1 Φεβ 2021

Μυστική οργάνωση «Παιδαγωγική Εταιρία»

 Ο ανακριτής Νικόλαϊ Νικολαγεβίτς φαινόταν ευγενικός άνθρωπος. Όταν μιλούσε, δεν ανέβαζε τη φωνή του. Ήταν αξιωματικός της ΚGB, ενώ έμοιαζε τραγουδιστής οπερέτας. Είχε μια ελιά στο αριστερό του μάγουλο και το πρόσωπό του ήταν υπερβολικά όμορφο, με λεπτά χαρακτηριστικά, θυμίζοντας γυναικείο πρόσωπο. Ο Αχιλλέας, μόλις τον είδε, χάρηκε, έβλεπε απέναντί του έναν συμπαθητικό άνθρωπο και πίστεψε ότι η επίσκεψή του θα ήταν σύντομη. Δεν περίμενε ότι αυτή την ημέρα της ζωής του θα απογοητευόταν πολύ, τόσο πολύ, ώστε να αλλάξει γνώμη για πολλά πράματα που είχε πιστέψει στη ζωή του. Η ημέρα αυτή ανέκοψε ριζικά και τον σοβιετικό “πατριωτισμό” του. Δεν ήξερε ακόμα ο Αχιλλέας, όταν αντίκρισε το λεπτό πρόσωπο του ανακριτή, ότι σε λίγο θα απαρνιόταν πολλά πράγματα. Και η απογοήτευσή του θα του έφερνε μια μελαγχολία παράξενη, σαν αυτή που νιώθει κανείς όταν αποχαιρετάει κάτι που τον έκανε ευτυχισμένο άνθρωπο.

Ο Αχιλλέας μαζί με τους φίλους του είχε ιδρύσει μια μυστική οργάνωση των Ελλήνων. Αυτό έγινε την εποχή του 1970. Την ονόμασαν «Παιδαγωγική Εταιρία», με πρότυπο τη «Φιλική εταιρία» του 1814, στην Οδησσό. Τα μέλη της εταιρίας, όλοι Έλληνες - Πόντιοι, δεν σκόπευαν σε τίποτα το επαναστατικό και ποτέ δεν στόχευσαν προφανώς στην ανατροπή του σοβιετικού καθεστώτος. Ήθελαν απλά να κρατήσουν πιο δυνατές τις σχέσεις των ποντίων μεταξύ τους και το βασικό, να αλληλοβοηθούνται. Οι στόχοι της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» ήταν γνήσιοι και αθώοι, κανένας δεν ασκούσε κριτική κατά του κόμματος και των μελών της «Κεντρικής Επιτροπής» ή του ίδιου του «Προέδρου».

Ο Αχιλλέας βασίστηκε στην εμπειρία της «Φιλικής Εταιρίας» και η δομή της οργάνωσής τους ήταν σαν αυτή, της «Φιλικής». Το κάθε μέλος γνώριζε αυτοπροσώπως μόνο πέντε άτομα, ενώ όλοι οι εγγεγραμμένοι ήταν πάνω από 200. Ο Αχιλλέας και οι φίλοι του δεν είχαν καμιά σύνδεση με την Ελλάδα. Ίσως γι αυτό η ΚGB άργησε να τους ανακαλύψει...

«Απλά, θέλαμε να κρατήσουμε δυνατούς τους δεσμούς μεταξύ μας και να προσέχουμε τη νεολαία. Η οργάνωσή μας δεν επέτρεπε μικτούς γάμους, πρόσεχε τις κοπέλες να μη φοράνε κοντές φούστες – τότε, στη Δύση, είχε γίνει η σεξουαλική επανάσταση, που τα ίχνη της έφταναν μέχρι και στην ΕΣΣΔ. Ελευθερία χωρίς όρια, ναρκωτικά, ροκ μουσική κ.λπ. … Εμείς θέλαμε οι νέοι μας να συμπεριφέρονται σεμνά, σύμφωνα με την ηθική, τα ήθη και έθιμα των Ποντίων. Και μπορώ να πω ότι είχαμε ελάχιστες περιπτώσεις που κάναμε παρατήρηση στις κοπέλες μας. Όλες τους ήταν καλές, διατηρούσαν την αθωότητά τους μέχρι τον γάμο», έλεγε ο Αχιλλέας στην Αντιγόνα, και έφτανε στον κύριο στόχο της Οργάνωσης: «Ο βασικός στόχος μας ήταν να αποκαλύπτουμε ταλέντα μεταξύ των νέων και να τους βοηθάμε. Αν ήταν από φτωχές οικογένειες, χορηγούσαμε χρήματα για τις σπουδές τους».

Κάθε χρόνο, ο Αχιλλέας και οι φίλοι της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» οργάνωναν πανηγύρι σε υπαίθριους χώρους, ψηλά στα βουνά του Καυκάσου, μακριά από τα μάτια των περίεργων ανθρώπων. Στο πανηγύρι - «πικνίκ» μαζεύονταν εκατοντάδες πόντιοι και διασκέδαζαν μαζί τις ημέρες των εθνικών γιορτών της Ελλάδος. Στην αρχή του πανηγυριού, πάντα έβγαινε ένας ομιλητής με μικρή εισήγηση για τα γεγονότα της επετείου, είτε ήταν «25η Μαρτίου» είτε η ημέρα του «Όχι». Τραγουδούσαν συνήθως ελληνικά τραγούδια, που μάθαιναν από τις ελληνικές ραδιοφωνικές εκπομπές, που κρυφάκουγαν. Στη χώρα ήταν απαγορευμένο ν’ ακούς ξένους ραδιοφωνικούς σταθμούς. Από αυτές τις εκπομπές το μουσικό ελληνικό συγκρότημα «Συρτάκι» αντέγραφε τα τραγούδια. Τις άγνωστες ελληνικές λέξεις τις έγραφαν όπως τις άκουγαν, χωρίς να καταλαβαίνουν και πολλά. Αλλά το ένστικτό τους, έτσι και αλλιώς, δεν τους πρόδιδε, και στην ερμηνεία του τραγουδιού δεν έκαναν ποτέ λάθη.

Μια χρονιά, στο πανηγύρι, έστησαν ένα τεράστιο πανό με ζωγραφισμένο τον Παρθενώνα. Ήταν έργο του Όμηρου Μουστίδη. Πετυχημένη ζωγραφιά, σαν να ήταν πραγματικός Παρθενώνας. Ο Όμηρος αποτύπωσε ακόμα και την κλίση των κολονών του ναού στον μουσαμά, διαστάσεων 10 επί 8 μέτρα. Περίπου διακόσια άτομα φωτογραφήθηκαν ομαδικά μπροστά στον “Παρθενώνα”. Αν δεν φαινόντουσαν τα δέντρα και το δάσος από τις άκρες του πανό και το δάπεδο, που ήταν ένας χορταρένιος λόφος, θα έλεγε κανείς ότι ήταν πραγματική φωτογράφιση πάνω στην Ακρόπολη της Αθήνας. Η Αντιγόνα, όταν είδε αυτή τη φωτογραφία σε μια έκθεση από το αρχείο του Ηρακλή Παπουνίδη, το πρώτο που ρώτησε ήταν: «πώς το 1972 βρέθηκαν τόσοι πολύ Πόντιοι μαζεμένοι στην Αθήνα;» Ο Ηρακλής ξελιγώθηκε στα γέλια, της είπε να κοιτάξει προσεκτικά τη φωτογραφία, και τότε η Αντιγόνα πρόσεξε και τα δέντρα και το δάσος που “έβγαιναν” από τον ζωγραφισμένο ουρανό της Αθήνας, που σκέπαζε τη ζωγραφισμένη Ακρόπολη. Πρόσεξε ακόμα και τον λόφο με το βελούδινο χόρτο όπου, καθιστοί, πόζαραν οι περήφανοι καυκάσιοι έλληνες.

