29 Μαϊ 2012

«Η Ελλάδα για τους Ρώσους είναι ένα ζεστό σπίτι»





«Η Ελλάδα για τους Ρώσους είναι ένα ζεστό σπίτι, όπου δεν μένει κάνεις πάντα, αλλά πάντα μπορεί να πάει» λέει στο ΑΜΠΕ η Μαριάνα Ορτζονικίτζε, αναπληρώτρια πρόεδρος της Επιτροπής για τις Επενδύσεις και τα Στρατηγικά Έργα και επικεφαλής του Τουρισμού της τοπικής κυβέρνησης της Αγίας Πετρούπολης, που βρέθηκε για ιδιωτική επίσκεψη στη Θεσσαλονίκη τις προηγούμενες ημέρες.

Για την Αγία Πετρούπολη, η Ελλάδα σημαίνει πολλά, τονίζει κι εξηγεί: «Η πόλη μας είναι αδελφοποιημένη με τρεις ελληνικές πόλεις: Πειραιάς- Ναύπλιο και Θεσσαλονίκη. Ιστορικά, η παρουσία του ελληνισμού πάντα ήταν στην Αγία Πετρούπολη αισθητή, που φαίνεται και στην αρχιτεκτονική της και την αισθητική της».

Η Μαριάνα Ορτζονικίτζε, η οποία βρίσκεται περίπου δέκα χρόνια στο «τιμόνι» του τουρισμού στην Αγία Πετρούπολη, έχει «επιστρατεύσει» σειρά νέων τεχνολογιών προκειμένου να καταστήσει την πόλη της ακόμη πιο δημοφιλή για τους τουρίστες.

«Ξεκινήσαμε από το μηδέν. Μετά την κρίση καταφέραμε και σηκωθήκαμε όρθιοι, με αποτέλεσμα σήμερα να έχουμε μία τόσο μεγάλη αύξηση στον εισερχόμενο τουρισμό, που δεν μας φτάνουν τα ξενοδοχεία! Βεβαίως, θα θέλαμε να έχουμε περισσότερους επισκέπτες και από την Ελλάδα. Το 2011 είχαμε μόνο 4430 Έλληνες τουρίστες, ενώ στην Ελλάδα πήγαν από την Αγία Πετρούπολη 93.4 χιλιάδες άνθρωποι» αναφέρει χαρακτηριστικά η κα Ορτζονικίτζε.

Ανάμεσα στα πιο δημοφιλή ελληνικά θέρετρα για τους συμπολίτες της είναι η Χαλκιδική, η Κρήτη, η Κέρκυρα και η Ρόδος. «Μας χαροποίει ιδιαίτερα το γεγονός ότι πριν από έναν μηνά, η Aegean ξεκίνησε, με μία πτήση κάθε Σάββατο, την απευθείας σύνδεση Θεσσαλονίκης- Αγίας Πετρούπολης. Αυτό θα γεφυρώσει και θα συσφίξει της τουριστικές σχέσεις μεταξύ των δύο πόλεων» υπογραμμίζει.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής της στη Θεσσαλονίκη, η κα Ορτζονικίτζε πρόλαβε να επισκεφθεί πολλά από τα ιστορικά και βυζαντινά μνημεία της πόλης και με την ευκαιρία αυτή δεν παρέλειψε να επισημάνει την ανάγκη ανάπτυξης του θρησκευτικού τουρισμού. «Η Ελλάδα είναι μία χώρα για προσκύνημα, εδώ βρίσκονται τα μνημεία του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού και θρησκευτικά μνημεία. Με συγκινεί το γεγονός ότι οι εκκλησίες εδώ πλημμυρίζουν από κόσμο» τονίζει.

Υπενθυμίζει δε, πως πρόσφατα επισκέφθηκε την Αγία Πετρούπολη αντιπροσωπεία από τη Βέροια, κατόπιν πρόσκλησης από τον κυβερνήτη της ρωσικής πόλης Γκεόργκι Σεργκέιεβιτς Πολτάτσεφκοβ, προκειμένου να διερευνηθούν οι δυνατότητες συνεργασίας μεταξύ των δύο πλευρών για την ενίσχυση του τουριστικού ρεύματος από τη Ρωσία προς την Ημαθία κι άλλες περιοχές της Μακεδονίας.

Μιλώντας για την ελληνομάθεια και την ελληνική παρουσία στην σημερινή Αγία Πετρούπολη, η κα Ορτζονικίτζε αναφέρει πως στη ρωσική πόλη εδώ και χρόνια υπάρχει τμήμα Νεοελληνικών και Κλασικών Σπουδών, ενώ παράλληλα στο Κλασικό Γυμνάσιο διδάσκονται τα αρχαία ελληνικά. Επίσης, εδώ και είκοσι χρόνια λειτουργεί το τμήμα Βυζαντινής και Νεοελληνικής Φιλολογίας.

«Οι καθηγητές και οι φοιτητές επιδίδονται στις επιστημονικές έρευνες και αγαπούν με πάθος την Ελλάδα. Οι απόφοιτοι του τμήματος έχουν άριστη γνώση της ελληνικής γλώσσας και βρίσκουν εργασίας στο χώρο του τουρισμού και εκπαίδευση» επισημαίνει.

Καλεί δε τους Έλληνες να επισκεφθούν και τη δική της πόλη, για την οποία λέει χαρακτηριστικά: «Είναι η πόλη της μεγάλης τσαρίνας Αικατερίνης που ήθελε να δημιουργήσει το δεύτερο Βυζάντιο με έδρα την Αγία Πετρούπολη, και έφερε από την Ελλάδα ορφανά ελληνόπουλα και τους μεγάλωσε στην αυλή της. Τα παιδιά αυτά έγιναν ήρωες της ρωσικής αυτοκρατορίας (…) Η πόλη μας είναι η πόλη του δικού σας Ιωάννη Καποδίστρια, του δικού σας μέγα ευεργέτη Ιωάννη Βαρβάκη. Όλοι μας ξέρουμε το γνωστό «θαυμάσιο Έλληνα» Δημήτρη Μπεναρδάκη που πρώτος στην Πετρούπολη ονόμασε τον Γκόγκολ μεγαλοφυή συγγραφέα και θεώρησε ευτυχή τον εαυτό του που τον γνώρισε και τον βοηθούσε οικονομικά. Και σήμερα η Αγία Πετρούπολη καμαρώνει την ταλαντούχα, ελληνικής καταγωγής μπαλαρίνα, Αλεξάνδρα Ιωσηφήδου στο Θέατρο Μαριήσκυ, ενώ τα βράδια διασκεδάζει με τη δημοφιλή λαϊκή μας τραγουδίστρια, την Αθηνά Δαλιανίδη».

Σ. Προκοπίδου



20 Μαϊ 2012

SOS - ΘΕΛΩ ΚΑΘΑΡΙΌΤΗΤΑ!




Μόλις πέρασα από την άνω πλατεία Αριστοτέλους (άγαλμα του Βενιζέλου).  Πήγαινα σπίτι μου .. και όπως κάθε φόρα πάλι βύθισα μέσα στα σκουπίδια που ήταν παντού… χαρτιά- μπουκάλια- ξεραμένα φύλα, και φτωχό γκαζόν.. Κάποιοι ξαπλωμένοι κάτω. Δεν ήταν κουρασμένοι χαρούμενοι τουρίστες, ήταν καημένοι μετανάστες. Δεν μ’ ενοχλούν οι μετανάστες , αλλά θέλω και τουρίστες κάπου εκεί ξαπλωμένους να μοιράζουν  τις εντυπώσεις τους για πόλη μας. Θέλω  τα παιδιά να παίζουν ..

