2 Ιαν 2018

Η Πρωτοχρονιά με το Παλιό (σαν το Παραμύθι)



Ήταν μια γιορτή του δημοτικού, οργανωμένη από εμάς- του γυμνασίου, αφού το σοβιετικό εκπαιδευτικό σύστημα βασιζόταν στο πνεύμα αλληλεγγύης και εθελοντισμού. Εμείς, οι μεγάλοι του σχολείο, φροντίζαμε τις γιορτές των μικρότερων μαθητών.
(….) Κανένας από τα αγόρια της τάξης δεν ήθελε να κάνει τον Άγιο Βασίλη! Εγώ, ως υπεύθυνη της γιορτής που είχα γράψει και το σενάριο, αναγκαστικά ανέλαβα την ευθύνη- το ρόλο του. Στη Ρωσία τον λένε Παππούς Πάγος - Дед Мороз, είναι το δημιούργημα των σοβιετικών από την εποχή του ’30 του 20ου αιώνα για διασκέδαση των παιδιών στις πρωτοχρονιάτικες γιορτές.
Σύμφωνα με το σενάριο, μαζί μου ήταν η εγγονή Χιονάτη. Το ρόλο αυτό είχα δώσει στην κολλητή μου, την αρμένισα Σάρα.. Όλες οι τρεις ξανθιές κοπέλες της τάξης μας, δεν μπορούσαν να παίξουν τη Χιονάτη: η μια ήταν πολύ ντροπαλή και άλλες δυο χωρίς ίχνος ταλέντου...

Την κόκκινη ρόμπα, το καπέλο και το τσουβάλι για δώρα, ράψαμε μαζί με τη μοδίστρα της μαμάς, από βαμβακερό κόκκινο ύφασμα. Εγώ ήθελα το κόκκινο βελούδο, αλλά ήταν πολύ ακριβό: το μέτρο στοίχιζε ένα τέταρτου του μισθού της μαμάς! Τις γούνινες άκρες της ρόμπας και του καπέλου, φτιάξαμε από βαμβάκι. Κάτω από τη κόκκινη ρόμπα έβαλα το παλτό, να φαίνομαι «παχουλό παππού». Στο πρόσωπο - τη μάσκα με άσπρα φρύδια και κόκκινη μύτη. Όμως, η μάσκα δεν είχε μούσι και μουστάκια, μόνο φρύδια, μάγουλα, μύτη... Φτιάξαμε και αυτά από βαμβάκι και απευθείας κολλήσουμε στο πρόσωπο μου με μια κόλα για όλες τις χρήσης . Ήταν με πολύ ευχάριστη γλυκιά μυρωδιά.

Ξεκίνησε η γιορτή με τα γνωστά τραγούδια και στίχους της πρωτοχρονιάτικης ιστορίας. Μετά από εικοσάλεπτο, ξαφνικά αισθάνθηκα μια ζάλη, η γλώσσα μου έπαψε να γυρνά, έχασα τη λαλιά, μούδιασαν να χείλη, όλους έβλεπα θολά… Κάθισα στην καρέκλα κάτω από το στολισμένο έλατο. Από κει -σύμφωνα με σενάριο - θα έπρεπε να μοίραζα τα δώρα στα παιδιά. Και χάθηκα...Κοιμήθηκα, ίσως να είχα χάσει τις αισθήσεις, δεν θυμάμαι ... Έτσι, καθιστή κοιμωμένη κατά από ελατό παρέμεινα μέχρι που τελείωσε η γιορτή.

Η Χιονάτη- Σάρα μετά μου είπε, ότι το σενάριο το εκτέλεσε κατά γράμμα, ότι ανακοίνωσε στα παιδιά , ότι ο Ded Moroz κουράστηκε, κάνοντας μεγάλο δρόμο από τη μακρινή Σιβηρία μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα, και τώρα κοιμάται για να πάρει δυνάμεις γιατί θα πάει σε πολλά άλλα πάρτι ...
Η Πρωτοχρονιά ήταν η αγαπημένη γιορτή στη Σοβιετική Ένωση. Σε μια χώρα με πολλές απαγορεύσεις , ο λαός με λαχτάρα περίμενε την μοναδική ελεύθερη μέχρι πρωίας γιορτή ... Τα πάρτι ατελείωτα, ο κόσμος ντυνόταν καρναβάλια, τα φαγοπότια μέχρι τελικής πτώσης...
Και στη δικιά μας σχολική γιορτή, σε μια έξαρση χαράς, κανένας δεν σκέφτηκε, τι συμβαίνει με τον "Παππού Πάγο" ...
Ευτυχώς, ξύπνησα, όταν τέλειωσε το πρόγραμμα και η έξυπνη Χιονάτη αμέσως ξεκόλλησε τα γένια και τα μουστάκια από το πρόσωπο μου, γιατί υποψιάστηκε, ότι φταίνε να μουστάκια μου….Εγώ, όμως, όταν έμαθα ότι κοιμόμουν όλη την ώρα, αισθάνθηκα μεγάλη ντροπή, στεναχωρήθηκα που χάλασα την γιορτή που οργάνωσα. Αργότερα, ο καθηγητής χημείας μου εξήγησε, ότι δηλητηριάστηκα από τη βλαβερή για αναπνοή κόλα για όλες της χρίσης ...


Από τότε, δεν αγαπώ τα γλέντια της Πρωτοχρονιάς στις 31 Δεκεμβρίου, αλλά περιμένω με μια τρυφερή νοσταλγία τη γιορτή της 14 Ιανουαρίου – την Πρωτοχρονιά με το Παλιό Ημερολόγιο, που εμείς, οι Πόντιοι, γιορτάζαμε στη Ρωσία. Αυτή η Πρωτοχρονιά είναι συνδεδεμένη με τη μητέρα και τον πατέρα, αλλά και τους φίλους τους, που έπαιζαν κάθε χρόνο το γνωστό δρώμενο. Με Νύφη- Γαμπρό- Ιατρό- Κατσίκι, συνοδεία με τη λύρα - κεμεντζέ και το ακορντεόν.
Ήταν μια μυστική γιορτή, μια κριμένη χαρά. Εμάς, τα παιδιά, δεν έπαιρναν μαζί, αφού έφευγαν αργά το βραδύ μέσα στο σκοτάδι. Πήγαιναν από σπίτι σε σπίτι με δυο αυτοκίνητα lada, στις οικογένειες Ρωμαίων …Πριν, στις πρόβες, θυμάμαι, όταν "ο θίασος" της μαμάς μεταμφιεζόταν, όλοι ξεκαρδιζόντουσαν από τα γέλια μέχρι δακρύων … Εμείς, τότε μικρά, χαιρόμαστε με τη χαρά των γονιών μας, σαν να παίρναμε πολύτιμο Δώρο Χριστουγέννων. Ήταν η χαρά που τους επανέφερε στην Πηγή της αθωότητας, στις ρίζες τους, βαθιά κριμένες κάπου αλλού...
Τα παιδιά δεν φοβούνται τίποτα, όταν βλέπουν χαρούμενους γονείς, μόνο τότε μεγαλώνουν ευτυχισμένοι και θαρραλέοι ...


Σοφία Προκοπίδου


Θεσσαλονίκη, 31 Δεκεμβρίου 2017

20 Δεκ 2017

«Όταν το ελληνικό «Μπουζούκι» έκανε χιλιάδες ανθρώπους να χορεύουν στη Σοβιετική Ένωση»