Ακόμα και σήμερα ο Αχιλλέας αναρωτιέται πώς αποκαλύφθηκε η «Παιδαγωγική Εταιρία», και ποιος τους είχε προδώσει στην ΚGB. Δεν τολμούσε να υποψιαστεί κανέναν. «Θα μπορούσε να το κάνει οποιοσδήποτε, οι άνθρωποι δεν είναι τέλειοι, μεταξύ μας υπήρχαν και φοβισμένοι, αλλά δεν ήθελα να πιστέψω ότι μόνοι μας “αυτοκτονήσαμε”. Θέλω να ελπίζω ότι μας βρήκαν τυχαία. Αυτά συμβαίνουν! Η ΚGB μας διέλυσε το 1976», ιστορούσε ο Αχιλλέας στην Αντιγόνα, για την πιο επικίνδυνη για τη ζωή του περιπέτεια.

Σε όλη τη Γεωργία άρχισαν να καλούν στα τοπικά γραφεία της ΚGB τους Έλληνες, με την κατηγορία της «αντικαθεστωτικής δραστηριότητας». Το μόνο που υποψιαζόταν ο Αχιλλέας ήταν ότι τον αποκαλυπτικό ρόλο έπαιξε η προσπάθεια της μυστικής οργάνωσής τους να βοηθήσουν τους κομμουνιστές στην Ελλάδα που βρέθηκαν στις φυλακές. Αυτό γινόταν το 1970-71, την περίοδο των «Τσέρνιε Παλκόβνικι», δηλαδή των μαύρων συνταγματαρχών. Από τις σοβιετικές εφημερίδες έμαθαν ότι οι κομμουνιστές στην Ελλάδα είχαν εξοριστεί στα απομακρυσμένα νησιά, ότι πολλοί απ’ αυτούς υπέφεραν στις φυλακές. Κανένα μέλος της «Παιδαγωγικής Εταιρίας» δεν μπορούσε να παρακολουθεί σιωπηλά τα θλιβερά αυτά γεγονότα, και αποφάσισαν να βοηθήσουν τους κομμουνιστές, στέλνοντας σ’ αυτούς και στις οικογένειές τους χρήματα. Τα χρήματα τα μάζευαν από χωριό σε χωριό, από πόλη σε πόλη, και τελικά συγκέντρωσαν ένα σεβαστό ποσό – ήταν πεντακόσια ρούβλια, με μέσο μισθό εξήντα ρούβλια. Τα χρήματα αυτά ποτέ δεν έφτασαν στην Ελλάδα. Η ΚGB γρήγορα έβαλε φρένο στην πρωτοβουλία των «γκρέκων» και άρχισαν να παρακολουθούν τον Αχιλλέα και τους φίλους του. Στην ΕΣΣΔ απαγορευόταν οποιαδήποτε πρωτοβουλία πολιτών, αν ήταν εκτός κομματικής γραμμής.

Η ανάκριση έμοιαζε με ένα λογοπαίγνιο. Όλη η κουβέντα, όλες τις ώρες, ήταν ίδια και το ανεξήγητο για τον Αχιλλέα ήταν ότι συνέχεια επαναλαμβανόταν. Δεν χωρούσε στο μυαλό του ότι ένας σοβαρός άνθρωπος, όπως ήταν ο ανακριτής, μπορούσε να παίζει μαζί του και να ρωτάει τα ίδια και τα ίδια, σα να μην είχε πάρει χαμπάρι ότι έχει απέναντί του έναν κύριο, έναν άνθρωπο σοβαρό, με όραμα, έναν περήφανο Έλληνα που ποτέ δεν λέει ψέματα, λέει τη αλήθεια και προσπαθεί να είναι δίκαιος.

– Πείτε μου πόσα άτομα ήταν στην οργάνωσή σας;

– Ακριβώς δεν ξέρω, περίπου διακόσια.

– Ποιανού ήταν η ιδέα;

– Δική μου. Από μικρός ήθελα κάτι να κάνω για τον λαό μας, τους γκρέκους.

– Τι σκοπεύατε;

– Να κρατάμε τις παραδόσεις μας. Προσέχαμε τη νεολαία μας.

– Τα χρήματα από πού τα παίρνατε;

– Χέρι-χέρι, σπίτι-σπίτι, μαζεύαμε. Κάποιοι που ήταν πιο άνετοι οικονομικά – γιατροί, έμποροι, δίνανε περισσότερα.

– Με ποιους από το εξωτερικό έχετε επαφή;

– Με κανέναν.

– Τα χρήματα για τους Έλληνες κομμουνιστές πού θα τα στέλνατε;

– Θα τα στέλναμε μέσω του υπουργείου εξωτερικών της ΕΣΣΔ, πιστεύω θα μας βοηθούσε το υπουργείο. Κομμουνιστική χώρα είμαστε, δεν πρέπει να βοηθάμε και τους Έλληνες κομμουνιστές που υποφέρουν από τη χούντα;

– Ποιός σας έδωσε την ιδέα να το κάνετε;

– Μόνοι μας το σκεφτήκαμε.

– Δεν λέτε την αλήθεια, είχατε σχέση με την Ελλάδα και σας χρηματοδοτούσαν απ’ εκεί!

– Όχι, δεν έχουμε, ούτε είχαμε σχέση με το εξωτερικό, ούτε με την Ελλάδα είχαμε. Μόνο να βοηθήσουμε θέλουμε, δεν ζητάγαμε βοήθεια!

Ο διάλογος αυτός με τις ίδιες ερωτήσεις επαναλαμβανόταν. Ο ανακριτής δεν σημείωνε τίποτα, μόνο ρωτούσε και τις απαντήσεις σα να μην τις άκουγε. Ο Αχιλλέας έβλεπε πως τώρα περισσότερο έμοιαζε με ένα κακό παιδί που δε σταματά να κοροϊδεύει, γιατί του άρεζε να βασανίζει τους άλλους.

