμα της έχασε τη στιγμή της φυγής του…Βούτηξε το πρόσωπο της στο παιδί της για να μην ακούγεται δυνατά το κλάμα της.
Ήρθε ο γιατρός: «Κορίτσι μου, μη στενοχωριέσαι, ο άνδρας σου έζησε παραπάνω από όσο μπορούσε. Όλα θα πάνε καλά! Έχεις να μεγαλώσεις τρία παιδιά! Ζωή σε σας!»
Τον γιατρό τον έλεγαν Απόστολο και στα πενήντα πέντε του ήταν ακόμα ένας εργένης. Τον Άγγελο είχε γνωρίσει από παλιά, όταν για πρώτη φορά ήρθε να εξεταστεί για το επίδομα αναπηρίας.
«Τον αγαπούσα !» φώναξε η Ξένια
«Το ξέρω!» είπε ο γιατρός.
Ο Άγγελος γεννήθηκε με την ασχήμια του. Δεν ήξερε πώς θα ήταν, αν ήταν κανονικός, σαν τους άλλους, που τον έβλεπαν και τρόμαζαν. Στα δεκαέξι του έβαλε μαύρα μάσκα- γυαλιά με τα οποία κάλυπτε το πρόσωπο του.
Αλλά η ψυχή του ποτέ δεν είχε καταλάβει, ότι βρίσκεται σε ένα σώμα στραβό, με ένα κεφάλι μεγάλο και πρόσωπο άσχημο, ασύμμετρο. Έβλεπε τη μητέρα του, την Ελένη, που ήταν η πιο ωραία γυναίκα στο χωριό. Ο πατέρα του από ομορφιά έμοιαζε έναν γνωστό ηθοποιό από το περιοδικό για το Σινεμά.
 Η μεγαλύτερη του αδελφή είχε χάσει δυο υποψήφιους γαμπρούς από την ασχήμια του Άγγελου. Ήταν όμορφη σαν τους γονείς του, και την ήθελαν πολλοί νεαροί. Οι προξενητές πηγαινοερχόταν. Ο Άγγελος, τότε μικρός, έτρεχε πρώτος να τους υποδεχτεί στην πόρτα και τους τρόμαζε. Οι γονείς τον είχαν μαλώσει, να μη βγαίνει πρώτος ή καθόλου να μη βγαίνει όταν έρχονται ξένοι στο σπίτι τους. Έλεγε «καλά-καλά» και κάθε φόρα ξεχνούσε.
Το θαυμαστό ήταν ότι οι ξένοι που τον έβλεπαν για πρώτη φορά και τρόμαζαν, πολύ γρήγορα ξεχνούσαν την ασχήμια του Αγγέλου, δια μαγείας «εξαφανιζόταν η ασχήμια του». Δεν έβλεπαν πια το στραβό του σώμα και το φρικτό του πρόσωπο, αλλά άκουγαν μόνο τη γλυκιά και την ευγενική ομιλία του.
Ο Άγγελος, ήξερε ότι πρώτα τους τρόμαζε και μετά τους μάγευε. Του άρεσε να τους κάνει καλά, να αισθάνονται καλοί άνθρωποι …
Στην Ελλάδα ο Άγγελος ήρθε 15 χρόνων. Δεν πήγε στο ελληνικό σχολειό, αλλά πολύ γρήγορα έμαθε καλά ελληνικά σα να τα ήξερε από πάντα. Μιλούσε την ελληνική με όλη τη γλύκα που είχε μέσα στη ψυχή, δεν τσιγκουνευόταν πότε στα χαϊδευτικά λόγια. Έλεγε: «αγάπη μου, παιδί, μου, κορίτσι μου, ομορφιά μου, πουλάκι μου, ψυχή μου»… Το Τέρας χάιδευε τις ψυχής των Ωραίων με γλυκόλογα ακόμα και όταν δεν ήθελαν να τα ακούνε από αυτόν.
Ο Άγγελος επέμενε.
Στην χώρα που γεννήθηκε έκρυβαν την ασχήμια. Το σύστημα ήθελε τον άνθρωπο όμορφο και εσωτερικά και εξωτερικά, για αυτό η ομορφιά και καλή υγεία ήταν απαραίτητη για το δυνατό κράτος. Οι παραμορφωμένοι, οι τρελοί- ψυχικά άρρωστοι -ήταν κλεισμένοι στα ιδρύματα, μακριά από τα μάτια του κόσμου. Και τον Άγγελο δεν δέχτηκαν στο σχολείο, όμως δεν τον παράτησαν. Του στέλνανε στο σπίτι δάσκαλους να μάθει γράμματα. Καλά πήγαινε στα μαθηματικά και την ιστορία. Ο μαθηματικός προσπάθησε να τον φέρει στο σχολείο . Εξηγήθηκε στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, ότι ο μαθητής είναι ιδιοφυής στα μαθηματικά και καλό είναι να έρχεται κάθε μέρα στα μαθήματα του σχολείου. Δεν το κατάφερε. Του απάντησαν κατάματα: «Δεν μπορούμε να βάζουμε σε δοκιμασία τα άλλα παιδιά που δεν φταίνε σε τίποτα να βλέπουν το τέρας κάθε μέρα!»