Εν έτει 1967, στην πρωτεύουσα του Ουζμπεκιστάν στην Τασκένδη, ιδρύθηκε ένα μουσικό συγκρότημα που έμελλε να χαράξει μνήμες και να εμπνεύσει φιλελληνικά αισθήματα σε εκατομμύρια πολίτες της Σοβιετικής Ένωσης. Πρόκειται για το ελληνικό συγκρότημα «Μπουζούκι», που ιδρύθηκε από παιδιά Ελλήνων πολιτικών προσφύγων. Μετά από 50 χρόνια, μέλη του συγκροτήματος, που επαναπατρίστηκαν, μένουν πλέον στην Ελλάδα και κάνουν νέα σχέδια για την καλλιτεχνική πορεία τους, μίλησαν στο «Πρακτορείο 104,9 FM» για το πώς ο αθάνατος ελληνικός πολιτισμός μπορεί να κλείσει πληγές της μεταπολεμικής ιστορίας...
Δύο φορές πολιτικοί πρόσφυγες
«Γεννήθηκα στο Κιλκίς το 1947, στην οικογένεια Ελλήνων προσφύγων από το Πόντο. Οι παππούδες μου ήταν διωγμένοι από την Τουρκία με απειλή θανάτου. Μετά από 25 χρόνια ξανά προσφυγιά. Μωρό ακόμα, έγινα πολιτικός πρόσφυγας στην αγκαλιά της μητέρας μου. Αρχικά εγκατασταθήκαμε στην Τσεχοσλοβακία, από κει, το 1952, φύγαμε στην Τασκένδη» αφηγείται στην εκπομπή «Με σπαστά ελληνικά» του ραδιοφωνικού σταθμού του Αθηναϊκού-Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων, «Πρακτορείο 104,9», ο Παναγιώτης Μιχαηλίδης, μουσικοσυνθέτης, ενας απου τους ιδρυτές και καλλιτεχνικός διευθυντής του συγκρότημα «Μπουζούκι», διακεκριμένος καλλιτέχνης του Ουζμπεκιστάν.
Η προσφυγιά των Ελλήνων ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδος, μετά την ήττα στον εμφύλιο πόλεμο (1946-1949), είναι μία ματωμένη σελίδα της ελληνικής ιστορίας. Αλλά παρόλα αυτά, έδωσε νέα, ελπιδοφόρα ζωή σε χιλιάδες οικογένειες, που πήραν τον δρόμο της προσφυγιάς και εγκαταστάθηκαν στη Σοβιετική Ένωση, προκειμένου να σωθούν από εκτελέσεις, φυλακές και εξορίες.
Οι πρώτοι Έλληνες πολιτικοί πρόσφυγες έφτασαν στην Τασκένδη το 1949. Ήταν γύρω στα 12.000 άτομα. Αργότερα, ο αριθμός των Ελλήνων αυξήθηκε και στα μέσα της δεκαετίας του 1960 η ελληνική κοινότητα της Τασκένδης αριθμούσε ήδη περίπου 35.000 άτομα.
«Όταν φτάσαμε εκεί μας υποσχέθηκαν πολλά, και όμως, όλα πραγματοποιήθηκαν, εκτός από το ότι δεν "φάγαμε με χρυσά κουταλιά", όπως έλεγαν στους γονείς μας...» λέει με χαμόγελο ο Παναγιώτης Μιχαηλίδης.
«Πράγματι, επί τέσσερις δεκαετίες, μέχρι που επαναπατριστήκαμε, είχαμε μία αξιοπρεπή ζωή, με εξασφαλισμένα από το σοβιετικό κράτος τη στέγη, την εργασία, τη δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη αλλά και εκπαίδευση, μόρφωση και όλες τις άλλες δραστηριότητες (σπορ, μουσική, θέατρο, ζωγραφική κ.ά). Όλοι οι νέοι αποκτήσαμε εφόδια να κάνουμε τα όνειρά μας πράξη» αναφέρει ο κ. Μιχαηλίδης και προσθέτει: Εκεί, στο μακρινό Ουζμπεκιστάν, κτίστηκαν από τους ίδιους τους γονείς μας -οικοδόμους- 14 ελληνικές πολιτείες. Εκεί ιδρύθηκε και το δικό μας μουσικό συγκρότημα "Μπουζούκι", που άφησε εποχή στη ζωή του σοβιετικού λαού!».
Ο Μίκης Θεοδωράκης μάς είχε «βαφτίσει» με τον Ζορμπά του
«Μια μέρα ήρθε στη Λέσχη μας, στην Τασκένδη, ο Μίκης Θεοδωράκης. Ήταν το 1966, ήμασταν ακόμα ερασιτέχνες, όπως και τα αλλά συγκροτήματα των ελληνικών πολιτειών (σ.σ η κάθε ελληνική πολιτεία είχε από ένα μουσικό συγκρότημα). Εγώ, νεαρός τότε, έπαιζα ακορντεόν. Τη στιγμή που μπήκε ο μεγάλος Έλληνας μουσικοσυνθέτης κάναμε την πρόβα του Ζορμπά του. "Παναγωτάκη, άσε λίγο το ακορντεόν, κάθισε στο πιάνο και να συνοδεύεις με αυτόν τον τρόπο…"» μου είπε ο Μίκης, με τόση αγάπη και ευγένεια! Από τότε δεν πήρα ξανά το ακορντεόν, παίζω μόνο πιάνο, που συνόδευε πολύ όμορφα την ορχήστρα μας» αφηγείται με νοσταλγία ο μαέστρος Μιχαηλίδης.
Με «νονό»-εμπνευστή τον ίδιο τον Μίκη Θεοδωράκη, και με πρώτο στο πρόγραμμα τον Ζορμπά του, το συγκρότημα «Μπουζούκι» ξεκίνησε τη λάμπρη πορεία στη Σοβιετικής Ένωση την εποχή του '70-'80.
Στην Τασκένδη αποκτήσαμε εκπαιδευτικά και επαγγελματικά θεμέλια
Η πρώτη γενιά Ελλήνων πολιτικών προσφύγων εκπαιδεύτηκε και μορφώθηκε με σοβιετικά ιδανικά. Τον νόστο για την πατρίδα, την Ελλάδα, μετέτρεψαν σε μουσική και τραγούδια, που άγγιζε καρδιές εκατομμυρίων. «Το μουσικό ταλέντο μου το ανακάλυψαν οι δάσκαλοι στο σχολειό στο Ουζμπεκιστάν. Πήγα πρώτα στο Μουσικό Σχολείο, με κύκλο σπουδών επτά χρόνων, ενώ εγώ αποφοίτησα σε δύο χρόνια. Μετά Ωδείο. Μόλις αποφοίτησα, ηρθα στο συγκρότημα, σημειώνει ο Παναγιώτης Μιχαηλίδης. Ο ίδιος, ο οποίος μένει με την οικογένειά του στη Θεσσαλονίκη, συνέχισε τη δουλειά τού μουσικού, αλλά και του καθηγητή μουσικής στο Ελληνικό Κολλέγιο, ενώ έχει οργανώσει και σχήματα με παιδιά, που ταξίδεψαν στο εξωτερικό σε διάφορα φεστιβάλ.
Ο κιθαρίστας στο «Μπουζούκι», Ανδρέας Παπαδόπουλος, τονίζει: «Δεν καταθέσαμε ποτέ τα όπλα μας, συνεχίζουμε τη δημιουργική καλλιτεχνική πορεία ως σύνολο, ως "Μπουζούκι". Η πρόσφατη συναυλία του συγκροτήματος στη Μόσχα, στην εκδήλωση την Ημέρα του ΟΧΙ, απέδειξε, ότι στη Ρωσία, αν και πέρασαν 40 χρόνια, το "Μπουζούκι" παραμένει θρύλος».
Οι συναυλίες του «Μπουζούκι» μάς έδιναν τη δύναμη να ξανανιώσουμε άνθρωποι
Ο πρόεδρος του Ελληνικού Συλλόγου Μόσχας, Χρίστος Τσαχτσίδης, διακεκριμένος γιατρός της Ρωσίας, καθηγητής της Οφθαλμιατρικής, μιλώντας στο ΑΠΕ-ΜΠΕ μετά τη συναυλία, επισημαίνει: «Οι πολιτικοί πρόσφυγες ήρθαν στην Ασία από την Ελλάδα για καλύτερη ζωή, ενώ οι γονείς μου, οι Πόντιοι, εκτοπίστηκαν στην Ασία από το Σουχούμι και το Βατούμ, την ίδια χρονιά, το 1949, για μία νέα ζωή-κάτεργα. Θυμάμαι, το συγκρότημα "Μπουζούκι" ερχόταν με συναυλίες στο μέρος που ζούσαμε εξόριστοι, εμείς οι Πόντιοι, στο Καζακστάν. Στην περιοχή Παχταράλ, το μεγάλο χωριό Ιλίτς. Στην περιοχή μας έμειναν περίπου 10.000 εξόριστοι από τη Μαύρη Θάλασσα, Έλληνες, που έφτασαν στα μέρη με δύο αμαξοστοιχίες σε εμπορικά βαγόνια. Οι συναυλίες του "Μπουζούκι" μάς έδιναν τη δύναμη να ξανανιώσουμε άνθρωποι, Έλληνες. Ο ιδρυτής του "Μπουζούκι", Γιάννης Τσελεπίδης, και ο αδελφός του, ο τραγουδιστης Λάκης, καθώς και ο Παναγιώτης Μιχαηλίδης, δημιούργησαν μία όαση για μας, καμένους από τον σκληρό ήλιο στις αχανές στέπες της Ασίας».
Διακόσιες συναυλίες τον χρόνο
Από ερασιτεχνικό, το «Μπουζούκι» έγινε επαγγελματικό και σήμερα αριθμεί 15 μέλη: Μουσικούς, σολίστ και χορευτές. «Κάναμε 200 συναυλίες τον χρόνο και ήμασταν πέμπτοι στη λίστα με τα περιζήτητα εμπορικά μουσικά συγκροτήματα στη Σοβιετική Ένωση την εποχή του '80», λέει ο «άλλος» Ανδρέας Παπαδόπουλος, ο οποίος παίζει μπουζούκι (στο συγκρότημα υπάρχουν δύο μουσικοί με το ίδιο όνομα και επώνυμο).
«Ήμασταν εικοσάχρονα… Θυμάμαι, με το μπουζούκι στο χέρι, ένα όργανο μουσικής άγνωστο στους Ρώσους, βγαίνω στη σκηνή, χτισμένη στη μέση του γήπεδο σε μία πόλη στη Νότια Ρωσία… Βλέπω όρθιους πάνω από 40.000 ανθρώπους να χειροκροτούν ασταμάτητα. Αλλά δεν αισθανόμαστε "σταρ", "φίρμες", απλά χαιρόμαστε πολύ που μεταφέρουμε σε εκατομμύρια κόσμο την περηφάνια και την ομορφιά του ελληνικού τραγουδιού!» υπογραμμίζει.
«Στο συγκρότημα τραγουδούσα περίπου δύο χρόνια, γιατί επαναπατρίστηκα νωρίς. Με ανοκάλυψε ο ένας από τους ιδρυτές του "Μπουζούκι", ο Γιάννης Τσελεπίδης. Ήμουν νεαρή, οι αυστηροί γονείς μου δεν με αφήναν να πηγαίνω στις περιοδείες μακριά, μόνο σε κοντινές συναυλίες, ημερήσιες» λέει, με χαμόγελο και το βλέμμα στραμμένο στα χρόνια της ανεμελιάς της Τασκένδης, η σολίστ του συγκροτήματος, Άνθη Τατσιούλη.
Στην Ελλάδα, η Άνθη έκανε τη δική της πορεία, συνεργάστηκε με πολλούς άλλους αξιόλογους μουσικοσυνθέτες και τραγουδιστές, όπως ο Γιάννης Σπανός και ο Βασίλης Λέκκας.
Μία άλλη γυναίκα με υπέροχη φωνή, η σολίστ Τζούλια Παπαδόπουλου, ήρθε στο συγκρότημα το 1977. Δούλεψε πέντε χρόνια. Μετά επαναπατρίστηκε, αλλά, όπως αναφέρει, από το 1982 «ξεκινήσαμε από την Ελλάδα ήδη τις περιοδείες στην ΕΣΣΔ. Ενώ είχαμε φύγει πίσω στην πατρίδα, παραμείναμε περιζήτητοι. Ο κόσμος δεν ήθελε να μας χάσει… Στις ημέρες της πρόσφατης συναυλίας μας στη Μόσχα, μετά από 35 χρόνια απουσίας, ένιωσα σαν να μην πέρασε ούτε μια μέρα! Από την άλλη, βλέπουμε πως άλλαξαν πολλά… Η Ρωσία είναι πλέον μία καπιταλιστική χώρα».
Μία αίθουσα γεμάτη με ελληνικές σημαίες
Το συγκρότημα «Μπουζούκι», με αποκλειστικά ελληνικό ρεπερτόριο, είχε κερδίσει καρδιές εκατομμυρίων ξένων θεατών σε μία μεγάλη χώρα. Υπήρχε, όμως, και μία άλλη κατηγορία θεατών, ήταν οι Πόντιοι, που με την παρουσία τους στις συναυλίες δήλωναν μαζί με τον θαυμασμό και τον πατριωτισμό τους.
«Σε μία συναυλία στην πόλη της περιοχής Σταυρούπολης Νότιας Ρωσίας, όταν βγήκαμε στη σκηνή, ξαφνιαστήκαμε όταν είδαμε μία αίθουσα γεμάτη με ελληνικές σημαίες. Συγκίνηση μεγάλη! Μακρυά από την Ελλάδα - είδαμε Ελλάδα , θυμάται ο Ανδρέας Παπαδόπουλος.
Τέλος, ο Παναγιώτης Μιχαηλίδης σημειώνει: «Είχαμε τη δόξα και την αγάπη του κόσμου, αλλά ο πλούτος που αποκτήσαμε ήταν τα πτυχία των ανώτερων σπουδών. Οι γονείς μας φύγανε από την Ελλάδα πρόσφυγες σε απόγνωση, ενώ εμείς επαναπατριστήκαμε στην Ελλάδα με σπουδές και ανοιχτά χαμόγελα, γεμάτοι θέληση να συνεχίζουμε στην πατρίδα τη ζωή με δημιουργική διάθεση».
Σοφία Προκοπίδου
====
Το συγκρότημα πολιτικών προσφύγων Ελλήνων «Μπουζούκι», μαζί με σύνολα του Σύγχρονου Ωδείου, θα εμφανιστεί την Παρασκευή 1 Δεκεμβρίου, στην Αίθουσα Τελετών του ΑΠΘ, σε συναυλία- αφιέρωμα στο Μάνο Λοΐζο.
Στη συναυλία συμμετέχουν: Παναγιώτης Μιχαηλίδης (πιάνο), Ανδρέας Παπαδόπουλος (μπουζούκι), Κώστας Γκουντουβάς (μπουζούκι), Βασίλης Τσιούσιος (συνθεσάιζερ), Ανδρέας Παπαδόπουλος (κιθάρα) , Θεόδωρος Παππιδης (μπάσο-κιθάρα), Θεόφιλος Τερεζάκης (κρούστα), Ιουλιετα Παπαδοπούλου ( σολίστ), Άνθη Τατσιούλη (σολίστ), Ελένη Παναγιώτου (σολίστ), Πέτρος Τσοπουρίδης, (σολίστ) και ο Ακης Ελευθεριάδης (ηχολήπτης)

Σοφία Προκοπίδου
Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ

Ο Έλληνας Άγιος Βασίλης και o Ρώσος "Παππούς Πάγος" φέρνουν τους συμπατριώτες κοντά στις πατρίδες τους