Κάποια στιγμή αισθάνθηκε πως ζαλίστηκε, θα έπεφτε κάτω στο πάτωμα, ήταν στα πρόθυρα της λιποθυμίας. Αλλά έκανε ό,τι μπορούσε και άντεξε, δεν έπεσε. Η καρδιά του άρχισε να κτυπάει παράξενα, σαν να ήθελε να βγει έξω, αφήνοντας το σώμα στα χέρια του ανακριτή. Βράδιασε και ο Νικολάι Νικολάγεβιτς, με την ελιά στο μάγουλο, πάλι έμοιαζε με γυναίκα, μια πρόστυχη γυναίκα, που προσπαθούσε να παγιδέψει έναν άνδρα. Ο Αχιλλέας σιχαινόταν τέτοιες γυναίκες.

Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισε σπίτι ταπεινωμένος και άδειος, πριν κοιμηθεί, σκέφτηκε ότι στην ουσία η ζωή του ήταν γεμάτη με ψέματα. Ομολόγησε στον εαυτό του ότι είχε δημιουργήσει με το μυαλό του μια εικόνα πολύ αισιόδοξη για τον ίδιο και τη ζωή του.

«Τίποτα δεν ήταν όπως το πιστεύαμε… Δεν είναι ζωή εδώ, δεν έχουν θεό αυτοί οι άνθρωποι, να φύγουμε στην Ελλάδα, μόλις μπορέσουμε!» σκέφτηκε και κοιμήθηκε. Το πρωί, θυμήθηκε το μπερδεμένο όνειρο που έβλεπε και τον ταλαιπώρησε αρκετά: με μια γυναίκα, που έμοιαζε τον Νικολάι Νικολάγεβιτς, που τον μαστίγωνε φωνάζοντας: «Ομολόγησε πως είσαι πράκτορας των Αμερικανών, δεν θα πας ποτέ στην Ελλάδα, στη φυλακή είναι η θέση σου, προδότη».

«Είναι η συνέχεια του εφιάλτη που έζησα χθες ξύπνιος», συμπέρανε ο Αχιλλέας, δεν είπε τίποτα στη γυναίκα του, τη Μάρω, που ήξερε από τα όνειρα, τα ερμήνευε καλά και κάπου-κάπου διάβαζε και το φλιτζάνι.

Τελικά, κανένας δεν μπήκε στη φυλακή. Είναι άγνωστο γιατί δεν συνέλαβαν κανέναν Έλληνα. Την ίδια περίοδο, όποιος έλεγε κάτι κατά της εξουσίας ταυτόχρονα χαρακτηριζόταν αντικαθεστωτικός και τον περίμενε η φυλακή, ή, ως «σχιζοφρενή», τον περίμενε το τρελοκομείο για έξι τουλάχιστον μήνες.

Ο Αχιλλέας σκέφτηκε ότι ίσως δεν τους πείραξαν γιατί η οργάνωση ήθελε να βοηθήσει τους κομμουνιστές, βασανισμένους απ’ τους χουντικούς. Δε συνέφερε την ΕΣΣΔ να τιμωρήσει κάποιους «γκρέκους», που έδειξαν με το παραπάνω τη συμπαράστασή τους στον λαό της Ελλάδας που ήταν κατά της Χούντας, άρα κατά και των ΗΠΑ. «Το τάιμινγκ, όπως λέτε εσείς σήμερα, ήταν καλό για μας, διαφορετικά θα είχαμε σαπίσει στις φυλακές για πολιτικούς κρατούμενους. Είχαμε τον Άγιο μας!» έλεγε ο Αχιλλέας πολλά χρόνια μετά.

Σοφια Προκοπίδου

 Από το βιβλίο "Μια βαλίτσα μούρο χαβιάρι"  εκδόσεις Κυριακίδη 

 

 

 

27 Ιαν 2021

«Αυτή που την περίμεναν»*

 

Όπως  χθες και προχθές η  Έλλη ξύπνησε αργά. Όταν φοβόταν - κρυβόταν στον ύπνο. Όταν φοβόταν, προσπαθούσε να μικρύνει  την ημέρα. Πήγαινε για ύπνο πολύ αργά. Το βράδια, ο χρόνος φεύγει  γρηγορότερα. Μέχρι αργά  έβλεπε ταινίες νουάρ, έργα που αποκαλύπτουν την εύθραυστη ανθρώπινη ψυχή μέσα από τις ερωτικές σχέσεις. Ακόμα περίμενε να της έρθει ένας κεραυνοβόλος έρωτας. Θύμωνε με τον εαυτό της, που μετρούσε τα χρόνια της  ζωής της από έρωτα στον έρωτα.  Σαν να μην υπήρχαν άλλες ωραίες στιγμές. Δουλειά, καριέρα με πολύ εργασία και με επιτυχία. Αλλά ο πραγματικός χρόνος ζωής της ήταν μόνο αυτός,  όταν αγαπούσε…

Σηκώθηκε γρήγορα από το κρεβάτι και βγήκε στο μπαλκόνι. Ευτυχώς, έχει μεγάλο μπαλκόνι , ευτυχώς, έμενε  ψηλά και έβλεπε την πόλη που άδειασε ξαφνικά  το τελευταίο μήνα. Μια πόλη  άδεια από ανθρώπους και αυτοκίνητα  σαν τον Δεκαπενταύγουστο.  Μύρισε τον αέρα, κοίταζε  δεξιά -αριστερά ... κάτω στο δρόμο, γύρω τις οικοδομές. Κανείς πουθενά, όλοι επιτέλους χώρεσαν στα σπίτια τους, συμφιλιώθηκαν με τους οικείους τους ...Ο καιρός ήταν μουντός. Ευτυχώς. Ο ήλιος φέρνει ταραχή στο βαρύ κλήμα των ήμερων - της καραντίνας. Ο ήλιος σημαίνει  ελευθερία.  

Η Έλλη καθόταν σπίτι μόνη και μουγκή. Δεν μιλούσε σε κανέναν ούτε με τον εαυτό της. Δεν τηλεφωνούσε σε κανέναν και αυτήν την είχαν ξεχάσει σχεδόν όλοι, εκτός από τον Παύλο. Αλλά έγραφε τακτικά στο φεϊσμπουκ, όπως αυτό το χθεσινό:

«Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας από την εποχή του Νώε, οι άνθρωποι, ο κάθε άνθρωπος σε αυτόν τον μικρό (τελικά) Πλανήτη, είτε γνωστοί σε όλον τον κόσμο μεγάλοι σκηνοθέτες και καλλιτέχνες, ηθοποιοί, κυβερνήτες, κροίσοι, είτε αόρατοι σκουπιδιάρηδες, φανεροί δουλευταράδες εργάτες, αγρότες, επιστήμονες, τεμπέληδες, τρελοί και έξυπνοι, φιλόδοξοι ταλαντούχοι και ατάλαντοι, μορφωμένοι και αμόρφωτοι, πονηροί κλέφτες και δωρητές, λευκοί, μαύροι, κίτρινοι, μισάνθρωποι και ανθρωπιστές, αιωνόβιοι κακοί και καλοί, βρεθήκαμε σε ένα δωμάτιο κλεισμένοι, με ένα πιάτο φαΐ να φάνε, ένα στρώμα να κοιμηθούνε, το πρωί να ξυπνάνε με το ίδιο αίσθημα απώλειας ελευθερίας, τον ίδιο φόβο για τη ζωή, την ίδια ελπίδα για την υγεία και το ίδιο βλέμμα, χαμένο στο χρόνο…»

 

Κτύπησε το κινητό  της.