Με  στεναχωρεί   η βρωμιά  της μεγαλύτερης πλατειάς της χωράς μας…

Μια φορά το χρόνο  επισκέπτομαι την Μόσχα, μια πόλη  με 11 εκατομμύρια (μια Ελλάδα) πληθυσμό  συν 3 εκατομμύρια επισκέπτες. Όλες οι πλατείες σ αυτήν την τεράστια πόλη είναι κα-θα- ρες… Το πρόβλημα λύθηκε με ένα απλό κλασικό τρόπο. Εκεί σκουπίζουν τις πλατείες μέρα- νύχτα.. Η υπηρεσία καθαρότητας του Δήμου Μόσχας εργάζεται 24 ώρες… Και στις πλατείες – πάρκα με δυο-τρεις βάρδιες.  Οι καθαριστές  έχουν στη διάθεση τους μια καμπίνα με σκούπες και διάφορα εργαλεία, και κάθε τόσο περνούν και σκουπίζουν. Γιατί εμείς δεν μπορούμε να εφαρμόσουμε αυτό το απλό σύστημα; Ποτέ δε θα έχουμε καθαριότητα αν η υπηρεσία θα βγαίνει για  σκούπισμα μόνο το πρωί!  Σε δυο ώρες πάλι θα είναι βρόμικη η πλατεία… Ζητάω.. πολλά; Πληρώνω τους δημοτικούς φόρους και θέλω την πόλη μου καθαρή, θέλω την πλατεία Αριστοτέλης λαμπερή, θέλω να βλέπω χαρούμενους τουρίστες  στην πόλη μου και τα παιδιά να παίζουν!  

Στη νουβέλα μου «Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι» περιγράφω την Αθήνα το 1990… από τότε δεν άλλαξε τίποτα στο θέμα της καθαριότητας

«‘Ήταν Ιούνιος, η θερμοκρασία πάνω από σαράντα βαθμούς.  Απεργούσαν  οι εργάτες της υπηρεσίας καθαριότητας του Δήμου, και η πόλη  έμοιαζε σα να ήταν σκηνικό   από σουρεαλιστική ταινία  του Αντρέι Ταρκόφσκι.  Ο ζεστός αέρας πετούσε πλαστικές σακούλες  που έμοιαζαν σαν τα σκισμένα πανιά στο κατεστραμμένο σκάφος των πειρατών. Η Αντιγόνα δεν περίμενε ότι η Αθήνα θα ήταν  μια  πόλη φυλακισμένη μέσα σε κτίρια από μπετόν. Μια πόλη σφικτά τυλιγμένη  με  ασφαλτόδρομους και σκουπίδια, πολλά σκουπίδια. Ήταν και αυτά ένα μέρος της καθημερινότητας που ήθελαν το χώρο τους... Στη διαδρομή από το Ελληνικό αεροδρόμιο μέχρι τον Πειραιά δεν είδε καμιά ιωνική ή δωρική κολόνα που να της θύμιζαν  την Αρχαία Ελλάδα, ενώ η Ακρόπολη ήταν μακριά, όπως της εξήγησε ο θείος Παύλος»

20/05/12.Σοφία Προκοπιδου, κάτοικος του κέντρου. 

3 Μαϊ 2012

Анна «делает сладкой» жизнь американцам




или Сладкая американская жизнь Анны


Для Анны Романиду американская жизнь – это сладкая жизнь в самом прямом смысле слова. Она,  уже известная в Индианаполисе    кондитер, украшает своими великолепными тортами жизнь американцев. Сама же пока не может  утверждать, что ее жизнь стала сладкой и непринужденной, но все же заявляет, что очень ею довольна.

Америка – страна, вызывающая в бывших советских людях и страх и восхищение и  уважение. Сложные всегда были чувства  о стране капиталистической и богатой, в которой вся жизнь  построена на деньгах и .. ради денег. Так  сейчас живут и в странах бывшего СССР, и все те, кто «боялся» капитализма стал истинным его приверженцем.
В те времена (не такие уж и далекие) нам  говорили разные байки про Америку и  мы в это верили...  Никто и никогда не мог даже представить, что в этой стране – США - можно жить счастливо и богато всем, ну почти что всем, кто ... работает!
Закон там действует социалистический:  кто не работает – тот не ест!
   
Мы уже не думаем так плохо США - стране, которая стала символом материального благополучия и свободы.

Поводом для разговора о далеких - близких США стал приезд в Салоники  Анны Романиду, которая иммигрировала вместе со своим супругом в США десять лет тому назад.
Наши иммигранты в трудные моменты часто задумываются над тем, чтобы «уехать подальше», то есть уехать в поисках «синий птицы счастья» в другие страны. Для Анны поводом для иммиграции в США стал ее супруг – Марат Рузметов , по профессии лингвист и знаток четырех языков, в том числе и английского.   А вот  с Грецией ее  связывают крепкие узы с бывшей (!) свекровью – Аллой Ромаиду, к которой она в Салоники приезжает во второй раз. 

Итак, Анна, когда ты последний раз была в Греции?

Три года тому назад я приезжала также в Салоники, к моим бывшим свекрови и свекру Алле Александровне и Александру. Греция мне очень нравится, но и в Америке хорошо. Мы решили попробовать свою судьбу и уехали в Соединенные Штаты, где десятый  год живем на северо-востоке США в штате Индиана в городе Индианаполис, это двухмиллионный город, и здесь  есть несколько университетов, в частности Индианский университет, Университет Пердью и Университет Батлера. В Индианаполисе издаются газеты Indianapolis Star и Indianapolis News и имеется симфонический оркестр Indianapolis Symphony, есть консерватория, опера и балет.

Следовательно, у тебя нет проблемы с культурной жизнью?

 Да, конечно нет. Мне кажется, я даже чаще хожу в театр и на балет, нежели  в Ташкенте. Мы то остались в городе этом, потому что мужа пригласили преподавателем в университет. Он преподавал узбекский  и экономику для американских бизнесменов.

Нам интересно узнать, конечно, о тебе и о жизни в Америки, о которой наслышаны много - и хорошего и плохого..

Рассказывать как будто и нечего. Если говорить о русскоязычной общине, то их в нашем городе не так уж много. Я в основном общаюсь  с местными. А живут люди на таком уровне, как работают, как зарабатывают. Кто как работает, тот так  и живет.

Например, мой муж – Марат Разметов - сказал, что, он наконец-то,  чувствует себя здесь человеком. В США он зарабатывает столько, сколько работает. То есть впервые за всю свою жизнь мы ощутили это равновесие: по труду и заработок.

Мы можем сказать, что в Америке труд оценивается по достоинству?

Совершенно верно. Я, например, технолог по приготовлению пищи, это по по -профессии. Готовлю торты и знаю, как их делать. И вот стоило мне в Америке однажды сделать торт на одну дружескую вечеринку, как сразу же это было замечено и  мне было сделано предложение, и вот я  уже работаю в кондитерском цехе. Неплохо зарабатываю...

Существует такое мнение, что образ жизни американцев и советских людей в чем-то совпадает, Хотя - это были две противоположные системы, два разных образа жизни, два мира - противоборствующих.

Если говорить о менталитете, то да - многие считают, что он совпадает, похож, но что касается духа национального, то в Америке он выше. Когда они слышат свой гимн, встают, со слезами на глазах, показывая тем самым свою преданность и любовь к своей Родине.

 А вот отношения людей друг с другом, на чем они основаны?

Не поверите, отношения в США основаны на дружбе и любви. Не знаю, почему бытует мнение, что в Америке все холодны друг к другу... Это вовсе не так. Здесь все построено на сохранении семейных уз, связей родственных. Я часто становлюсь свидетельницей, когда весь семейный клан – а это значит родственники родные, двоюродные, троюродные и т.д - собираются раз в год где-то на отдых.  Организацией встречи родственников, как правило занимается один из членов семьи – активист... Он всех оповещает, организует встречу. Но, главное, что меня умилило, это тот факт, что все заботятся о малоимущих родственниках, которые по материальным причинам не могут прибыть в назначенное для встречи место – город, штат, а иногда и страну.. . Если есть в роду такие, то кто-то другой, более богатый берет на себя расходы за нуждающегося в поддержке, а если таковые не находятся, то покупают билет в складчину.

Но все ли так красиво и розово... Ведь к США  сегодня относятся плохо, и это связано с войнами, которые они развивают «во имя спасения мира и безопасности».


- Это уже политика. Нам в США не заметно, кто, где и как в мире относится к Америке. Да впрочем, живя в СССР, мы также были мишенью для западных стран, которые видели в нас носителей зла – атомного оружия и тп. Вот мой муж тоже служил офицером в Афганистане, как к этому относится?


-Хороший пример. Мы со своей стороны как советские  люди оценивали это  факт как героический – ведь страна послала на помощь афганскому народу, а вот Америка обвиняла тогда СССР в нападение на Афганистан, и даже не участвовала в знак протеста в Олимпийских Играх 1980 года. Но это отдельный разговор и я бы сказала философский. Существует понятие «положение вещей» или «историческая ситуация». Давай лучше вернемся к насущным темам. Расскажи, как обстоит дело с получением гражданства?