Αλλά ο Άγγελος ερχόταν στο σχολείο κανονικά, κάθε πρωί. Ερχόταν στην αυλή του σχολείου να παίξει στα διαλείμματα με παιδιά που τον φώναζαν «Κουασιμόδο». Του άρεσε πολύ αυτό το παρατσούκλι. Πίστευε πως ήταν χαϊδευτική λέξη. Δεν ήταν τυφλός, έβλεπε στα μάτια των άλλων την αγάπη τους. Ακόμα δεν είχε διαβάσει το μυθιστόρημα του Βίκτορα Ουγκώ «Η Παναγία των Παρισίων», δεν ήξερε ποιος ήταν ο Κουασιμόδος. Αλλά όταν του είπαν για την ιστορία της αγάπης του Κουασιμόδο και της Εσμεράλδας, του άρεσε ακόμα περισσότερο το παρατσούκλι του. Αργότερα, όταν διάβασε το βιβλίο στην Ελλάδα, συγκλονίστηκε πολύ, αν και δεν καταλάβαινε πολλές λέξεις, ήταν στην ελληνική γλώσσα το βιβλίο. Από τότε άρχιζε να σκέφτεται ότι πρέπει να βρει την αγάπη του και να κάνει παιδιά.
«θα παντρευτώ, μόλις μεγαλώσω! είπε στη μάνα του. «Ναι, παιδί μου, θα γίνει κ αυτό !» απαντούσε η Ελένη, που πάντα έκανε όλα τα χατίρια του.
«Είμαι άνδρας, δεν χρειάζομαι ομορφιά, αρκεί να είμαι σωστός!», την εξηγούσε.
«Ναι, παιδί μου!»- του απαντούσε με ένα ύφος σαν να μιλούσε με ένα χαζό ή πολύ μικρό παιδί.
«Μάνα, δεν λέω χαζά! Κάπου διάβασα ότι να είσαι πραγματικός άνδρας πρέπει να φυτέψεις ένα δένδρο, να κτίσεις ένα σπίτι και να γεννήσεις ένα γιο….Εγώ όλα τα έκανα, μου έμενε να παντρευτώ και να κάνω ένα γιο!»
Πράγματι, ο Άγγελος στα 17 του έμαθε πως οικοδομείται ένα σπίτι. Μια φορά πήγαινε για αργατιά -εθελοντική εργασία στο χωριό του θείου του. Μαζεύτηκε τότε εκεί όλο το σόι, φώναξαν τη μάνα του, την Ελένη, να βοηθήσει στην κουζίνα ως μαγείρισσα. Η Ελένη πήρε τον Άγγελο για την κουζίνα, αλλά ο Άγγελος αρνήθηκε: «Θα βοηθήσω στην οικοδομή…θέλω να μάθω πως κτίζεται ένα σπίτι. Όταν θα παντρευτώ, θα μου χρειαστεί!», της είπε. «Ναι, γιε μου, να μάθεις!», του απάντησε και τον κοίταξε με λύπηση ...
Πήγαν στο Ξυλόκαστρο. Εκεί εγκαταστάθηκαν πολλοί συγγενείς και όλοι έκτιζαν σπίτια, ήθελαν να ριζώσουν όσο βαθύτερα γίνεται στην ελληνική Γη, για να μην τους βγάλει κανείς και ποτέ από αυτήν την χώρα.
Σε ένα Σαββατοκύριακο ο Άγγελος έμαθε πως γίνεται η θεμελίωση, πως κτίζονται τοίχοι και γίνεται μόνωση και πολλές άλλες λεπτομέρειες σημαντικές.
Ότι αφορά το δέντρο, ο Άγγελος στην πραγματικότητα είχε φυτέψει πολλά δέντρα στη ζωή του... Κάθε χρόνο στο χωριό τους στην παλιά πατρίδα, έκαναν δεντροφυτέψεις, και οι φίλοι του, γνωρίζοντας πως δεν έλεγε ποτέ «όχι», τον φόρτωναν όλα τα δέντρα για να τα φυτέψει μόνος του, ενώ αυτοί δίπλα έπαιζαν ποδόσφαιρο. Τα κορίτσια του έλεγαν πως είναι χαζός και δέχεται την δουλεία; Αλλά ο Άγγελος για να καλύψει τους φίλους του και τον εαυτό του, για να μην νομίζουν ότι είναι χαζός, έλεγε πως «έβαλε στοίχημα με τα παιδιά και έχασε, για αυτό αναγκάζεται να φυτεύει όλα τα δέντρα μόνος».
Έτσι, φτάνοντας στα είκοσι δυο του χρόνια, του έμενε μόνο το τελευταίο: να γεννήσει ένα παιδί.
Αλλά πρώτα ήθελε να μάθει πως να συμπεριφέρεται με γυναίκα. Κανόνισε με έναν φίλο να βρει μια κοπέλα για να πάει μαζί της, για να μάθει…
Η κοπέλα αυτή όταν τον είδε, ήθελε να δραπετεύσει. Ήταν μια από αυτές , που ήρθαν στην Ελλάδα με σωματέμπορους με το γνωστό δρομολόγιο του τράφικ. Από ευγένεια η κοπέλα δεν ήθελε να δείξει στον Άγγελο την απέχθεια της. Του έλεγε πως έχει πρόβλημα με τα χαρτιά της και ότι θα την απελάσουν, και πρέπει να φύγει αμέσως, τώρα, αυτήν την στιγμή για ένα σημαντικό ραντεβού. «θα τα πούμε άλλη φορά!», του είπε.
Ο Άγγελος την άκουσε προσεκτικά και της πρότεινε βοήθεια : «Αν θέλεις, μπορώ και εγώ να σε βοηθήσω, γιατί η μάνα μου εργάζεται στο σπίτι του Διοικητή Αστυνομίας. Αυτός βοηθάει και δεν θέλει τίποτα».
