15 Μαΐ 2018

Στο λιβάδι της αγάπης


     Η Μάγια δεν βαριόταν που έμενε μόνη. Όλη μέρα είχε να κάνει πολλά πράγματα. Βασικά πολύ της άρεζε το μικρό πράσινο λιβαδάκι που έφτιαξε η Στέλλα. Ολόκληρα τέσσερα στρέμματα γης, με χοντρό χαλί από πρασινάδα. Εκεί αισθανόταν πριγκίπισσα! Και είχε δίκιο. Όλα στην οικογένεια στρέφονταν γύρω από αυτήν. 

Η Μάγια ήξερε  πως η Στέλλα ούτε στιγμή δεν έπαυε να την σκέφτεται, ακόμα και όταν ήταν στη δουλειά, κάπου μακριά στην πόλη ή μαζί με τον Γιώργη στα μελίσσια. Εκτός από τη Μάγια,  είχαν και μελίσσια. Tα μελίσσια τούς απασχολούσαν όλη την ώρα, αλλά η Μάγια έβλεπε πως δεν τα αγαπούν όπως αυτήν. Έβγαζαν μέλι από τις μέλισσες,  το πουλούσαν, ενώ  η Μάγια δεν τους έδινε τίποτα, ούτε γάλα, ούτε την καβαλούσαν, ούτε την έβαζαν να κάνει αγγαρείες, αφού για όλες τις μεταφορές είχαν ένα φορτηγάκι. Την κοιτούσαν με μάτια λιγωμένα από αγάπη, παχύ στρώμα αγάπης, που δεν φεύγει ούτε με τα δάκρυα...
      Η Μάγια ήταν μια φοράδα ολόλευκη, δεν ήξερε ποιας ράτσας είναι, αλλά ήξερε ότι είναι όμορφη. Το άκουγε συνέχεια από τους ανθρώπους. Άκουγε φωνές χαράς και θαυμασμού από τους φίλους της Στέλλας,  στενούς και περαστικούς. Η Μάγια έκανε ό,τι μπορούσε να δώσει περισσότερη χαρά στους ανθρώπους που έρχονταν να την δουν. Πρώτα ένα περπάτημα  από τη μιαν άκρη του λιβαδιού μέχρι την άλλη. Τα βήματα αργά, αλλά με ένταση για να νιώσουν οι θεατές τη δύναμή της. Το κεφάλι της το κρατούσε σταθερά με το βλέμμα μπρος, αλλά κρυφά, με το ένα μάτι, έβλεπε πώς την κοιτούσαν οι επισκέπτες και την φωτογράφιζαν. Όταν έφτανε στο τέλος του οικοπέδου, σταματούσε λίγο. Ποτέ δεν ερχόταν κοντά, αν δεν το ζητούσε η Στέλλα. Μετά έκανε την ίδια διαδρομή επιστρέφοντας στην άλλη άκρη του λιβαδιού της. Δεν πλησίαζε ανθρώπους. ΄Οχι πως τους φοβόταν, καθόλου δεν τους φοβόταν, απλά ήξερε ότι  από μακριά είναι πιο ωραία να τη βλέπουν και δεν ήθελε να χαλάσει το παραμύθι τους. Η Μάγια παρόλο που ήταν άλογο είχε  σχεδόν ανθρώπινο μυαλό και ήξερε ότι οι άνθρωποι καλύτερα  καταλαβαίνουν τους άλλους, όταν είναι απομακρυσμένοι, ενώ όταν έρχονται κοντά  αρχίζουν να συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους άλλους  και νομίζουν ότι είναι καλύτεροι και σοφότεροι και ότι τα ξέρουν  όλα…

Ο Κωνσταντής
      Μερικές φορές, όταν δεν ήταν κάνεις σπίτι και δεν ακουγόταν μουσική από τα ηχεία της αυλής  του σπιτιού της Στέλλας,  τη Μάγια την  έπιανε η νοσταλγία για τον Κωνσταντή. Και αυτός άλογο ήταν. Η ψυχή του σίγουρα  ήταν ανθρώπινη, γιατί είναι γνωστό ότι η ψυχή πάει όπου θέλει. Πόσες ανθρώπινες ψυχές πήγαν στα ζώα και ψυχές ζώων σε ανθρώπους! Αυτό δεν το ξέρει κανείς, μετά, στη διάρκεια της ζωής αποκαλύπτεται  - και όχι πάντα.