- Вот мы после десяти лет жизни в стране получаем только сейчас «Зеленую карту». До сих пор у нас было разрешение на работу, но это дает нам право на получение не только роботы , но и кредитов и передвижения по стране и тп. И только через пять лет после получения «Зеленой Карты» мы станем гражданами США.    

А что такое американский бюрократизм?

Могу однозначно сказать, что бюрократизма в Штатах - нет, а может он и есть, но я не сталкивалась с бумажными проволочками. Нам не надо было бегать по инстанциями и унижаться.

В этом и разница. В Америке не суетятся в учреждениях и не создают помех гражданам, поскольку любая информация про каждого занесена в компьютер.

Впрочем, и в Греции  власти идут к этому. Но иммигрантам здесь нелегко.    Расскажи теперь чем ваша ежедневная семейная жизнь в США отличается от российской,  или точнее сказать от многонациональной ташкентской?

Мы, думаю, сплотились еще больше. Все трудности здесь преодолеваемые, и это главное. Поэтому нужны старание, трудолюбие и немножко терпения. Самое главное, ощущение того, что твои старания тебе воздадутся старицей, дает еще больше сил и прибавляет хорошего настроение и оптимизма.

 И что нет совсем недостатков?

-Почему же есть. Вот, например, очень дорого лечиться. Поэтому в Греции я бегаю по врачам – зубным и другим, с тем, чтобы подлечится или просто провериться. Ну в материальном плане мы обеспечены и уже небедные ..

Работу трудно найти?

Нелегко. Самое главное условие - это язык. Мой муж знаток английского, что ему помогает в работе, а я вот учила. Детям же две девочки – Анастасия и Екатерина  и сын Александр  (от первого брака) очень просто.

Как вас воспринимают местные американцы, не видят ли они в вас конкурентов, не косятся?

Я этого не заметила. Америка - страна иммигрантов, поэтому к иммигрантом там относятся как к своим. Только в том случае, если претендуешь ан престижную работу, обращают внимание на язык, внешность.

И что, не совсем расизма и ксенофобии?

Расизм проявляется к сожалению больше к черным или же мексиканцам. К европейским иммигрантов относятся спокойно. Таких моментов, когда ты себя чувствовал ненужным или непригодным, неприятным, чужим, я не заметила. 

Может быть ты все приукрашаешь?

Нет у меня такой необходимости, да и не в характере у меня прикрашивать события, хотя я - оптимистка. Были, правда, люди, которые жаловались на отношение к ним со стороны, но это на мой взгляд случаи. Человек, есть слабое существо, и ему свойственно относится с подозрительность и недоверием к чужим, но это вовсе не означает, что  он расист.

Может быть ты - как человек мудрый - просто не обращаешь внимание на проявление расизма?

Может быть. Американцы, кстати говорят, «не бери в голову»... возможно так и нужно, зачем портить себе настроение, надо его создавать, чтобы работать и созидать.  А государство защищает интересы иммигрантов, за проявление расизма можно попасть под суд. Это наказуемо. Поэтому свои антипатии американцы стараются не показывать, как нельзя украсть, так нельзя и косо смотреть на новых иммигрантов.   У меня был случай когда я работала в кондитерском цехе и меня задевал рабочий – черный. Смеялся над моим произношением. Я просто поделилась с кем-то его поведением, и уже на следующий день мне сказали, что его готовы уволить из-за такого поведения (обратите внимание: предприятие было частное). Спросили моего мнения, и я попросила не увольнять его, но все же его на три дня отстранили от работы,  и уже после этого он со мной был очень  и очень вежлив.

Знаю, что ты уже прославилась своими кондитерскими изделиями, стала победителем ряда международных конкурсов,  нет ли у тебя планов открыть сове дело?

Нет. Я не инициативная и  мне легче быть исполнителем. Не тянет меня в бизнес. Смысл жизни человека в любви и работе, не так ли?! А работу каждый понимает по - своему.

 Но ведь ты смогла бы открыть свой кондитерский цех и зарабатывать деньги,  творя торты?
Да могла бы. Но пока я останусь на этих позициях, а потом видно будет. Возможно мой сын – Александр Романиди – внук Аллы Александровны, у которого истинный талант к поварскому дело, откроет свое предприятие. Сейчас он, не смотря на 26-летний,возраст уже  мэтр в ресторане и приносит хозяину оборот до 15 тысяч долларов! Если откроет свой ресторан в будущем, то буду работать у своего сына.

Мне осталось только пожелать Ане и ее семье исполнения всех американский своих планов, или, просто, счастья, а также поблагодарить Аллу Александровну за чай и вкуснейшую самсу (пирожки)  с тыквой по-узбекски.
А правда, много ли человеку надо? Теплая компания любимых друзей, семья, хорошо оплачиваемая работа, чтобы можно было купить дом, и все в дом.., машину, оплатить учебу своих детей, врачей, если не дай бог случится, подарки для близких и друзей, одно путешествие в год вместе  с семьей.. что еще? А еще любви и понимания!     

София Прокопиду  для газеты ОМОНИА (2008-2009)
На фотографии НЕ Анна.. 

27 Απρ 2012

Η ρωσική κουζίνα στο "πιάτο" των Θεσσαλονικέων




Λένε πως ο έρωτας περνάει από το στομάχι... Στο ίδιο μοτίβο, για να γνωρίσει κάποιος καλύτερα την κουλτούρα ενός άλλου λαού, θα πρέπει να καθίσει στο τραπέζι του. Από χθες και για έναν ολόκληρο μήνα, οι Θεσσαλονικείς θα έχουν την ευκαιρία να μυηθούν στη ρωσική κουζίνα, με γεύσεις πλούσιες μεν σε θερμίδες, ικανές δε να "απογειώσουν" τον ουρανίσκο!
Εκλεκτά παραδοσιακά ρωσικά πιάτα θα "παρελάσουν" από τα τραπέζια εστιατορίου στο κέντρο της πόλης, όπου φιλοξενούνται οι "Ημέρες Ρωσικής Κουζίνας", που διοργανώνονται από το Ρωσικό Κέντρο Θεσσαλονίκης, με αφορμή την επέτειο των 10 χρόνων από την αδελφοποίηση της Θεσσαλονίκης και της Αγίας Πετρούπολης. Μάλιστα, για τον λόγο αυτό ταξίδεψε από τη Ρωσία στην Ελλάδα ο βραβευμένος σεφ του πολυτελούς εστιατορίου κεντρικού ξενοδοχείου της Αγίας Πετρούπολης Ντμίτρι Ιβανόφ.
"Οι Θεσσαλονικείς θα μπορέσουν να δοκιμάσουν τη ρωσική κουζίνα και να πλησιάσουν την κουλτούρα μας, με αυτόν τον απλό αλλά αποτελεσματικό τρόπο" λέει στο ΑΜΠΕ η διευθύντρια του Κέντρου Ναταλία Σουπανίτσκαγια.



Ρωσική σαλάτα, πικάντικα πιροσκί, ξινολάχανο, μοσχαράκι "Στρογκανόφ, πελμένι, ούκα (ψαρόσουπα), οκρόσκα (κρύα σούπα λαχανικών), μπλινί (κρέπες με κρέμα ή κόκκινο και μαύρο χαβιάρι, με ... απαραίτητο συνοδευτικό τη βότκα) είναι γεύσεις γνώριμες σε πολλούς. Μαρκαρισμένος σολομός σε τραγανή κρέπα πατάτας και πράσινα φύλλα, ανάλαφρη πηκτή από μοσχαράκι και απαλή μουστάρδα, σούπα σαλιάνκα, ρωσική κουλιμπιάκα (πίτα) σολομού σε σάλτσα λεμονιού, με συνοδευτικό επιδόρπιο ψητό πράσινο μήλο με μέλι και καρύδια με σάλτσα φράουλας είναι κάποιες από τις πιο γκουρμέ γεύσεις, που θα "διδάξει" ο Ρώσος σεφ σε 10 Έλληνες συναδέλφους του, που σε αντάλλαγμα θα τού αποκαλύψουν τα "μυστικά" της ελληνικής κουζίνας.
Με πολύχρονη εμπειρία στο χώρο, ο Ρώσος σεφ στρέφεται, σήμερα, σε απλές συνταγές, όπως και οι περισσότεροι Ρώσοι, που, όπως λέει, θέλουν να τρώνε όπως οι Έλληνες: μια σαλάτα με φρέσκα λαχανικά και λάδι, ένα κομμάτι κρέας ή ψάρι ψητό, ψωμί, φέτα κι ένα ποτηράκι κρασί ή τσίπουρο. "Είναι ό,τι καλύτερο" μας λέει, χαμογελώντας.
Όσο για τις δικές του προτιμήσεις; "Τυριά! Μου αρέσουν όλα τα τυριά και θεωρώ 'βασίλισσα' αυτών τη φέτα. Επίσης, μου αρέσει το ψωμί και το ελαιόλαδο. Κάθε μέρα τρώω φέτα με ντομάτες και είμαι απολύτως ικανοποιημένος. Αυτός είναι ο στόχος της μαγειρικής: να τρώμε και μετά να νιώθουμε έστω και λίγο ευτυχισμένοι" τονίζει.
Ο Ρώσος σεφ δηλώνει γοητευμένος από τη Θεσσαλονίκη, αν και δεν είχε τον χρόνο να την απολαύσει όσο θα ήθελε, αλλά και με τις Ελληνίδες. Όπως, μάλιστα, λέει με διάθεση περιπαικτική, μπορεί ο ίδιος να είναι παντρεμένος, αλλά θα συνέστηνε στους Ρώσους εργένηδες να αναζητήσουν εδώ την εκλεκτή της καρδιάς τους!
Σ. Προκοπίδου