Η κοπέλα δεν ήξερε τι να απαντήσει στην ειλικρίνεια του. Έπιασε τον εαυτό της, πως δεν τον φοβάται ποια και αποφάσισε να μείνει.
Δεν τον ξάφνιασε τίποτα. Όλα τα είδε φυσιολογικά , σα να είχε παρελθόν στην ερωτική ζωή. Και η κοπέλα του είπε πως δεν θα πίστευε ότι το έκανε για πρώτη φορά. «Έχεις μεγάλο ταλέντο, τελικά! Είσαι αρσενικό!» του πέταξε, φεύγοντας.
Μετά από αυτό, ο Άγγελος είπε στη μάνα: «Τώρα μπορώ να ψάξω μια κοπέλα να παντρευτώ. Έχω τη σύνταξη αναπηρίας, θα μου φτάσουν τα χρήματα!» Αγόρασε ένα παλιό αυτοκίνητο με την βοήθεια του ξαδέλφου του και ήταν έτοιμος να παντρευτεί.
Η Ελένη κοιτάζοντάς τον με τρυφερό βλέμμα, του είπε να πάει μια βόλτα στη χώρα τους: «Έχουμε παντού συγγενείς, μπορεί κάπου εκεί να βρεις μια κοπέλα».
«Ξέρω, κάπου ζει η κοπέλα που θα με αγαπήσει, θα την αγαπήσω και εγώ, θα είναι και καλή μάνα του γιου μου. Θα φύγω, όπως λες, θα πάω στη θεία, στην αδελφή σου» είπε με απόλυτη σιγουριά ότι όλα να γίνουν όπως το θέλει.
Η Ελένη ήξερε, ο Άγγελος δεν είναι τρελός, γιος της ήταν, αλλά το θέμα της παντρειάς το έβλεπε σαν μια τρέλα. «Καημένε μου γιε, σκεφτόταν, ο θεός να σε έχει καλά, και να κάνει τα θελήματα σου!», αλλά στον Άγγελο είπε άλλα: «Εκεί τα κορίτσια είναι όμορφα, αλλά κακομαθημένα, θέλουν χρήματα, και άλλα…μην ψάχνεις όμορφη , δες να είναι καλό κορίτσι και να σε καταλαβαίνει σε όλα!» Τηλεφώνησε στην αδελφή της και της είπε ότι έρχεται ο Άγγελος να ψάξει νύφη να παντρευτεί. «Είσαστε όλοι σας τρελοί”, είπε ξαφνιασμένη η αδελφή της, που είχε τρία παιδιά. Οι δυο κόρες της ήταν παντρεμένες – χωρισμένες.
«Φιλοξένησε τον. Ο Άγγελος θα έχει αρκετά χρήματα μαζί του, δεν θα είναι βάρος, ας’ τον να μένει μερικές εβδομάδες… Μπορεί και να βρει μια κοπέλα. Αφού θέλει να παντρευτεί!» επέμενε η Μάρθα.
«Αλίμονο, βεβαίως θα τον φιλοξενήσω, αλλά τι χαζά είναι αυτά! Τα δικά μου παιδιά που είναι κανονικά, δεν βρήκαν αγάπη πραγματική, και ο δικός σου θα την βρει; Αλλά τι λέω; Να έρθει, να χαρώ, ξέρεις, τον αγαπάω, αλλά μην με ζητήσεις να ψάχνω νύφη για τον ανιψιό μου! Δεν γίνεται να τον συστήνω σε καμιά κοπέλα!»
Η Μάρθα στεναχωρήθηκε, αλλά δεν είπε στην αδελφή της τίποτα. Αυτή περνούσε το δικό της Γολγοθά. «Η καημένη μου αδελφούλα, ο θεός να σε βοήθησε!» μόνο αυτό σκέφτηκε.
О Άγγελος ταξίδεψε με το αεροπλάνο και μετά πήρε τρένο. Στο κουπέ του τρένου βρήκε μια κυρία με την κόρη, μια κοντούλα αλλά με πολύ όμορφο και χαμογελαστό πρόσωπο. Όταν μπήκε, πρόσεξε πως τον κοίταξαν οι γυναίκες με μια αμηχανία και φόβο. «Δεν θέλουν άνδρα στο κουπέ!» σκέφτηκε, και καλά κάνουν, δεν είναι άνετο να ταξιδέψουν τόσες ώρες με έναν άνδρα». Βρήκε τον υπεύθυνο του βαγονιού να του ζήτηση αλλαγή θέσης. «Βρείτε μου κανένα κουπέ με άνδρες», είπε. Ο υπεύθυνος τον κοίταξε με μια απάθεια, και του είπε: «Και ποιος θα σε δεχθεί! έτσι πως είσαι!.. Αλλά κάτσε, θα κοιτάξω, μόλις μπουν όλοι στις θέσεις τους». Τελικά κανένας δεν ήθελε τον Άγγελο στο κουπέ του. «Βλέπεις, δεν μπορώ να σε αλλάξω τη θέση, θα μείνεις εκεί που γραφεί το εισιτήριο σου!».
Ζήτησε συγγνώμη από τις γυναίκες που δεν βρήκε θέση να αλλάξει, αλλά υποσχέθηκε πως τις περισσότερες ώρες θα περνά στο εστιατόριο του τρένο.