- Από ποιον περιμένεις δώρα τα Χριστούγεννα; από τον Άγιο Βασίλη ή από τον "Παππού Πάγο" (ο Ρώσος Ded Moroz), ή μήπως από τον Weihnachtsmann (ο Άνθρωπος των Χριστουγέννων των Γερμανών);
- Όχι! Θα μου φέρει δώρα ο Άγιος Βασίλης!
- Μα, τώρα μένεις στη Γερμανία, πώς θα φτάσει ο Άγιος Βασίλης εδώ; Μακριά είναι!
- Ο Άγιος Βασίλης έχει τη δύναμη να πηγαίνει παντού! Θα έρθει, μου είπε η μαμά!
Ήταν μια σύντομη τηλεφωνική συζήτηση με τον τετράχρονο Γιαννάκη Π, που είναι πλέον κάτοικος Γερμανίας. Πριν από 25 χρόνια οι γονείς του, που κατάγονται από τη Ρωσία και τη Γεωργία, ήρθαν στην Ελλάδα, αλλά τα τελευταία δύο χρόνια η οικογένεια μετανάστευσε για δεύτερη φορά στη Γερμανία, λόγω οικονομικής κρίσης.
«Μαθαίνουμε γερμανικά οικογενειακώς, μιλάμε τρεις γλώσσες, αλλά η μητρική μας είναι η ελληνική», λέει στο ΑΠΕ- ΜΠΕ η τριαντάχρονη Βαλέντινη Π, μητέρα του Γιαννάκη, και συνεχίζει: «Ο Γιάννης δεν γνωρίζει το Ded Moroz, "Παππού Πάγο", με τον οποίο μεγαλώσαμε εμείς στη Ρωσία, ούτε ακόμα μπήκε στο πνεύμα του Γερμανού Weihnachtsmann. Μόνο τον Άγιο Βασίλη αγαπά, αυτόν περιμένει να του φέρει δώρα και την ευλογία».
Στη γειτονιά που μένουν στη Γερμανία, είναι άλλες τέσσερις οικογένειες από τη Θεσσαλονίκη με παιδιά. «Ετοιμάζουμε ελληνικό τραπέζι όλοι μαζί και τα παιδιά μας μαθαίνουν Κάλλαντα!», ολοκληρώνει την αφήγηση της η Βαλεντίνη.
Ο Άγιος Βασίλειος δεν ντύνετε καλοκαιρινά στην Αυστραλία
Ο αγαπημένος των Αυστραλών "Σάντα Κλάους", μπορεί να έρθει φέτος με το μαγιό, γιατί στη μακρινή ήπειρο προβλέπεται ζέστη, με 40 βαθμούς Κελσίου. Όμως, ο Έλληνας Άγιος Βασίλης θα είναι πάντα με τα λιτά ρούχα του Αγίου. «Οι Έλληνες τόσο μακριά από την πατρίδα τηρούν πιστά τις παραδώσεις και τα έθιμα», λέει η δημοσιογράφος της ελληνικής εφημερίδας "Νέος Κόσμος" και της κρατικής ραδιοφωνίας της Αυστραλίας, Θεοδώρα Μάιου, μιλώντας στην εκπομπή "Με σπαστά ελληνικά", του ραδιοφώνου του Αθηναϊκού/ Μακεδονικού Πρακτορείου Ειδήσεων "Πρακτορείο 104,9 fm".
Η κ. Μάιου, υπενθυμίζει ότι η πολιτεία Βικτωρία της Αυστραλίας, είναι η πρώτη περιοχή στη γη που υποδέχεται το νέο χρόνο και προσθέτει: «Ο Άγιος Βασίλης στη συνείδηση των Ελλήνων πάντα είναι ένας λιτός Άγιος που δεν φοβάται "να λιώσει" στη ζέστη στους σαράντα βαθμούς, που προβλέπονται γι΄ αυτές τις ήμερες».
«Αλλά, όπως είναι γνωστό οι Αυστραλοί μεριμνούν να γιορτάσουν την Πρωτοχρονιά με τους Έλληνες, γιατί θεωρούν ότι ξέρουν καλά από γιορτές, ενώ και τα Χριστούγεννα όλα γίνονται σύμφωνα με τον Ελληνορθόδοξο τρόπο: Οπωσδήποτε γίνονται λειτουργίες σε όλες τις ελληνικές εκκλησίες, το τραπέζι μοσχοβολάει τσουρέκια, μελομακάρονα και κουραμπιέδες», λέει η Ελληνίδα δημοσιογράφος, που ανήκει στους νέους πολίτες της Αυστραλίας, καθώς εγκαταστάθηκε εκεί πριν από περίπου 10 χρόνια.
Όσον αφορά τους "νεοφερμένους" Έλληνες μετανάστες, όπως τους λένε στην Αυστραλία, (μετανάστευσαν τα τελευταία χρόνια της κρίσης) η Θεοδώρα Μάιου επισημάνει, πως τα παιδιά τους παραμένουν πιστά στον Άγιο Βασίλη. Στις οικογένειες κόβεται η βασιλόπιτα και ο τυχερός παίρνει το δώρο του και τις ευχές.
Ο Ρώσος ο "Παππούς Πάγος" (Ded Moroz) έρχεται κάθε χρόνο στην Ελλάδα για τα παιδικά πάρτι
Πριν από είκοσι χρόνια για πρώτη φορά ήρθε στην Αθήνα της παραμονής Πρωτοχρονιάς ο Ρώσος "Παππούς Πάγος", που μιλάει εκτός τα ρωσικά, τα ουκρανικά και ελληνικά!
«Στην Ελλάδα παίζω το ρόλο του Ded Moroz, που είναι πολύ διαφορετικός από τον Άγιο Βασίλη», λέει στη συνέντευξη στο ΑΠΕ- ΜΠΕ ο Βαλέριος Ελεύθερος, ένας ομογενής ηθοποιός που μένει στην Ελλάδα. «Ο Ded Moroz είναι χαρακτήρας παραμυθιού: το πρωτότυπο του Ded Moroz είναι η σλαβική θεότητα του χειμώνα, του κρύου και του παγετού», μας εξηγεί ο Βαλέριος Ελεύθερος.
Ο μεγαλύτερος στη διάρκεια ρόλος στην επαγγελματική του ζωή είναι αυτός τον "Παππού Πάγου". «Έχω προσόντα: είμαι ψηλός, γεμάτος, με μπάσα φωνή», λέει χαριτολογώντας. Κατάγεται από τη Μαριούπολη της Ουκρανίας, από ελληνική οικογένεια: «Μιλούσαμε στο σπίτι ρωμαίικα, το επίθετο μου ήταν Λεφτέροβ. Πριν τη μετανάστευση στην Ελλάδα, ήμουν ηθοποιός του Ρωσικού Κρατικού Δραματικού Θεάτρου, στο Χάρκοβο», μας λέει.

«Η δημιουργία της κανονικής εικόνας του "Παππού Πάγου", ως καθιερωμένου χαρακτήρα της Πρωτοχρονιάς -και όχι των Χριστουγέννων- των διακοπών, συνέβη στη σοβιετική εποχή. Ο "Παππούς Πάγος" "γεννήθηκε" σχετικά πρόσφατα, στη δεκαετία του 1930 στη Σοβιετική Ένωση, με σκοπό να εμψυχώνει τα παιδιά στις πρωτοχρονιάτικες γιορτές.... Κάθε χρόνο στην Αθήνα πηγαίνω σε πολλά παιδικά πάρτι, αλλά και σε σπίτια, όταν με καλούν οι γονείς που θέλουν να κάνουν έκπληξη στα παιδιά τους», λέει ο Βαλέριος με φωνή βαρύτονη προς μπάσα, αλλά με ένα χαμόγελο μικρού παιδιού.
Στη Θεσσαλονίκη, δεν έχει "μόνιμο" "Παππού Πάγο" για αυτό κάθε χρόνο τέτοια εποχή, ψάχνουν κατάλληλο άνθρωπο να τον υποδυθεί. «Ο "Παππούς Πάγος", σύμφωνα με το σενάριο, έρχεται παγωμένος από τη Σιβηρία, και τα παιδιά ζεσταίνουν την ψυχή του με τα ταλέντα τους», λέει η Ζάννα Μπαάικοβα, πρόεδρος του Ρωσικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, που πριν λίγες μέρες πραγματοποίησε στο Θέατρο "Ανετον" το παιδικό πάρτι- παράσταση με τον Ded Moroz. «Μαζί με τον "Παππού Πάγο" βρίσκεται πάντα η εγγονή του, η τρυφερή Χιονάτη, πολλές φορές και ζώα, συνήθως ο λαγός, ο αρκούδος, τα ελάφια, κ.ά.»., μας εξηγεί η κ. Μπάικοβα, ενώ απαντώντας στην ερώτηση γιατί οι ρωσόφωνοι στην Ελλάδα θέλουν το Ded Moroz, ενώ αγαπούν τον Άγιο Βασίλη, απαντάει: «Έχει να κάνει περισσότερο με τα παιδικά χρόνια των γονέων. Οι ρωσόφωνοι προσπαθούν να φέρνουν στα παιδιά τους τον "Παπού Πάγο", γιατί πιστεύουν ότι μπορούν με τη βοήθειά του να κρατήσουν ζωντανές τις σοβιετικές και ρωσικές παραδόσεις, αλλά να διατηρήσουν και τη ρωσική γλώσσα...».
Σοφία Προκοπίδου
© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ και παραχωρούνται σε συνδρομητές μόνον για συγκεκριμένη χρήση.

15 Δεκ 2017

"Απάτριδες" γεννημένοι στην Ελλάδα. Αφηγήσεις Ελλήνων που απέμειναν στην Τασκένδη


