29 Ιαν 2018

Η Γερμανίδα καθηγήτρια και συγγραφέας Angelika Jodl ταξίδεψε στην Θεσσαλονίκη να μάθει τα ποντιακά για το νέο της λογοτεχνικό βιβλίο



"Πρώτη φορά έχω καταλάβει πως έχουμε συγγένεια εμείς, οι Γερμανοί με τους Πόντιους, όταν άκουσα στην ποντιακή γλώσσα ότι η "πατάτα" λέγεται "καρτόφα", και γερμανικά είναι "kartoffel"» , λέει, με χιουμοριστική διάθεση, η καθηγήτρια - φιλόλογος του Πανεπιστημίου του Μονάχου (LMU Munchen) και γνωστή στη χώρα της συγγραφέας, Αγγέλικα Ιορντλ (Angelika Jodl), στη συνέντευξη στο Αθηναϊκό - Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων και στην εκπομπή «Με σπαστά ελληνικά» του "Πρακτορείου 104,9 fm".
Έφτασε στη Θεσσαλονίκη πριν δυο μέρες αναζητώντας δασκάλους της ποντιακής διαλέκτου, για να μάθει «τη γραμματική της αρχαίας ελληνικής γλώσσας που σώζεται στην ποντιακή», όπως λέει και διευκρινίζει: «Θα με βοηθήσει στη συγγραφή του νέου μου βιβλίου με κεντρική ηρωίδα - μια κοπέλα που διαμένει στην Γερμανία με ρίζες ποντιακές, από τον Καύκασο της Γεωργίας».
Η Γερμανίδα καθηγήτρια και συγγραφέας διδάσκει πολλά χρόνια τη γερμανική γλώσσα στους ξένους, γνωρίζει καλά τα μυστικά της διδασκαλίας, για αυτό, οι φοιτητές της, όπως αναφέρει, γίνονται λάτρεις της γερμανικής. «Στα μαθήματά μου κάθονται δίπλα οι λεγόμενοι "εχθροί": ο Ισραηλίτης με τον Παλαιστίνιο, ο Έλληνας με τον Τούρκο, ο Βόσνιος με τον Σέρβο, ο Ουκρανός με τον Ρώσο. Στη διάρκεια της διδασκαλίας δημιουργείται μεταξύ τους σχέση φιλίας και αγάπης . Νιώθω περήφανη που η γερμανική γλώσσα ενώνει διαφορετικούς ανθρώπους", τονίζει, με φανερό ενθουσιασμό η Angelika Jodl, που δεν έπαψε ποτέ να επινοεί νέες μεθόδους διδασκαλίας».
«Η γραμματική των αλόγων», είναι το πρώτο της λογοτεχνικό βιβλίο, που αμέσως αγαπήθηκε από αναγνωστικό κοινό στη Γερμανία. Ο ήρωας του βιβλίου είναι Ρωσογερμανός, που επαναπατρίστηκε στην Γερμανία από τη πρώην ΕΣΣΔ. Φροντίζει τα άλογα στον ιππόδρομο, μιλά γερμανικά, αλλά δεν ξέρει τη γραμματική. Συναντά μια καθηγήτρια, άνθρωπο μοναχικό, που φοβάται τα ζώα και τα άλογα επίσης. Η συνάντησή τους, μέσω της γραμματικής και των αλόγων, καταλήγει στον έρωτα και σε μια σχέση δυνατή. Η ίδια η συγγραφέας, στην πραγματικότητα, αγαπά τα άλογα, έχει άλογο αληθινό, στην αυλή της μονοκατοικίας της, στα προάστια του Μονάχου. «Παίρνω άλογα κουρασμένα από βαριά εργασία χρόνων, στον ιππόδρομο. Δηλαδή παίρνω άλογα να τους "εξασφαλίζω τη σύνταξη", λέει με ένα πλατύ χαμόγελο. Το πρώτο άλογο έζησε μαζί μας χρόνια, όταν έφυγε στα ουράνια λιβάδια,. πήρα το δεύτερο. Είμαστε όλοι ευτυχισμένοι: το άλογο, ο άνδρας μου, εγώ και ο γιος μας!».
Μιλώντας για την οικογένεια της, η Αγγέλικα μας εξιστορεί και την περίπτωση υιοθέτησης του γιου τους. «Πριν επτά χρόνια υιοθετήσαμε τον 25χρονο Κορεάτη από την Κίνα, το Μαν Τσι. Αρχικά, τον είχα μεταφραστή, όταν πήγα στην Κίνα να μάθω περισσότερο τί σημαίνει η Κίνα για του Γερμανούς. Έγραψα μετά ένα βιβλίο για την Κίνα με τα μάτια των Γερμανών, που δεν μπορούν ακόμα και σήμερα να μπουν στο πνεύμα αυτού του λαού», είπε. Η Αγγέλικα κάλεσε τον νεαρό Τσι στη Γερμανία για σπουδές και αργότερα, όταν λόγω γραφειοκρατίας, ο Τσι δεν μπορούσε να γραφτεί στο Πανεπιστήμιο, αποφάσισαν να τον υιοθετήσουν. «Υπάρχει αγάπη - αυτό είναι όλο», καταλήγει.
