14 Αυγ 2017

Γλάστρα με καυτερές πιπεριές




-          Μάνα, έλα να σε πάρω στη δροσιά. Θα έχει καύσωνα, είπαν. Στο χωριό τώρα θα είναι καλά…
-          Θα πάω, αν  θα πάρεις και τη γλάστρα μαζί!
-          Όχι , είπαμε! Έχω πολλά πράγματα να πάρω! Μεγάλη είναι η γλάστρα, δεν χωράμε όλοι!
-          Τότε θα μείνω – εσύ πήγαινε, δεν μπορώ να αφήσω τη γλάστρα. Και το γατί; Ο Ζακ; και αυτό είναι ζωντανό… Άσε, πήγαινε , άλλη φορά θα μας πάρεις όλους!

Η κυρία Νούλα ζούσε μόνη της. Είχε συνηθίσει τη ζωή της , δεν αισθανόταν μοναξιά. Τα τρία παιδιά της μεγάλωσαν. Σκορπίστηκαν στον Κόσμο. Ο μεγάλος της γιος, ο  Σπύρος, πολλά χρόνια έμενε στη Γερμανία με μια γυναίκα  Γερμανίδα με δυο παιδιά .  Η κόρη, η Ρίτα, άλλαζε  συνέχεια χώρες. Η Νούλα  δεν ήξερε ακριβώς  πού βρίσκεται. Ήταν γιατρός,  έφευγε με τους «Γιατρούς χωρίς σύνορα» όπου χρειαζόταν. Αυτή   δεν παντρεύτηκε ποτέ,  και τώρα,  σίγουρα δεν θα παντρευόταν. Ξεπέρασε  την ηλικία για να κάνει παιδιά , ήταν μεγάλη ήδη- 52 χρόνων! Μόνο ο μικρός της, ο Βασίλης, έμενε στην Ελλάδα σταθερά, και πάντα μαζί με την μάνα του. Δούλευε ώρες ατέλειωτες στο  δικό του Συνεργείο  Αυτοκινήτων…
Η Νούλα έλεγε, ότι τα παιδιά της έμοιαζαν με τον πατέρα τους, άνθρωπο δραστήριο που ποτέ δεν έμενε αδρανής. «Εκεί που τέλειωνε κάτι, ξεκινούσε άλλες  δυο καινούριες δουλειές  … Κρίμα που πέθανε νέος» ,  έλεγε με λύπη στις φιλενάδες της.  Και συνέχιζε από μέσα της: «Οι έρωτες  τον κατέστρεψαν, γι’ αυτό  έπαθε καρδιά!  Δεν μπόρεσε να χωρέσει στην καρδούλα του και εμένα  και την  Χέλγκα…Έσκασε η καρδιά του!» Πάντα σκεπτόταν με λύπη, αλλά δημόσια ποτέ δεν μιλούσε άσχημα  για τον αγαπημένο της άνδρα, τον Φάνη, που στα σαράντα του έπαθα έμφραγμα και πέθανε απρόσμενα  …  
Ο γάτος πέρασε από τη  μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα , πήγε απευθείας στη γλάστρα με την καυτερή πιπεριά για να μασήσει κανένα φύλλο…
«Όχι! Μη μου φάει τη πιπεριά! θα ψοφήσει!»  Έτρεξε να τον προλάβει. Τον  Ζακ! Έτσι τον ονόμασε, γιατί της έμενε το όνομα  από τον Ζακ Ντελόρ, αυτόν τον Πρόεδρο της Κομισιόν, στην Ενωμένη Ευρώπη, που επί 20 χρόνια έστελνε στην Ελλάδα πολλά χρήματα. Τα λέγανε  «πακέτα». Πρώτο πακέτο, δεύτερο , τρίτο πακέτο,  τέταρτο … Ωραία χρόνια  ζούσαν τότε όλοι στην Ελλάδα.  Αφθονία παντού, παραδουλεύτρες – ό,τι θες. Η Νούλα πρόλαβε  να χαρεί τη ζωή στα πρώτα της χρόνια στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Όταν της έφεραν τον γάτο, ήταν μόλις δυο εβδομάδων  γατάκι ,  ο  κομισάριος Ζακ Ντελόρ, πλέον ξεχασμένος πολιτικός, αλλά αφού ζούσε ακόμη, έφτασε στην ηλικία του αιωνόβιου. Της έμεινε το όνομά του,  και το πρώτο, που της ήρθε στον νου, ψάχνοντας πώς θα φωνάζει το γατί,  ήταν το Ζακ.
«Ζακ,  μη! Μπες  μέσα!» Ο Ζακ είχε χαρακτήρα σκύλου, ήξερε να υπακούει  στις εντολές και σαν σκύλος  κοιτούσε μέσα  στα μάτια τη Νούλα, όταν του μιλούσε.    Και τώρα την άκουσε, την κατάλαβε, γύρισε, αλλά πρόλαβε να πάρει μια δαγκωνιά από το φύλλο της πιπεριάς…
Τόσα χρόνια είχε την πιπεριά η Νούλα,  όμως δεν ήξερε πώς είναι στη γεύση τα φύλλα της. Της ήρθε η επιθυμία να τα δοκιμάσει, σηκώθηκε από τον καναπέ, πήγε στη γλάστρα, τσίμπησε ένα μικρό κομματάκι από το φύλλο. Το μάσησε. «Ποοο! πικρίλα!» φώναξε, σαν να υπήρχε κάποιος στο σπίτι. Το έφτυσε  στην τουαλέτα. «Μα γιατί αρέσει στον Ζακ; Μήπως του λείπουν  γεύσεις, θέλει και πικρίλα…Καταλαβαίνω, βαρέθηκε από τα ίδια και τα ίδια της γατίσιας τροφής». Τον χάιδεψε: «Το  καημενούλη μου!»