27/04/2012 14:57
ΑΠΕ-ΜΠΕ

21 Απρ 2012

Мария Прокопиду: «Женщина в политике - это мама большой семьи»



Интервью газете "МИР-Омония"

В период политического и экономического кризиса, когда политики бояться выйти в народ и посмотреть в глаза своему народу, Мария Прокопиду, 47- летняя предприниматель, решила пойти в политику. Это как закрыть собой «амбразуру недоверия»...  На вопрос газеты МИР-ОМОНИЯ, "что же ее побудило пойти на такой серьезный шаг в такой трудный период» она ответила «по-советски»  «А кто, если не я…», что напомнило былые пионерско-комсомолькие времена …Но как нам стало известно из разных источников, с предложением  к ней обратились  представители политического  движения репатриантов,  в том числе и председатель понтийского общества  «Аксехасти Патрида»  Костас Тепекидис  и член муниципального совета Эвозмоса-Кордельо  Федор Зитиридис. «Мне оказали большое доверие мои соотечественники, и,  оценив свои возможности, опыт и знания  я  приняла решение на предстоящих выборах  подать заявление в кандидаты в депутаты парламента от партии Нэа Демократия по первому округу г. Салоники («А» Салоники).
Как нам стало известно, Марию они выбрали, потому что ей доверяют. «Мы остановились на ее кандидатуре, и,  естественно,  готовы помочь ей и себе заодно помочь себе. Хватит уже, наступило время для того, чтобы нам  иметь своего депутата в греческом парламенте!» - говорит Константин Тепекидис, и добавляет, «Мы голосуем за  Самараса,  так как приоритетом его политики будет сближение Греции с Россией, а для нас- русскоязычных- это очень важно».
Сегодня мы беседуем с  Марией Прокопиду

Почему ты решила стать кандидатом в депутаты на предстоящих выборах в Греческий парламент?

Греция для меня  историческая Родина. Сегодня, когда наша страна испытывает такой кризис, я поняла, что глобальные проблемы мы не в силах  изменить, но  малое изменить можно и нужно. Это то, что касается нас самих.  Мы не в состоянии изменит вчерашний день, мы не в состоянии предвидеть, что нас  ждет завтра, но спланировать сегодняшний день мы всегда сможем.  А сегодня для меня – это  изменения не только в политической жизни страны, но и  в социальной жизни каждого из нас. Моему сыну 23 года и я понимаю и чувствую, как сложно ему  думать и планировать  будущее.  Наша молодежь уже не мечтает, наша молодежь  не видит будущего и это плохо.  Выросло целое поколение эмигрантов, которые чувствуют себя греками,  получают образование и на сегодня имеют право приобретения греческого гражданства, а это огромный потенциал для нашего государства.  Мне бы хотелось  приложить все свои усилия для того чтобы молодежь могла  быть созидательной, а для этого необходимо  живое общение, а не общение  через интернет.   Этому  может способствовать  создание разных клубов, спортивных площадок, танцевальных кружков, театральных кружков,  групп   психологической поддержки молодежи.  

Женщина и политика. Это возможно? И как вы совместите эти две сложные по-своему вещи в своей жизни?
Женщина политик, я думаю это правильно!  В современном  мире женщины очень самостоятельны, они прекрасные предприниматели, они хорошие мамы, успевают ухаживать и за своими родителями и при всем при этом не утрачивают свою женственность.  Поэтому могу с уверенностью сказать, что женщины имеют  талант проникнуться проблемами и решить их самым лучшим способом. Слово «политика» женского рода… и это говорит само за себя!  Но ее – политику завоевали мужчины. Думаю, настало нам женщинам повернуться к ней, политике,   лицом, а не прятаться за спинами «мужей» политики. Именно у женщины есть природный  дар беречь очаг семьи (государства).  Кто, как  не женщина сможет проникнуться проблемами подрастающего поколения, кто, как ни женщина сможет проникнуться проблемами  третьего поколения, кто, как не женщина сможет проникнуться проблемами экологии и быта (спасения Дома – планеты Земля).  Женщина-политик сегодня может сделать много в разных социальных сферах и сделать это хорошо,  и  без фанфар, потому что женщина в политике – это МАМА большой семьи…

Какие наиболее явные проблемы на Ваш взгляд на данный момент существуют в Греции? Как можно их решить?
Как я уже упомянула, глобальные проблемы мы решить не сможем на это нужно время, но повседневные  проблемы, думаю,  можно решать.  Прежде всего, я искренне желаю всем, а в большей степени нашему народу, не впадать в панику и не терять   веру и душевного равновесия. Развивать чувство  взаимопомощи.   К сожалению,  такие   кризисные ситуации, такие,  как сегодня переживает Греция, пришлось пережить нашему народу двадцать лет тому назад в бывшем СССР,  и, как видно из практики,  наш народ не сломался.  Греция - это прекрасная страна и если каждый гражданин с любовью отнесется к ней,  позаботиться о ней, а значит и  о себе,   тогда будет труднее неблагодарным чужакам  и потребителям сделать ей больно. Она будет защищена любовью своих граждан.   



Сейчас  наступил такой момент в стране, что те Кандидаты в Депутаты, которые будут избраны в греческий парламент, должны будут взять на себя огромную ответственность? Не боитесь ли Вы такого поворота событий?
Слово «боюсь» мне не хотелось   бы применять.  Никто не рождается политиком.  Никто никем не рождается, а становится. Для меня это первый шаг,  это новый этап в моей жизни, и, конечно же,  готова принять и хорошее и плохое.  Пришла пора  новых лиц с новыми идеями.    Благодаря приходу в политику новых людей  произойдут большие изменения  и  в сознании каждого гражданина, а это самая большая сила и победа!

 Как Вы предлагаете решить проблемы молодёжи в сложившихся обстоятельствах?
Молодежь – это будущее.  Как говорили в русской пословице: что посеешь, то и пожнешь.
Из своего жизненного  опыта,  так мой сын вырос  здесь в этой стране , я поняла,   что,  система образования  в школах не прививает  чувства ответственности  за поступки, за предметы пользования, за окружающую среду, за отношение к ближнему,  не воспитывает чувство эстетики, физической культуры и это приводит к  чувству  полного безразличия.  А это, согласитесь,  самое страшное.   Проблема  молодежи не решается одним махом, но способы существует, а это, на мой взгляд,  зависит от  общественного потенциала и государственной поддержки.
Сегодня люди практически не верят тому, что слышат. Сейчас нужны действия, а не дебаты. Как вернуть веру народу Греции?
Вера-это мы сами. Если не веришь своим силам, то, как можно положиться на  другого. Что значить верить и надеяться на кого-то? Можно  не надеяться,  а доверять. И я считаю, что  наш народ не потерял  чувства доверия, поэтому мы сплочены. Веру вернуть не возможно ее нужно просто приобрести. Многие мне говорят, что я оптимистка, может быть, но это мне дает силы,  и поэтому я смотрю вперед  и не оглядываюсь на прошлое, а просто оставляю его.  Жизнь - это сегодня,  которое даст нам сил на завтра!