      Η Μάγια είχε ακούσει από τη Στέλλα για την κακή μοίρα του Κωνσταντή, πριν  τον πάρει. Αλλά οι πληγές αν και κλείνουν, μένουν οι ουλές, που είναι χαραγμένες μνήμες.  Στον  σύγχρονο  κόσμο υπάρχουν τεχνικές,  όπως το λέιζερ,  που εξαφανίζει
τις ουλές, αλλά το λέιζερ δεν μπορεί να κάψει τις ουλές  του εγκεφάλου που αποθήκευσαν τις μνήμες των πληγών. Στους ανθρώπους, όπως και στα άλογα, υπάρχουν  τα ίδια προβλήματα: δύσκολα ξεχνούν το κακό.
      Μια φορά η Μάγια άκουσε από έναν καθηγητή, που ήταν φίλος της Στέλλας, ότι οι άνθρωποι αν και ήρθαν στη ζωή για να είναι ευτυχισμένοι, δεν το θέλησαν.  Πέσανε στην αμαρτία για να έχουν δρόμο προς την αγιότητα. «Στην ταλαίπωρη  ζωή τους εκμεταλλεύονται  τα ζώα, που είναι κατώτερά τους», έλεγε. «Όχι!», σκέφτηκε τότε η Μάγια. «Εγώ  δεν είμαι ζώο, άλογο είμαι!» και του το είπε με τον τρόπο της, αφού του γύρισε την πλάτη, έφυγε απέναντι στον φράκτη του λιβαδιού, χωρίς να κουνήσει την ουρά της. Φεύγοντας απέναντι άκουσε τη Στέλλα να λέει στον καθηγητή: «Πρόσεχε πώς μιλάς! Η Μάγια τα καταλαβαίνει όλα!». Ο επισκέπτης κοίταξε  τη Μάγια που ήδη ήταν μακριά του και είπε: «Μπορεί, αλλά δεν παύει να είναι ζώο - όχι άνθρωπος,  αυτό  δεν αλλάζει». Εδώ η Στέλλα δεν απάντησε. Δεν έμπαινε στη διαδικασία της διαφωνίας με κανέναν, απλά αυτοί που δεν την καταλάβαιναν ποτέ ξανά δεν έρχονταν σπίτι της. Έκανε «τα μαγικά»  και  τους «εξαφάνιζε» από κοντά της.
     
  Μια φορά η Μάγια άκουσε από  καλή φίλη της Στέλλας:
«Πού είναι ο Κωνσταντής;»
«Έφυγε!» απάντησε η Στέλλα.
«Έφυγε για πού;» την ρώτησε ξανά.
«Έφυγε στα απέραντα λιβάδια και είναι εκεί ευτυχισμένος!»
«Και πού στα μέρη μας βρίσκονται τέτοια λιβάδια; Έχουμε;» επέμενε η άλλη.
Η Στέλλα δεν της απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Της άρεσε  που η γυναίκα  αυτή, που δεν ήταν και ξένη,  δεν καταλάβαινε  ότι το «έφυγε» σήμαινε «πέθανε». «Σαν να ζει ο Κωνσταντής μου!», σκέφτηκε τότε.