Κτύπησε το κινητό της και ήταν πάλι ο μικρός: «Μάνα , σκέφτηκες τελικά να έρθεις μαζί στο χωριό; Έλα σου λέω! Σε τρεις μέρες δεν θα πάθουν  τίποτα ούτε η γλάστρα σου ούτε ο γάτος σου! Θα τον ταΐζει η γειτόνισσά σου! Τέλος πάντων, αν θέλεις ντε και καλά τον Ζακ, τον παίρνουμε!

-          Όχι… Όχι παιδί μου! Δεν θέλω!  Άλλη φορά, όταν δεν θα έχεις πράγματα να μεταφέρεις, θα έρθω με την πιπεριά και τον γάτο…
Έκλεισε απότομα το τηλέφωνο ο Βασίλης, νευρικά. Αυτήν την εμμονή της μάνας του με τις καυτερές πιπεριές δεν μπορούσε ποτέ να την καταλάβει. Από μικρός θυμόταν τη  μητέρα του να έχει στο μπαλκόνι μια γλάστρα με καυτερές μακρόστενες πιπεριές. Τις έτρωγε φρέσκες κάθε ημέρα…  Συνήθισε αυτήν την καυτερή γεύση στο στόμα της, τη γλώσσα της να μουδιάζει και έναν ελαφρύ ιδρώτα να της φέρνει μια ευχάριστη ενέργεια, αλλά για πολύ λίγο… Το στομάχι της άντεχε στωικά,  ποτέ δεν είχε δημιουργηθεί πρόβλημα με τις  τόσες δόσεις καυτερής πιπεριάς.

Την πρώτη γλάστρα η Νούλα την απέκτησε πολύ παλιά. Ήταν τότε περίπου  τριάντα πέντε χρονών, τα παιδιά: 14, 12  και 9 χρονών. Ο άνδρας της , Φώτης,  έμενε στη Γερμανία και αυτή - στη Θεσσαλονίκη. Ήταν από τις λίγες οικογένειες, που δεν πήγαν όλοι μαζί μετανάστες. Πρώτα έλεγαν, να μένουν χωριστά για  λίγα χρόνια, για  να μην ξενιτευτούν τα παιδιά, να μη μεγαλώσουν σαν Γερμανάκια... Μετά το συνήθισαν. Ο Φάνης   έμενε μόνος , δούλευε σκληρά και έστελνε αρκετά  χρήματα στη Νούλα και τα παιδιά. Τηλεφωνούσε μια φορά τον μήνα. Ευτυχώς είχαν τηλέφωνο στο σπίτι. Το τηλεφωνικό ραντεβού ήταν τις Κυριακές μετά την εκκλησία , γύρω στο μεσημέρι. Έτσι μια  Κυριακή τον μήνα είχαν μια πραγματική  οικογενειακή γιορτή! Η Νούλα χαιρόταν με τη χαρά των παιδιών της και όλα ήταν όμορφα και ήρεμα. Τον πατέρα τους τα παιδιά τον είχαν συνδέσει με την Κυριακή. Ήταν και τα δώρα που περίμεναν,  πάντα αυτά  που ήθελαν , σαν να διάβαζε τις σκέψεις και τις επιθυμίες τους. Ήταν και η φωνή του από το  τηλέφωνο. Την αληθινή φωνή ίσως δεν την θυμόταν πια καλά, αλλά στο τηλέφωνο την άκουγαν  πολύ ωραία, με ζεστή χροιά, βαρύτονη. Τους έμενε  και το  χαμόγελο του, άλλαζε όλο το πρόσωπο του με μια μαγική φωτεινότητα.  Δεν  θυμούνταν  αν ο μπαμπάς είχε φίλους, τι του άρεσε να τρώει. Μόνο τα γαλάζια μάτια του και το χαμόγελο ανοιχτό και διαρκές…
Η Νούλα πολύ τον αγαπούσε!
Ακόμα και τώρα που πέρασαν τόσα χρόνια από τον θάνατο του, δεν τον ξέχασε, μόλις τον σκεφτόταν, ζέσταινε η καρδιά της, μαλάκωνε η ψυχή της και ξεχείλιζε σε όλο τον σώμα της ένα ζεστό ρυάκι, σαν το χλιαρό γάλα, τη γέμιζε μια ενέργεια απόλυτης ευτυχίας.