Греция – это страна, в которой каждый может жить счастливо и достойно. Каждый из нас должен участвовать в событиях и не оставаться равнодушным к происходящему, потому что, как говорится: «Если в городе появился один святой, то он может изменить весь город».

Я вполне согласна, что Греция именно та страна, где можно жить счастливо и достойно, и каждый из нас должен участвовать в событиях и не оставаться равнодушным  к происходящему.  Греция – это Богом любимый  уголочек земного шара и я считаю, что мы счастливые люди и  должны это ценить.



Кто такая Мария Прокопиду
Родилась я в 1965 году в Казахстане, куда были высланы ее родители  в период сталинских репрессий.  Выросла и училась в Сочи. Имеет два образования, среднее техническое по специальности   «техник организатор гостиничного хозяйства»  и высшее по специальности: «юриспруденция».
С   июня 1990 года  живет  и работает в г. Салоники.  У нее  23-х летний сын Григорий, который в настоящее время служит в рядах  Войск Специального Назначения  Греческой Армии. 
Работала представителем авиакомпании в Греции  «MOSKOW AIRWAYS» , несколько лет работала в турфирме КИНИССИ, а с  2000 года я открыла свою фирму   IFOSERVIS “PROKOPY” ,   с 2001 года  член Всегреческой Ассоциации Переводчиков в г. Салоники.  Занимается   официальными переводами, а также в сотрудничестве с  квалифицированными адвокатами и нотариусами  занимается  вопросами легализации и  приобретения гражданства репатриантов, а также вопросами разного характера касающихся  эмигрантов.  

Адрес Салоники, Клисурас 8
Контактные телефоны 2310-243-245
моб. +306937070340 

15 Φεβ 2012

Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι



‘Ήταν Ιούνιος, η θερμοκρασία πάνω από σαράντα βαθμούς.  Απεργούσαν  οι εργάτες της υπηρεσίας καθαριότητας του Δήμου, και η πόλη  έμοιαζε σα να ήταν σκηνικό   από σουρεαλιστική ταινία  του Αντρέι Ταρκόφσκι.  Ο ζεστός αέρας πετούσε πλαστικές σακούλες  που έμοιαζαν σαν τα σκισμένα πανιά στο κατεστραμμένο σκάφος των πειρατών. Η Αντιγόνα δεν περίμενε ότι η Αθήνα θα ήταν  μια  πόλη φυλακισμένη μέσα σε κτίρια από μπετόν. Μια πόλη σφικτά τυλιγμένη  με  ασφαλτόδρομους και σκουπίδια, πολλά σκουπίδια. Ήταν και αυτά ένα μέρος της καθημερινότητας που ήθελαν το χώρο τους... Στη διαδρομή από το Ελληνικό αεροδρόμιο μέχρι τον Πειραιά δεν είδε καμιά ιωνική ή δωρική κολόνα που να της θύμιζαν  την Αρχαία Ελλάδα, ενώ η Ακρόπολη ήταν μακριά, όπως της εξήγησε ο θείος Παύλος. 

Όταν έφτασαν στο σπίτι του θείου και άρχισε η Αντιγόνα  να βγάζει  τα δώρα της, τότε κατάλαβε πως της λείπει μια πολύτιμη βαλίτσα γεμάτη κουτιά με  μαύρο χαβιάρι…

«Αμάν  τι θα κάνουμε τώρα, τι είχες μέσα; - ρώτησε αναστατωμένος  ο θειος, που έμαθε για τη χαμένη βαλίτσα. Όταν άκουσε για το μαύρο χαβιάρι δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί η ανιψιά του  πήρε μαζί της στην Ελλάδα κάτι τέτοιο. «Το χαβιάρι είναι ακριβό, ξέρω, και τι θα το κάνεις εδώ;»  «Ήθελα να το πουλήσω, για να έχω περισσότερα δραχμές. Πληρώσαμε πολλά ρούβλια για τα εικοσιπέντε μισόκιλα βάζα»-  του είπε. Ο Παύλος τηλεφώνησε αμέσως στο Αεροδρόμιο, και έμαθε πως η βαλίτσα είχε μείνει στη Πράγα μέσω της οποίας η Αντιγόνα είχε έρθει από τη Ρωσία στην Αθήνα. 

H Αντιγόνα πήρε την απόφαση να φύγει στην Ελλάδα μετά  την Πρωτοχρονιά του 1991. Πριν  στις 26 Δεκεμβρίου  είδε για τελευταία φορά τον τελευταίο Πρόεδρο της χώρας, το Μιχαήλ Γκορμπατσέβ, να ανακοινώνει τη διάλυση της Σοβιετικής ‘Ένωσης.  Στις οθόνες των τηλεοράσεων εμφανίστηκε ο  Γκορμπατσέβ και απευθύνθηκε στον λαό του.  Νωρίτερα η σύνοδος των Πρόεδρων των 15 Δημοκρατιών της ΕΣΣΔ στο Μπελοβέζσκ της Λευκορωσίας, μετά από ένα μεγάλο φαγοπότι,  ξέγραψε από τον παγκόσμιο γεωγραφικό χάρτη  τη μεγαλύτερη χώρα του κόσμου.
Ο Μιχαήλ ήταν  σύντομος, όπως πάντα. «Η Σοβιετική Ένωση απεβίωσε», -ανακοίνωσε, απευθυνόμενος στα εκατομμύρια  πολιτών της χώρας του, που  ήταν κυριολεκτικά καρφωμένοι στις οθόνες των  τηλεοράσεων τους. Η Αντιγόνα έμεινε άφωνη. Το διαζύγιο αυτό ήταν αστραπιαίο, χωρίς υστερίες και κλάματα.
Σε μια στιγμή, δια μαγείας,  με μια μόνο υπογραφή των 15 ηγετών που  αποφάσισαν να ζήσουν ξεχωριστά και ανεξάρτητα, η Αντιγόνα μετοίκισε από τη μεγαλειώδη Σοβιετική Ένωση σε ένα πολύ  μικρότερο και πιο αδύνατο κράτος  με το όνομα Ρωσική Ομοσπονδία.

«Τα χρήματα πρέπει να τα μετατρέπετε σε εμπόρευμα. Λινά τραπεζομάντιλα, ηλεκτρικές συσκευές, σουβενίρ, να πάρετε ότι μπορείτε για να τα πουλήσετε στην Ελλάδα». Αυτές ήταν οι συμβουλές στην Αντιγόνα κάποιων ανθρώπων  που ήδη είχαν φύγει στην Ελλάδα και γύρισαν να αγοράσουν καινούριο εμπόρευμα για να πουλάνε  στις υπαίθριες λαϊκές αγορές.

Το πιο κουραστικό και αγχωτικό στη ζωή της ήταν  να φτιάχνει βαλίτσες. Ποτέ δεν ήξερε ακριβώς τί πρέπει να πάρει μαζί της.

Να είναι καλά η μάνα της, που ήξερε. Η ίδια δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί με τίποτα. Περιφερόταν άσκοπα μέσα  στο σπίτι από το ένα δωμάτιο στο άλλο…

Ήρθε η γειτόνισσα, η αρμένισσα Σουζάνα,  με βιντεοκάμερα. «Να σας βγάλω βίντεο πριν φύγετε, είπε ,  και πάτησε  το κουμπί. «Μην το κάνεις, είμαι τώρα αγχωμένη και άβαφη...» - αντέδρασε νευρικά η Αντιγόνα.

«Άσε μας, εσείς φεύγετε τόσο μακριά, ίσως και να μη συναντηθούμε ποτέ, να έχουμε το βίντεο να σας θυμόμαστε. Κι εγώ θα φύγω Αμερική, περιμένω την πρόσκληση από το θείο μου. Μην ποζάρεις, κάνε τη δουλειά σου και εγώ θα τραβώ!»

«Καλά - είπε από μέσα της η Αντιγόνα και συνέχιζε να μπαινοβγαίνει από δωμάτιο σε δωμάτιο. «Με ζάλισες! – φώναξε η μάνα της. Κάτσε κάτω, πάτα τη βαλίτσα να μπουν  περισσότερο πράγματα».

«Γιατί να κουβαλάω τόσα πράγματα, δεν θέλω, φεύγουμε σε μια καπιταλιστική χώρα που έχει τα πάντα, εκεί θα αγοράσουμε καινούργια» - έλεγε η Αντιγόνα. Ακόμα δεν ήξερε ότι σε μερικούς μήνες θα αναζητούσε μια μάλλινη πλεκτή ζακέτα που δεν την είχε πάρει μαζί της,  τη δώρισε σε μια φίλη της, και πολλά άλλα καλά και ζεστά  ρούχα  που στην Ελλάδα στοίχιζαν ακριβά, γιατί το καλό στοιχίζει, αλλά τα φτηνά ήταν φτηνιάρικα και δεν τα ήθελε.