Η μάνα και η κόρη του είπαν σχεδόν μαζί «να μην ανησυχεί, όλα θα πάνε καλά και ανθρώπινα».
Τις λέγανε Όλγα και Ξένια.
Μόλις ο Άγγελος έφυγε να ψάξει αλλαγή θέσης, η Όλγα, είπε στην κόρη της: « Υπάρχουν και αυτοί οι δύστυχοι άνθρωποι - τέρατα…, αλλά και εμείς σε τί φταίμε;»
«Μαμά, είναι τρομακτικός, αλλά έχει κάτι, γρήγορα ξέχασα την ασχήμια του!», είπε η Ξένια.
«Κάτσε μαζί μας. Που να πας; … Κόβουν εισιτήρια και δεν τους ενδιαφέρει το φύλο του ταξιδιώτη, είναι άβολα , αλλά τι να κάνουμε!;»
Ο Άγγελος κάθισε, κατέβασε την μάσκα - γυαλιά , κοίταξε την κοπέλα, της χαμογέλασε και είπε ξανά : «Με συγχωρείτε, δεν βρήκα αλλού θέση» και για να σπάσει την αμηχανία, συστήθηκε. Μέτα είπε, ότι έρχεται από την Ελλάδα, πάει στη θεία του. Μίλησε για τη ζωή στην Ελλάδα «ωραία και άνετη», ότι μένει με την μητέρα του…Μετά ανέβηκε στο πάνω ράφι και κοιμήθηκε.
Τον ξύπνησε η κοπέλα, ρωτώντας αν πείνασε και θέλει να φάει μαζί τους. Στο τραπέζι είχε μια βραστή κότα, αυγά, ψωμί, κασέρι... Ο υπεύθυνος του βαγονιού έφερε μαύρο τσάι…αλλά ο Άγγελος ήθελε καφέ, και πήγε στο εστιατόρια να πάρει. Έφερε τρεις καφέδες, χωρίς να ρωτήσει τις γυναίκες αν θέλουν ή όχι. Η Ξένια πήρε τον καφέ, αλλά η μάνα της δεν ήθελε. Μετά το φαγητό, σαν να είχε μεθύσει, τον έπιασε η φλυαρία...
«Όταν ήρθε ο θείος μου πρώτη φορά στην Ελλάδα, είδε παντού στο κέντρο της Θεσσαλονίκης υπογραφές «Unisex” . Λέει στη γυναίκα του «Αμάν! που βρισκόμαστε;» τόση πορνεία παντού, πως γίνεται; και δεν ντρέπονται καθόλου οι Έλληνες; Πορνεία στο κέντρο της πόλης!… Πέρασαν κάτι εβδομάδες, και ο θείος παρέμενε με την απορία αυτή: «Η Ελλάδα είναι ένα πορνείο! Γιατί ήρθαμε να μένουμε εδώ; Όπου πέφτει το βλέμμα μου, γράφει ανοιχτά για το σεξ …unisex …» Και δεν μπορούσαμε να τον ηρεμήσουμε και μετά μάθαμε ότι το «γιούνισεξ» σημαίνει κατάστημα ρούχων για αγόρια και κορίτσια: τζιν, φανελάκια και αλλά. «Χα-χα-χα», γέλασε μόνος. «Μα δεν το ήξερε ο θείος μου!» διευκρίνισε.

Η Ξένια τον άκουγε όλο το βράδυ με ένα χαμόγελο. Eχει ξεχάσει εντελώς την ασχήμια του νεαρού άνδρα που καθόταν απέναντι της, τα μαύρα γυαλιά- μάσκα δεν την ενοχλούσαν πια . Έτσι πέρασαν 12 ώρες ταξιδιού με καλή διάθεση και συντροφικότητα, αλλά και ωραίες ιστορίες που έλεγε ο Άγγελος.
Όταν έφτασαν, και ήρθε η ώρα αποχαιρετισμού, ο Άγγελος έγραψε τον αριθμό του  κινητού  του στο χαρτάκι: «Αν θέλεις να έρθεις καμιά φορά στην Ελλάδα για ταξίδι ή για δουλειά πάρε με, μπορείς να μένεις και σε μας, έχουμε τρία δωμάτια». Η Ξένια πήρε το χαρτάκι με το τηλέφωνο και το έβαλε βαθιά στη τσέπη του τζιν, αλλά δεν έδωσε δικό της τηλέφωνο, ούτε πρότεινε να βρεθούν μια μέρα για καφέ, ή να έρθει σπίτι τους ακόμα, μια που θα έμενε στην πόλη περίπου δέκα ήμερες. Αλλά ο Άγγελος δεν προβληματίστηκε: «Τώρα ντρέπεται, δεν μου δίνει το τηλέφωνο της, δεν πειράζει, κάποια μέρα θα μου τηλεφωνήσει!», ήταν σίγουρος.
Δέκα ήμερες στο Χάρκοβο ήταν βαρετές. Αν μπορούσε να φύγει νωρίτερα, θα έφευγε. Οι ξαδέλφες του ήταν μέσα στην απογοήτευση και μια ελπίδα ότι μια μέρα θα συναντήσουν τον πρίγκιπα  και να ξαναπαντρευτούν. Η θεία του γέρασε μέσα στην βιοπάλη, ενώ ήταν μικρότερη από την μάνα του.