Μερικές φορές την ταρακουνούσε η ξαδέλφη της, η Κατίνα, που της υπενθύμιζε κάθε φορά, ότι δεν πρέπει να μείνει μακριά από τον άνδρα της , ότι θα τον έχανε στο τέλος. «Είναι και ένας κούκλος ο Φάνης σου! Καλός στο χαρακτήρα και δουλευταράς! Πρόσεξε, σου λέω!» της έλεγε.  Και η Νούλα απαντούσα τα ίδια: «Μόλις τελειώσουν το σχολείο τα παιδιά, θα πάμε να μείνουμε στήν Γερμανία, να ενωθούμε σαν οικογένεια»… Και κάθε χρόνο όλο και κάτι την κρατούσε, δεν την άφηνε να  πάει κοντά στον άνδρα της που τον λάτρευε. Ο ίδιος έπαψε να περιμένει την οικογένειά του, συνήθισε να είναι μόνος με κάτι φίλους Έλληνες, να πηγαίνει στης Κυριακές σε μέρη όπου σύχναζαν οι μετανάστες … Αρχικά ερχόταν τα Χριστούγεννα κάθε χρόνο και το καλοκαίρι για δυο εβδομάδες. Μετά έπαψε  να έρχεται τα Χριστούγεννα, μόνο καλοκαίρια..
====
Ο Φάνης ήταν ο πρώτος γαμπρός της ευρύτερης περιοχής στη Χαλκιδική. Ψηλός, μελαχρινός με μπλε μάτια, μαλλί ανοικτό ξανθό, και το κυριότερο, πολύ δραστήριος  και δουλευταράς. Όταν ήρθε το καλοκαίρι από την Γερμανία να βρει μια Ελληνίδα νύφη, πολλές  οικογένειες τον ήθελαν για γαμπρό.  Στη Γερμανία έζησε μόνος δυο χρόνια ως-μετανάστης. Διαδόθηκε πως με κάποια  μπίζνα έβγαλε πολλά χρήματα και από φτωχός αγρότης εξελίχτηκε σε εύπορο επιχειρηματία, έλεγαν… 
Στη Γερμανία δεν βρέθηκε καμιά να την αγαπήσει. Ελληνίδα ήθελε . Αυτές  που του άρεσαν, ήταν παντρεμένες και οι άλλες του ήταν αδιάφορες  για να τις έχει όλη του ζωή πλάι του. Δεν βιαζόταν να παντρευτεί,  είχε φιλενάδες και πολύ καλή παρέα φίλων στην Γερμανία. Επέμενε η μάνα του να νοικοκυρευτεί. Όταν ήρθε στην Ελλάδα  δεν βρήκε καμιά για να σκιρτήσει η καρδιά του…. Στο τέλος πριν φύγει,  πήγε ταξίδι στην Ξάνθη με δύο  φίλους του, τον Άρη και τον Γιάννη, που είχαν κάποια δουλειά εκεί να κάνουν.   Το απόγευμα  πέρασαν από το χωριό  του θείου του Άρη. Την καγκελόπορτα την άνοιξε ένα χαμογελαστό κορίτσι με μαλλιά τυλιγμένα με μπικουτί. Ήταν η Νούλα.
«Ωχ! συγγνώμη για τα μπικουτί! Περάστε!» φώναξε δυνατά ενθουσιασμένη,  σαν να ήταν όλοι τους  κουφοί. Στο σπίτι δεν είχε κανέναν άλλο  εκείνη την ώρα.
Κοντούλα , αδύνατη με μεγάλο στήθος αλλά μεγάλη μύτη.. Δεν ήταν  όμορφη, όμως είχε κάτι, που  κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον του  Φάνη. Η κοπέλα δεν έβγαλε τα μπικουτί, μόνο σκέπασε το κεφάλι της με μια μαντίλα , πέρασε στη κουζίνα να ετοιμάσει καφέδες. Η παρέα κάθισε στο δροσερό σαλόνι. Όλοι τώρα χάζευαν τις φωτογραφίες στους τοίχους. Εκεί ήταν αποτυπωμένη  η ιστορία της οικογένειας. Παππούδες μουστακαλήδες , γιαγιάδες με παραδοσιακές φορεσιές, παιδιά υπάκουα μπροστά στον φακό του φωτογράφου.
Μετά τον καφέ, ήρθε ο θείος του Άρη και στρώσανε τραπέζι. Ο Φάνης δεν έβλεπε και δεν άκουγε κανέναν εκτός τη Νούλα, που δεν κάθισε ούτε στιγμή, πηγαινοερχόταν  να περιποιείται τους μουσαφίρηδες , έλεγε διάφορα χαμογελώντας.