Μιλώντας για την Ελλάδα και το πώς έμαθε καλά ελληνικά, λέει ότι αφορμή στάθηκε η ... περιέργειά της και η φανερή διάθεση για επικοινωνία: «Νέο κορίτσι ακόμα, πήγα να εργαστώ σε ένα εργοστάσιο για να συμπληρώσω τα χρήματα για τις σπουδές μου... Εκεί από δεξιά μου είχα μια Ελληνίδα εργάτρια και από αριστερά μια Τουρκάλα. Οι γυναίκες σχεδόν δεν ήξεραν γερμανικά. Αχ, έτσι! είπα και αποφάσιζα να μάθω και τις δυο τις γλώσσες! Την άλλη μέρα ήρθα με δυο βιβλία γραμματικής: "Γερμανό -Ελληνικό" και "Γερμανό - Τουρκικό"... Ζορίστηκα με τα ελληνικά, γιατί έχουν μοναδικό αλφάβητο, αλλά μετά πήρα φόρα, και σήμερα δεν σταματώ να μιλάω την ελληνική, όταν βρίσκομαι στη χώρα σας!"».
Επιστρέφοντας στη δημιουργία του νέου της βιβλίου, που το θέμα θα είναι μια ιστορία νεαρής κοπέλας που είχε αλλάξει δυο πατρίδες και τελικά καταλήγει "Γερμανίδα", λέει η Αγγέλικα. «Θα έχει τον Πόντο, τη Γεωργία και την Ελλάδα μέσα της, αλλά στο τέλος η ηρωίδα μου θα πει: θέλω να παντρευτώ κάποιον που δεν θα έχει πολυσύλλαβο επίθετο, όπως «χατζή,,,», αλλά μονοσύλλαβο, ή το πολύ - δισύλλαβο, όπως «Σμίντ», ας πούμε!", αναφέρεται στις ιδέες της και συμπληρώνει: «Η ιδέα αυτή μου ήρθε, όταν είδα στο πανεπιστήμιο, μια κοπέλα που μιλούσε με Ρώσους φοιτητές - ρωσικά, με Έλληνες - ελληνικά, με Γεωργιανούς - γεωργιανά , με Τούρκους - τουρκικά». Γνώρισα την κοπέλα και τους γονείς της, έμαθα την ιστορία της οικογένειάς της. Την εποχή του '90 είχαν φύγει από την Γεωργία στην Ελλάδα, λόγο πολιτικοοικονομικής κρίσης, δέκα χρόνια μετά την οικονομική κρίση στην Ελλάδα - μετανάστες στη Γερμανία».
Μιλώντας για την ιστορία της χώρας της, δηλώνει πως δεν ντρέπεται για τον παρελθόν της Γερμανίας, γιατί όπως λέει: «δεν έφταιγα , εγώ - προσωπικά, και όμως προσπαθώ σε όλη την ζωή μου να κάνω κάτι καλό για την ανθρωπότητα, έστω στο πλαίσιο των δυνατοτήτων μου. Τους ανθρώπους ποτέ δε ξεχωρίζω από καταγωγή τους, αλλά από τον τρόπο σκέψεις, την καλοσύνη. Μισώ τον Χίτλερ, αλλά αυτό δεν αλλάζει την ιστορία. Από μικρή, θυμάμαι, μας έδειχναν στο σχολείο τα ντοκιμαντέρ με τα θύματα του φασισμού. Τα ξέρω όλα! Το μόνο που μπορώ, προς το παρόν, τώρα, είναι να προσφέρω στον κόσμο την αγάπη μου και την συμπαράσταση εκεί όπου χρειάζεται», καταλήγει με απόλυτη ειλικρίνεια.
Σχολιάζοντας τη σημερινή οικονομική κρίση στην Ελλάδα και το νέο κύμα Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία, πιστεύει πως «για την κρίση φταίει η Γερμανία και ο Σόιμπλε». «Ως μεγάλη βιομηχανική χώρα είμαστε υπεύθυνη για την κρίση στην Ελλάδα αυτό λέω, συγκεκριμένα - φταίω!» επισημάνει και συμπεραίνει: «Εμείς οι Γερμανοί ίσως ζηλεύουμε τους Έλληνες που μπορούν να συνδυάζουν την αγάπη για ζωή και την εργασιομανία. Όταν διαβάζω και ακούω πως είναι τεμπέληδες οι Έλληνες, με τρελάνει αυτό, αφού γνωρίζω ανθρώπους που εργάζονται σε δυο και τρεις δουλειές. Και τα καλά γερμανικά προϊόντα που πουλιούνται στην Ελλάδα είναι τις περισσότερες φορές κατασκευασμένα από τους Έλληνες εργαζόμενους μετανάστες...».
Τέλος, ξαναγυρίζοντας στο θέμα της εκμάθησης της ποντιακής διαλέκτου, λέει με μεγάλη χαρά πως με τη βοήθεια των φίλων βρέθηκε η καθηγήτρια Αλκμήνη Θεοδωρίδου, που προσφέρθηκε αφιλοκερδώς να της παραδίδει μερικά μαθήματα γραμματικής της ποντικής διαλέκτου. «Επέμενα να πληρώσω τα ιδιαίτερα μαθήματα, αλλά μου είπε το κάνει δωρεάν στη μνήμη των παππούδων της και των προγόνων της που διώχθηκαν από τον Πόντο».
Το μόνο που θέλω, λέει η Αγγέλικα, είναι να πω στην Αλκμήνη και σε όλους τους Έλληνες, «υγείαν και ευλοΐαν σ' ουλτ'ς έσουν» είναι η μοναδική ευχή στην ποντιακή που έμαθα και που σημαίνει: «υγεία και ευλογία όλοι να έχουν!».
Σοφία Προκοπίδου
© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ και παραχωρούνται σε σ