Το μόνο που τον έκανε χαρούμενο ήταν η σκέψη για την Ξένια. «Όταν θα με πάρει τηλέφωνο, θα επιμένω να έρθει στην Ελλάδα, θα την βρω δουλειά,  δεν την γνώρισα πολύ καλά, αλλά μ’ άρεσε…, μ’ άρεσε πολύ!» - σκεφτόταν με λαχτάρα.
Και πράγματι, μόλις ο Άγγελος επέστρεψε στην Ελλάδα, του τηλεφώνησε η Ξένια: «Σε έπαιρνα τηλέφωνο, αλλά το είχες κλειστό!»
«Ναι, για να μην πληρώνω το ρόμινγκ. Αλλά μην ξοδεύεσαι να σε πάρω εγώ!»
Από τότε άρχισαν καθημερνά να μιλάνε στο τηλέφωνο:
«Θέλω να έρθω στην Ελλάδα!» είπε η Ξένια μετά από μια εβδομάδα.
«Να έρθεις, να σου κάνω την πρόσκληση!»
Μετά αποφάσισε να μην την κάνει πρόσκληση ταξιδιού, αλλά να κάνει απευθείας πρόταση γάμου. Από καθημερινές κουβέντες μαζί της την έβλεπε κατάλληλη για να γίνει η γυναίκα του. Του περιέγραφε τα φαγητά που μαγειρεύει, του ‘έλεγε ότι θέλει να κάνει οικογένεια…. Έλεγε «θα μ’ άρεσε να τρώμε μαζί και να περιμένει ο ένας τον άλλων, ακόμα αν πεινάσει κάνεις, να κάνει υπομονή».
«Όταν κάνω δουλειές του σπιτιού, τραγουδάω, έχω καλούτσικη φωνή, λένε! Χα-χα-χα!» , γελούσε με ένα γέλιο σφιγμένο.
«Δεν έχω πολλές φίλες, μόνο δυο!» του έλεγε.
Πέρασε ακόμα μια εβδομάδα και ο Άγγελος της είπε στο τηλέφωνο:
- Ξένια , έχω μια πρόταση για σένα. Θέλω να κάνουμε μαζί οικογένεια, να παντρευτούμε! Αν, βέβαια, εσύ δεν έχεις πρόβλημα με τη μάσκα που φοράω…»
-Τη μάσκα; Την βγάζεις καμιά φορά;
- Ναι! Την βγάζω, όταν είμαι σπίτι μόνος, αλλά τις άλλες ώρες την φορώ. Περισσότερο για τους άλλους, να μην τους φοβίζω …
- Καλά…
- Τι καλά;
-Αφού βγάζεις την μάσκα μέσα στο σπίτι…. τότε να παντρευτούμε!
- Θα δεις, δε θα μετανιώσεις! θα έρθω να σε πάρω από εκεί. θα κάνουμε τον πολιτικό γάμο και μετά εδώ - το θρησκευτικό … Συμφωνείς;
-Καλά, συμφωνώ, του είπε η Ξένια.

Σαν ατομική βόμβα έσκασε η είδηση στη γειτονιά ότι το Τέρας, ο Κουασιμόδος παντρεύεται! Κάποιοι έλεγαν μήπως η κοπέλα έχει κανένα κουσούρι, μήπως είναι τρελή με χαρτιά . Αλλά είδαν, πως η Ξένια δεν είχε κανένα ελάττωμα. Αντιθέτως θα μπορούσε ως νύφη να στολίσει οποιοδήποτε σπίτι. Έλεγαν, μήπως ήθελε τα χρήματα του; Αυτό βέβαια ήταν ένα αστείο, ο Άγγελος δεν είχε χρήματα. Μετά είπαν ότι ο Άγγελος την έκανε μάγια… Εκεί κατέληξαν, στα μάγια… Για τη μάνα της Ξένιας ήταν δύσκολο να δεχτεί πως η της κόρη θα πάρει έναν παραμορφωμένο άνδρα. Αλλά ξαφνικά και αυτή είπε το «ναι», γιατί μια γειτόνισσα της είπε πως καλύτερα η κόρη της να φύγει στο εξωτερικό, πάρα να βρει κανέναν αλκοολικό στο τόπο τους …

Πέρασαν επτά χρόνια , ο Άγγελος και η Ξένια γέννησαν τρία αγόρια. Κανένα παιδί δεν γεννήθηκε με κουσούρι, ήταν όμορφα και γερά . Το τελευταίο αγόρι γεννήθηκε, όταν ο Άγγελος ήδη ήταν πολύ άρρωστος και μπήκε σε νοσοκομείο. Κατάλαβε ο ίδιος ότι ήρθε το τέλος του, ήταν μόλις 34 χρονών, αλλά ταλαιπωρημένος σαν 60ης .

Για το θάνατο του Άγγελου εγώ έμαθα μετά από έναν μήνα. Ήταν παραμονή Χριστουγέννων, αποφάσισα να πάω σπίτι τους για συλλυπητήρια , και να κάνω δώρα στα μικρά. Η Ξένια φορούσε τα μαύρα. Μου έκανε καφέ και με προειδοποιήσει με ένα αυστηρό ύφος: «Αν τα παιδιά θα Σας μιλήσουν για τον πατέρα τους, να συμφωνείτε σε ότι θα Σας πουν!»
-Και βέβαια, θα το κάνω, είπα.
Ήρθαν τα δυο παιδιά και ο μεγάλος, εξάχρονος, πήρε το δώρο του ευχαριστώντας με. «Πολύ ευγενικός! Σαν τον πατέρα του», σκέφτηκα. Ο μικρός έπιασε την φωτογραφία του πατέρα του με μαύρα γυαλιά και έτρεξε σε μένα με ενθουσιασμό : «Ο Μπαμπάς μας! Τον λένε Άγγελο, και έφυγε στον ουρανό, εκεί τώρα μένει!».