Ο Φάνης έφυγε στην Γερμανία.
Από τότε πέρασαν πολλές ήμερες, μπορεί και δυο μήνες, έφτασε το φθινόπωρο. Ο Φάνης ξαφνικά αποφάσισε να στείλει προξενιό στη Νούλα. Πρώτα ρώτησε γραπτώς τον φίλο του να ψάξει αν είναι ελεύθερη. Ήταν ελεύθερη. Έγραψε στην  αδελφή και τη μάνα του να τη ζητήσουν . Να πάνε  στο σπίτι των Μαρτιδέων .  Ήταν σίγουρος ότι θα έπαιρνε θετική απάντηση. Και την πήρε, φυσικά. Αλλά  μόνο η αδελφή του, η Δέσποινα, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την επιλογή του, δεν ήταν όμορφη, είχε μεγάλη μύτη. «θα μπορούσες να βρεις ομορφότερη!» του έγραψε. Αλλά ο Φάνης δεν την άκουγε, της απάντησε τηλεγραφικά: «Αυτήν  θέλω στη ζωή μου! Να την συνηθίσεις!»
Η Νούλα ερωτεύτηκε τον Φάνη από τη μυρωδιά του … Την πρώτη φορά δεν τον είδε καλά-καλά.  Μπροστά στην καγκελόπορτα στέκονταν πρώτος  ο Άρης μετά ο Γιάννης , και πίσω τους ήταν ο Φάνης, που χάζευε  με περιέργεια γύρω του. Δεν τον είδε , αλλά της ήρθε από πουθενά  η μυρωδιά της βυσσινάδας,  που ανεξήγητα πίστεψε ότι ήταν η μυρωδιά του.
Μετά, στον καφέ και αργότερα στις συζητήσεις, δεν τολμούσε να τον αντικρίζει με το βλέμμα της, σαν να μην ήθελε να τον βλέπει …Να μη χαλάσει αυτήν τη μαγεία,  γιατί αισθανόταν, πως  οι ψυχές τους έκαναν έναν κύκλο, σαν να βρίσκονταν  σε ένα   καρουζέλ. Η Νούλα ήταν πάνω σε ένα άσπρο άλογο, απέναντι  από τον Φάνη που ήταν πάνω σε ένα μαύρο άλογο… Λίγο μακριά αλλά  στον ίδιο κύκλο και στον ίδιο ρυθμό, με τον ίδιο αέρα να τους δροσίζει , κάτω από την ίδια πολύχρωμη σκέπη…
Από μόνης της  αποφάσισε, πως  δεν έχει  καμιά ελπίδα. «Εμένα θα  κοιτά; Αυτός ο κούκλος! Τι καλός που είναι!»  Δεν έβαλε καν στο μυαλό της να τον αποκτήσει μια μέρα. Άφησε μόνο  το όνειρο να ομορφύνει την καθημερινότητά της, ένα   όνειρο άπιαστο,  όπως πίστευε, αλλά πολύ ευχάριστο, χωρίς καμιά σκέψη ή ερωτική επιθυμία  να γίνουν μια μέρα οι δυο τους - ένα.  Πολλές φόρες κάπου –κάπου της ερχόταν σαν ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι- η αίσθηση και η μυρωδιά του Φάνη, της βυσσινάδας. Μπορεί να ήταν η ιδέα της…

 Όταν ήρθαν  η μητέρα του Φάνη μαζί με την αδελφή του να την ζητήσουν, η Νούλα δεν ξαφνιάστηκε. Το «Ναι!»  το είπε πολύ δυνατά, τόσο δυνατά που  οι γονείς της ντράπηκαν λίγο.
Στην επιστροφή η Δέσποινα  ξεφούρνισε το θυμό της: «Τι βλαξ ο αδελφούλης μου! Επέλεξε μια κοντή και άσχημη! Τι της βρήκε;  Και να  ήξερε καλά τον χαρακτήρα της! Αλλά δεν ήξερε τίποτε!»
Η μάνα δεν απαντούσε στην γκρίνια της κόρης της, από την αρχή αποφάσισε ότι δεν θα πήγαινε   κόντρα σε καμιά απόφαση του γιου της. Μετά τον θάνατο του πατέρα και συζύγου, τον θεωρούσε άνδρα της οικογένειας .
Ο γάμος του Φάνη και της Νούλας κράτησε τρεις μέρες.   Στο χωριό του Φάνη, όλοι φάνηκαν καλοί άνθρωποι στη Νούλα. Ίσως για αυτό ούτε στιγμή δεν έφευγε το χαμόγελο από τα χείλη της,  παρόλο που η μάνα  της την  προειδοποίησε να κάθεται σοβαρή, με κατεβασμένα μάτια . «Οι νύφες δεν χαίρονται, όταν παντρεύονται, γιατί με τα πεθερικά τούς περιμένει μια κόλαση, όσο καλές κι αν είναι οι πεθερές»,  της είπε.
Προσπάθησε  να πάρει σοβαρό ύφος, όμως αυτό δεν  κρατούσε  πολύ, η ψυχή της δεν μπορούσε να πιστέψει τη χαρά και την τύχη που τη βρήκε, και το χαμόγελο έσκαγε μόνο του στο πρόσωπο της και  μεγάλωνε τη μύτη, αλλά, ευτυχώς, δεν την ασχήμαινε ,  αλλά την ομόρφαινε .