Ήταν ο Παύλος,  μια «χλιαρή έως κρύα» σχέση της  των τελευταίων δυο χρόνων. 

- Ξύπνησες; Σε έπαιρνα και νωρίτερα, δεν είδες;

-Είδα…

-Γιατί δεν με παίρνεις τηλέφωνο;

- Μόλις σκεφτόμουνα  να σε πάρω – με  πρόλαβες.

- Καλά… Τι θα κάνεις; Εγώ σε λίγο πάω νοσοκομείο!

- Κουράγιο!

- Θα δούμε, πως θα πάει. Πάντως η ένταση και το κλίμα οδύνης  είναι μεγαλύτερη  παρά ο αριθμός των  άρρωστων και πεθαμένων. Ευτυχώς εμείς δεν έχουμε…

- Δεν χαίρεσαι, που δεν έχετε πολλούς αρρώστους; 

- Χαίρομαι, πώς;!  Εσύ τί θα κάνεις σήμερα;

- Ίσως φτιάξω μια τούρτα, από παλιές συνταγές, βρήκα το χαμένο τετράδια με συνταγές, μαζί με το εφηβικό μου ημερολόγιο. Πλάκα έχει.

- Κρίμα που δεν μπορώ να έρθω, να τρώγαμε μαζί τη τούρτα σου…

Η Έλλη δεν απάντησε, ήταν αδιάφορη για το ραντεβού με τον Παύλο, που έτσι και αλλιώς δεν γινόταν λόγω καραντίνας. Την τηρούσε αυστηρά, όχι από φόβο να πεθάνει, ήταν υποχόνδρια με την καθαριότητα έτσι και αλλιώς.

-  Που είσαι; Χάθηκες! Πες κάτι!

-  «Ο χρόνος συμπυκνώθηκε φανερά.

Ξεκινάς Δευτέρα πρωί και το βράδυ
της Παρασκευής νομίζεις ότι βρίσκεσαι της Πέμπτης.
Σου λένε την αλήθεια για την Παρασκευή.
Και εσύ επιμένεις: αύριο θα είναι Παρασκευή

και μετά- το θλιμμένο Σαββατοκύριακο.
Και αν έχει ήλιο το Σαββατοκύριακο; Ρωτάνε.
Πάλι θα είναι θλιμμένο.
Πως το υπολογίζεις;
 Δεν μπορείς να χαρείς τον ήλιο στον ουρανό χωρίς το φως μέσα σου, που σβήστηκε αναπάντεχα.  Ελπίζω, προσωρινά».

 

-          Τι είναι αυτό;

-          Ας πούμε, ένα ποίημα.

-          Άφησε τα ποιήματα, ποιος τα διαβάζει σήμερα! Γράψε κανένα  μυθιστόρημα να πουλήσεις, να βγάλεις φράγκα. Να κάνουμε επιτέλους το  ταξίδι που θέλαμε. Στην Αργεντινή!

-          Δεν ξέρω να γράφω μυθιστορήματα.

-          Μια χαρά μπορείς! Αφού  γράφεις  ποιήματα! Άκου, σου δίνω τώρα μια ιδέα – μια ιστορία τέλεια!

 

Η  Έλλη κοίταξε από συνήθεια στο γωνιακό μπαλκόνι της οικοδομής απέναντι- αριστερά, στο δεύτερο όροφο. Πολλά χρόνια κοιτούσε  προς το μπαλκόνι αυτό, που πλημμύριζε  ζωή με ωραίες οικογενειακές σκηνές. Δεν ήξερε τους ανθρώπους και ποτέ δεν τους είχε δει από κοντά. Στο διαμέρισμα έμενε μεγάλη οικογένεια ( έτσι υπολόγιζε), μαζί τους ήταν και ένα λυκόσκυλο.
Δυο παιδιά μικρά. Νέοι παππούδες. Ένα ζευγάρι...Τα καλοκαίρια η μητέρα των παιδιών έλουζε το λυκόσκυλο με νερό από λάστιχο. Ο σκύλος δεν κουνιόταν, στεκόταν αγαλματένιος από τη χαρά. Έτσι φαινόταν από μακριά .
Τα δυο αγόρια  έπαιζαν με τον παππού επιτραπέζιο και ίσως σκάκι.  Ο παππούς ήταν ο πιο τακτικός κάτοικος του μπαλκονιού. Κάπνιζε εκεί. Το τσιγάρο που έκανε με το πρωινό του καφέ από το μικρό φλιτζανάκι ήταν ολόκληρο σενάριο ζωής. Αυτά που σκεπτόταν και ένιωθε με δυο τρεις γουλιές του καφέ μαζί με το τσιγάρο, ήταν έντονα που η αύρα των αισθημάτων του έφευγαν μαζί με τον καπνό απέναντι δεξιά, στο τέταρτο όροφο όπου καθόταν  η Έλλη με  μια κούπα  καφέ φίλτρου.

 

-          Δεν μου απάντησες! Άνοιξε το βίντεο να σε δω λίγο;

-           Δεν χρειάζεται, ακόμα δεν έπλενα το πρόσωπο, δεν καθάρισα τα δόντια…

-          Τι σχέση έχει η καθαριότητα των δοντιών σου; Θέλω να σε δω!

Θέλεις τελικά να σου πω αυτήν την  συγκλονιστική ιστορία που γίνεται εύκολα ωραίο μυθιστόρημα!

-          Θέλω.  

«Δεν θέλω πολλά- πολλά. Πια. Ένα - δυο βιβλία να τα διαβάσω ξανά, ένα - δυο ποιήματα να μου λένε πολλά. Τόσο πολλά και τόσο λίγα, που να χωρούν στο στενό μου μυαλό. Ένα - δυο φίλους. Μου φτάνουν, γιατί δεν έχω πια να πω τίποτα από αυτά που δεν ξέρουν οι άλλοι. Αλλά τους βαρβάρους τους θέλω πολλούς, τόσους όσους κουβαλάω μέσα μου. Μια μέρα, ελπίζω, θα φύγουν οι δικοί μου μαζί με αυτούς που περιμένω».

-          Τι είναι αυτό πάλι;

-          Έτσι, γραμμένες σκέψεις .

-          Τους «βαρβάρους» όμως τους έχεις κλέψει από τον Καβάφη! Δε λέει…

Η Έλλη βαριόταν να πει κάτι αντίθετο σε αυτά που έλεγε ο ακούραστος Παύλος.

-          Μη με μπερδεύεις, αφού πρέπει να φύγω σε λίγο. Σε ρωτάω, θέλεις να σου πω μια ιστορία αγάπης που μπορεί να γίνει μυθιστόρημα;

….
Σα’ να τα ήξερε όλα για αυτόν τον παππού στο μπαλκόνι απέναντι. Ήταν καλός άνθρωπος, τον χαρακτήρισε έτσι, μόνο και μόνο από την υπόκλιση στα εγγόνια, όταν τους μιλούσε.