Στη ρωσική γλωσσά υπάρχει μια ελληνική λέξη apatrid `«апатри́д», από την αρχαιοελληνική άπατρις, που σημαίνει άνθρωπος χωρίς ιθαγένεια …  Κατ΄ ειρωνεία της μοίρας του Ελληνισμού, στην Κεντρική Ασία, στην πόλη Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν μένουν ακόμα Έλληνες – πολιτικοί πρόσφυγες του ‘49, που παραμένουν απάτριδες, χωρίς ιθαγένεια… Είναι ελληνόπουλα που πέρασαν πεζή και ξυπόλυτα από τα βουνά της Μακεδονίας και της Ηπείρου στις τότε “λαϊκές δημοκρατίες” για να αποφύγουν τις δραματικές συνέπειες του εμφυλίου πολέμου.
Και δεν επαναπατρίστηκαν.
-«Στην Τασκένδη έχετε ουζμπέκικη ιθαγένεια;»
-«Όχι, είμαι άνθρωπος χωρίς ιθαγένεια».
-«Πως κυκλοφορείται έξω;»
-«Με ένα ειδικό επίσημο έγγραφο, που γράφει «απατρίντ»: «Άνθρωπος χωρίς ιθαγένεια».
Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής ο 77χρονός Αντώνη Μαρούδης, Έλληνας που ζει στην Τασκένδη, στη 2η «Ελληνική Πολιτεία» (σ.σ. κάποτε όλες μαζί ήταν 14). Μιλάει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ,
«Είμαι μοναδικός Έλληνας στην δικιά μας πολυκατοικία με 48 διαμερίσματα. Μετά το μαζικό επαναπατρισμό των συμπατριωτών μου, την εποχή του ’80, ήρθαν εδώ οι ντόπιοι», λέει.
Γεννήθηκε το 1940 στο χωριό Φούστανη της Πέλλας. Ο πατέρας του ήταν στο βουνό- μαχητής της εθνικής αντίστασης κατά του φασισμού στην αρχή , αργότερα στον εμφύλιο - μέσα από τις γραμμές του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας (ΔΣΕ). Το 1947 ως «παιδί ανταρτών» με χιλιάδες άλλα ελληνόπουλα έφυγε με την βοήθεια του μηχανισμού του ΔΣΕ στην Τσεχοσλοβακία.
«Έμεινα έξι χρόνια στο Παιδικό Σταθμό. Το 1954 όντας έφηβος ήρθα στην Τασκένδη», αφηγείται σε άπταιστα ελληνικά.
«Η Σοβιετική Ένωση χρειαζόταν πολλά εργατικά χέρια για την συγκομιδή του βαμβακιού. Για αυτό μας έφεραν εδώ. Καλύτερα ήμασταν στην Τσεχοσλοβάκα, μια χωρά που μου έμεινε αξέχαστη», λέει, επισημαίνοντας και τα οφέλη που αποκόμισε από την ΕΣΣΔ:
«Αυτή η χώρα μας μόρφωσε, ως πολιτικοί προσφυγές είχαμε μόρια στην εισαγωγή στην Ανώτερη εκπαίδευση. Έτσι, το 1960 πέρασα στο Ηλεκτροτεχνικό Ινστιτούτο του Λένινγκραντ. Ήμουν από τα λίγα παιδιά Ελλήνων πολιτικών προσφύγων που τελείωσαν με άριστα τις σπουδές του. Μετέπειτα έκανα καλή καριέρα, ένιωθα σημαντικό μέλος αυτής της κοινωνίας».
Στην ερώτηση, γιατί δεν επαναπατρίστηκε, απέφυγε να δώσει σαφή απάντηση. «Η σύζυγος και η κόρη μου έφυγαν στην Ελλάδα πριν από πολλά χρόνια και, όπως ξέρω, είναι πολύ καλά, αλλά εγώ έμεινε λόγω δουλειάς. Έκανα έρευνα για το Επιστημονικό Ερευνητικό Ινστιτούτο της Μόσχας, αλλά μετά την διάλυση της ΕΣΣΔ, κατέρρευσαν τα πάντα. Τώρα μένω μόνος, αλλά με φροντίζει η τοπική ελληνική κοινότητα. Έχω χίλια τηλεοπτικά κανάλια! Όλη την ημέρα την περνώ βλέποντας τηλεόραση. Από την Ελλάδα παλιά είχα 10 δορυφορικά κανάλια. Τώρα πιάνω μόνο την ΕΡΤ».
Δεν παραπονιέται γιατί ζει με μια σύνταξη των 50 περίπου δολαρίων: «Μου φτάνουν για φαγητό. Τίποτα άλλο δεν αγοράζω, αφού έχω 29 ζευγάρια παπούτσια, πολλά κοστούμια και πουκάμισα. Αυτά που μου έμειναν από την καλή ζωή!». Το παράπονο του είναι μόνο ένα : «Θα ήθελα να κάνω διδακτορικό, ίσως καριέρα επιστήμονα, δεν μπόρεσα να την κάνω όμως, επειδή δεν είχα πάρει την σοβιετική υπηκοότητα».
ο Αντώνης Μαρούδης δεν είναι ο μόνος Ελληνας “άνθρωπος δίχως πατρίδα” στην Τασκένδη.
Σύμφωνα με την Κατερίνα Νικολάου, Πρόεδρο της Ελληνικής Νεολαίας του Ουζμπεκιστάν, που μίλησε στην εκπομπή «Με σπαστά ελληνικά», του Ράδιο Πρακτορείο 104,9, βάσει ανεπίσημων εκτιμήσεων, στο Ουζμπεκιστάν κατοικούν περίπου 600 Έλληνες, μεταξύ των οποίων παλιοί πολιτικοί πρόσφυγες ή τα παιδιά τους. Οι περισσότεροι είναι από μεικτές οικογένειες τρίτης και τέταρτης γενιάς.
Η τελευταία έξοδος των Ελλήνων στην ιστορική πατρίδα πραγματοποιήθηκε κατά την περίοδο 2000-2004.


«Οι παππούδες μου δεν τόλμησαν να πάνε πίσω, επειδή έχουν ζήσει όλη τη ζωή τους στο σοβιετικό Ουζμπεκιστάν. Και όπως έλεγαν, παντρευτήκαν, γέννησαν παιδιά, είχαν διαμέρισμα, συντάξεις, φίλους και… πολλές αναμνήσεις. Αλλά ίσως δεν άντεξαν στην απόφαση τους να μείνουν και γι’ αυτό σε ένα χρόνο, το 2005, έφυγαν και οι δυο τους από τη ζωή. Σύντομα και ο πατέρας μου είχε πεθάνει...Τότε σκέφτηκα να κάνω αυτό που δεν τόλμησαν οι παππούδες μου και ο πατέρας μου. Εδώ όμως συνάντησα πολλά γραφειοκρατικά κωλύματα μετά τον θάνατο του πατέρα μου, γιατί ο ίδιος είχε πάρει την Ουζμπέκικη υπηκοότητα».
Η Κατερίνα Νικολάου αποφάσισε να «συνδεθεί» με την Ελλάδα με έναν άλλον τρόπο, συνεισφέροντας στη ζωή της ελληνικής κοινότητας, το θεωρεί λειτούργημα και χρέος στη μνήμη των παππούδων της.
Ιστορία των παππούδων της Κατερίνας Νικολάου
Η Ελληνίδα πρόσφυγας. Έλλη Αποστόλου έπειτα από χρόνια εργασίας στο Ουζμπεκιστάν, απέκτησε τον τιμητικό τίτλο της “Καλύτερης χειρίστριας εκσκαφέα” και ο άνδρας της, Λεωνίδας Νικόλαου του καλύτερου προϊστάμενου στη βιομηχανία παράγωγης τρακτέρ. Υπήρξαν και οι δυο τους,έφηβοι τότε, ζωντανοί μάρτυρες των δραματικών γεγονότων του '40. Δεν μπορούσαν να αντιληγφθουν την σημασία τους.
Γεννήθηκαν σ ένα χωρίο κοντά στην Νάουσα της Ημαθίας απ όπου οι αντάρτες μάζεψαν όλους, ανεξαιρέτως, (αγόρια και κορίτσια) απο την ηλικία των ηλικίας 14 ετών και πάνω.
Από τα απομνημονεύματα του Λεωνίδα Νικολάου: «Μας πήραν όπως ήμασταν. Κάποιους ξυπόλητους, γιατί δεν είχαν παπούτσια. Περπατούσαμε στα βουνά, πεινούσαμε ... είχε πολύ κρύο. Ήμασταν πολλοί, δεν ήξερε κανείς πού μας πηγαίνουν. Κάποιοι πέθαναν στο δρόμο από το κρύο και την πείνα. Τους αφήναμε εκεί όπως ήταν, μόνο τα παπούτσια τους παίρναμε μαζί και μετά τα φορούσαμε εμείς».


«Η γιαγιά Έλλη αφηγούνταν τις αντάρτικες ιστορίες πάντα με χιουμοριστική διάθεση» - λέει η Κατερίνα Νικόλαο.
«Μια φορά η Έλλη κρατώντας τουφέκι στην σκοπιά των στρατιωτών, άκουσε θόρυβο από τους θάμνους. Αποφάσισε χωρίς να διστάσει ούτε στιγμή ότι ήταν εχθρός και έστρεψε το όπλο για να τον εξολοθρεύσει. Ώσπου διαπίστωσε οτι “ο τρομερός εχθρός”,ήταν… ένα συνηθισμένο για τα μέρη, ανίδεο για το τέλος του, αγριογούρουνο.
Και μια άλλη ιστορία με την καυτερή ρωσική μουστάρδα, ασυνήθιστη για τον ουρανίσκο του Έλληνα. «Παρά λίγο να λιποθυμούσα από την καυτερή της γεύση, αλλά μετά την συνηθίσαμε, όπως και όλα τα ντόπια φαγητά – ρωσικά, ουζμπέκικα, κορεάτικα, έλεγε η γιαγιά με το χαριτωμένο της γέλιο».
Ο Έλληνας ξέρει να σέβεται τη μοίρα του
« Μια φορά η γιαγιά μου Έλλη, φημισμένη χειρίστρια εκσκαφέα του Ουζμπεκιστάν, με πήρε μαζί της. Ήμουν μικρή ακόμα. Σε ύψος πάνω από δέκα μέτρα από τη τζαμαρία της καμπίνας, κοιτούσα γύρο μου. Το βλέμμα έφευγε πολύ μακριά, πίσω από τον ορίζοντα… «Γιαγιά από εδώ βλέπεις την Ελλάδα;!» ρώτησα την Έλλη μου. Έστω μικρή τότε , θυμάμαι, πως το βλέμμα της σκοτείνιασε αμέσως, αλλά όπως πάντα με το απόλυτο χαμόγελο της, μου είπε: «Ναι, αγάπη μου, βλέπεις την Ελλάδα, αλλά μόνο όταν δεν έχει σύννεφα!»
Ο Αχιλλέας

Ούτε ως τουρίστας δεν έχει ταξιδέψει ο 75χρονος Αχιλλέας Στεριάδης στη χωρά που τον γέννησε. Από το 1948, όταν για τελευταία φορά αντίκρισε τον ελληνικό ουρανό και το βουνό όπου έπεσε νεκρός ο πατέρας του αι η μάνα του εξακολουθούσε να πολεμάει, δεν ξαναείδε την πατρίδα.…
Ο Αχιλλέα Στεριάδης έμεινε στην «ελληνική πολιτεία» της Τασκένδης με τη σύντροφο της ζωής του, την Λευκορωσίδα Σβετλάνα.
Στα διαμερίσματα όπου χρόνια ακουγόταν ελληνική λαλιά, μένουν τώρα άλλοι,Ουζμπεκοι, και Ρώσοι..
Τα ελληνικά σπίτια, διώροφα με γερές βάσεις, χτισμένα από τους ίδιους τους πολιτικούς πρόσφυγες (σσ. με χρήματα του σοβιετικού κράτους), δεν μυρίζουν ποια καλοψημένο ευωδιαστό ελληνικό καφέ και ουτε μαγειρεύονται στη σιγανή φωτιά λαχανοσαρμάδες.
Ο Αχιλλέας μιλά “σπαστά” ελληνικά αλλά δεν κάνει συντακτικά λάθη: «Από την Ελλάδα μου έμενε μόνο η γλωσσά μου», λέει και συνεχίζει στην ρωσική , που και αυτή την ομιλεί μιλεί “σπαστά”: .
«Ήμουν παιδί 6 χρονών, γεννήθηκα το 1942, δεν θυμάμαι τίποτα από τη φυγή, τα έσβησα όλα από τη μνήμη. Θυμάμαι μόνο που ήμασταν πολλά παιδιά, είχα και τα ξαδέλφια μου δίπλα.
Ο μικρός Αχιλλέας μαζί με τα παιδιά του χωριού Βροντερό της Πρέσπας μεταφέρθηκε το 1949 στην Τσεχοσλοβακία στον λεγόμενο «Παιδικό Σταθμό», που λειτουργούσε ως σταθμός προσωρινής διαμονής των παιδιών των πολίτικων προσφύγων.