Μετά το γάμο ο Φάνης έφυγε για τη Γερμανία , δεν την πηρέ μαζί του. Δεν πρόλαβαν ούτε «τη νύχτα του γάμου», γιατί το γλέντι δεν σταματούσε, έγιναν όλοι μια παρέα, ήταν δύσκολο να τους παρατήσεις  ακόμα και για τη νύχτα που την περιμένουν οι νιόπαντροι με μια αγωνία …
«Πάμε στην κάμαρα κορίτσι μου, μη φοβάσαι τίποτα, σήμερα απλά θα κοιμηθούμε σαν αδέλφια,  γιατί είμαι πιωμένος, βρόμικος …» της είπε  και μόλις μπήκαν, έπεσε έτσι όπως ήταν με το κοστούμι και κοιμήθηκε. Η Νούλα το χάρηκε. Φοβόταν , είναι αλήθεια, δεν ήξερε ακόμα πολλά για τον  έρωτα. Ήταν αγνή. Έβγαλε το νυφικό μόνη της, λίγο μπερδεύτηκε με  το στεφάνι και τα μαλλιά της.  «Τώρα είμαι παντρεμένη! …» σκέφτηκε, ξάπλωσε στο κρεβάτι με μεγάλη προσοχή για να μην τον ξυπνήσει και μετά κοιμήθηκε αμέσως, αλλά πριν χαθεί, πρόλαβε να πει στον εαυτό της:  «Με αγαπά! Και εγώ τον αγαπώ πολύ!»
Το πρωί όταν ξύπνησε, ο Φάνης με τη βαλίτσα στο χέρι, ήταν έτοιμος να φύγει. «Κορίτσι μου, θα επιστρέψω σύντομα με μεγαλύτερη  άδεια και θα πάμε κάπου ταξίδι. Θα κάνεις και τα χαρτιά, διαβατήριο και όλα τα σχετικά. Ετοιμάσου! Θα γίνεις και εσύ μετανάστρια αλλά μη σε νοιάζει τίποτα- εγώ θα τα κανονίσω όλα! Άκουσες !Είσαι τώρα η γυναίκα  μου! Όλα θα τα φροντίζω εγώ- εσύ μόνο να με περιμένεις και να φροντίζεις τα παιδιά που θα κάνουμε με το καλό, όταν ανταμώσουμε!»
Η Νούλα τον φίλησε στο μάγουλο, έτσι όπως φιλούσε τον μικρότερο της αδελφό, Νίκο. Ο Φάνης δεν τη φίλησε στο στόμα. Με ένα ηρωικό ύφος μόνο την  αγκάλιασε  πολύ δυνατά, σα να πήγαινε  στον πόλεμο – λες κι έφευγε για πάντα.
Έφυγε στη Θεσσαλονίκη και από κει στη  Γερμανία. Η Νούλα ούτε θυμόταν το όνομα της πόλης στη Γερμανία όπου πήγε.  Έφευγαν πολλοί γνωστοί στη Γερμανία , τόσοι άνθρωποι , που  είχε  την εντύπωση ότι σε αυτήν την χωρά οι μισοί  κάτοικοι  ήταν Έλληνες. Η Ελλάδα άδειαζε, έφευγαν άνθρωποι για να βρουν εργασία και οικονομική ασφάλεια σε αυτήν την εχθρική χώρα, που γέννησε τον φασισμό. «Η εκδίκηση των Γερμανών», είπε η γιαγιά της, που έζησε την κατοχή. Τους νικήσαμε και αυτοί τώρα θέλουν να πάρουν όχι τη ζωή αλλά τη δύναμή μας»…
 Η Νούλα η ίδια δεν θα κουνούσε το πόδι της από την Ελλάδα. Αυτό  πριν από τον γάμο με τον Φώτη. Από μικρή είχε φόβους  μήπως φύγει , μήπως παντρευτεί κανένα Γερμανό… Αυτό δεν το ήθελε  πραγματικά. Οι εφημερίδες γράφανε ότι πάνω από 1.000.000 Έλληνες βρήκαν οικονομική διέξοδο στη γερμανική βιομηχανία, στα ορυχεία και στις υπηρεσίες ως ανειδίκευτοι εργάτες. 
«Ένα εκατομμύριο είναι λίγο ή πολύ για την Γερμανία;» σκεφτόταν. Σαν παιδί έκανε, και ο κάθε Έλληνας  μετανάστης διπλασιαζόταν  στη σκέψη της . Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί… Σαν να ήταν δυο άνθρωποι. Αργότερα  της ήρθε η απάντηση: κανένας δεν ζούσε εκεί ολόκληρος,  η σκέψη του κάθε ένός ήταν στην Αθηνά,  Θεσσαλονίκη, στο χωριό του,  όπου μεγάλωσε,  όπου ήπιε  τις περισσότερες κούπες  ζεστό γάλα...