        Ο Κωνσταντής θα μπορούσε να ζήσει 45 χρόνια, όσο ζουν τα άλογα, αλλά η μοίρα του ήταν ταλαίπωρη και έφυγε στα 25 του. Η Στέλλα τον είδε πρώτη φορά στο πάρκο του Αγίου Νικολάου, κοντά στη Νάουσα. Δεν πήγε εκεί τυχαία, έψαχνε ν’ αγοράσει ένα άλογο και της είπαν πως πουλιέται εκεί ένα από αυτά τα τουριστικά, που πηγαίνουν βόλτες τους τουρίστες στο πάρκο. Μόλις τον είδε, ήταν σίγουρη πως θα τον πάρει, ό,τι χρήματα και αν ζήταγε το αφεντικό του. Ο Κωνσταντής την κοίταξε μέσα στα μάτια, στην ψυχή της και κάπου εκεί, στη διαδρομή του κοιτάγματος  συναντήθηκαν, έγιναν ένα οι ψυχές τους. Η Στέλλα ήξερε ότι το άλογο ήταν άρρωστο, είχε καρκίνο, ταλαιπωρημένο και θλιμμένο, αδύνατο και απελπισμένο, ετοιμαζόταν για το τέλος της ζωής. Το αφεντικό του δεν τον λυπόταν, δεν τον τάιζε  καλά, συνέχεια  έβαζε τις φωνές, πολλές φορές τον κτυπούσε και τον θεωρούσε δύσκολο χαρακτήρα, αλλά ο Κωνσταντής δεν μίσησε  το αφεντικό του, τον λυπόταν. Ήταν ανόητος  άνθρωπος, μοναχικός, άλλαζε συνέχεια γυναίκες. Φαίνεται καμιά δεν τον ήθελε, γι’ αυτό  ξεσπούσε στον Κωνσταντή. Οι γυναίκες, σαν τα άλογα, το μόνο που θέλουν είναι η κατανόηση, η αγάπη χωρίς ανταλλάγματα. Αν μιλούσε  ο Κωνσταντής με ανθρώπινη μιλιά, θα του έλεγε το μυστικό πώς να κρατήσει μια γυναίκα. Ήταν απλό:  έπρεπε πρώτα να είναι καλός μαζί του, με το άλογό του, και τότε θα εύρισκε γρήγορα τη γυναίκα της ζωής του.  Πολλές φορές προσπαθούσε να του το πει με το βλέμμα του, αλλά αυτός δεν ήθελε να καταλάβει και δεν άντεχε το βλέμμα του Κωνσταντή.
        Στις υποχρεώσεις του Κωνσταντή ήταν να μεταφέρει τις τουρίστριες που τον καβαλούσαν και βόλταραν στο πάρκο. Πάντα καταλάβαινε τον χαρακτήρα κάθε μιας γυναίκας. Αν  είναι τρυφερή ή άγρια, δοτική ή αρπαχτική, έξυπνη ή χαζή, όμορφη ή άσχημη…  Τις έβλεπε, τις άκουγε, τις μύριζε… Όλες οι γυναίκες τον άγγιζαν με τα σώματά τους.  Μερικές  τον έβλεπαν σαν ζώο, φώναζαν φοβισμένα  σαν  τρελές. Αν ήθελε θα μπορούσε να τις  σπρώξει να τις ρίξει κάτω, αλλά ποτέ δεν το έκανε. Περίμενε τη στιγμή που θα κατέβουν μόνες τους. Είχε υπομονή να περιμένει την απόφαση του άλλου.
      Μια φορά ήρθε ένα ζευγάρι νέων να κάνουν βόλτες με τα άλογα. Ο νεαρός  πήρε τη φοράδα, τη Σίσυ, και η κοπέλα τον Κωνσταντή. Ήταν φοβητσιάρα, αλλά ήθελε να δοκιμάσει πώς είναι πάνω στο άλογο, σ’ «ένα ζωντανό κινούμενο βουνό», όπως είπε. Ο νεαρός καβάλησε τη Σίσυ και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στα δέντρα, αφήνοντας την κοπέλα. Αυτή, μόλις  ανέβηκε στο άλογο,  ένιωσε πως θέλει αμέσως να κατέβει. «Δεν θα τα καταφέρω, φοβάμαι πολύ!», φώναξε  στο αφεντικό τού Κωνσταντή. Το αφεντικό τής λέει: «Μη φοβάσαι... εγώ εδώ είμαι!», αλλά η κοπέλα φοβόταν τόσο πολύ που άρχισε να τρέμει. Ο Κωνσταντής είχε καταλάβει,   φοβήθηκε που έμεινε μόνη, γιατί ο νεαρός έτρεξε μακριά της με μεγάλο ενθουσιασμό για την περιπέτεια. Ο Κωνσταντής  αν μιλούσε, θα της έλεγε να μην τον παντρευτεί ποτέ. «Έφυγε ο βλάκας και την  άφησε, αυτή  φοβήθηκε πολύ πάνω μου, τι θα την κάνω;» Ξεκίνησε να περπατά πολύ προσεκτικά για να μην πατήσει καμιά πέτρα ή να μην μπει σε καμιά λακκούβα. Έτσι σιγά-σιγά περπατήσανε και η κοπέλα σύντομα ηρέμησε, δεν έτρεμε πια, κοιτούσε γύρω της, έβλεπε την ομορφιά του δάσους.
       Όταν επέστρεψαν από την ημίωρη βόλτα,  ο νεαρός με τη Σίσυ την περίμενε ήδη κι έτρεξε κοντά της να  την φιλήσει. Της είπε ότι πήγε πολύ καλά η βόλτα του. Η κοπέλα δεν του έδωσε τα χείλη της. Μετά γύρισε να δει τον Κωνσταντή και τον φίλησε στο κεφάλι χωρίς ίχνος φόβου. «Μπράβο, κοπέλα μου!» της «είπε»  ο Κωνσταντής και η κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια και του «είπε»: «Τώρα δεν φοβάμαι!  Άλογό μου!»…
«Μου είπε «μου», με αγάπησε!», σκέφτηκε ευτυχισμένος  ο Κωνσταντής και κούνησε την ουρά του με πολύ αέρα,  σαν να ήταν πουλαράκι … 