«Η μητέρα έφυγε απευθείας στην Τασκένδη, με βρήκε μετά από χρόνια -το 1954. Δωδεκάχρονος τότε, μόλις ξαναβρήκα την αγκαλιά της, πήγα στο ειδικό σχολείο να μάθω τη ρωσική γλώσσα… Και όταν, αργότερα, αποφοίτησα από το δεκατάξιο σοβιετικό σχολείο, πέρασα στο Πολυτεχνείο. Έγινα τεχνολόγος τροφίμων. Έζησα καλή ζωή. Τα παιδιά μου, ο Κώστας και η Αλίκη σπούδασαν στα πανεπιστήμια και τα δυο μου εγγόνια- έχουν λάβει ανώτερη παιδεία. Η Αλίκη ασχολήθηκε με το καλλιτεχνικό πατινάζ. Δόξασε το επίθετο Στεριάδη , το 1991 έγινε Παγκόσμια πρωταθλήτρια. Συνεχίζει την ενασχόλησή της και σήμερα ως προπονήτρια και διαιτητής.
Η σύζυγος του, Σβετλάνα Στεριάδη. στην ερώτηση μας για υο πως ήταν η ζωή της μ έναν Έλληνα- πολιτικό πρόσφυγα, απάντησε: «Μια υπέροχη ζωή, ονειρική. Πρόσφατα γιορτάσαμε τα πενήντα χρόνια του γάμου μας!»
- Θα έρθετε τελικά στην Ελλάδα;
-Τα παιδιά πηγαίνουν τακτικά τα καλοκαίρια, για διακοπές, με βίζες…Εγώ δεν έχω συγγενείς ποια στην Ελλάδα. Όλοι έφυγαν από τη ζωή. Και τα χωράφια και το σπίτι μας δεν ξέρω τι απέγιναν. Τίποτα δεν έχουμε στην Ελλάδα, μόνο μια ανάμνηση και ένα όνειρο, ίσως πάμε μια μέρα», είπε ο Αχιλλέας χαμηλόφωνα.
100 χρόνια άπατρις
Ο 89χρονος Βασίλης Χατζηδάκης δηλώνει αποφασισμένος να φτάσει τα εκατό. Και αυτός χωρίς ελληνική ιθαγένεια. Μιλά για την τύχη και τη μοίρα του Έλληνα που αποκτάει άλλες πατρίδες εύκολα, αλλά η νοσταλγία δεν τον αφήνει ποτέ….
«Δεν μπορώ να σας εξηγήσω γιατί δεν επαναπατρίστηκα, μπορεί να φοβόμουν το νέο ξεκίνημα στην Ελλάδα. Την απόφαση να μείνω, την πήρα από τη συνήθεια να ζω μακριά από την πατρίδα, είναι η μοίρα μου, η μοίρα πολλών συμπατριωτών, που μας ανάγκασε να αφήσουμε τα χώματα που μας γέννησαν. Η μοίρα μας πήγε Κεντρική Ασία», ανέφερε στην τηλεφωνική μας συνέντευξη ο Βασίλης Χατζηδάκης με φωνή αδύναμη λόγω ηλικίας. « Όλοι έφυγαν από δω, έμεινα ο μοναδικός παρτιζάνος”
Ο Βασίλης κατάγεται από χωριό Γανναδιό κοντά στην Κόνιτσα. Κατέφυγε στην Τασκένδη εικοσάχρονο παλικάρι, το 1949.
Σπούδασε, εκεί πολλά χρόνια και εργάστηκε σε εργοστάσιο ως μηχανικός.
«Είχα επισκεφτεί την παρτίδα μου τρεις φορές, το σπίτι μου το άφησα στην μοναδική μου αδελφή, που έφυγε από τη ζωή πριν από λίγα χρόνια. Δεν διεκδίκησα τίποτα, ξέρω ότι ο πατέρας μας είχε φάμπρικα στη Ρουμανία και μας άφησε ακίνητα, τι να τα κάνω τώρα;»
Ο κ. Χατζηδάκης έχει δυο παΐδια και τέσσερα εγγόνια… Όλοι τους μένουν στην Τασκένδη. «Η πρώτη μου γυναίκα ήταν Ρωσογερμανίδα, έφυγε από τη ζωή το 1984, έπειτα παντρεύτηκα μια Ρωσίδα.


«Όταν πεθάνω, θα ήθελα να με θάψουν στο χωριό μου, αλλά, πάλι, σκέφτομαι, ποιος θα έρθει να επισκεφτεί τον τάφο μου εκεί, να βάλει κανένα λουλούδι, να τον ξεχορταριάσει; Γι’ αυτό καλύτερα να μείνω εδώ και μετά θάνατον. Έτσι και αλλιώς θα φύγω, ακόμα και αν φτάσω τα 100 χρόνια ζωής θα είμαι πάλι άπατρις», λέει με τρεμάμενη φωνή.
Το φθινόπωρο του 1949, μετά τη νίκη του Εθνικού Στρατού και την ήττα του ΔΣΕ στον ελληνικό εμφύλιο, περίπου 12.000 μαχητές του τελευταίου έφυγαν προς τις χώρες του Ανατολικού μπλοκ, για να καταλήξουν οι περισσότεροι στο Ουζμπεκιστάν της ΕΣΣΔ..
Μαζί με τους προσφύγεις και μερικές χιλιάδες παιδιά, που είχαν ήδη μεταφερθεί σε αυτές τις χώρες υπό την επίβλεψη της Επιτροπής Βοήθειας στο Παιδί (ΕΒΟΠ). Σύμφωνα με τα στοιχεία που είδα τον φως τον Οκτώβριο του 1950, οι πολιτικοί πρόσφυγες ανέρχονταν σε 55.881 άτομα, εκ των οποίων 23.405 ήταν άνδρες, 14.956 γυναίκες και 17.520 παιδιά κάτω των 17 ετών.
Οι Έλληνες εγκαταστάθηκαν στην πρωτεύουσα Τασκένδη, στο Τσιρτσίκ και στο Γιανγκιούλ. Στην αρχή, όπως προκύπτει από υπάρχοντα στοιχεία , είχαν τοποθετηθεί σε ειδικά στρατόπεδα, αλλά σύντομα χτίστηκαν δεκατέσσερις κωμοπόλεις- εκ των οποίων δέκα στην Τασκένδη και δυο στο Τσιρτσίκ, όπου οι ντόπιοι τις “βάπτισαν” «Ελληνικές πολιτείες».
Μέχρι το 1957 διάρκεσε η επανένωση των οικογενειών (περίπου 3.000 παιδιά ενώθηκαν ξανά με τις μητέρες τους ). Οι πολιτικοί πρόσφυγες στην Τασκένδη έφτασαν τους περίπου 15.000 και μέχρι το 1975, ο αριθμός αυξήθηκε σε 35.000 άτομα, μαζί με τις μικτές οικογένειες.
Ο επαναπατρισμός τους ξεκίνησε μετά το 1974 και κράτησε έως το 2004.
Σήμερα στην Τασκενδη ζουν λίγες οικογένειες δίχως να υπάρχουτν ακριβή στοιχεία.


Σοφία Προκοπιδου
© ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ. Τα πνευματικά δικαιώματα ανήκουν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ΑΕ και παραχωρούνται σε συνδρομητές μόνον για συγκεκριμένη χρήση.

14 Αυγ 2017

Γλάστρα με καυτερές πιπεριές




-          Μάνα, έλα να σε πάρω στη δροσιά. Θα έχει καύσωνα, είπαν. Στο χωριό τώρα θα είναι καλά…
-          Θα πάω, αν  θα πάρεις και τη γλάστρα μαζί!
-          Όχι , είπαμε! Έχω πολλά πράγματα να πάρω! Μεγάλη είναι η γλάστρα, δεν χωράμε όλοι!
-          Τότε θα μείνω – εσύ πήγαινε, δεν μπορώ να αφήσω τη γλάστρα. Και το γατί; Ο Ζακ; και αυτό είναι ζωντανό… Άσε, πήγαινε , άλλη φορά θα μας πάρεις όλους!

Η κυρία Νούλα ζούσε μόνη της. Είχε συνηθίσει τη ζωή της , δεν αισθανόταν μοναξιά. Τα τρία παιδιά της μεγάλωσαν. Σκορπίστηκαν στον Κόσμο. Ο μεγάλος της γιος, ο  Σπύρος, πολλά χρόνια έμενε στη Γερμανία με μια γυναίκα  Γερμανίδα με δυο παιδιά .  Η κόρη, η Ρίτα, άλλαζε  συνέχεια χώρες. Η Νούλα  δεν ήξερε ακριβώς  πού βρίσκεται. Ήταν γιατρός,  έφευγε με τους «Γιατρούς χωρίς σύνορα» όπου χρειαζόταν. Αυτή   δεν παντρεύτηκε ποτέ,  και τώρα,  σίγουρα δεν θα παντρευόταν. Ξεπέρασε  την ηλικία για να κάνει παιδιά , ήταν μεγάλη ήδη- 52 χρόνων! Μόνο ο μικρός της, ο Βασίλης, έμενε στην Ελλάδα σταθερά, και πάντα μαζί με την μάνα του. Δούλευε ώρες ατέλειωτες στο  δικό του Συνεργείο  Αυτοκινήτων…
Η Νούλα έλεγε, ότι τα παιδιά της έμοιαζαν με τον πατέρα τους, άνθρωπο δραστήριο που ποτέ δεν έμενε αδρανής. «Εκεί που τέλειωνε κάτι, ξεκινούσε άλλες  δυο καινούριες δουλειές  … Κρίμα που πέθανε νέος» ,  έλεγε με λύπη στις φιλενάδες της.  Και συνέχιζε από μέσα της: «Οι έρωτες  τον κατέστρεψαν, γι’ αυτό  έπαθε καρδιά!  Δεν μπόρεσε να χωρέσει στην καρδούλα του και εμένα  και την  Χέλγκα…Έσκασε η καρδιά του!» Πάντα σκεπτόταν με λύπη, αλλά δημόσια ποτέ δεν μιλούσε άσχημα  για τον αγαπημένο της άνδρα, τον Φάνη, που στα σαράντα του έπαθα έμφραγμα και πέθανε απρόσμενα  …  
Ο γάτος πέρασε από τη  μισάνοιχτη μπαλκονόπορτα , πήγε απευθείας στη γλάστρα με την καυτερή πιπεριά για να μασήσει κανένα φύλλο…
«Όχι! Μη μου φάει τη πιπεριά! θα ψοφήσει!»  Έτρεξε να τον προλάβει. Τον  Ζακ! Έτσι τον ονόμασε, γιατί της έμενε το όνομα  από τον Ζακ Ντελόρ, αυτόν τον Πρόεδρο της Κομισιόν, στην Ενωμένη Ευρώπη, που επί 20 χρόνια έστελνε στην Ελλάδα πολλά χρήματα. Τα λέγανε  «πακέτα». Πρώτο πακέτο, δεύτερο , τρίτο πακέτο,  τέταρτο … Ωραία χρόνια  ζούσαν τότε όλοι στην Ελλάδα.  Αφθονία παντού, παραδουλεύτρες – ό,τι θες. Η Νούλα πρόλαβε  να χαρεί τη ζωή στα πρώτα της χρόνια στην Ελλάδα, στην Ευρωπαϊκή Ένωση.  Όταν της έφεραν τον γάτο, ήταν μόλις δυο εβδομάδων  γατάκι ,  ο  κομισάριος Ζακ Ντελόρ, πλέον ξεχασμένος πολιτικός, αλλά αφού ζούσε ακόμη, έφτασε στην ηλικία του αιωνόβιου. Της έμεινε το όνομά του,  και το πρώτο, που της ήρθε στον νου, ψάχνοντας πώς θα φωνάζει το γατί,  ήταν το Ζακ.
«Ζακ,  μη! Μπες  μέσα!» Ο Ζακ είχε χαρακτήρα σκύλου, ήξερε να υπακούει  στις εντολές και σαν σκύλος  κοιτούσε μέσα  στα μάτια τη Νούλα, όταν του μιλούσε.    Και τώρα την άκουσε, την κατάλαβε, γύρισε, αλλά πρόλαβε να πάρει μια δαγκωνιά από το φύλλο της πιπεριάς…
Τόσα χρόνια είχε την πιπεριά η Νούλα,  όμως δεν ήξερε πώς είναι στη γεύση τα φύλλα της. Της ήρθε η επιθυμία να τα δοκιμάσει, σηκώθηκε από τον καναπέ, πήγε στη γλάστρα, τσίμπησε ένα μικρό κομματάκι από το φύλλο. Το μάσησε. «Ποοο! πικρίλα!» φώναξε, σαν να υπήρχε κάποιος στο σπίτι. Το έφτυσε  στην τουαλέτα. «Μα γιατί αρέσει στον Ζακ; Μήπως του λείπουν  γεύσεις, θέλει και πικρίλα…Καταλαβαίνω, βαρέθηκε από τα ίδια και τα ίδια της γατίσιας τροφής». Τον χάιδεψε: «Το  καημενούλη μου!»