Ο Φάνης δεν άργησε να επιστρέψει. Για το ταξίδι που υποσχέθηκε,φεύγοντας, ούτε συζήτηση. Έκαναν ένα άλλο ταξίδι εξερευνώντας ένας τον άλλο. Από τη πρώτη  μέρα κλείστηκαν  σε ένα μικρό δωμάτιο στο σπίτι της μητέρας του.
Η Νούλα δεν σταματούσε να χαμογελάει ακόμα και μέσα στη νύχτα … Αγκαλιά μαζί του όλο χαμογελούσε.. Έλαμπε! Τον έβλεπε μέσα στο σκοτάδι: “Είσαι καλή γυναίκα, νόστιμη. Αλλά και αστεία! Όλο χαμογελάς! Τι σκέπτεσαι, με αυτό το χαμόγελο;»
«Τίποτα δεν σκέπτομαι, απλά είμαι…! Μου βγαίνει από μόνο του, δεν μπορώ να το συγκρατήσω!», του είπε  και με χαμόγελο πλατύ, να φωσφορίζουν  τα άσπρα της δόντια μες στο σκοτάδι, και η μύτη να μεγαλώνει.  Ήταν έτοιμη να ξεκαρδιστεί. Το κατάλαβε ο Φάνης , της έκλεισε  το στόμα  με το ωραίο μεγάλο του  χέρι: «Μη! θα νομίζουν πως είσαι τρελή  ή  ότι κλαις. Το γέλιο πολλές φορές ακούγεται σαν  κλάμα. Το είχες προσέξει;»
«Ναι!»Είπε η Νούλα και τράβηξε πάνω της  το πάπλωμα, γιατί της ήρθε πάλι το γέλιο…
Χώθηκε και ο Φάνης δίπλα της και της ήρθε η μυρωδιά  της δροσερής βυσσινάδας Φιλιόντουσαν  και έκαναν έρωτα   αχόρταγα. Σαν τους ανθρωποφάγους : να καταπίνει  ενός τον άλλον. «Ευτυχώς, θα φύγει και θα μείνω μόνη!» σκέφτηκε η Νούλα μέσα στην ευτυχία που ένιωθε, αλλά ήταν τόση μεγάλη η ευτυχία που δεν μπορούσε η ίδια να την διαχειριστεί. Της έφερε μεγάλη αναστάτωση.
Η αδελφή του Φάνη ξυπνούσα μες στη νύχτα από τους θορύβους που άκουγε  από την κάμαρά τους.  Θύμωνε από τη μια, από την άλλη  η αγάπη για τον αδελφό  της περίσσευε σε σχέση με το μίσος της για την Νούλα. Καταλάβαινε πως ήταν ευτυχισμένος, και αυτό την έκανε να συμφιλιωθεί με την νύφη.   

«Να κάνουμε παιδί, και άλλα παιδιά, ετοιμάσου να έρθεις μαζί μου!”,  είπε το πρωί ο Φάνης. «Θα έρθω, όπως θες!». Αλλά εκεί όλο ξένοι είναι, πως θα ζήσω;” είπε. «Μαζί μου θα ζήσεις όχι με ξένους!» έκοψε το κάθε ενδεχόμενο της διαφωνίας.

Μάζεψε η Νούλα  τα λίγα πράγματα και έφυγαν  μαζί στη Γερμανία σε ένα μέρος που δεν μπορούσε να κρατήσει  το όνομά  του στη μνήμη της.
Ήταν η  Στουτγάρδη... Εκεί ο Φάνης δούλευε σε ένα εργοστάσιο, έφευγε πρωί και επέστρεφε αργά κουρασμένος  και αμίλητος . Οι Γερμανοί ήταν καλοί άνθρωποι, πολύ ευγενικοί καθόλου περίεργοι, όμως η Νούλα τους  θεωρούσε ξένους, δεν ήλπιζε  σε καμιά φιλία μαζί τους.
“Δεν μας αγαπούν , τους μυρίζουμε διαφορετικά, δηλαδή τους βρομάμε... Σήμερα ο προϊστάμενος μας είπε να μην τρώμε σκόρδο… Καταλαβαίνεις, μας έχουν σκλάβους, θέλουν να κανονίσουν και τί θα φάμε! Μπορώ να φάω φασολάδα ή φακή χωρίς σκόρδο; Αστειότητες !” διαμαρτυρόταν ο Φάνης  και αποφάσισε  να ψάξει μια δουλειά  που θα ήταν χωρίς πολλά  αφεντικά.
Η Νούλα ήδη περίμενε το πρώτο τους παιδί. Ήταν το παιδί  της  μεγάλης ευτυχίας, της πρώτης νύχτας,  όταν ο Φάνης ήρθε να την πάρει μαζί του στη Γερμανία. Τώρα καθόταν σπίτι και περίμενε να γεννήσει, δεν πήγε  στην εργασία που της πρόσφεραν, ούτε να μάθει γερμανικά στο σχολείο.  Ξαφνικά χάθηκε το μόνιμο χαμόγελο από το πρόσωπο της, τώρα το μυαλό της ήταν στην Ελλάδα, στο χωριό της , στη μάνα , ακόμα στην πεθερά και την αδελφή του Φάνη .
«Τι να σου κάνω; πήγαινε στη μάνα μου να ζήσεις εκεί μέχρι να γεννήσεις, και μετά βλέπουμε” – της είπε με κατανόηση, αλλά  λυπημένος.