Η Αντιγόνα  αγχωνόταν για τις βαλίτσες,  αλλά στην πραγματικότητα ήξερε ότι δεν ήταν οι βαλίτσες. Ήταν η φοβισμένη  της ψυχή που είχε κρυφτεί  κάπου στο σώμα της – στο συκώτι – την αισθανόταν σα μαχαίρι καρφωμένο και βαθειά μέσα γυρισμένο. Μια στη κοιλιά,   μια στα γόνατα, που λύγιζαν τα πόδια σα να ήταν ανάπηρη. Και όλα αυτά για ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή. «Τώρα πια δεν κάνουμε πίσω, πουλήσαμε  το σπίτι μας κοντά στην κεντρική πλαζ, παραιτήθηκα από τη δουλειά μου» - έλεγε στους φίλους που ρωτούσαν αν πήρε αληθινά απόφαση για τη φυγή της από τη χώρα, ή μήπως κάνει πλάκα…

«Τώρα φεύγεις; Στην κορύφωση της καριέρας σου!» - ο διευθυντής προσπαθούσε πολύ να την κρατήσει. Και μετά ζητούσε συγγνώμη και έλεγε ότι στο «εξωτερικό οι άνθρωποι αλλάζουν τακτικά τα επαγγέλματα τους και τους τόπους διαμονής, κάνει καλό για την ανάπτυξη της προσωπικότητας του καθενός»... Στο τέλος, σε ένα μικρό πάρτι   με συναδέλφους ο διευθυντής μίλησε με το καλύτερα λόγια για την  Αντιγόνα, ενώ χαριτολογώντας ξεκίνησε την πρόποσή του με την περιγραφή της ζωής της στην Ελλάδα».

«Λοιπόν, δίπλα  σε ένα μεγάλο σπίτι, βίλλα κοντά στη θάλασσα, μέσα στον κήπο κάθεται η δική μας Αντιγόνα  σε μια μεγάλη  πολυθρόνα. Διαβάζει ένα βιβλίο,  και κάποιες στιγμές ρίχνει και ένα βλέμμα λίγο πιο μακριά, εκεί που φαίνεται ένας εργάτης κηπουρός … «Αριστοτέλη – φωνάζει- μα δε βλέπεις ότι το γκαζόν από δεξιά δεν το κούρεψες  καλά! Και ο Αριστοτέλης της λέει,  «κατάλαβα, κυρία Αντιγόνα, θα έρθω τώρα και θα το διορθώσω…»
Όλοι γέλασαν, χειροκρότησαν το διευθυντή, να που είχε και φαντασία –και η Αντιγόνα  χαμογέλασε … της άρεσε «το ελληνικό μέλλον της», με εξαίρεση, βέβαια, την εκμετάλλευση του εργάτη του Αριστοτέλη και αυτό το «κυρία»! … «Ποια κυρία; Δε μου ταιριάζει!» – σκέφτηκε.   Όλα τα άλλα για την ζωή της στην Ελλάδα της  άρεσαν απόλυτα. «Μακάρι, να είναι όλα έτσι,  - ενώ κάτι μέσα της της έλεγε ότι δεν θα είναι όλα τόσο ρόδινα και χαρούμενα, όπως τα φαντάστηκε  ο διευθυντής Νικολάι Αλεξάντροβιτς.
Πάντως, οι προβλέψεις του διευθυντή  για τον Αριστοτέλη αποδείχθηκαν  λίγο αληθινές.  Μετά από κάποια χρόνια η Αντιγόνα κάλεσε δυο συμπατριώτες τις να βάψουν το αγορασμένο με δάνειο  διαμέρισμα  της και ένας  απ’ αυτούς λεγόταν  Αριστοτέλης.  Η Αντιγόνα αμέσως θυμήθηκε το γέλιο που ρίξανε οι συνάδελφοι της στην βραδιά του αποχωρισμού,   χαμογέλασε με νόημα, σα να ήταν παλιός γνωστός της, και  ο Αριστοτέλης πίστεψε πως η Αντιγόνα ενδιαφέρθηκε  γι αυτόν και  της πρότεινε να βγουν για καφέ... 


===

Χτύπησε το κουδούνι, κανένας δεν άκουσε, όλοι ήταν απασχολημένοι με τις βαλίτσες. Το κουδούνι συνέχιζε να κτυπάει και η Σουζάνα έτρεξε και άνοιξε την πόρτα. 

Ήταν ο πατέρας. Όλοι  περίμεναν τις γκρίνιες του περί αδιαφορίας για το κουδούνι του σπιτιού που δεν το ακούει κανείς ποτέ…  αλλά ο Βάνια δεν είπε τίποτα. Μπήκε με ένα μεγάλο χάρτινο κουτί αγκαλιά.


«Βάλια, Αντιγόνα,  βρήκα καλό χαβιάρι – πολλά κιλά, 22 μισόκιλα κονσερβοκούτια «μπελούγκα». Ακριβό, περίπου 20 δολάρια το σκεύος, αλλά καλό, πολύ καλό!
Ο Βάνια χαιρόταν που είχε βρει  ένα καλό εμπορικό προϊόν που θα μπορούσε εύκολα να πουληθεί στην Ελλάδα για να έχει  η Αντιγόνα ελληνικά χρήματα  και  να ζήσει μέχρι να βρει δουλειά.  

Έψαξαν μια μεγάλη βαλίτσα να τοποθετήσουν τα 22 κονσερβοκούτια  και δεν βρήκαν, αποφάσισαν να αδειάσουν μια βαλίτσα με λινά τραπεζομάντιλα και διάφορα τραπεζομάντιλα και να βάλουν το χαβιάρι σ’ αυτήν.


Ποιος να ήξερε πως στην Ελλάδα τα λινά τραπεζομάντιλα  ήταν πολύ πιο καλό εμπόρευμα, ενώ το χαβιάρι ήταν ένα προϊόν αδιάφορο για τους περισσότερους  Έλληνες...

Η Αντιγόνα λάτρευε  το χαβιάρι, αλλά το έτρωγε μόνον όταν το έβρισκε σερβιρισμένο στα γιορτινά τραπέζια. Με το χαβιάρι είχε μια σχέση περίεργη. Όταν ήταν μικρή το χαβιάρι η γιαγιά το αγόραζε χύμα στο γειτονικό παντοπωλείο. Ήταν μέσα στα βαρέλια, ένα με το μαύρο και ένα για το μπρικ, το κόκκινο… Αλλά αυτό ήταν την εποχή του ’70. … Θέλεις «μπελούγκα», θέλεις «σεβρούγκα», θέλεις «μπρικ»… Μετά, το χαβιάρι έγινε ένα πολύτιμο έδεσμα, ανάρπαστο.   


Η γιαγιά το αγόραζε τα χρόνια εκείνα για μεζέδες με βότκα για τις παρέες του γιου της – του Βάνια. Η ίδια δεν το αναγνώριζε ούτε σα  μεζέ,  προτιμούσε τα παστωμένα χαψία, δηλαδή το γαύρο.  
Στο κονσερβοκούτια που πήρε στην Ελλάδα η Αντιγόνα ήταν ζωγραφισμένο  ένα  ψάρι, ήταν ο βασιλιάς των ψαριών, η Μπελούγκα ,  και έγραφε πάνω «Caviar».

«Και πως θα περάσω από τα σύνορα με μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι;» - ρώτησε η Αντιγόνα, γιατί ήξερε πολύ καλά ότι  απαγορευόταν η λαθραία εξαγωγή συναλλάγματος, του χρυσού και του μαύρου χαβιαριού. 

 «Έχω τους ανθρώπους μου στο αεροδρόμιο, - είπε ο πατέρας της. Θα μεταφέρουν εκτός τελωνιακού έλεγχου τη βαλίτσα, απευθείας στο αεροπλάνο».