Το τελευταίο καιρό, έκτος αυτές τις εβδομάδες του εγκλεισμού, η  Έλλη δεν έβγαινε για πολύ ώρα στο μπαλκόνι και τώρα που βγήκε  έριξε πάλι μια ματιά αριστερά απέναντι. Κανένας στο μπαλκόνι.

 

- Έλλη, άκουσε, θα σου πω στα γρήγορα, όμως.  Συγκλονιστικό, και  μη την πεις  πουθενά, μέχρι που την κάνεις μυθιστόρημα! Λοιπόν, ένας φίλος μου, ο Βασίλης - δεν τον ξέρεις- κάθε χρόνο κάνει δυο μεγάλα ταξίδια στον κόσμο μόνος του ή καμιά φορά με ένα  φίλο του. Φέτος τον Ιανουάριο  πήγε μόνος στην Αφρική, στη Μαδαγασκάρη. Ταξιδεύει  συνήθως πάνω από ένα μήνα. Το ταξίδι του σχεδόν τελείωνε, και ξαφνικά  ξεκίνησε στην Ελλάδα  και την Ευρώπη η καραντίνα για το covid.  Έμεινε έγκλειστος  και μόνος στην άλλη άκρη του πλανήτη. Μόνος, κάπου στο διάολου… Αποφάσισε να κάνει κάτι, ζήτησε να βοηθήσει εθελοντικά σε ένα τοπικό νοσοκομείο. Ο Βασίλης είναι γιατρός, μαζί σπουδάζαμε. Μέχρι εδώ είναι για ένα ρεπορτάζ. Τώρα ξεκινά το στόρι... Μια μέρα στο νοσοκομείο συναντάει μια  κοπέλα, που πριν είκοσι χρόνια  παραλίγο θα παντρευόταν! Είναι μια  μαύρη κοπέλα από τη Μαδαγασκάρη που τότε ζούσε στη Θεσσαλονίκη. Ο Βασίλης δεν κατάφερε να την πάρει, γιατί  τελευταία στιγμή η κοπέλα εξαφανίστηκε χωρίς εξηγήσεις. Μετά έμαθε ότι  ερωτεύτηκε ένα άλλον. Έλληνας και ο άλλος. Έτσι, κατά τύχη  ο Βασίλης συναντάει  την κοπέλα - την Αμπενή , είναι το όνομα της. Το μοιραίο είναι ότι και αυτή  βρέθηκε έγκλειστη στη Μαδαγασκάρη όπου είχε έρθει επίσκεψη στους ηλικιωμένους γονείς της για πρωτοχρονιά. Την ημέρα που συναντήθηκαν τυχαία είχε φέρει τη μάνα της για εξετάσεις στο νοσοκομείο. Ο Βασίλης την γνώρισε πρώτος, την πλησίασε … Φυσικά, άρχισαν τις επαφές,  έμαθε πολλά  για τη ζωή της Αμπενή. Εδώ μπορείς να γράψεις ότι θέλεις εσύ, απλά να ξέρεις ότι η Αμπενή πέρασε πολλά βάσανα με αυτόν που παντρεύτηκε και τον χώρισε με ζόρι. Λεπτομέρειες  δεν ξέρω.  Εν τω μεταξύ και η Αμπενή  δεν μπορεί να επιστρέψει τώρα στην Ελλάδα λόγω καραντίνας . Ο Βασίλης και η Αμπενή ξανά ερωτεύονται. Απίστευτο!  Ο Βασίλης κατάλαβε, πως δεν την ξέχασε ποτέ! Τώρα… δεν ξέρω πως θα τελειώσει η ιστορία τους, πλάσε εσύ ότι θέλεις!  Όλα αυτά, που σου είπα,  έμαθα μόλις  προχθές από τον Βασίλη, μιλήσαμε με βίντεοκλήση. Είδα και την Αμπενή δίπλα του. Όλο χαμογελούσε, ωραία είναι!  Και εδώ έρχεται και το κερασάκι στην τούρτα! Άκου! Το όνομα Αμπενή ξέρεις τί σημαίνει στ γλώσσα τους; Δεν μπορείς να το φανταστείς ! Σημαίνει «Αυτή που την περίμεναν». Αυτό μπορεί να γίνει  ένας ωραίος τίτλος!  Πως η ζωή πλάθει απίστευτα σενάρια και χαρίζει και ωραίους τίτλους! Όταν ο Βασίλης μου είπε για το όνομα – εγώ είπα : δεν γίνεται!  Έλλη, βαλε ΄κ’ εσύ το «σενάριο» σου, ας πούμε ότι η «Αυτή που την περίμεναν» είχε κορονοϊο και ήταν  να πεθάνει,  ενώ η αγάπη, ο έρωτας της δίνει νόημα ζωής και καταφέρνει να νικήσει το ιό.. Και ναι -παντρεύονται! Θέλω κάλο τέλος! Το έχω ανάγκη εγώ και οι χιλιάδες αναγνώστες του μυθιστορήματος σου, που θα αποκτήσεις! Τί λες;

 

Η  Έλλη άκουγε – δεν άκουγε. Χίλιες φόρες του είχε πει πως δεν γράφει μυθιστορήματα. Χάνεται στα πολλά γεγονότα, μπερδεύεται με πρόσωπα και το βασικό- χάνει το νόημα της ύπαρξης των ηρώων και της ίδιας.

 

Το βλέμμα της έπεσε  πάλι αριστερά, στο απέναντι μπαλκόνι.

«Πέρασαν τόσα χρόνια, τα παιδάκια έγιναν μεγάλα αγόρια. Το λυκόσκυλο ...ίσως πέθανε  και οι παππούδες - μεγάλωσαν. Δεν τους βλέπω καθόλου!» σκέφτηκε, Μήπως πέθαναν και αυτοί;   «Το ζευγάρι; Μπορεί να χώρισε, αλλά ήταν τόσο αγαπημένο! Μπορεί να παραμένουν  ευτυχισμένοι μέσα στο σπίτι. Βγαίνουν στο μπαλκόνι σπάνια σαν εμένα, μόνο για να σκουπίσουν».

 

-          Παύλε, εντάξει, σε άκουσα. Χαιρετίσματα στο φίλο σου τον  Βασίλη και στην  «Αυτήν που την περίμεναν» .

-          Τον ξέρεις; Τον Βασίλη;

-          Όχι φυσικά, αλλά τόσα που έμαθα για αυτόν,  τώρα πια τον ξέρω.

 

Ξαφνικά, σαν στις αργές «ακαταλαβίστικες» ταινίες, που τόσο πολύ άρεσαν στην Έλλη, η γειτονιά πλημμύρισε με ζωντανή μουσική από Ακορντεόν. Ο καθαρός ήχος έφευγε μέχρι το τέταρτο όροφο της και εκεί δυνάμωνε περισσότερο, όπως στα αμφιθέατρα...