Δεν έφυγε αμέσως , λυπήθηκε να τον αφήσει μόνο του στη ξένη χώρα με τόση κούραση και λίγες χαρές.  Έτσι η Νούλα έμεινε στη Γερμανία επτά χρόνια μέσα στα οποία γέννησε τα τρία της παιδιά . Ο Φάνης  αργότερα βρήκε δουλειά  σε μια ελληνική ταβέρνα και πολύ γρήγορα έγινε συνεταίρος του αφεντικού, αφού με τον  ερχομό του, γέμιζε το μαγαζί όχι μόνο Έλληνες αλλά και Γερμανούς. Όταν είδε τον Φάνη μέσα στις χαρές και επιτυχία,  η Νούλα είπε να επιστέψει  στην Ελλάδα.
«Να πάω στην Ελλάδα, τα παιδιά να πάνε στο ελληνικό σχολειό, να μη μεγαλώσουν «Γερμανάκια!” επέμενε. Ο Φάνης  έκανε ότι δεν τη άκουγε, αλλά μια μέρα συμφώνησε απότομα : «Άντε σηκωθείτε και φύγετε , εγώ  θα σας γράφω, μια μέρα θα έρθω και θα μείνω, θα επιστέψω στην πατρίδα! Να με περιμένετε!  
Η  Νούλα επέστρεψε στην Ελλάδα με τα τρία παιδιά, με την τσέπη γεμάτη χρήματα, που της έδωσε ο Φάνης.  Μόλις γύρισε ζωντάνεψε. Το πρόσωπο της απέκτησε  το χαμόγελο  που της μεγάλωνε  τη μύτη...
“Μακριά από τον άνδρα να μένεις, δεν είναι καλό αυτό!” της είπε η γιαγιά  Παρθένα, όταν έμαθε  ότι επέστρεψε.
“Την έπιασε η αρρώστια, έχασε τη χαρά της στη Γερμανία, άσε να μένει μαζί μας, κοντά μας!” διαφώνησε η μάνα της.
Σε κανέναν  δεν άρεσε η επιστροφή της με τρία παιδιά, εκτός από την αδελφή του Φάνη, που κάπου μέσα της είχε την ελπίδα, ότι θα χωρίσουν αυτοί οι δυο, αταίριαστοι στην ομορφιά. Η ίδια που ήταν ομορφούλα, σαν τον Φάνη, δεν έβρισκε γαμπρό,  ο ένας ήταν “γέρος , ο άλλος «χαζός” ... περίμενε, όπως έλεγε να βρεθεί άντρας σαν τον Φάνη.
Από τότε,  πήγε η Νούλα στην Γερμανία τρεις φορές όλες κι όλες μαζί με τον μεγαλύτερό της γιο, που τελικά, όταν μεγάλωσε αποφάσισε να μείνει εκεί . «Το Γερμανάκι μου», τον φώναζε η Νούλα.
Ο Φάνης ερχόταν στην Ελλάδα δυο φορές το χρόνο, και μετά το ελάττωσε σε μια φορά, μόνο τα καλοκαίρια.
Η Νούλα δεν τον νοσταλγούσε, δεν γκρίνιαζε ποτέ, αισθανόταν ότι είναι μαζί της πάντα. Όταν ερχόταν στην Ελλάδα, η επαφή τους δεν ήταν ψυχρή , αντιθέτως πολύ θερμή και ερωτική, σαν νιόπαντροι έκαναν.

Πέρασαν  κάποια χρόνια. Μια μέρα ήρθε για καφέ η γυναίκα του φίλου του Φάνη, η  Ρίτσα. Δεν πρόλαβε να πιει δύο γουλιές  από το ωραίο πορσελάνινο  γερμανικής προέλευσης φλιτζανάκι ,  εκεί που μιλούσε για γεμιστές πιπεριές που μόλις έβαλε στο φούρνο, χωρίς κανένα  πρόλογο,  είπε:  «Έμαθα από τον δικό μου,  πως ο Φάνης δεν μένει πια μόνος, συζεί με μια Γερμανίδα με παιδί»…
 Την ίδια ώρα η Νούλα άκουσε παιδικές φωνές έξω , πήγε να δει από το μπαλκόνι ... Τίποτε το περίεργο δεν  συνέβαινε έξω. Φωνές χαράς ήταν. Έπιασε το ποτιστήρι  να ποτίσει τις γλάστρες. Η Ρίτσα την ακολούθησε στο μπαλκόνι: «Το’ ήξερες;»   Η Νούλα γύρισε απότομα και τράκαραν   στη μπαλκονόπορτα:

- Ο Φάνης μου σπιτώθηκε, λες;  Με μια Γερμανίδα, λες! Με παιδί…

- Μου το’ πε ο Νίκος, αλλά δεν ήθελε να στο πω. Όμως πώς γίνεται να κρύψεις τέτοια πράγματα;  Του είπα ότι  θα στα πω! Και πώς γίνεται να μη ξέρεις;