Κτύπησε το κινητό της και ήταν πάλι ο μικρός: «Μάνα , σκέφτηκες τελικά να έρθεις μαζί στο χωριό; Έλα σου λέω! Σε τρεις μέρες δεν θα πάθουν  τίποτα ούτε η γλάστρα σου ούτε ο γάτος σου! Θα τον ταΐζει η γειτόνισσά σου! Τέλος πάντων, αν θέλεις ντε και καλά τον Ζακ, τον παίρνουμε!

-          Όχι… Όχι παιδί μου! Δεν θέλω!  Άλλη φορά, όταν δεν θα έχεις πράγματα να μεταφέρεις, θα έρθω με την πιπεριά και τον γάτο…
Έκλεισε απότομα το τηλέφωνο ο Βασίλης, νευρικά. Αυτήν την εμμονή της μάνας του με τις καυτερές πιπεριές δεν μπορούσε ποτέ να την καταλάβει. Από μικρός θυμόταν τη  μητέρα του να έχει στο μπαλκόνι μια γλάστρα με καυτερές μακρόστενες πιπεριές. Τις έτρωγε φρέσκες κάθε ημέρα…  Συνήθισε αυτήν την καυτερή γεύση στο στόμα της, τη γλώσσα της να μουδιάζει και έναν ελαφρύ ιδρώτα να της φέρνει μια ευχάριστη ενέργεια, αλλά για πολύ λίγο… Το στομάχι της άντεχε στωικά,  ποτέ δεν είχε δημιουργηθεί πρόβλημα με τις  τόσες δόσεις καυτερής πιπεριάς.

Την πρώτη γλάστρα η Νούλα την απέκτησε πολύ παλιά. Ήταν τότε περίπου  τριάντα πέντε χρονών, τα παιδιά: 14, 12  και 9 χρονών. Ο άνδρας της , Φώτης,  έμενε στη Γερμανία και αυτή - στη Θεσσαλονίκη. Ήταν από τις λίγες οικογένειες, που δεν πήγαν όλοι μαζί μετανάστες. Πρώτα έλεγαν, να μένουν χωριστά για  λίγα χρόνια, για  να μην ξενιτευτούν τα παιδιά, να μη μεγαλώσουν σαν Γερμανάκια... Μετά το συνήθισαν. Ο Φάνης   έμενε μόνος , δούλευε σκληρά και έστελνε αρκετά  χρήματα στη Νούλα και τα παιδιά. Τηλεφωνούσε μια φορά τον μήνα. Ευτυχώς είχαν τηλέφωνο στο σπίτι. Το τηλεφωνικό ραντεβού ήταν τις Κυριακές μετά την εκκλησία , γύρω στο μεσημέρι. Έτσι μια  Κυριακή τον μήνα είχαν μια πραγματική  οικογενειακή γιορτή! Η Νούλα χαιρόταν με τη χαρά των παιδιών της και όλα ήταν όμορφα και ήρεμα. Τον πατέρα τους τα παιδιά τον είχαν συνδέσει με την Κυριακή. Ήταν και τα δώρα που περίμεναν,  πάντα αυτά  που ήθελαν , σαν να διάβαζε τις σκέψεις και τις επιθυμίες τους. Ήταν και η φωνή του από το  τηλέφωνο. Την αληθινή φωνή ίσως δεν την θυμόταν πια καλά, αλλά στο τηλέφωνο την άκουγαν  πολύ ωραία, με ζεστή χροιά, βαρύτονη. Τους έμενε  και το  χαμόγελο του, άλλαζε όλο το πρόσωπο του με μια μαγική φωτεινότητα.  Δεν  θυμούνταν  αν ο μπαμπάς είχε φίλους, τι του άρεσε να τρώει. Μόνο τα γαλάζια μάτια του και το χαμόγελο ανοιχτό και διαρκές…
Η Νούλα πολύ τον αγαπούσε!
Ακόμα και τώρα που πέρασαν τόσα χρόνια από τον θάνατο του, δεν τον ξέχασε, μόλις τον σκεφτόταν, ζέσταινε η καρδιά της, μαλάκωνε η ψυχή της και ξεχείλιζε σε όλο τον σώμα της ένα ζεστό ρυάκι, σαν το χλιαρό γάλα, τη γέμιζε μια ενέργεια απόλυτης ευτυχίας.

Μερικές φορές την ταρακουνούσε η ξαδέλφη της, η Κατίνα, που της υπενθύμιζε κάθε φορά, ότι δεν πρέπει να μείνει μακριά από τον άνδρα της , ότι θα τον έχανε στο τέλος. «Είναι και ένας κούκλος ο Φάνης σου! Καλός στο χαρακτήρα και δουλευταράς! Πρόσεξε, σου λέω!» της έλεγε.  Και η Νούλα απαντούσα τα ίδια: «Μόλις τελειώσουν το σχολείο τα παιδιά, θα πάμε να μείνουμε στήν Γερμανία, να ενωθούμε σαν οικογένεια»… Και κάθε χρόνο όλο και κάτι την κρατούσε, δεν την άφηνε να  πάει κοντά στον άνδρα της που τον λάτρευε. Ο ίδιος έπαψε να περιμένει την οικογένειά του, συνήθισε να είναι μόνος με κάτι φίλους Έλληνες, να πηγαίνει στης Κυριακές σε μέρη όπου σύχναζαν οι μετανάστες … Αρχικά ερχόταν τα Χριστούγεννα κάθε χρόνο και το καλοκαίρι για δυο εβδομάδες. Μετά έπαψε  να έρχεται τα Χριστούγεννα, μόνο καλοκαίρια..
====
Ο Φάνης ήταν ο πρώτος γαμπρός της ευρύτερης περιοχής στη Χαλκιδική. Ψηλός, μελαχρινός με μπλε μάτια, μαλλί ανοικτό ξανθό, και το κυριότερο, πολύ δραστήριος  και δουλευταράς. Όταν ήρθε το καλοκαίρι από την Γερμανία να βρει μια Ελληνίδα νύφη, πολλές  οικογένειες τον ήθελαν για γαμπρό.  Στη Γερμανία έζησε μόνος δυο χρόνια ως-μετανάστης. Διαδόθηκε πως με κάποια  μπίζνα έβγαλε πολλά χρήματα και από φτωχός αγρότης εξελίχτηκε σε εύπορο επιχειρηματία, έλεγαν… 
Στη Γερμανία δεν βρέθηκε καμιά να την αγαπήσει. Ελληνίδα ήθελε . Αυτές  που του άρεσαν, ήταν παντρεμένες και οι άλλες του ήταν αδιάφορες  για να τις έχει όλη του ζωή πλάι του. Δεν βιαζόταν να παντρευτεί,  είχε φιλενάδες και πολύ καλή παρέα φίλων στην Γερμανία. Επέμενε η μάνα του να νοικοκυρευτεί. Όταν ήρθε στην Ελλάδα  δεν βρήκε καμιά για να σκιρτήσει η καρδιά του…. Στο τέλος πριν φύγει,  πήγε ταξίδι στην Ξάνθη με δύο  φίλους του, τον Άρη και τον Γιάννη, που είχαν κάποια δουλειά εκεί να κάνουν.   Το απόγευμα  πέρασαν από το χωριό  του θείου του Άρη. Την καγκελόπορτα την άνοιξε ένα χαμογελαστό κορίτσι με μαλλιά τυλιγμένα με μπικουτί. Ήταν η Νούλα.
«Ωχ! συγγνώμη για τα μπικουτί! Περάστε!» φώναξε δυνατά ενθουσιασμένη,  σαν να ήταν όλοι τους  κουφοί. Στο σπίτι δεν είχε κανέναν άλλο  εκείνη την ώρα.
Κοντούλα , αδύνατη με μεγάλο στήθος αλλά μεγάλη μύτη.. Δεν ήταν  όμορφη, όμως είχε κάτι, που  κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον του  Φάνη. Η κοπέλα δεν έβγαλε τα μπικουτί, μόνο σκέπασε το κεφάλι της με μια μαντίλα , πέρασε στη κουζίνα να ετοιμάσει καφέδες. Η παρέα κάθισε στο δροσερό σαλόνι. Όλοι τώρα χάζευαν τις φωτογραφίες στους τοίχους. Εκεί ήταν αποτυπωμένη  η ιστορία της οικογένειας. Παππούδες μουστακαλήδες , γιαγιάδες με παραδοσιακές φορεσιές, παιδιά υπάκουα μπροστά στον φακό του φωτογράφου.
Μετά τον καφέ, ήρθε ο θείος του Άρη και στρώσανε τραπέζι. Ο Φάνης δεν έβλεπε και δεν άκουγε κανέναν εκτός τη Νούλα, που δεν κάθισε ούτε στιγμή, πηγαινοερχόταν  να περιποιείται τους μουσαφίρηδες , έλεγε διάφορα χαμογελώντας.

Ο Φάνης έφυγε στην Γερμανία.
Από τότε πέρασαν πολλές ήμερες, μπορεί και δυο μήνες, έφτασε το φθινόπωρο. Ο Φάνης ξαφνικά αποφάσισε να στείλει προξενιό στη Νούλα. Πρώτα ρώτησε γραπτώς τον φίλο του να ψάξει αν είναι ελεύθερη. Ήταν ελεύθερη. Έγραψε στην  αδελφή και τη μάνα του να τη ζητήσουν . Να πάνε  στο σπίτι των Μαρτιδέων .  Ήταν σίγουρος ότι θα έπαιρνε θετική απάντηση. Και την πήρε, φυσικά. Αλλά  μόνο η αδελφή του, η Δέσποινα, δεν μπορούσε να συμβιβαστεί με την επιλογή του, δεν ήταν όμορφη, είχε μεγάλη μύτη. «θα μπορούσες να βρεις ομορφότερη!» του έγραψε. Αλλά ο Φάνης δεν την άκουγε, της απάντησε τηλεγραφικά: «Αυτήν  θέλω στη ζωή μου! Να την συνηθίσεις!»
Η Νούλα ερωτεύτηκε τον Φάνη από τη μυρωδιά του … Την πρώτη φορά δεν τον είδε καλά-καλά.  Μπροστά στην καγκελόπορτα στέκονταν πρώτος  ο Άρης μετά ο Γιάννης , και πίσω τους ήταν ο Φάνης, που χάζευε  με περιέργεια γύρω του. Δεν τον είδε , αλλά της ήρθε από πουθενά  η μυρωδιά της βυσσινάδας,  που ανεξήγητα πίστεψε ότι ήταν η μυρωδιά του.
Μετά, στον καφέ και αργότερα στις συζητήσεις, δεν τολμούσε να τον αντικρίζει με το βλέμμα της, σαν να μην ήθελε να τον βλέπει …Να μη χαλάσει αυτήν τη μαγεία,  γιατί αισθανόταν, πως  οι ψυχές τους έκαναν έναν κύκλο, σαν να βρίσκονταν  σε ένα   καρουζέλ. Η Νούλα ήταν πάνω σε ένα άσπρο άλογο, απέναντι  από τον Φάνη που ήταν πάνω σε ένα μαύρο άλογο… Λίγο μακριά αλλά  στον ίδιο κύκλο και στον ίδιο ρυθμό, με τον ίδιο αέρα να τους δροσίζει , κάτω από την ίδια πολύχρωμη σκέπη…
Από μόνης της  αποφάσισε, πως  δεν έχει  καμιά ελπίδα. «Εμένα θα  κοιτά; Αυτός ο κούκλος! Τι καλός που είναι!»  Δεν έβαλε καν στο μυαλό της να τον αποκτήσει μια μέρα. Άφησε μόνο  το όνειρο να ομορφύνει την καθημερινότητά της, ένα   όνειρο άπιαστο,  όπως πίστευε, αλλά πολύ ευχάριστο, χωρίς καμιά σκέψη ή ερωτική επιθυμία  να γίνουν μια μέρα οι δυο τους - ένα.  Πολλές φόρες κάπου –κάπου της ερχόταν σαν ένα ελαφρύ δροσερό αεράκι- η αίσθηση και η μυρωδιά του Φάνη, της βυσσινάδας. Μπορεί να ήταν η ιδέα της…