 

-          Τι γίνεται εκεί; Ζωντανή μουσική ακούγεται…

-          Είναι ζωντανή, έχουμε και εμείς δικές μας ιστορίες εδώ στη γειτονιά, αλλά είναι μικρές δεν κάνουν για μυθιστόρημα.  Καλά…εσύ  πήγαινε με το καλό στη δουλειά και πρόσεχε μη μολυνθείς!

-          Με αγαπάς; Νοιάζεσαι! Αλλά με αγαπάς! Προσέχω, μην ανησυχείς… Άιντε, τα λέμε! Καλή σου μέρα, αγάπη!

 

«Από πού έρχεται ο μουσικός, δεν τον βλέπω;» αναρωτήθηκε η Έλλη Ο μουσικός  την ίδια στιγμή  εμφανίστηκε, πέρασε από τη σκιά μιας οικοδομής  στο κέντρο του άδειου από αυτοκίνητα δρόμο. Σήκωσε ψιλά το κεφάλι, χαιρετώντας τους κατοίκους που βγήκαν στα μπαλκόνια με το πρώτο άκουσμα του ακορντεόν,.

«Καλημέρα! Καλημέρα» φώναξε ο Μουσικός.

 

Έπαιζε δεξιοτεχνικά μια συγκλονιστική μουσική  ταγκό.

 

…Η Έλλη φαντάστηκε τους φίλους της από ταγκό-μπαρ με μάσκες και γάντια καραντίνας  να βγαίνουν στο βρεγμένο μετά την νυχτερινή βροχή άσφαλτο και να χορεύουν αγκαλιά ταγκό. Χαμογέλασε από μέσα της. «Η αν θα συνεχιστεί η απαγόρευση  για αγκαλιές μέχρι  το τέλους του χρόνου, θα κλείσει για πάντα το ταγκό μπαρ…» , σκέφτηκε θλιμμένα, ενώ η ίδια εδώ και τρία χρόνια έπαψε να πηγαίνει στο ταγκό-μπαρ. Δεν είχε καβαλιέρο για χορό ενώ οι «άλλοι»  καβαλιέροι δεν την χόρευαν...

Έτρεξε γρήγορα στην κουζίνα, έσκισε ένα φίλο του  αλουμινόχαρτου, τύλιξε μέσα το χαρτονόμισμα των πέντε ευρώ και το πέταξε κάτω. Ευτυχώς δεν πιάστηκε το γυαλιστερό δεματάκι  στα κλαδιά του δέντρου, έπλεε, κάνοντας κύκλους υπό το ρυθμό του ταγκό μέχρι που προσγειώθηκε. Ο μουσικός δεν βιάστηκε να σηκώσει το «πουρμπουάρ» του, έκανε μια λιτή  υπόκλιση στην Έλλη μετά έσκυψε με σταθερή πλάτη  και σήκωσε το πεντάευρω, στέλνοντας  το «ευχαριστώ» με το χέρι στην καρδιά.    

Η Έλλη ένιωσε ευτυχισμένη. Λάτρευε αυτήν την αρμονία της ζωής, που δημιουργείται από μόνη της. Όταν σε ένα συνηθισμένο Σάββατο μουντό, έρχεται ουρανοκατέβατος πλανόδιος Μουσικός με μεγάλο ακορντεόν και  παίζει πριν το μεσημέρι  μια  μουσική του νυχτερινού  αγκαλιαστού χορού. Έρχεται από πουθενά  να  μας πει με απόλυτη σιγουριά:  «Όλα θα πάνε καλά, όλα θα πάνε καλά! Έτσι απλά, όλα θα πάνε καλά!».

Σοφία Προκοπίδου

Θεσσαλονίκη, 22/04/2020


*Το διήγημά  έχει επιλεχθεί για να δημοσιευθεί στη συλλογή διηγημάτων ¨Μείνε Κοντά μου από Μακριά - 2020". εκδόσεις "Πηγή" 

10 Δεκ 2020

Η καρδιά της Λίζας . Διήγημα.

 

Στο παγωμένο ισόγειο του Νοσοκομείου, εκεί που είναι οι νεκροθάλαμοι, όλα κυλούσαν αργά. Λογικό είναι, εδώ δεν βιάζεται κανείς πιά. Μόνο ο Παναγιώτης είχε άγχος, χτύπησε ανυπόμονα τρεις φόρες το κουδούνι, μέχρι που άνοιξε η πόρτα και είδε «τον γιατρό των νεκρών». Ήταν ένας κοντός και αδύνατος, με μεγάλα γυαλιά σε μαύρο χοντρό σκελετό, άντρας που  έμοιαζε με φοβισμένο πιτσιρίκο, έναν κακό μαθητή που κάθε φορά ξεχνούσε το μάθημα. Έτσι,  ήρθε στον Παναγιώτη, ο χαρακτηρισμός «ανόητο πιτσιρίκι», παρόλο που σταμάτησε να χαρακτηρίζει τους ανθρώπους από την πρώτη ματιά, είχε αρκετές περιπτώσεις, όταν γνωρίζοντας κάποιον πιο καλά άλλαζε εντελώς την πρώτη του άποψη. Του άρεσέ τόσο πολύ αυτή η απότομη χαρά της ανακάλυψης του «κακού», όπως αρχικά πίστευε σε έναν «καλό άνθρωπο», όπως αποδεικνύονταν στην πράξη. Αλλά αντιθέτως, η απογοήτευση ήταν και είναι πάντα ένα μεγάλο πλήγμα. Πιστεύεις ότι έχεις μπροστά σου έναν  καλό άνθρωπο,  και σου βγαίνει μισάνθρωπος…

Αυτόν τον αγέλαστο γιατρό τελικά  τον  συμπάθησε. Στο διάδρομο προς το γραφείο του, στο μικρό αθόρυβο χώρο του νεκροτομείου, κατάλαβε ότι η συμπάθεια δημιουργήθηκε από το μαύρο σκελετό των γυαλιών του. Ήταν σαν της μητέρας του, της Λίζας, που φορούσα γυαλιά από μικρή, και αν όχι ακριβώς από μικρή, από τα εφηβικά της χρόνια. Ο Παναγιώτης το πρώτο που θυμόταν από μητέρα του, ήταν τα χοντρά της γυαλιά με  μαύρο σκελετό. Θυμόταν πίσω από τα τζάμια των γυαλιών  τα κάστανα της μάτια, σαν δυο γυαλιστερές ελιές, πάντα δακρυσμένα από συνεχόμενες συγκινήσεις.

-Συλλυπητήρια, συλλυπητήρια, αλλά πρέπει να μιλήσουμε! είπε βιαστικά ο γιατρός. Πρέπει να υπογράψετε κάποια έγγραφα, αλλά πρώτα να σας εξηγήσω...