- Το’ ξέρω! είπα στα παιδιά. Ρώτησα την Βέρα : «Εσύ τους έμαθες να λένε αυτά;»
- Εγώ. Δεν μπορούσα να τους πω την αλήθεια, τα δυο τον λάτρεψαν, και ο μικρός τον αγάπα σαν να το είχε γνωρίσει. Μετά με κοίταξε κατάματα  -Και εγώ τον αγαπούσα!
- Το ξέρω! είπα ….

----
Από τότε πέρασαν μήνες. Μια μέρα συνάντησα την Ξένια στο κέντρο της πόλης.
Ήταν ντυμένη ακόμα στα μαύρα, αλλά χάθηκε η λάμψη της, δεν μου φάνηκε και τόσο ωραία, οι κινήσεις της ήταν αργές, τώρα έμοιαζε με μια αγριόγατα.. Μιλήσαμε για τα παιδιά, για τα προβλήματα της ζωής της… Ξαφνικά χωρίς να την ρωτήσω, μου λέει: «Ξέρετε, είμαι τώρα ευτυχισμένη, έχω δίπλα μου έναν άνδρα, που με αγαπάει πολύ, τον αγαπάω και εγώ, αγαπάει και τα αγόρια μου!»
- Αλήθεια;! Χαίρομαι! απάντησα, έγινε και αυτό το θέλημα του Άγγελου, να βρεις έναν άνδρα που να αγαπάει εσένα και τα παιδιά σας!
-Και να ξέρετε! Δεν ήταν η ζωή μου με τον Άγγελο, όπως την φανταστήκατε! Σας αρέσουν τα παραμύθια, σε όλους αρέσουν, αλλά δεν ήταν έτσι! Δεν ήταν αλήθεια αυτό που ξέρετε!


Η Ωραία δεν αγάπησε ποτέ το Τέρας
- Ήταν το Τέρας και εγώ μια Κακόμοιρη…
- Τι λες!; Ο Άγγελος σε αγαπούσε τόσο πολύ, έφτανε η αγάπη του και για τους δυο σας! είπα.
- Μη τον λες Άγγελο! Δεν ήταν Άγγελος!» είπε η Ξένια με αυστηρό ύφος. Ήταν του διαβόλου Άγγελος!
-Μα, εσύ δεν μου είπες πως τον αγάπησες πραγματικά; Ακόμα τον πενθείς…
-Όχι! Απλά μ’ αρέσουν ποια τα μαύρα...

Προσποιούμουν, κρυβόμουν, η ιστορία μου είναι ιστορία ενός απελπισμένου κοριτσιού! Και τα μαύρα ρούχα απλά μου πάνε, έτσι με ερωτεύτηκε ο νέος μου άνδρας… Μια θλιμμένη χήρα με μαύρα αγάπησε σε εμένα, έτσι θα παραμένω.
-Δεν ξέρω, κορίτσι μου, τι να πω; Θέλεις να καθίσουμε εδώ, στο πάρκο και να μου πεις τι σου συμβαίνει; Για να καταλάβω!
Καθίσαμε στο παγκάκι, δίπλα μία στην άλλη …

Την άκουγα , αλλά μου πέρασε από το μυαλό σαν να ακούω έναν μονόλογο που η Ξένια - πρωταγωνίστρια -έμαθε καλά για μια θεατρική παράσταση.
«Γεννήθηκα στο Αζερμπαϊτζάν από πατέρα Αρμένιο και μητέρα Ουκρανή. Άρχισε ο πόλεμος στο Ναγκόρνι Καραμπάχ και οι γονείς μου, πρόσφυγες έφυγαν στην Ουκρανία σε ένα μεγάλο χωριό. Μεγάλωσα εκεί μέσα στην φτώχεια, αλλά το χειρότερο ήταν, όταν πήγα στο σχολείο τα παιδιά με φώναζαν «Μπομπζ» - «άστεγη». Είχαμε σπίτι. Νοικιάζαμε. Αλλά με φώναζαν έτσι για να με ταπεινώσουν… σαν να ήμουν ένα παιδί του δρόμου, γιατί ήρθαμε πρόσφυγες στα μέρη τους…Η μεγαλύτερη ταπείνωση είναι να είσαι πρόσφυγας, ξένος. Ήταν η ποιο προσβλητική λέξη στην ρωσική γλώσσα. «Μποπζ» σήμαινε ότι δεν έχεις θέση πουθενά, δεν είσαι αποδεχτός…Με αυτό το παρατσούκλι που σα να έγινε το πραγματικό μου όνομα, τέλειωσα το σχολειό. Με φώναζαν: «Μπόπζ, έλα να παίξουμε!» Εγώ θύμωνα στην αρχή, δεν απαντούσα, αλλά μετά απαντούσα… γιατί δεν άντεχα να είμαι μόνη! Μετά το συνήθισα και το «μποπζ» δεν ήταν και τόσο προσβλητικό πια για μένα, ακουγόταν σαν ξένο όνομα, ας πούμε «Μποπζ –μποέμ . Μου είπε η Λίλα για τους μποέμ, μια γειτόνισσα. «Μην ασχολείσαι, οι συμμαθητές σου είναι κακοί άνθρωποι, μη δίνεις σημασία, πες ότι έχεις δεύτερο όνομα, εγώ θα σε φωνάζω «Μπένος» από λατινικά «Βένος» που σημαίνει Αγάπη. Σου αρέσει;» Και όταν θα σε φωνάζουν Μποπζ θα ακούς Αγάπη- «Μπένος», μου είπε.