Η Στέλλα
      Τον είχε δει στο όνειρό της. Τον Κωνσταντή. Η Στέλλα είχε μια ιδιαίτερη θεωρητική σχέση και ανεξήγητη πλατωνική αγάπη  για τα άλογα. Πίστευε ότι  στην προηγούμενη ζωή ήταν άλογο. Δεν εξηγείται διαφορετικά! «΄Η, αφού είμαι άνθρωπος σ’ αυτήν τη ζωή, η ψυχή που έχω είναι του αλόγου», ήταν σίγουρη. Τα μακριά μαλλιά της Στέλλας - μέχρι τη μέση -  πάντα αφημένα θύμιζαν χαίτη.  Αυτά τα μαλλιά  δεν την ενόχλησαν ποτέ, ακόμα κι όταν έκανε πολύ ζεστή τα καλοκαίρια, δεν τα μάζευε… Το πρόσωπό της είχε  την πρωτόγονη αθώα έκφραση της απόλυτης κατανόησης, αφοσίωσης, εξυπνάδας  καλοσύνης και ευγένειας που έχουν μόνο τα άλογα. Η μύτη της ήταν μεγάλη, αλλά ωραία,  τα μεγάλα της  ρουθούνια τα διέκρινε κανείς αμέσως.  Από μικρή  όλο λιβάδια και άλογα έβλεπε στα όνειρά της. Ίσως γι’ αυτό, το μεγάλο αγρόκτημα, που κληρονόμησε από τη γιαγιά της, το κράτησε, δεν το πούλησε. Της το ζήτησαν πολλές φορές, αλλά η Στέλλα, παρόλο που είχε ανάγκη τα χρήματα, δεν υπέκυψε.  Το κούρευε σε τακτά διαστήματα, το χόρτο πύκνωσε  σαν  παχύ χαλί… Το έκανε λιβαδάκι. Το κοιτούσε από τη βεράντα ενώ έπινε τον καφέ της με συνοδεία  τη μουσική που ακουγόταν από τα κρεμασμένα ηχεία στην αυλή.  

        Πέρασαν χρόνια, η Στέλλα δεν παντρεύτηκε,  σαν να περίμενε όχι άνδρα, αλλά ένα  άλογο. Άργησε να καταλάβει πως έμεινε μόνη της. Αποφάσισε να αγοράσει ένα άλογο. Χρήματα δυστυχώς δεν είχε. Της ήρθε η ιδέα να ψάξει άλογα σε πολύ χαμηλή τιμή, αυτά  που δεν τα θέλουν για διάφορους λόγους-  αρρώστιας  ή  γηρατειών. Έτσι έφθασε στον Κωνσταντή και όταν τον πρωτοείδε θυμήθηκε πως ακριβώς αυτόν έβλεπε στα όνειρά της. Με το φορτηγάκι τον μετέφερε σπίτι της, στο χωριό που ζούσε.
       Με τον ερχομό του Κωνσταντή στη ζωή της Στέλλας έγιναν διάφορα θαύματα. Το πρώτο θαύμα ήταν όταν μόλις  σκέφτηκε: «Καλό είναι να έχει ο Κωνσταντής παρέα!», της έφεραν  μια φοράδα μικρή από έναν στάβλο, που διαλύθηκε, μετά από κάποιες ατυχείς συγκυρίες των ανθρώπων που τον είχαν. Την παρακάλεσαν να πάρει, έστω προσωρινά, τη Μάγια. Το δεύτερο θαύμα έγινε όταν ο Κωνσταντής γρήγορα, από ένα άρρωστο άλογο που ήταν, ζωντάνεψε και άρχισε να δείχνει απόλυτα γερός και δυνατός.  Σίγουρα τον βοήθησε η μικρή Μάγια. Σαν μεγαλύτερος και αρσενικός αισθάνθηκε ευθύνη γι’ αυτήν. Έτρεχαν μαζί, έπαιζαν μαζί, όλα μαζί! Ο καρκίνος «κρύφτηκε», διαπίστωσε ο κτηνίατρος. Ο Κωνσταντής και η Μάγια έγιναν φιλικό ζευγάρι. Συνέχεια μαζί, ο ένας πάει σε μια γωνιά του λιβαδιού, η άλλη αμέσως εκεί… Τριβόντουσαν με τα κεφάλια, σαν να έλεγαν: «εγώ για σένα ζω – εσύ για μένα ζήσε!»

       Μετά ήρθε  και το τρίτο θαύμα. Εκεί μέσα στο διαδίκτυο που συνομιλούσε  με πολλούς φίλους η Στέλλα, εμφανίστηκε ένας, που αρχικά δεν του έδωσε σημασία. ΄Ηταν  κάποιος  από τους πολλούς φίλους, που ενδιαφερόταν για τα άλογα. Γιώργη τον έλεγαν.  Δύο περίπου μήνες επικοινωνούσαν στο διαδίκτυο και μια μέρα η Στέλλα τον κάλεσε σπίτι της να δει τα άλογά της. Και ήρθε ο Γιώργης από τη μακρινή Πελοπόννησο και έμεινε. Ήρθε για Σαββατοκύριακο και δεν γύρισε. «Βρήκα επιτελούς αγάπη», της είπε.  Την ίδια τη Στέλλα, το λιβαδάκι με τον Κωνσταντή και τη Μάγια – όλα ήταν γεμάτα με τόση αγάπη… Θυμήθηκε τον  αρχαίο Σωκράτη που φανταζόταν την ψυχή ως μια αθάνατη ουσία, η οποία κινείται στον υπερουράνιο χώρο διαιρεμένη σε τρία μέρη, τα δύο από τα οποία έχουν μορφή αλόγου και το τρίτο μορφή ηνίοχου. Το ένα κακότροπο, που συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την ευτέλεια της σάρκας και το άλλο πνευματικό, που συγγενεύει με τους θεούς και μπορεί να ατενίζει το υπερουράνιο κάλλος…