Tο μαύρο χαβιάρι έφυγε από το αεροδρόμιο του Σότσι παράνομα. Στο αεροδρόμιο γινόταν χαμός , ήταν αρχές του καλοκαιριού, αρχές της τουριστικής περιόδου και την πόλη  επισκεπτόταν κάθε σεζόν  πάνω από ένα εκατομμύριο τουρίστες και παραθεριστές.  Αντιθέτως, στο κτίριο των διεθνών πτήσεων η ατμόσφαιρα ήταν  παραδεισένια. Εδώ όλα κυλούσαν ομαλά, κανένας δε βιαζόταν, δε φώναζε, δεν αργούσε πουθενά. Εδώ ήταν ουδέτερη ζώνη μεταξύ Ανατολής και Δύσης,  οι ξένοι τουρίστες  λίγοι και καλοί. Το νεοκλασικό κτίριο του διεθνούς τμήματος ξεχώριζε από τα άλλα κτίσματα του αεροδρομίου εσωτερικών πτήσεων. Αυτός ο χώρος είχε απορροφήσει τις μυρωδιές της καλής δυτικής ζωής, εδώ ήταν και τα ειδικά μαγαζιά για ξένους τουρίστες με συνάλλαγμα. Εδώ πουλούσαν γαλλικά αρώματα και καλλυντικά, διάφορα ξένα τσιγάρα και ποτά. Στο  μπαρ οι ξένοι τουρίστες πάντα χαμογελαστοί, και ευδιάθετοι, έλαμπαν και μύριζαν ωραία. Και τα πούρα που κάπνιζαν, και ο καφές που έπιναν, όλα είχαν  μυρωδιές από την άλλη ζωή, την καλή και πλούσια ζωή, για την οποία  προοριζόταν και η Αντιγόνα.

Η Αντιγόνα ήξερε ότι δεν περνάει μόνο τα σύνορα της χώρας της, αλλά περνάει και τα σύνορα των αισθήσεων. Θυμήθηκε πως όταν το 1974, είχε έρθει στο Σότσι ο θείος Νίκος από τη Θεσσαλονίκη, τον δέχτηκαν στο ίδιο κτίριο του αεροδρομίου. Οι υπάλληλοι ζήτησαν από τον πατέρα της να τους κεράσει ξένα τσιγάρα «Μάλμπορο». Ο θείος Νίκος δεν κάπνιζε και δεν είχε τσιγάρα πάνω του, αγόρασε με τα δολάρια του από το αφορολόγητο μαγαζί μια κούτα.

Και όταν όλοι οι άνδρες της  παρέας πήραν από ένα πακέτο «Μάλμπορο», τα πρόσωπα τους εξέφρασαν μια απόλαυση,  σαν με τον καπνό του «Μάλμπορο»  να μεταφέρθηκαν στους δρόμους της Νέας Υόρκης,  όπου η ζωή ήταν ωραία...

Ο θείος Νίκος και η γυναίκα του η Άννα ήταν ακριβοί μουσαφίρηδες από την Ελλάδα. Πολλοί φίλοι του πατέρα της Αντιγόνα ήθελαν να βρεθούν κοντά τους, να μιλήσουν  μαζί τους , να τους μυρίσουν, γιατί ήταν άνθρωποι διαφορετικοί, ήταν  ελεύθεροι άνθρωποι, από τον ελεύθερο κόσμο.

«Γιατί νομίζαμε ότι ζούμε σα φτωχοί, αφού δεν ήμασταν φτωχοί! Οι φτωχοί ζουν εδώ, στην Ελλάδα» - αναρωτιόταν ο Χάρης, ο αδελφός της, όταν είδε πως  ο  θείος Νίκος  ζούσε στη Θεσσαλονίκη  πολύ σεμνά,  ακόμα και η τηλεόραση του ήταν πολύ πιο παλιά από αυτήν που έφερε η Αντιγόνα μαζί της από την Ρωσία. 

Ο Χάρης πίστευε ότι στην Ελλάδα όλα είναι τέλεια και ο κόσμος είναι πολύ ανεβασμένος και κομψός. «Νόμιζα ότι οι Έλληνες είναι ξεχωριστοί άνθρωποι, και εμείς μπροστά τους απλοί χωριάτες…» - έλεγε.    

Και η Αντιγόνα είχε καταλάβει αμέσως και έλεγε στον εαυτό της «Στην ουσία  εμείς, οι σοβιετικοί, όλα τα μπερδέψαμε. Ενώ διψούσαμε για την ελευθερία και την αλήθεια, νομίζαμε ότι διψάμε για την κόκα - κόλα, πεινάμε για το χάμπουργκερ. Λατρεύαμε τη Δύση  γιατί θεωρούσαμε ότι εκεί ζουν  ελεύθεροι άνθρωποι που είναι  και πιο όμορφοι και αυτοτελείς...

«Είδα το αληθινό πρόσωπο του καπιταλισμού. Δεν είναι και άσχημο, συμπαθητικό, ίσως. Εδώ έχεις τα πάντα. Αλλά για να αποκτήσεις  χρήμα χρειάζεται  δουλειά σκληρή χωρίς διαλείμματα».  Χρήματα, χρήματα. Στην παλιά της ζωή η Αντιγόνα και οι φίλοι της δε μιλούσαν για τα χρήματα, ήταν ταμπού, κάτι που δεν πρέπει να απασχολεί τον πολιτισμένο άνθρωπο. Η Αντιγόνα ήξερε ότι τα χρήματα ήταν αρκετά για να ζήσεις όταν δεν προσπαθείς  να ξεπεράσεις τα όρια του αληθινού κόσμου. Ο αληθινός κόσμος δεν έχει σχέση με τα υλιστικά πράγματα. Στο σπίτι τους  η γιαγιά  με ένα κομμάτι ψωμί με βούτυρο ή με σπιτική μαρμελάδα και ένα φλιτζάνι μαύρο τσάι έστρωνε τραπέζι, όταν δεν είχε έτοιμο φαγητό. 


«Μπούρδες! Όλοι κάνουν ότι δεν ζουν με την έννοια του χρήματος, ενώ το μόνο που θέλουν είναι να αποκτήσουν  χρήματα και εξουσία. Είναι πολύ κακό να κρύβεις τις πραγματικές σου πεποιθήσεις . Πες την αλήθεια, ότι και εσύ θέλεις τώρα μια γόβα ιταλική, ένα άρωμα γαλλικό του «Christian Dior», ένα παντελόνι «Versace», θέλεις να πας στο Παρίσι και να περπατάς στους δρόμους του μέχρι το πρωί και να μην έχεις το σύντροφο  Ιβανόβ να σε περιμένει στο ξενοδοχείο και να σε ρωτάει πού ήσουν και γιατί απομακρύνθηκες από το γκρουπ! Πες ότι θέλεις να βγάλεις φτερά και να πετάξεις έξω, μακριά από τους ηλίθιους και πανάθλιους που σε διατάζουν τι και πότε πρέπει να σκέφτεσαι!» - φώναζε κάποτε ο φίλος της Αντιγόνα, ο Ίγκορ, προσπαθώντας να τους πείσει όλους ότι είναι λάθος που μιλάνε υποτιμητικά για το χρήμα.

Η Αντιγόνα δεν τολμούσε να κοιτάξει  μέσα της βαθιά, τι είναι τελικά, ιδεαλίστρια ή υλίστρια; Στην Ελλάδα κατάλαβε ότι δεν ήταν και τόσο εκτός πραγματικότητας, κατάφερνε πάντα να έχει χρήματα, δεν στερήθηκε ποτέ τίποτα.  Δούλευε συνέχεια και όταν έχανε μια δουλειά πάντα έβρισκε κάτι άλλο. Τα μόνα χρήματα που αγάπησε στη ζωή της ήταν οι δραχμές, ίσως γιατί τις κέρδισε  με τον ιδρώτα της. Τα ρούβλια τα θεωρούσε πάντα τόσα ασήμαντα, αυτά ποτέ δεν ήταν αρκετά. Τα δολάρια, που τα λάτρευαν σε όλο τον κόσμο, στη Ρωσία της φαινόταν ξένα και άψυχα χρήματα, ποτέ δεν θυμόταν την αναλογία του δολαρίου με το ρούβλι. Τα ευρώ που ήρθαν αργότερα στην ζωή της όπως και στη ζωή εκατομμυρίων ευρωπαίων, της  φαινόταν λίγα, σαν τα ρούβλια.

Το ελληνικό νόμισμα – η δραχμή- συνδεόταν με την προσπάθεια της  να κτίσει μόνη της από την αρχή μια άλλη ζωή. Γι αυτό είχε αγαπήσει  τη δραχμή.