Μετά..  Στα έντεκα μου με βίασε ο γείτονας μας. Αυτό έμεινε μυστικό. Για πρώτη φόρα το αναφέρω τώρα…Αλήθεια! Τότε φοβόμουν και δεν ήξερα τι να κάνω, και δεν είπα σε κανέναν τίποτα. Από τα δεκατρία άρχισα να δουλεύω στη λαϊκή αγορά, βοηθούσα την μάνα μου, που πουλούσε ότι μπορούσε να πουλήσει .. Έβγαζα τα δικά μου χρήματα και τα έδινα στην μητέρα μου. Από τότε πλέον πήγαινα στο νυχτερινό σχολειό, αλλά το παρατσούκλι με ακολούθησε … Ήμουν και εκεί «Μποπζ».
Στα 16 έμενα έγκυος. Η μάνα μου το έμαθε αργά, είδη ήμουν 4-5 μηνών. Ξαφνικά ο αγαπημένος μου εξαφανίζεται και η μάνα μου «δολοφονεί» το μωρό μου. Μου ‘έβγαλαν το παιδί … Αλλά εγώ δεν έκλαψα καθόλου. Γιατί να κλάψω; Αφού δεν θα μπορούσα να κάνω αλλιώς; Με την σιωπή μου έγινα δολοφόνος. Και μετά αμέσως μου είπαν να παντρευτώ κάποιον που ήταν γιος γνωστής της μάνας μου. Μου είπαν πως είχε παραμορφωμένο πρόσωπο και καρκίνο στο κεφάλι και ήθελε να παντρευτεί και να κάνει παιδί και ότι δεν θα ζήσει πολύ. Επίσης μου είπε η μάνα μου, ότι αν δεν πάω, θα με πετάξει από το σπίτι, γιατί δεν αντέχει αυτό το ρεζιλί.
Καλύτερα να είχα πεθάνει. Δεν είχα να επιλέξω κάτι άλλο. Αλλά προσπάθησα να πω το «όχι» και η μάνα μου κράτησε το λόγο της. Δυο νύχτες έμεινα στο παγκάκι του κεντρικού πάρκου. Τη δεύτερη νύχτα παραλίγο θα με βίαζαν μια παρέα εφήβων που βρέθηκαν εκεί… Με έσωσε ένας ηλικιωμένος. Με κάλεσε σπίτι του… αλλά εγώ δεν τον συμπάθησα και δεν πήγα μαζί του, επέστρεψα σπίτι μου. Το πρωί είπα στην μάνα μου το «ναι» στο γάμο με τον Άγγελο (τότε ακόμα δεν ήξερα το όνομα του) Με έστειλαν στην Ελλάδα ως νύφη. Ήμουν 17 και ο Άγγελος – 24. Μόλις τον είδα- τρόμαξα… αλλά σε λίγα λεπτά ξέχασα την ασχήμια του. Πράγματι, είχε κάτι μαγικό μέσα του, που εξαφάνιζε την ασχήμια. Έβλεπες και δεν έβλεπες το παραμορφωμένο του πρόσωπο …
Τα πρώτα χρόνια ήταν καλά. Ναι καλά. Γιατί έμεινα γρήγορα έγκυος , γέννησα το πρώτο αγόρι, μετά καπάκι – το δεύτερο. Η καθημερινότητα μου ήταν δύσκολη αλλά ευχάριστη. Τα παιδιά μεγάλωναν σαν δίδυμα, δεν είχαν μεγάλη διαφορά ηλικίας… Κουραζόμουν βεβαία πολύ, αλλά η κούραση αυτή με βοηθούσε να βρω έναν ρυθμό στη ζωή μου όπου δεν χωρούσε η αυτό-λύπηση…
Μέχρι τότε ο Άγγελος ήταν καλός μαζί μου. Μετά άλλαξε. Μου είπε πως κατάλαβε ότι δεν τον αγαπάω. Εγώ το επιβεβαίωσα, ήμουν ειλικρινής μαζί του, του είπα πως τον παντρεύτηκα γιατί έκανα το θέλημα της μάνας μου. Του είπα: «Και ποιος μπορεί να σε αγαπήσει έτσι που είσαι; Έχεις και θάρρος να ψάχνεις για αγάπη!» Μου είπε πως πίστευε ότι με το πέρας του χρόνου θα τον αγαπούσα.
Ήταν και αυτό…κάθε βράδυ είχε όρεξη να πλαγιάσει μαζί μου, ενώ εγώ δεν ήθελα, ήμουν κουρασμένη… αλλά τι κουρασμένη .. απλά δεν ήθελα να το κάνουμε, άρχιζα να τον αποφεύγω, και αυτός…σχεδόν κάθε βράδυ με βίαζε. Και εγώ για να μην χαλάσω την ηρεμία του σπιτιού, δε φώναζα , δεν έκανα φασαρία. Αφηνόμουν στην μοίρα μου. Όσο περισσότερο αφηνόμουν στο βιασμό του Άγγελου, τόσο τακτικά αυτός ήθελε να με πονέσει.. Μετά άρχισε να πίνει αλκοόλ. Στην κατάσταση του ήταν απαγορευμένο το αλκοόλ, πριν δεν έπινε, αλλά το άρχισε. Και γινόταν τέρας πραγματικό! Άρχισα να τον φοβάμαι, να μην κάνει κανένα κακό σε μένα και τα παιδιά, γιατί μεθυσμένος δεν καταλάβαινε . Κρυβόμουν, αλλά που να κρυφτείς; Όλη τη μέρα προσπαθούσα να μένω με τα παιδιά μου έξω. Στην παιδική χαρά, στους γείτονες… βόλτες στο δρόμο. Τον μεγαλύτερο γιο, από τα τεσσάρα του χρόνια τον πήγα στο τζούντο. Σήμερα είναι αστέρι στο άθλημα. Ήθελα να τον μεγαλώσω δυνατό, να με προστατεύει.