       Η  Στέλλα δεν είχε καμιά αμφιβολία  για τον Γιώργη, αφού  δυο μήνες μιλούσαν και τα είπαν όλα. Της αρκούσε να αγαπήσει ο Γιώργης τα άλογά της και μετά αυτήν την ίδια. Σαν να έγινε ο Ηνίοχος, που θα τα ισορροπούσε  όλα, θα έφερνε  στη ζωή τους την αγνότητα. Η ζωή τους έστρωσε στον ρυθμό του βηματισμού των αλόγων: τουκ-τουκ- τουκ … Έφτιαξαν μελίσσια, το μέλι τους έφερε χρήματα, οικονομική άνεση και μια γλύκα.  Ο Γιώργης απέκτησε μια  συνήθεια. Όταν ήθελε να πει κάτι στη Στέλλα, κάτι σοβαρό, την κοιτούσε στα μάτια, αλλά όχι επίμονα, απλά με αγάπη, σαν τον Κωνσταντή, που δεν είχε γλώσσα να μιλήσει …

Σοφία Προκοπίδου
(Το διήγημα  από το  νέο μου βιβλίου που δεν εκδόθηκε ακόμα) 

8 Μαΐ 2018

Gjergj Kola: Η διατήρηση της μνήμης του Πόντου δεν είναι καθήκον μόνο των Ελλήνων




 "Φόρεσα τα καλά μου ρούχα, είχα μαζί μου ένα μικρό τσαντάκι με πενήντα χιλιάδες δραχμές, ένα καθρεφτάκι, ένα σαπούνι και το διαβατήριο χωρίς βίζα. Πήρα μαζί και το απόκομμα της εφημερίδας με άρθρο και φωτογραφία της εικόνας της Αγίας Παρασκευής που φιλοτέχνησα, μόλις έπεσε το καθεστώς των δικτατόρων Χότζα - Αλία", αφηγείται με άπταιστα ελληνικά ο Αλβανός ζωγράφος, καθηγητής Καλών Τεχνών, Γιόργκι Κόλα (Gjergj Kola). Η μεγάλη οδύσσεια του "και ο Γολγοθάς", όπως συμπληρώνει, τον έκαναν ένθερμο φιλέλληνα και περισσότερο φιλοπόντιο. Τα περίπου 400 έργα του, με θέμα "Γενοκτονία - Πόντος" βρίσκονται στην Ελλάδα, ενώ ένα μέρος των έργων εκτίθεται αυτές τις ημέρες στην πολυθεματική έκθεση "Πόντος - Δικαίωμα και Υποχρέωση στη Μνήμη (27 Απριλίου- 27 Μαΐου)", με την επιμέλεια του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη, στο περίπτερο 2 της ΔΕΘ.
   "Είναι ακόμα μια ευκαιρία να πω δημοσίως στους Έλληνες ένα μεγάλο ευχαριστώ για ότι έζησα μαζί τους", είπε στο ΑΠΕ - ΜΠΕ ο Αλβανός καλλιτέχνης, ο οποίος Το 1992, μόλις 23 ετών, καθηγητής ζωγραφικής και ιστορίας της Τέχνης στο Λύκειο της κωμόπολης Balldren κοντά στη πόλη Lezhe, αποφασίζει να φύγει μακριά από το χάος που κατέλαβε την διαλυμένη τότε Αλβανία. "Το σχολειό κατέρρευσε από την βομβιστική επίθεση μπροστά στα μάτια τα δικά μου και των μαθητών μου. Ήταν αναπόφευκτο να φύγω. Την άλλη μέρα παρέα με έναν 15χρονο μαθητή μου, που μου τον εμπιστεύτηκαν οι γονείς του, πήραμε το δρόμο προς την Ελλάδα", τονίζει. 