2 Ιαν 2018

Η Πρωτοχρονιά με το Παλιό (σαν το Παραμύθι)



Ήταν μια γιορτή του δημοτικού, οργανωμένη από εμάς- του γυμνασίου, αφού το σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα βασιζόταν στο πνεύμα αλληλεγγύης και εθελοντισμού. Εμείς, οι μεγάλοι του σχολείο, φροντίζαμε τις γιορτές των μικρότερων μαθητών.
(….) Κανένας από τα αγόρια της τάξης δεν ήθελε να κάνει τον Άγιο Βασίλη! Εγώ, ως υπεύθυνη της γιορτής που είχα γράψει και το σενάριο, αναγκαστικά ανέλαβα την ευθύνη- το ρόλο του. Στη Ρωσία τον λένε Παππούς Πάγος - Дед Мороз, είναι το δημιούργημα των σοβιετικών από την εποχή του ’30 του 20ου αιώνα για διασκέδαση των παιδιών στις πρωτοχρονιάτικες γιορτές.
Σύμφωνα με το σενάριο, μαζί μου ήταν η εγγονή Χιονάτη. Το ρόλο αυτό είχα δώσει στην κολλητή μου, την αρμένισα Σάρα.. Όλες οι τρεις ξανθιές κοπέλες της τάξης μας, δεν μπορούσαν να παίξουν τη Χιονάτη: η μια ήταν πολύ ντροπαλή και άλλες δυο χωρίς ίχνος ταλέντου...

Την κόκκινη ρόμπα, το καπέλο και το τσουβάλι για δώρα, ράψαμε μαζί με τη μοδίστρα της μαμάς, από βαμβακερό κόκκινο ύφασμα. Εγώ ήθελα το κόκκινο βελούδο, αλλά ήταν πολύ ακριβό: το μέτρο στοίχιζε ένα τέταρτου του μισθού της μαμάς! Τις γούνινες άκρες της ρόμπας και του καπέλου, φτιάξαμε από βαμβάκι. Κάτω από τη κόκκινη ρόμπα έβαλα το παλτό, να φαίνομαι «παχουλό παππού». Στο πρόσωπο - τη μάσκα με άσπρα φρύδια και κόκκινη μύτη. Όμως, η μάσκα δεν είχε μούσι και μουστάκια, μόνο φρύδια, μάγουλα, μύτη... Φτιάξαμε και αυτά από βαμβάκι και απευθείας κολλήσουμε στο πρόσωπο μου με μια κόλα για όλες τις χρήσης . Ήταν με πολύ ευχάριστη γλυκιά μυρωδιά.