Η Νούλα γύρισε πίσω πήγε στις  γλάστρες. Έσκυψε στη  γλάστρα με τις καυτερές πιπεριές, έπιασε μια και την τράβηξε  από το κοτσάνι.
-         Δεν ακούς; Δεν μιλάς; Τα άκουσες; Τα νέα για το Φάνη; επέμενε η Ρίτσα.
-         Άκουσα.  Και ξέρεις ; Καλύτερα!  Τώρα ξέρω ότι κάποιος τον φροντίζει, σιδερώνει τα πουκάμισά του, ότι τρώει φρέσκο σπιτικό φαγητό... Χαίρομαι για τον Φάνη! Και ο δικός σου, ξέρεις πού πηγαίνει; Στις πόρνες πηγαίνει!  Θα σου φέρει και καμιά αρρώστια!  είπε τη κακία της η Νούλα, και τη πιπεριά που κρατούσε την έβαλε στο στόμα, την μάσησε γρήγορα με  την κατάπιε, σαν να ήταν καραμέλα. Μπορεί το στόμα της να έκαιγε τώρα αλλά  τίποτα δεν καταλάβαινε από κάψιμο. Της ήρθε μια ευχαρίστηση άγνωστη μέχρι τότε. Άρχιζε να καίει όλο το σώμα, έβγαλε ελαφρύ  ιδρώτα. Την ίδια στιγμή ήρθε ένα αεράκι τρυφερό, τη χάιδεψε, τη γαλήνεψε. Και μετά από το πουθενά τής ήρθε η λεπτή μυρωδιά της βυσσινάδας. Η μυρωδιά του Φάνη.
-         Σήκω φύγε:  θα καούν τα  γεμιστά  σου στο φούρνο! Έχω δουλειές να κάνω, είπε με αγένεια. Η Ρίτσα έμενε άναυδη από την άγνωστη μέχρι τότε  συμπεριφορά της.  Δεν πρόσεξε πως η Νούλα είχε φάει μια ολόκληρη καυτερή  πιπεριά...

Από  εκείνη την ημέρα η Νούλα άρχισε να τρώει κάθε μέρα φρέσκες καυτερές  πιπεριές. Μέχρι και τρεις την ημέρα μπορούσε να φάει. Το έμαθαν οι δικοί της. “Θα τρυπήσεις το στομάχι σου! την προειδοποιούσε  η μητέρα της. Αλλά το στομάχι της ήταν μια χαρά.
===
 Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που ο Φάνης δεν ήρθε Ελλάδα, είπε πως δε  μπορούσε  λόγω φόρτου εργασίας. 
«Κρίμα, πολύ κρίμα ,  αλλά δεν πειράζει να είσαι μόνο εσύ καλά, σε αγαπάμε και πάντα σε περιμένουμε»,  του έγραφε. Δεν προσποιήθηκε καθόλου. Έβαλε τη μεγαλύτερη της κόρη να γράψει μια χριστουγεννιάτικη κάρτα «για τον μπαμπάκα». Μετά της έδωσε μια άλλη κάρτα :
-         Γράψε κορίτσι μου ακόμα μια κάρτα στη μαμά Χέλγκα.
Η δεκάχρονη Ρίτα, δεν ρώτησε καθόλου ποια είναι η μαμά Χέλγκα ,  έγραψε ότι της υπαγόρευε η μητέρα της:
“Ακριβή μαμά Χέλγκα,  Χρόνια Πολλά και καλή Χρονιά! Το 1974 να Σας φέρει ευτυχία, υγεία, ευημερία! Σας στέλνει χαιρετισμούς η μητέρα μου Νούλα και τα αδέλφια, ο Σπύρος  και ο Βασίλης. Χαιρετίσματα στον μπαμπά! Με σεβασμό, Ρίτα. “
Τις καρτ ποστάλ τις έβαλε στους φακέλους και τις πήγε το πρωί στο ταχυδρομείο. Ήταν 24 Δεκεμβρίου. Εκεί ο ταχυδρόμος την κοίταξε αυστηρά. Μπορεί  να μην του ‘άρεσαν οι δυο φάκελοι με την ίδια  διεύθυνση; Μπορεί να ήταν τεμπέλης , γιατί τώρα είχε να ανοίξει έναν παραπάνω φάκελο να τον ελέγξει. Δικτατορία ήταν. Όλους τους έλεγχαν, ειδικά αυτούς που είχαν επαφές με το εξωτερικό.
Ούτε ο ταχυδρόμος ούτε η Νούλα δεν ήξεραν ακόμα, ότι ακριβώς σε επτά μήνες τέτοια μέρα θα έπεφτε η χούντα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Όλα τότε θα άλλαζαν, θα ερχόταν  η ελευθερία, αλλά και ένα μπέρδεμα στην πολιτική δημοκρατική ζωή που θα τάραζε  τη Νούλα.  Ήταν μεγάλο πρόβλημα η ελευθερία  για τη Νούλα, γιατί έπρεπε να έχει απόψεις.   Δεν ήθελε να παίρνει αποφάσεις, ήθελε απλά να ζει ήσυχα μαζί με τον Φάνη και τα παιδιά της. Τίποτα άλλο.
Σοφία Προκοπίδου 


Αύγουστος 2017
(στη φώτο έργο του Κώστα Εφημίδη )
<����9