   "Δραπέτευα από την Αλβανία, μια πατρίδα, όπου απαγόρευαν και να ονειρεύεσαι. Ήμουν έτοιμος να φύγω, να αντέξω! Τελικά άντεξα περισσότερα από όσα πίστευα. Δεν είχα άλλη επιλογή από το να αναζητήσω την σωτηρία μου στην Ελλάδα. Μπροστά μου ήταν μια νέα ζωή δύσκολη, αλλά πίσω άφηνα μια ζωή ανυπόφορη με κίνδυνο την ίδια τη ζωή. Ταξιδεύαμε όλη τη νύχτα με τον μαθητή μου, φτάσαμε στο Άργος Ορεστικό Καστοριάς. Συναντήσαμε δυο αστυνομικούς με τη κλούβα. Ήταν ευγενικοί, δεν μπορούσαμε να συνεννοηθούμε, αλλά μας άφησαν να συνεχίσουμε το δρόμο ... Αυτά τα ανθρώπινα στους Έλληνες με συγκινούν ακόμα σήμερα, που είμαι πολύ καλά, έχω την σύζυγό μου που με στηρίζει, τα παιδιά μου..."
   Όπως αφηγείται οι πρώτες συναντήσεις με Έλληνες τον ξάφνιασαν, γιατί ο νεαρός τότε ζωγράφος δεν ένοιωσε καμιά ξενοφοβία εκ μέρος τους. "Δεν ήξερα ελληνικά, φοβόμουν, αλλά ήλπιζα ότι η εικόνα της Αγίας Παρασκευής θα "δείξει" στους ανθρώπους στην Ελλάδα, ότι δεν είμαι κακοποιός, είμαι ένας ζωγράφος ταπεινός. Πίστευα η φωτογραφία της εικόνας, θα βοηθήσει στο να μη φοβηθούν οι Έλληνες εμένα, τον Αλβανό", λέει ο καλλιτέχνης από τη γειτονική χώρα που κατάφερε να μετέφερει στα έργα του την αγάπη και την ευγνωμοσύνη του του στους ανθρώπους που γνώρισε τα πρώτα του δυσκολα χρόνια στην Ελλάδα.
   Ειδικά αναφέρεται στα έργα του στο θέμα του Πόντου, της γενοκτονίας - μιας τραγωδία ανθρωπιστικής. Καταγράφοντας την ιστορία του Πόντου, στην ουσία αναφέρεται στην τραγωδία των γενοκτονιών, στην προσφυγιά που δεν έχει εθνότητα, εθνικότητα - θρησκεία... Στην ερώτηση: "Πως σε συγκίνησε το θέμα της γενοκτονίας των Ελλήνων Πόντιων", απαντάει με συγκίνηση θέλοντας να πει πολλά: "Είμαι Αλβανός. Παρεξηγημένη εθνότητα, μας "ρεζίλεψε" το ακραίο φασιστικό καθεστώς, η Αλβανία, διαλυμένη στην αντίπερα όχθη της αναρχίας και της τρομοκρατίας. Ήμουν λαθρομετανάστης Αλβανός και όμως σε αυτήν την χώρα, την Ελλάδα, βρήκα κατανόηση, την υποδοχή από ανθρώπους που πέρασαν τα ίδια - την προσφυγιά. Όταν πέρασα τα σύνορα της Ελλάδας, μόνο μια βραδιά έμεινα μόνος, στο πουθενά. Τη δεύτερη μέρα στο χωριό Αλιάκμονας με κάλεσαν στο σπίτι. Με φιλοξένησαν δυο παππούδες που δεν ζουν πια. Με κάλεσαν όχι από ελεημοσύνη, αλλά με σεβασμό στο ξένο ταξιδιώτη, μουσαφίρη. Αυτά δεν ξεχνιούνται ποτέ!".
   Και συνεχίζει με φανερή συγκίνηση στη φωνή του: "Την άλλη μέρα ο παππούς έφερε χαρτί και μολύβι, κάθισε να με ποζάρει... Όταν τέλειωσα το σκίτσο, γέλαγε σαν παιδί. Πρώτη φορά είδε τον εαυτό του ζωγραφισμένο. Μετά ήρθε στη ζωή μου ο παπά -Γιώργης του χωριού. Πόντιος στην καταγωγή. Όταν με πήγε στο χωριό Καστανιά, έγινε η πρώτη μου συνάντηση με μια κοινότητα εντελώς άγνωστη για μένα. Για πρώτη φορά άκουσα τον κεμεντζέ (λίρα), είδα τους κυκλικούς χορούς, άκουσα πολλούς καημούς. Όλες οι οικογένειες με δέχτηκαν σαν φίλο. Εοδικά ο ένας παππούς, που είχε σωθεί από το μακελειό στον Πόντο, μου έλεγε πονεμένες ιστορίες της προσφυγιάς, δεν καταλάβαινα πολλά τότε, αλλά αισθανόμουν με τη ψυχή μου αυτά που έλεγε. Ζωγράφιζα τις ιστορίες του, έτσι, όπως τις αισθανόμουν. Ύστερα και άλλες οικογένειες με πρόσφεραν πολλά, πάντα με σεβασμό. Ένας συγχωριανός, που είχε τρακτέρ, μου αγόρασε χαρτί, χρώματα, μολύβια, πινέλα. Όλο το Σεπτέμβρη του 1991 πήγαινα από σπίτι σε σπίτι, έκανα πολλά σκίτσα".