Ξεκίνησε η γιορτή με τα γνωστά τραγούδια και στίχους της πρωτοχρονιάτικης ιστορίας. Μετά από εικοσάλεπτο, ξαφνικά αισθάνθηκα μια ζάλη, η γλώσσα μου έπαψε να γυρνά, έχασα τη λαλιά, μούδιασαν να χείλη, όλους έβλεπα θολά… Κάθισα στην καρέκλα κάτω από το στολισμένο έλατο. Από κει -σύμφωνα με σενάριο - θα έπρεπε να μοίραζα τα δώρα στα παιδιά. Και χάθηκα...Κοιμήθηκα, ίσως να είχα χάσει τις αισθήσεις, δεν θυμάμαι ... Έτσι, καθιστή κοιμωμένη κατά από ελατό παρέμεινα μέχρι που τελείωσε η γιορτή.

Η Χιονάτη- Σάρα μετά μου είπε, ότι το σενάριο το εκτέλεσε κατά γράμμα, ότι ανακοίνωσε στα παιδιά , ότι ο Ded Moroz κουράστηκε, κάνοντας μεγάλο δρόμο από τη μακρινή Σιβηρία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, και τώρα κοιμάται για να πάρει δυνάμεις γιατί θα πάει σε πολλά άλλα πάρτι ...
Η Πρωτοχρονιά ήταν η αγαπημένη γιορτή στη Σοβιετική Ένωση. Σε μια χώρα με πολλές απαγορεύσεις , ο λαός με λαχτάρα περίμενε την μοναδική ελεύθερη μέχρι πρωίας γιορτή ... Τα πάρτι ατελείωτα, ο κόσμος ντυνόταν καρναβάλια, τα φαγοπότια μέχρι τελικής πτώσης...
Και στη δικιά μας σχολική γιορτή, σε μια έξαρση χαράς, κανένας δεν σκέφτηκε, τι συμβαίνει με τον "Παππού Πάγο" ...
Ευτυχώς, ξύπνησα, όταν τέλειωσε το πρόγραμμα και η έξυπνη Χιονάτη αμέσως ξεκόλλησε τα γένια και τα μουστάκια από το πρόσωπο μου, γιατί υποψιάστηκε, ότι φταίνε να μουστάκια μου….Εγώ, όμως, όταν έμαθα ότι κοιμόμουν όλη την ώρα, αισθάνθηκα μεγάλη ντροπή, στεναχωρήθηκα που χάλασα την γιορτή που οργάνωσα. Αργότερα, ο καθηγητής χημείας μου εξήγησε, ότι δηλητηριάστηκα από τη βλαβερή για αναπνοή κόλα για όλες της χρίσης ...


Από τότε, δεν αγαπώ τα γλέντια της Πρωτοχρονιάς στις 31 Δεκεμβρίου, αλλά περιμένω με μια τρυφερή νοσταλγία τη γιορτή της 14 Ιανουαρίου – την Πρωτοχρονιά με το Παλιό Ημερολόγιο, που εμείς, οι Πόντιοι, γιορτάζαμε στη Ρωσία. Αυτή η Πρωτοχρονιά είναι συνδεδεμένη με τη μητέρα και τον πατέρα, αλλά και τους φίλους τους, που έπαιζαν κάθε χρόνο το γνωστό δρώμενο. Με Νύφη- Γαμπρό- Ιατρό- Κατσίκι, συνοδεία με τη λύρα - κεμεντζέ και το ακορντεόν.
Ήταν μια μυστική γιορτή, μια κριμένη χαρά. Εμάς, τα παιδιά, δεν έπαιρναν μαζί, αφού έφευγαν αργά το βραδύ μέσα στο σκοτάδι. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι με δυο αυτοκίνητα lada, στις οικογένειες Ρωμαίων …Πριν, στις πρόβες, θυμάμαι, όταν "ο θίασος" της μαμάς μεταμφιεζόταν, όλοι ξεκαρδιζόντουσαν από τα γέλια μέχρι δακρύων … Εμείς, τότε μικρά, χαιρόμαστε με τη χαρά των γονιών μας, σαν να παίρναμε πολύτιμο Δώρο Χριστουγέννων. Ήταν η χαρά που τους επανέφερε στην Πηγή της αθωότητας, στις ρίζες τους, βαθιά κριμένες κάπου αλλού...
Τα παιδιά δεν φοβούνται τίποτα, όταν βλέπουν χαρούμενους γονείς, μόνο τότε μεγαλώνουν ευτυχισμένοι και θαρραλέοι ...


Σοφία Προκοπίδου


Θεσσαλονίκη, 31 Δεκεμβρίου 2017