- Θα υπογράψουμε, ότι πείτε, απλά στεναχωριόμαστε όλοι, που δεν μπορούμε να κάνουμε την κηδεία όπως πρέπει, ξέρετε εμείς τους νεκρούς τους σεβόμαστε, είναι μέρος της ζωής μας, τους έχουμε σαν ζωντανούς…

- Ξέρω, ξέρω και εγώ ανήκω στους δικούς σας, αφού οι γονείς μου είχαν έρθει με το πρώτο βαπόρι από την Ρωσία, πριν τον πόλεμο, το 1939. Εγώ βέβαια δεν είχα γεννηθεί ακόμα, αλλά καταλαβαίνω... Ξέρετε, βρισκόμαστε σε μία περίεργη κατάσταση, έχουμε επιδημία και δεν είναι τα πράγματα τόσο συνηθισμένα. Μάλλον είναι όλα κάπως ασυνήθιστα, έλεγε ο γιατρός κοιτάζοντας την πόρτα, σαν να περίμενε κάποιων που θα τον καταλάβαινε καλύτερα.

- Η μητέρα μου, πολύ κρίμα, έφυγε σε ηλικία μόλις 71 ετών, πριν δύο μήνες γιορτάσαμε τα γενέθλια της. Είχε την καρδιά της για πολλά χρόνια, από τα νιάτα πρόσεχε τη διατροφή της, έπαιρνε τα φάρμακα, και εμείς την προσέχαμε, δεν περιμέναμε ότι θα καταρρεύσει. Ήταν καλά...

- Την παρακολουθούσε ένας φίλος - καρδιολόγος. Το είδα στα χαρτιά. Αλλά κύριε μου… Πως σας λένε; Αχ ναι, είδα την ταυτότητα σας- Παναγιώτης! Εδώ, που θα υπογράψεις Παναγιώτη, γράφει ότι πέθανε από κορονοϊό.
- Γιατί; Αφού και ο γιατρός πάνω στο νοσοκομείο είπε ότι ήταν έμφραγμα. Ήταν το τρίτο έμφραγμα!
- Άλλα διαγνώστηκε και από covid.. Πρέπει να γράψουμε ότι πέθανε από κορονοϊό για να μπορέσετε να την πάρετε από δω, να την κηδέψετε.

Ξαφνικά του βγήκε όλη η κούραση της ημέρας  από τη δουλειά στο συνεργείο του.  Παρόλο που ο κόσμος υπάκουε και ήσυχα όλοι καθόντουσαν στα σπίτια τους, ο Παναγιώτης δε σταμάτησε να επιδιορθώνει τα αυτοκίνητα. Έμεινε σε απομακρυσμένο μέρος στα προάστια της πόλης , και το συνεργείο του ήταν δίπλα στο σπίτι, κανένας δεν μπορούσε να τον απαγόρεψε να δουλεύει. Ο ξαφνικός θάνατος της μητέρας του, της Λίζας,  του ήρθε πολύ βαριά, δεν περίμενε ότι θα στεναχωριόταν  τόσο πολύ, γιατί η μητέρα του εδώ και χρόνια πηγαινοερχόταν στο νοσοκομείο. Κάθε φορά στο τραπέζι που καθόντουσαν όλοι για φαγητό, πρώτα  σχολιάζανε την υγεία της. Η καρδιά της Λίζας ήταν το κύριο θέμα της συζήτησης στην ευρύτερη οικογένεια τους, έφτανε ακόμα στα ανίψια και τα ξαδέλφια . Όλοι μιλούσαν για την καρδιά της σαν να ήταν ένα μωρό η καρδιά της Λίζας. Το δεύτερο θέμα προς συζήτηση  ήταν το βάρος της. Η Λίζα ήτανε γεμάτη. Χοντρούλα από μικρή, όλος ο κόσμος έτσι την θυμόταν. Γεματούλα νόστιμη, με μαλλιά καρέ, μάτια μεγάλα που φαίνονταν πιο μικρά, λόγω των γυλιών μυωπίας. Και αυτά τα γυαλιά πάντα είχαν  χοντρό μαύρο σκελετό.
Η Λίζα στην ζωή της πριν το ερχομό στην Ελλάδα, σπούδασε νοσηλευτική. Μετά τις σπουδές διορίστηκε στο Υγειονομικό - επιδημιολογικό σταθμό της πόλης. Εκεί δούλεψε πάνω από 10 χρόνια, μέχρι που έφυγε στην Ελλάδα με τον δεκάχρονο τότε Παναγιώτη  και τον άνδρα της.
«Τι ειρωνεία, η μητέρα τόσα χρόνια να  παλεύει κατά των επιδημιών  και τώρα λόγω μιας επιδημίας δεν μπορούμε να την θάψουμε ανθρώπινα με όλες τις τιμές», σκέφτηκε ο Παναγιώτης και δάκρυσε  χωρίς να το θέλει. Δεν ήταν να κλαίει κανείς  μπροστά στον άγνωστο άνθρωπο, στη νεκρή ζώνη  όπου όλα είναι στεγνά και κρύα.
- Γιος είστε… λογικό είναι… μην ντρέπεστε, ελάτε να υπογράψουμε, να τελειώσουμε και αύριο κάνετε την κηδεία.
Εκείνη την στιγμή τον έπνιξε το άδικο,  και αυτό το πήρε από τη μάνα του, που    όταν ένιωθε αδικημένη ανέβαζε τη φωνή της. Και στη συζήτηση αν κάποιος επέμενε στην αδικία με κάποια επιχειρήματα, επέμενε στωικά. Κανείς δεν θύμωνε μαζί της, γιατί η Λίζα είχε το ταλέντο να συμμετέχει στις ζωές των άλλων  με αγάπη και πράξεις. Ήταν  νοσοκόμα όλων των συγγενών και φίλων.

Του ήρθε μία επιθυμία για απόρριψη, να μαλώσει με αυτόν τον κοντό και ακόμα να  τον χτυπήσει, ναι- στο κεφάλι, να σκίσει το κεφάλι του χοντροκέφαλου. Μετά συνήλθε: «Τέτοιες βλακείες σκέφτομαι μόνο και μόνο γιατί η μάνα ξαφνικά πέθανε από κορονοϊό ενώ πιστεύαμε ότι μια μέρα θα φεύγει από καρδιά. Όλοι έτσι και αλλιώς ξέρουν από τι πέθανε!»
- Και αν δεν υπογράψω, γιατρέ, δεν θα μου δώσετε τη μάνα;
- Σας είπα, έτσι είναι ο νόμος, είμαστε σε καραντίνα, σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης στη χώρα, στον Πλανήτη ολόκληρο! Από όσα ξέρετε, έχουμε επιδημία, τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα, δεν αποφασίζω εγώ …Πρέπει να υπογράψουμε το έγγραφο. Ότι πέθανε από τον κορονοϊό . Πολλοί πέθαναν από κορονοιό και η  μητέρα σας ίσως και να  ζούσε, αν δεν είχαμε τον ιό…

Ο «γιατρός» ξαφνικά σαν να ψήλωσε, θύμωσε. Έβγαλε με  το  μικρό χεράκι του τα μεγάλα του γυαλιά με χοντρό μαύρο σκελετό και τα ακούμπησε στο γραφείο. Ο Παναγιώτης είδε τα άχρωμα  μάτια του. Ο σκελετός του έφερνε μία βαρύτητα και έντονο χρώμα στο βλέμμα, και με το που έβγαλε τα γυαλιά, έγινε ένας άλλος άνθρωπος. Από  έφηβο τώρα έμοιαζε με  κουρασμένο γεροντάκι.
- Ακούστε, σας λέω υπογράψτε τώρα και να τελειώνουμε!