 Όταν ήρθαν  η μητέρα του Φάνη μαζί με την αδελφή του να την ζητήσουν, η Νούλα δεν ξαφνιάστηκε. Το «Ναι!»  το είπε πολύ δυνατά, τόσο δυνατά που  οι γονείς της ντράπηκαν λίγο.
Στην επιστροφή η Δέσποινα  ξεφούρνισε το θυμό της: «Τι βλαξ ο αδελφούλης μου! Επέλεξε μια κοντή και άσχημη! Τι της βρήκε;  Και να  ήξερε καλά τον χαρακτήρα της! Αλλά δεν ήξερε τίποτε!»
Η μάνα δεν απαντούσε στην γκρίνια της κόρης της, από την αρχή αποφάσισε ότι δεν θα πήγαινε   κόντρα σε καμιά απόφαση του γιου της. Μετά τον θάνατο του πατέρα και συζύγου, τον θεωρούσε άνδρα της οικογένειας .
Ο γάμος του Φάνη και της Νούλας κράτησε τρεις μέρες.   Στο χωριό του Φάνη, όλοι φάνηκαν καλοί άνθρωποι στη Νούλα. Ίσως για αυτό ούτε στιγμή δεν έφευγε το χαμόγελο από τα χείλη της,  παρόλο που η μάνα  της την  προειδοποίησε να κάθεται σοβαρή, με κατεβασμένα μάτια . «Οι νύφες δεν χαίρονται, όταν παντρεύονται, γιατί με τα πεθερικά τούς περιμένει μια κόλαση, όσο καλές κι αν είναι οι πεθερές»,  της είπε.
Προσπάθησε  να πάρει σοβαρό ύφος, όμως αυτό δεν  κρατούσε  πολύ, η ψυχή της δεν μπορούσε να πιστέψει τη χαρά και την τύχη που τη βρήκε, και το χαμόγελο έσκαγε μόνο του στο πρόσωπο της και  μεγάλωνε τη μύτη, αλλά, ευτυχώς, δεν την ασχήμαινε ,  αλλά την ομόρφαινε .

Μετά το γάμο ο Φάνης έφυγε για τη Γερμανία , δεν την πηρέ μαζί του. Δεν πρόλαβαν ούτε «τη νύχτα του γάμου», γιατί το γλέντι δεν σταματούσε, έγιναν όλοι μια παρέα, ήταν δύσκολο να τους παρατήσεις  ακόμα και για τη νύχτα που την περιμένουν οι νιόπαντροι με μια αγωνία …
«Πάμε στην κάμαρα κορίτσι μου, μη φοβάσαι τίποτα, σήμερα απλά θα κοιμηθούμε σαν αδέλφια,  γιατί είμαι πιωμένος, βρόμικος …» της είπε  και μόλις μπήκαν, έπεσε έτσι όπως ήταν με το κοστούμι και κοιμήθηκε. Η Νούλα το χάρηκε. Φοβόταν , είναι αλήθεια, δεν ήξερε ακόμα πολλά για τον  έρωτα. Ήταν αγνή. Έβγαλε το νυφικό μόνη της, λίγο μπερδεύτηκε με  το στεφάνι και τα μαλλιά της.  «Τώρα είμαι παντρεμένη! …» σκέφτηκε, ξάπλωσε στο κρεβάτι με μεγάλη προσοχή για να μην τον ξυπνήσει και μετά κοιμήθηκε αμέσως, αλλά πριν χαθεί, πρόλαβε να πει στον εαυτό της:  «Με αγαπά! Και εγώ τον αγαπώ πολύ!»
Το πρωί όταν ξύπνησε, ο Φάνης με τη βαλίτσα στο χέρι, ήταν έτοιμος να φύγει. «Κορίτσι μου, θα επιστρέψω σύντομα με μεγαλύτερη  άδεια και θα πάμε κάπου ταξίδι. Θα κάνεις και τα χαρτιά, διαβατήριο και όλα τα σχετικά. Ετοιμάσου! Θα γίνεις και εσύ μετανάστρια αλλά μη σε νοιάζει τίποτα- εγώ θα τα κανονίσω όλα! Άκουσες !Είσαι τώρα η γυναίκα  μου! Όλα θα τα φροντίζω εγώ- εσύ μόνο να με περιμένεις και να φροντίζεις τα παιδιά που θα κάνουμε με το καλό, όταν ανταμώσουμε!»
Η Νούλα τον φίλησε στο μάγουλο, έτσι όπως φιλούσε τον μικρότερο της αδελφό, Νίκο. Ο Φάνης δεν τη φίλησε στο στόμα. Με ένα ηρωικό ύφος μόνο την  αγκάλιασε  πολύ δυνατά, σα να πήγαινε  στον πόλεμο – λες κι έφευγε για πάντα.
Έφυγε στη Θεσσαλονίκη και από κει στη  Γερμανία. Η Νούλα ούτε θυμόταν το όνομα της πόλης στη Γερμανία όπου πήγε.  Έφευγαν πολλοί γνωστοί στη Γερμανία , τόσοι άνθρωποι , που  είχε  την εντύπωση ότι σε αυτήν την χωρά οι μισοί  κάτοικοι  ήταν Έλληνες. Η Ελλάδα άδειαζε, έφευγαν άνθρωποι για να βρουν εργασία και οικονομική ασφάλεια σε αυτήν την εχθρική χώρα, που γέννησε τον φασισμό. «Η εκδίκηση των Γερμανών», είπε η γιαγιά της, που έζησε την κατοχή. Τους νικήσαμε και αυτοί τώρα θέλουν να πάρουν όχι τη ζωή αλλά τη δύναμή μας»…
 Η Νούλα η ίδια δεν θα κουνούσε το πόδι της από την Ελλάδα. Αυτό  πριν από τον γάμο με τον Φώτη. Από μικρή είχε φόβους  μήπως φύγει , μήπως παντρευτεί κανένα Γερμανό… Αυτό δεν το ήθελε  πραγματικά. Οι εφημερίδες γράφανε ότι πάνω από 1.000.000 Έλληνες βρήκαν οικονομική διέξοδο στη γερμανική βιομηχανία, στα ορυχεία και στις υπηρεσίες ως ανειδίκευτοι εργάτες. 
«Ένα εκατομμύριο είναι λίγο ή πολύ για την Γερμανία;» σκεφτόταν. Σαν παιδί έκανε, και ο κάθε Έλληνας  μετανάστης διπλασιαζόταν  στη σκέψη της . Δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί… Σαν να ήταν δυο άνθρωποι. Αργότερα  της ήρθε η απάντηση: κανένας δεν ζούσε εκεί ολόκληρος,  η σκέψη του κάθε ένός ήταν στην Αθηνά,  Θεσσαλονίκη, στο χωριό του,  όπου μεγάλωσε,  όπου ήπιε  τις περισσότερες κούπες  ζεστό γάλα...

Ο Φάνης δεν άργησε να επιστρέψει. Για το ταξίδι που υποσχέθηκε,φεύγοντας, ούτε συζήτηση. Έκαναν ένα άλλο ταξίδι εξερευνώντας ένας τον άλλο. Από τη πρώτη  μέρα κλείστηκαν  σε ένα μικρό δωμάτιο στο σπίτι της μητέρας του.
Η Νούλα δεν σταματούσε να χαμογελάει ακόμα και μέσα στη νύχτα … Αγκαλιά μαζί του όλο χαμογελούσε.. Έλαμπε! Τον έβλεπε μέσα στο σκοτάδι: “Είσαι καλή γυναίκα, νόστιμη. Αλλά και αστεία! Όλο χαμογελάς! Τι σκέπτεσαι, με αυτό το χαμόγελο;»
«Τίποτα δεν σκέπτομαι, απλά είμαι…! Μου βγαίνει από μόνο του, δεν μπορώ να το συγκρατήσω!», του είπε  και με χαμόγελο πλατύ, να φωσφορίζουν  τα άσπρα της δόντια μες στο σκοτάδι, και η μύτη να μεγαλώνει.  Ήταν έτοιμη να ξεκαρδιστεί. Το κατάλαβε ο Φάνης , της έκλεισε  το στόμα  με το ωραίο μεγάλο του  χέρι: «Μη! θα νομίζουν πως είσαι τρελή  ή  ότι κλαις. Το γέλιο πολλές φορές ακούγεται σαν  κλάμα. Το είχες προσέξει;»
«Ναι!»Είπε η Νούλα και τράβηξε πάνω της  το πάπλωμα, γιατί της ήρθε πάλι το γέλιο…
Χώθηκε και ο Φάνης δίπλα της και της ήρθε η μυρωδιά  της δροσερής βυσσινάδας Φιλιόντουσαν  και έκαναν έρωτα   αχόρταγα. Σαν τους ανθρωποφάγους : να καταπίνει  ενός τον άλλον. «Ευτυχώς, θα φύγει και θα μείνω μόνη!» σκέφτηκε η Νούλα μέσα στην ευτυχία που ένιωθε, αλλά ήταν τόση μεγάλη η ευτυχία που δεν μπορούσε η ίδια να την διαχειριστεί. Της έφερε μεγάλη αναστάτωση.
Η αδελφή του Φάνη ξυπνούσα μες στη νύχτα από τους θορύβους που άκουγε  από την κάμαρά τους.  Θύμωνε από τη μια, από την άλλη  η αγάπη για τον αδελφό  της περίσσευε σε σχέση με το μίσος της για την Νούλα. Καταλάβαινε πως ήταν ευτυχισμένος, και αυτό την έκανε να συμφιλιωθεί με την νύφη.   

«Να κάνουμε παιδί, και άλλα παιδιά, ετοιμάσου να έρθεις μαζί μου!”,  είπε το πρωί ο Φάνης. «Θα έρθω, όπως θες!». Αλλά εκεί όλο ξένοι είναι, πως θα ζήσω;” είπε. «Μαζί μου θα ζήσεις όχι με ξένους!» έκοψε το κάθε ενδεχόμενο της διαφωνίας.