   Τα έργα της τωρινής έκθεσης στη θεσσαλονίκη και του λευκώματος είναι το ελληνικό ημερολόγιο του Γιόρκι, "το βιβλίο της ζωής του", ενώ καταγράφει με σκίτσα και χρώματα τους Πόντιους πρόσφυγες στην Ελλάδα, στην ουσία καταγράφει την ιστορία των γενοκτονιών του 20ου και 21ου αιώνα. "Μια γιαγιά, δεν θυμάμαι το όνομά της, μου έλεγε φοβέρες ιστορίες τις οποίες προσπάθησα να ερμηνεύσω ως ζωγράφος. Μετέφερα με όλη την δύναμη της ψυχής μου στο χαρτί ή το τελάρο, με πολυχρωμία ή με ένα στιλό λιτό τον πόνο των προσφύγων Ποντίων αναμιγμένο με τον πόνο δικό μου, του λαθραίου μετανάστη". 
   Στο λεύκωμα "Η Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου μέσα από τα εικαστικά έργα του Gjergj Kola" που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Σταμούλη, με αφορμή την πολυθεματική έκθεση, βλέπουμε πολλά σκίτσα: ηλικιωμένους, παιδιά τις στιγμές καθημερινής ζωής. Έργα ρεαλιστικά, έργα σουρεαλιστικά, μοντέρνα, ναΐφ, αλλά και λαογραφικά, ιστορικά, αγιογραφίες.
   Ο Αλβανός καλλιτέχνης επαναλαμβάνει ότι νιώθει μεγάλη ευγνωμοσύνη στον ομότιμο καθηγητή του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας, Κωνσταντίνου Φωτιάδη: "Ήταν ένας από τους πρώτους που εκτίμησε έμπρακτα τη ζωγραφική μου, αναγνωρίζοντας το έργο μου, δίνοντας χέρι βοήθειας. Η βοήθεια του έγινε στα χρόνια δύσκολα, τότε που είχα μεγάλη ανάγκη". Πολλά έργα του ο Gjergj Kola τα φιλοτέχνησε μετά από αφηγήματα - μαθήματα ιστορίας του Κωνσταντίνου Φωτιάδη. Ο ίδιος ιστορικός και ερευνητής, μιλώντας στο ΑΠΕ - ΜΠΕ, δηλώνει θαυμαστής του ταλαντούχου ζωγράφου και ανθρώπου Gjergj Kola. "Είναι ουσιαστικά ο πρωταγωνιστής της σημερινής πολυθεματικής έκθεσής μου. Στη διάρκεια των χρόνων που γνωριζόμαστε μου χάρισε πάνω από 340 έργα (σς. πολλά έργα ο κ. Φωτιάδης τα έχει αγοράσει ). Πριν από 20 χρόνια, όταν γνωριστήκαμε, κατάλαβα πως έχω μπροστά μου έναν μεγάλο καλλιτέχνη. Στην έκθεση παρουσιάζω 220 έργα του. Ο φίλος, οικογενειακός, πλέον, Γιώργι Κόλα, ένας Αλβανός που δοκιμάστηκε σκληρά, αλλά κατάλαβε τί σημαίνει κατάλυση της δημοκρατίας και τι σημαίνει το αγαθό της δημοκρατίας και ελευθερίας".
   Η πολυθεματική έκθεση του καθηγητή Κωνσταντίνου Φωτιάδη "Πόντος - Δικαίωμα και Υποχρέωση στη Μνήμη", με ντοκουμέντα, σπάνια έγγραφα και έργα τέχνης συνεχίζεται μέχρι τις 27 Μάιου.

   Σοφία Προκοπίδου 
© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ και παραχωρούνται σε συνδρομητές μόνον για συγκεκριμένη χρήση.


3 Μαΐ 2018

Όταν έσβησε η χαρά της Πρωτομαγιάς


Η Πρωτομαγιά ήταν μια γιορτή  χαράς και ελπιδας. Αυτό κάποτε στην ΕΣΣΔ. Μια γιορτή σημαντική για το καθεστωτικό κράτος. Και για μας ήταν σημαντική γιατί εκτός από τα δυσάρεστα  – το κουβάλημα των κόκκινων σημαιών  και διαφόρων πανό,  υπήρχε πάντα μια ανοιξιάτικη δροσερή χαρά ζωής. 