===

Τη βαλίτσα με το χαβιάρι τη βρήκαν. Ήρθε από την Πράγα με τα «απώλεσθέντα» .
 Στην Αθήνα, στην ταβέρνα που δούλευε ο θείος Παύλος τα  Σαββατοκύριακα, δε σέρβιραν χαβιάρι. «Όλα καλά, απλά δεν ξέρω πού να το πουλήσεις» - είπε ο θείος.

«Είναι μπελούγκα, το καλύτερο χαβιάρι. Στο Παρίσι κοστίζει το κιλό τριακόσια περίπου δολάρια και στην Ιαπωνία πεντακόσια»…
«Τι λες- και ποιος το τρώει; εγώ και τζάμπα δεν το θέλω!»

Πράγματι, το ένα κουτί  χαβιάρι που η Αντιγόνα άφησε στο σπίτι τους δεν φαγώθηκε. Δοκίμασαν, βέβαια, και η γεύση του χαβιαριού δεν τους θύμιζε τίποτα, ούτε μύριζε θάλασσα, ούτε καλή ζωή, απολύτως τίποτα.  Το έβαλαν στην κατάψυξη, στο ψυγείο. Εκεί  το «σκότωσαν», χάλασε, το πέταξαν, ενώ το μπλε στρογγυλό κουτί με το ζωγραφισμένο ψάρι το κράτησαν για βελόνες και κλωστές. 
Το υπόλοιπο δεν πωλήθηκε, κανένας δεν ενδιαφερόταν  να αγοράσει  με 15 χιλιάδες δραχμές μισό κιλό.

Δεν είχαν πια άλλη  επιλογή, παρά μόνο να το φάνε. Το πρωινό με καφέ με ένα ψωμάκι με βούτυρο και μια κουταλιά της σούπας χαβιάρι πάνω στο βούτυρο έγινε  καθημερινή απόλαυση της Αντιγόνας μέσα στην μιζέρια των πρώτων εβδομάδων της ζωής της στην Ελλάδα. «Έπρεπε να πάμε στην Ελλάδα για να σκάσουμε από το χαβιάρι» – γελούσε η αδελφή της , η Άννα, όταν σέρβιρε το πρωινό. Έμεναν προσωρινά σε ένα παλιό, πολλά χρόνια εγκαταλειμμένο σπίτι των συγγενών σε ένα χωριό κοντά στην πόλη,  μέχρι να βρουν δουλειά. 

Το πλούσιο σε πρωτεΐνες πρωινό ήταν ότι έπρεπε μέσα στο άγχος για το αύριο. «Χρήματα δεν έχουμε, ελληνικά δεν ξέρουμε και δουλειά δεν βρίσκομε, αλλά μια βαλίτσα χαβιάρι θα μας κάνει ευτυχισμένους» - ειρωνευόταν η Αντιγόνα, που λάτρευε τα μαύρα αυτά μπαλάκια κολλημένα το ένα στο άλλο.

Μια φορά ο γείτονας ο Λευτέρης  ήρθε το πρωί και έφερε λίγες τομάτες από το χωράφι του. Γλυκός άνθρωπος ο Λευτέρης, όλο κάτι τους έφερνε, τους λυπόταν: «Εγώ ήμουν μικρός, δεν θυμάμαι , αλλά η μητέρα μου μας έλεγε πως όταν ήρθαμε στην Ελλάδα από τον Πόντο το ’22, οι ντόπιοι ούτε νερό δεν μας δίνανε. Δεν πειράζει, όλα θα στρώσουν, όλα θα πάνε  καλά!» - παρηγορούσε τις αδελφές. Η Αντιγόνα του πρότεινε καφέ . Ο Λευτέρης αναρωτήθηκε «τι τρώτε, μαύρη μαρμελάδα;» . Όχι, είναι  μαύρο χαβιάρι,  να σου βάλω; - τον ρώτησε. Ο Λεύτερης αρνήθηκε να φάει, μόνο καφέ έπινε  τα πρωινά, αλλά πάλι αναρωτήθηκε: «Που το αγοράσατε, δεν είναι πολύ ακριβό;»
- Είναι πολύ ακριβό, γι αυτό το φέραμε από την Ρωσία – είπε η Αντιγόνα.

-Η Ελλάδα είναι πολύ πλούσια χώρα, εδώ κανένας δεν πεινάει.

- Είναι πλούσια χώρα, αλλά το χαβιάρι θα το φάμε, δυστυχώς, εμείς οι φτωχοί. Δεν το αγοράζει κανένας - του εξήγησε όσο μπορούσε στα  ποντιακά η Αντιγόνα.

Την άλλη μέρα, όλο το χωριό σχολίαζε τους «καλομαθημένους   ρωσοπόντιους που φέρανε πολλά πράματα στην Ελλάδα, ακόμα και  μαύρο χαβιάρι για να το έχουν στα πρωινά τους!» 

Αυτό το χωριό, τελικά, έγινε η «ιδιαίτερη» ελληνική πατρίδα της Αντιγόνας. Έτσι αισθανόταν. Και την πατρίδα πάντα την αγαπάς γιατί απλά υπάρχει…Πέρασαν από τότε πολλά χρόνια, αλλά ήταν τόσο «συμπυκνωμένα»,  τόσο γεμάτα αλλά τόσο γρήγορα που της φαινόταν σα να  πέρασαν μήνες…

===
- Τι γίνεται στη χώρα σας - μας δείχνουν φωτιές και αναρχικούς. Μια φωνή από το παρελθόν. Ήταν ένας φίλος από την  Μόσχα , ιερέας και συγγραφέας . Μας δείχνουν  βαρβαρότητες και εγώ ανησυχώ , ξέρεις πόσο αγαπώ την Ελλάδα.
- Δεν είναι μόνο αναρχικοί,  είναι και πολλοί άγγελοι μαζί τους, απαντούσε   η Αντιγόνα και προσπαθούσε  να εξηγήσει στον παλιό της φίλο τα γεγονότα που συνέβαιναν  στην Ελλάδα στο κατώφλι του 2009…

Η Αθήνα καιγόταν από φωτιές και η Αντιγόνα αισθανόταν υπερήφανη.

Αισθανόταν δικαιωμένη. Γιατί όλο και περισσότερα είχε αρχίσει να προβληματίζεται για το πώς είχε στρώσει η ζωή στην Ελλάδα. Με καλοπέραση και φραπέδες και με καθόλου ενοχές για τα πουλημένα ιδανικά. Βασικά δεν της άρεσε  ο εαυτός της – είχε γίνει σαν τους άλλους και τα χρήματα τα σκεπτόταν όλο και περισσότερο από τα άλλα, τα «πνευματικά».

Και τώρα αισθάνθηκε μια λύτρωση μαζί με άλλους Έλληνες, και κατάλαβε ότι  η συνείδηση στους ανθρώπους σ’ αυτήν την χώρα δεν είχε  χαθεί, απλά είχε κρυφτεί για μερικά χρόνια.
- Από την Ελλάδα ξεκινά η πανευρωπαϊκή επανάσταση!… 
- Είναι απλά γεγονότα …
- Όλα τα μεγάλα γεγονότα  απλά ξεκινάνε – του απάντησε - και άκουσε πως και ο φίλος ιερέας το χάρηκε, είχε και αυτός ένοχές για τα πουλημένα ιδανικά του. Τελευταία συναναστρεφόταν  πολύ με νεόπλουτους – καταθλιπτικούς που έψαχναν για το νόημα της ζωής μέσα στα πλούτη, έψαχναν να σωθούν… Ήταν κερδοφόρες οι πνευματικές επαφές  του, σε βαθμό που απέκτησε διαμερίσματα στο κέντρο  της Μόσχας και ένα εξοχικό. Και η Αντιγόνα αισθάνθηκε  πως η Ρωσία που προσπαθούσε τελευταία   να επιστρέψει στην κυρίαρχη διεθνή θέση δεν την ενέπνεε πλέον. Δεν αισθανόταν  καμία νοσταλγία για τη χώρα που είχε γεννηθεί. Κατάλαβε πως  αγαπά πραγματικά μόνο  αυτή τη μικρή χώρα -την Ελλάδα -όπου ζούσε  με  ρομαντικούς μερικές φορές, ανθρώπους, αλλά πολύ αληθινούς. Ανθρώπους που ξέρουν να αγαπούν με πάθος τη ζωή και δεν φοβούνται το θάνατο.


Sofia Prokopidou, 2005-2011 , Θεσσαλονικη