Μάζεψε η Νούλα  τα λίγα πράγματα και έφυγαν  μαζί στη Γερμανία σε ένα μέρος που δεν μπορούσε να κρατήσει  το όνομά  του στη μνήμη της.
Ήταν η  Στουτγάρδη... Εκεί ο Φάνης δούλευε σε ένα εργοστάσιο, έφευγε πρωί και επέστρεφε αργά κουρασμένος  και αμίλητος . Οι Γερμανοί ήταν καλοί άνθρωποι, πολύ ευγενικοί καθόλου περίεργοι, όμως η Νούλα τους  θεωρούσε ξένους, δεν ήλπιζε  σε καμιά φιλία μαζί τους.
“Δεν μας αγαπούν , τους μυρίζουμε διαφορετικά, δηλαδή τους βρομάμε... Σήμερα ο προϊστάμενος μας είπε να μην τρώμε σκόρδο… Καταλαβαίνεις, μας έχουν σκλάβους, θέλουν να κανονίσουν και τί θα φάμε! Μπορώ να φάω φασολάδα ή φακή χωρίς σκόρδο; Αστειότητες !” διαμαρτυρόταν ο Φάνης  και αποφάσισε  να ψάξει μια δουλειά  που θα ήταν χωρίς πολλά  αφεντικά.
Η Νούλα ήδη περίμενε το πρώτο τους παιδί. Ήταν το παιδί  της  μεγάλης ευτυχίας, της πρώτης νύχτας,  όταν ο Φάνης ήρθε να την πάρει μαζί του στη Γερμανία. Τώρα καθόταν σπίτι και περίμενε να γεννήσει, δεν πήγε  στην εργασία που της πρόσφεραν, ούτε να μάθει γερμανικά στο σχολείο.  Ξαφνικά χάθηκε το μόνιμο χαμόγελο από το πρόσωπο της, τώρα το μυαλό της ήταν στην Ελλάδα, στο χωριό της , στη μάνα , ακόμα στην πεθερά και την αδελφή του Φάνη .
«Τι να σου κάνω; πήγαινε στη μάνα μου να ζήσεις εκεί μέχρι να γεννήσεις, και μετά βλέπουμε” – της είπε με κατανόηση, αλλά  λυπημένος.

Δεν έφυγε αμέσως , λυπήθηκε να τον αφήσει μόνο του στη ξένη χώρα με τόση κούραση και λίγες χαρές.  Έτσι η Νούλα έμεινε στη Γερμανία επτά χρόνια μέσα στα οποία γέννησε τα τρία της παιδιά . Ο Φάνης  αργότερα βρήκε δουλειά  σε μια ελληνική ταβέρνα και πολύ γρήγορα έγινε συνεταίρος του αφεντικού, αφού με τον  ερχομό του, γέμιζε το μαγαζί όχι μόνο Έλληνες αλλά και Γερμανούς. Όταν είδε τον Φάνη μέσα στις χαρές και επιτυχία,  η Νούλα είπε να επιστέψει  στην Ελλάδα.
«Να πάω στην Ελλάδα, τα παιδιά να πάνε στο ελληνικό σχολειό, να μη μεγαλώσουν «Γερμανάκια!” επέμενε. Ο Φάνης  έκανε ότι δεν τη άκουγε, αλλά μια μέρα συμφώνησε απότομα : «Άντε σηκωθείτε και φύγετε , εγώ  θα σας γράφω, μια μέρα θα έρθω και θα μείνω, θα επιστέψω στην πατρίδα! Να με περιμένετε!  
Η  Νούλα επέστρεψε στην Ελλάδα με τα τρία παιδιά, με την τσέπη γεμάτη χρήματα, που της έδωσε ο Φάνης.  Μόλις γύρισε ζωντάνεψε. Το πρόσωπο της απέκτησε  το χαμόγελο  που της μεγάλωνε  τη μύτη...
“Μακριά από τον άνδρα να μένεις, δεν είναι καλό αυτό!” της είπε η γιαγιά  Παρθένα, όταν έμαθε  ότι επέστρεψε.
“Την έπιασε η αρρώστια, έχασε τη χαρά της στη Γερμανία, άσε να μένει μαζί μας, κοντά μας!” διαφώνησε η μάνα της.
Σε κανέναν  δεν άρεσε η επιστροφή της με τρία παιδιά, εκτός από την αδελφή του Φάνη, που κάπου μέσα της είχε την ελπίδα, ότι θα χωρίσουν αυτοί οι δυο, αταίριαστοι στην ομορφιά. Η ίδια που ήταν ομορφούλα, σαν τον Φάνη, δεν έβρισκε γαμπρό,  ο ένας ήταν “γέρος , ο άλλος «χαζός” ... περίμενε, όπως έλεγε να βρεθεί άντρας σαν τον Φάνη.
Από τότε,  πήγε η Νούλα στην Γερμανία τρεις φορές όλες κι όλες μαζί με τον μεγαλύτερό της γιο, που τελικά, όταν μεγάλωσε αποφάσισε να μείνει εκεί . «Το Γερμανάκι μου», τον φώναζε η Νούλα.
Ο Φάνης ερχόταν στην Ελλάδα δυο φορές το χρόνο, και μετά το ελάττωσε σε μια φορά, μόνο τα καλοκαίρια.
Η Νούλα δεν τον νοσταλγούσε, δεν γκρίνιαζε ποτέ, αισθανόταν ότι είναι μαζί της πάντα. Όταν ερχόταν στην Ελλάδα, η επαφή τους δεν ήταν ψυχρή , αντιθέτως πολύ θερμή και ερωτική, σαν νιόπαντροι έκαναν.

Πέρασαν  κάποια χρόνια. Μια μέρα ήρθε για καφέ η γυναίκα του φίλου του Φάνη, η  Ρίτσα. Δεν πρόλαβε να πιει δύο γουλιές  από το ωραίο πορσελάνινο  γερμανικής προέλευσης φλιτζανάκι ,  εκεί που μιλούσε για γεμιστές πιπεριές που μόλις έβαλε στο φούρνο, χωρίς κανένα  πρόλογο,  είπε:  «Έμαθα από τον δικό μου,  πως ο Φάνης δεν μένει πια μόνος, συζεί με μια Γερμανίδα με παιδί»…
 Την ίδια ώρα η Νούλα άκουσε παιδικές φωνές έξω , πήγε να δει από το μπαλκόνι ... Τίποτε το περίεργο δεν  συνέβαινε έξω. Φωνές χαράς ήταν. Έπιασε το ποτιστήρι  να ποτίσει τις γλάστρες. Η Ρίτσα την ακολούθησε στο μπαλκόνι: «Το’ ήξερες;»   Η Νούλα γύρισε απότομα και τράκαραν   στη μπαλκονόπορτα:

- Ο Φάνης μου σπιτώθηκε, λες;  Με μια Γερμανίδα, λες! Με παιδί…

- Μου το’ πε ο Νίκος, αλλά δεν ήθελε να στο πω. Όμως πώς γίνεται να κρύψεις τέτοια πράγματα;  Του είπα ότι  θα στα πω! Και πώς γίνεται να μη ξέρεις;

Η Νούλα γύρισε πίσω πήγε στις  γλάστρες. Έσκυψε στη  γλάστρα με τις καυτερές πιπεριές, έπιασε μια και την τράβηξε  από το κοτσάνι.
-         Δεν ακούς; Δεν μιλάς; Τα άκουσες; Τα νέα για το Φάνη; επέμενε η Ρίτσα.
-         Άκουσα.  Και ξέρεις ; Καλύτερα!  Τώρα ξέρω ότι κάποιος τον φροντίζει, σιδερώνει τα πουκάμισά του, ότι τρώει φρέσκο σπιτικό φαγητό... Χαίρομαι για τον Φάνη! Και ο δικός σου, ξέρεις πού πηγαίνει; Στις πόρνες πηγαίνει!  Θα σου φέρει και καμιά αρρώστια!  είπε τη κακία της η Νούλα, και τη πιπεριά που κρατούσε την έβαλε στο στόμα, την μάσησε γρήγορα με  την κατάπιε, σαν να ήταν καραμέλα. Μπορεί το στόμα της να έκαιγε τώρα αλλά  τίποτα δεν καταλάβαινε από κάψιμο. Της ήρθε μια ευχαρίστηση άγνωστη μέχρι τότε. Άρχιζε να καίει όλο το σώμα, έβγαλε ελαφρύ  ιδρώτα. Την ίδια στιγμή ήρθε ένα αεράκι τρυφερό, τη χάιδεψε, τη γαλήνεψε. Και μετά από το πουθενά τής ήρθε η λεπτή μυρωδιά της βυσσινάδας. Η μυρωδιά του Φάνη.
-         Σήκω φύγε:  θα καούν τα  γεμιστά  σου στο φούρνο! Έχω δουλειές να κάνω, είπε με αγένεια. Η Ρίτσα έμενε άναυδη από την άγνωστη μέχρι τότε  συμπεριφορά της.  Δεν πρόσεξε πως η Νούλα είχε φάει μια ολόκληρη καυτερή  πιπεριά...

Από  εκείνη την ημέρα η Νούλα άρχισε να τρώει κάθε μέρα φρέσκες καυτερές  πιπεριές. Μέχρι και τρεις την ημέρα μπορούσε να φάει. Το έμαθαν οι δικοί της. “Θα τρυπήσεις το στομάχι σου! την προειδοποιούσε  η μητέρα της. Αλλά το στομάχι της ήταν μια χαρά.
===
 Ήταν τα πρώτα Χριστούγεννα που ο Φάνης δεν ήρθε Ελλάδα, είπε πως δε  μπορούσε  λόγω φόρτου εργασίας. 
«Κρίμα, πολύ κρίμα ,  αλλά δεν πειράζει να είσαι μόνο εσύ καλά, σε αγαπάμε και πάντα σε περιμένουμε»,  του έγραφε. Δεν προσποιήθηκε καθόλου. Έβαλε τη μεγαλύτερη της κόρη να γράψει μια χριστουγεννιάτικη κάρτα «για τον μπαμπάκα». Μετά της έδωσε μια άλλη κάρτα :
-         Γράψε κορίτσι μου ακόμα μια κάρτα στη μαμά Χέλγκα.
Η δεκάχρονη Ρίτα, δεν ρώτησε καθόλου ποια είναι η μαμά Χέλγκα ,  έγραψε ότι της υπαγόρευε η μητέρα της:
“Ακριβή μαμά Χέλγκα,  Χρόνια Πολλά και καλή Χρονιά! Το 1974 να Σας φέρει ευτυχία, υγεία, ευημερία! Σας στέλνει χαιρετισμούς η μητέρα μου Νούλα και τα αδέλφια, ο Σπύρος  και ο Βασίλης. Χαιρετίσματα στον μπαμπά! Με σεβασμό, Ρίτα. “
Τις καρτ ποστάλ τις έβαλε στους φακέλους και τις πήγε το πρωί στο ταχυδρομείο. Ήταν 24 Δεκεμβρίου. Εκεί ο ταχυδρόμος την κοίταξε αυστηρά. Μπορεί  να μην του ‘άρεσαν οι δυο φάκελοι με την ίδια  διεύθυνση; Μπορεί να ήταν τεμπέλης , γιατί τώρα είχε να ανοίξει έναν παραπάνω φάκελο να τον ελέγξει. Δικτατορία ήταν. Όλους τους έλεγχαν, ειδικά αυτούς που είχαν επαφές με το εξωτερικό.
Ούτε ο ταχυδρόμος ούτε η Νούλα δεν ήξεραν ακόμα, ότι ακριβώς σε επτά μήνες τέτοια μέρα θα έπεφτε η χούντα μετά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Όλα τότε θα άλλαζαν, θα ερχόταν  η ελευθερία, αλλά και ένα μπέρδεμα στην πολιτική δημοκρατική ζωή που θα τάραζε  τη Νούλα.  Ήταν μεγάλο πρόβλημα η ελευθερία  για τη Νούλα, γιατί έπρεπε να έχει απόψεις.   Δεν ήθελε να παίρνει αποφάσεις, ήθελε απλά να ζει ήσυχα μαζί με τον Φάνη και τα παιδιά της. Τίποτα άλλο.
Σοφία Προκοπίδου 


Αύγουστος 2017
(στη φώτο έργο του Κώστα Εφημίδη )
<����9