…. Μια μέρα ο Άγγελος λίγο πιωμένος κτύπησε με το αυτοκίνητο του ένα μηχανόβιο … Ήμαστε μαζί. Έπεσε ο νεαρός από την μηχανή και ο Άγγελος δεν σταμάτησε, δεν τον βοήθησε.. Ήταν βράδυ, σκοτάδι, αλλά όχι αργά.. Ένα μήνα δεν του μιλούσα. Έγινα μάρτυρας στο έγκλημά του. Και ακόμα δεν ξέρω τι απέγινε το παιδί με το μηχανάκι. Ζει; Μακάρι να ζει!
Μετά από αυτήν την ιστορία η συμβίωση μας έγινε κόλαση. Ο Άγγελος έγινε ο Διάβολος, απόλυτα κακός, δεν αναγνώριζε τίποτα.. τον έπιασε ένα μίσος για μένα και για όλα …και εγώ άρχισα να προσεύχομαι να με πάρει ο θεός από τη ζωή … ή να πάρει τον Άγγελο! Κάποιος πρέπει να φύγει. … Στην απελπισία μου, έλεγα, αν ο θεός θα με πάρει, τα παιδιά μου δεν θα χαθούν, υπήρχε πίσω το μεγάλο του σόι …
Μετά πάλι έμεινα έγκυος, και έκανα το τρίτο μας γιο. Κούκλος και αυτό. Δεν είχε κανένα κουσούρι. Ναι, δε Σας είπα. Όλα τα αγόρια είναι όμορφα παιδιά. Δεν το λέω εγώ σαν μάνα, το λέει ο κόσμος. Ωραία πρόσωπα, πράσινα μάτια και δυνατά σώματα…. Δεν πήρε κανέναν παιδί το κουσούρι του πατέρα τους. Είναι και πολύ έξυπνα! Καλά, στη σημερινή εποχή όλα τα παιδιά γεννιούνται έξυπνα.. Ο παιδίατρος μου είπε: είσαι να γέννας παλικάρια.
Όταν ο μικρός σαραντάρισε, ο Άγγελος πέθανε. Τότε με έπιασε κλάμα, τον λύπησα πολύ, αλλά και τον ζήλεψα βαθύτατα. Γιατί κατάφερε να κάνει όλα που ήθελε πριν φύγει από την ζωή του. Να παντρευτεί, να γεννήσει τρεις γιους… Τώρα δεν έχω σχέση με το σόι του πια. Στο μνημόσυνο του, στα σαράντα, ο ξάδελφος του που τον φιλοξένησα, προσπάθησε να με βιάσει, …Ήταν μεθυσμένος. Με άκουσε η γειτόνισσα και έτσι γλίτωσα. Εγώ γεννήθηκα για με ταπεινώνουν, να με βιάζουν, να κάνω παιδιά με έναν Κουασιμόδο.

Ο Άγγελος πήγε εκεί που ανήκει.. Στους αγγέλους...Εγώ αρχίζω τη ζωή μου, όπως την θέλω! Θέλω την ευτυχία μου! φώναξε δυνατά, και τρόμαξε δυο γάτες που πάλευαν για μισό λουκάνικο που τους πέταξε μια γριά από το πρώτο όροφο.

Λίγα λεπτά δεν μιλούσαμε.
Κοιτούσαμε μαζί απέναντι. Βλέπαμε τις γάτες που κάπως συμφώνησαν στη μοιρασιά του λουκάνικου.  
-Μα μόνο οι καλοί πάνε στους αγγέλους! Και εσύ λες ότι ήταν κακός!» έβγαλα τελικά την ταραγμένη μου φωνή, αλλά δεν γύρισα να την κοιτάξω. Συνέχιζα με  τις γάτες, που κατάφεραν να μοιράσουν το λουκάνικο, αλλά  έφευγαν φοβισμένες σε αντίθετες κατευθύνσεις από ένα σκύλο, αδέσποτο σαν αυτές.
- Ο Θεός ξέρει! είπε και γύρισε σε μένα.
Έπιασε το βλέμμα μου, με κοίταζε στα μάτια αποφασισμένη για κάτι. Ήθελε να δει τι σκέφτομαι για όλα  που μου εμπιστεύτηκε. Την κοίταξα και εγώ κατάματα. Είδα το πρόσωπο της να αλλάζει. Είχε αγριέψει. Την ίδια στιγμή τον απελευθέρωνε. Τον Άγγελο. Μπροστά μου έπαιρνε όλη την ασχήμια του Τέρας και τον άφηνε να πάει ποιο μακριά, ψηλά, ίσως στην αγκαλιά του ίδιου του Θεού.

@Σοφία Προκοπίδου


Θεσσαλονίκη, 2016