Μαζευόμαστε συνήθως  -οι γονείς σε χώρους εργασίας , ενώ  οι μαθητές στα σχολεία. Ντυμένοι γιορτινά, τα κορίτσια με μεγάλο φιόγκο στα μαλλιά, με άσπρη ποδιά, ή με άσπρο πουκάμισο και μαύρη ή μπλε φούστα. Ο καθηγητής φυσικής αγωγής μας «έστρωνε» σε κολόνα, με πέντε άτομα στη σειρά. Έτσι, όλοι μαζί ξεκινούσαμε την πορεία προς   το κέντρο, όπου στην κεντρική οδό η πορεία μετατρεπόταν στην παρέλαση Η πόλη  «τυλιγμένη» με πολλές πορείες  από διαφορά σημεία που κατευθύνονταν στο μέρος της αρχής της παρέλασης …Έμοιαζε με  το επιτάφιο της Μεγάλης Παρασκευής, αλλά αντί κεριά κρατούσαμε κόκκινες σημαίας και πανό.
Οι ορχήστρες εδώ και εκεί έπαιζαν τα εμβατήρια...

Πράγματι,  Νιώθαμε υπέροχα, αισιόδοξα.. Όταν περνούσαμε από εξέδρα με τον αγαλματένιο  Λένιν και των  ολοζώντανων ανθρώπων της τοπικής εξουσίας, της νομενκλατούρα, φωνάζαμε «Ειρήνη στο Κόσμο!» Ειρήνη- Εργασία- Μάϊ» , Ζήτω  το ΚΚΣΕ!» και πολλά αλλά…

Την Πρωτομαγιά είχαμε διπλή χαρά, γιατί μετά την παρέλαση πηγαίναμε στην παραλία,   για  πρώτη φόρα βουτούσαμε στα νερά της Μαύρης θάλασσας. Πεινούσαμε, αγοράζαμε από τον πλανόδιο  ψαρά  τηγανητά μπαρμπούνια με ένα κομμάτι ψωμί σε ένα χάρτινο κονάκι. Τρώγαμε με λαχτάρα τα φρεσκότατα ψαράκια ενώ το λάδι βαμμένο στο κόκκινο χρώμα του μπαρμπουνιού, έσταζε πάνω μας… Βουτούσαμε στη θάλασσα ξανά. 

Η χαρά ήταν απεριόριστη γιατί ξέραμε ότι σε λίγο τελειώνουν τα βάσανα του σχολείου, θα έρθει το καλοκαίρι και οι διακοπές… 
Την εποχή του 70-80 η γιορτή της Πρωτομαγιάς  ήταν και οικογενειακή, σαν το ελληνικό Πάσχα. (Σς.Το πραγματικό Πάσχα ήταν  απαγορευμένο από το κράτος, που πίστευε μόνο στην ανάσταση του Λένιν ). 


Αργότερα, την  εποχή του ‘90 η Πρωτομαγιά έγινε βαρετή,  αγγαρεία έγινε η παρέλαση . Μόνο με απειλή  του φόβου απόλυσης από την εργασία έβγαιναν οι άνθρωποι  στις παρελάσεις και πορείες , ενώ την εποχή του 2000 η γιορτή έσβησε εντελώς, όπως έσβησαν όλες  οι ελπίδες να σωθεί η χώρα από την διαφθορά της εξουσίας, την απόλυτη  οικονομική κρίση...
Έσβησε η χαρά της Πρωτομαγιάς οπως και η χαρά του κομμουνιστικού μας οράματος ...
Σ.Π.

Στα σύνορα της τριανταφυλλιάς


Σαν φυγάς που περνά λαθραία,
Στέκομαι στα σύνορα της κόκκινης τριανταφυλλιάς
Με φόβο να περάσω
Να γίνω σαν αυτήν
Που  ξέρει να  ανθίζει
Με το βαθύ κόκκινο χρώμα
Να δίνει ζεστασιά
που
Σπρώχνει το αίμα στις φλέβες
να κυλήσει σαν το ρυάκι
από τη Πυγή,
Ολοκάθαρη
Βιάζεται να χυθεί στο ποτάμι
Από κει- στη  
Θάλασσα και μετά στον
Ωκεανό να χαθεί…

Στέκομαι   στα σύνορα της κόκκινης τριανταφυλλιάς
Με άρωμα γυναίκας
Πραγματικής
Που ξέρει να περιμένει
Τον Χρόνο να την
μαραίνει …
δεν φοβάται
Γιατί βλέπει 
τα μπουμπούκια
που ανυπομονούν να γίνουν
Κόκκινες τριανταφυλλιές  
Στο ίδιο άρωμα
Γυναίκας 
-
Στα σύνορα της τριανταφυλλιάς
Μια γυναικά περιμένει να περάσει λαθραία
Δεν  καταλαβαίνει-
το πέρασμα
Είναι νόμιμο.
Είναι ο χρόνος,
Που την οδεύει
Στην χώρα της τριανταφυλλιάς.
Όταν φτάσει και μένει εκεί 
Δεν  χάνει  ποτέ 
το άρωμα της.
Θα είναι  μαζί 
 με πολλά μπουμπούκια
των κόκκινων τριανταφυλλιών  
που θα ανθίσουν όπου νάνε …

@σ.π. 2018