Στον Παναγιώτη ήρθε μια εικόνα της Λίζας, με σταυρωμένα χέρια στο στήθος, με τα μαύρα γυαλιά, τη μακριά φούστα σαν τη θεούσα που δεν ήτανε. Πίστευε  στο Θεό,  αλλά δεν πήγαινε στην εκκλησία κάθε Κυριακή, σαν τις γειτόνισσες της. Η Λίζα περισσότερο προσευχόταν στο σπίτι. Είχε εικόνες δικές της, που τις  μιλούσε και ζητούσε βοήθεια όταν χρειάζονταν. Προσευχόταν για τον Παναγιώτη, για όλα τα παιδιά γενικά και για όλους που είχαν ανάγκη.
- Έλα παιδί μου, έλα Γιώτη μου, υπέγραψε να τελειώσουμε με την ανοησία, σαν να άκουσε ο Παναγιώτης τη φωνή της μάνας. Δεν έχει νόημα πια  από τί πέθανα ...Τόσα χρόνια μιλάγαμε για την αρρώστια μου, την καρδιά μου, το πάχος μου... Και αν καταξιώθηκα να πεθάνω από καρδιά; Τι να κάνουμε; Θάμασε, όταν με ρωτούσαν «τι κάνεις;», εγώ αντί να λέω «καλά», έλεγα όλη την ιστορία της καρδιάς μου και για το βάρος που δεν έφευγε... Όλο παράπονα ήμουν…Πως με αντέχατε; Τώρα το καταλαβαίνω, αλλά είναι αργά, μα τόσο αργά που ούτε συγγνώμη δεν μπορώ να ζητήσω.
Την συγγνώμη θα τη ζητούσα από εσένα γιέ μου. Μόνο τον εαυτό μου σκεφτόμουν, μόνο την καρδιά μου. Δεν σε άφησα να παντρευτείς την κοπέλα που αγάπησες, αυτήν την Ρωσίδα που ήρθε στους γείτονες για διακοπές. Συγνώμη αγόρι μου, συγνώμη, αφού έβλεπα ότι την αγάπησες, αλλά, ξέρεις, γιατί δε στο επέτρεψα; Γιατί έβλεπα επίσης ότι αυτό το κορίτσι δεν σε αγάπησε το ίδιο. Εγώ το είδα. Εσύ δεν το έβλεπες. Αυτό το κορίτσι ήθελε αποκούμπι, να βολευτεί ήθελε, δεν είχε  κανέναν να στηριχθεί γι’ αυτό σε ήθελε, για να μείνει  στην Ελλάδα. Το είδα αγόρι μου και  γι’ αυτό είπα «όχι». Κι εσύ- τι καλό παιδί που είσαι - δεν πήγες κόντρα, συμφώνησες . Και αφού συμφώνησες, ξέρεις τι σκέφτηκα; Άρα δεν την αγαπάει τόσο πολύ, ώστε να κάνει το δικό του- να πάει κόντρα στη μάνα. Εντάξει, ο πατέρας σου δεν έλεγε τίποτα ποτέ, σιωπηλός όλη τη ζωή του,  σαν μουγκός. Θα μπορούσες να έχεις τώρα παιδάκια. Εγγόνια .. Άιντε Παναγιώτη, άιντε Γιώτη υπέγραψε να τελειώνουμε!  Είχα μάθει όλες τις επιδημιολογικές αρρώστιες, αυτός είναι ένας καινούριος ιός, δεν τον ξέρω…», τελείωσε ο μονόλογος της μάνας, που άκουγε μόνο ο Παναγιώτης.
Ο Παναγιώτης πάντα την άκουγε. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι ήτανε ένας «μαμάκιας», αλλά δεν ήτανε αυτό, ήταν ότι αγαπούσε τη μητέρα του, την αγαπούσε και την στήριζε, ήτανε πάντα δίπλα της.
Η Λίζα είχε την καρδιά, αυτό το θυμάται από μικρός, τόσο μικρός που ακόμα δεν είχε πάει στο σχολείο που όλοι μιλάγανε ότι η Λίζα «έχει καρδιά»…Και αν θα σταματήσει  να χτυπάει η καρδιά σημαίνει θάνατος. Αυτός ο φόβος της απώλειας της μαμάς, είχε ριζώσει στην ψυχή του. Ο φόβος, για το ότι  μια μέρα η μάνα του μπορεί να πεθάνει, γιατί «έχει καρδιά». Εύχονταν να συμβεί όταν ο ίδιος θα αποκτούσε δική του  οικογένεια και παιδιά. Αλλά στα σαράντα πέντε του χρόνια δεν είχε δική του οικογένεια και παιδιά.

- Καλά, δώστε να υπογράψω, και να πάρω τη μητέρα μου σπίτι.
- Θα υπόγραψες, αλλά τη μάνα σου δεν θα την πάρεις. Αύριο θα ρθείτε να την πάρετε από δω απευθείας για το νεκροταφείο. Δεν πρέπει να πάει σπίτι...
- Μα η γιαγιά μας είπε ότι πρέπει να ξενυχτήσουμε μαζί της, να κάνουμε το έθιμο, θα την διαβάσουμε μόνοι μας, αφού ούτε η εκκλησία είναι ανοιχτή, ούτε ο παπάς δουλεύει… Να καθίσουμε δίπλα της. Είναι το έθιμο- δεν το αλλάζουμε!
- Το καταλαβαίνω, ξέρω πως γίνονται οι κηδείες, αλλά έχουμε καραντίνα, το καταλαβαίνεις; Είμαστε σε  κατάσταση έκτακτη ανάγκης. Όλα άλλαξαν  δεν μπορείς να πάρεις έναν νεκρό με κορονοιο σπίτι, μπορείτε να μολυνθείτε όλοι.
- Δώστε την για να μείνει σπίτι μια τελευταία νύχτα…
-Αυτό δεν γίνεται ούτε να το σκεφτείς, ούτε να το επιδιώξεις, ούτε να  προσπαθήσεις να βρεις κανέναν αρχίατρο ή  πολιτικό! Να σου πω κάτι, έχω δουλειά και αν δεν θα ακούσεις τι σου λέω, θα πάρεις τη μάνα σου στο τέλος της καραντίνας ε «με καρδιά» και  «με κορονοϊό» και ακόμα να σου πω το χειρότερο, μπορούμε να μη την   δώσουμε, να την θάψουμε εκεί που ξέρουμε. Και ακόμη, να μην τη θάψουμε, να την κάψουμε και να σου δώσουμε στο τέλος ένα δοχείο με τη στάχτη της. Αυτό ορίζει  ο νόμος της έκτακτης ανάγκης.

Ο Παναγιώτης αισθάνθηκε σαν  παιδάκι που βρέθηκε σε ένα παραμύθι με έναν κακό ήρωα με γυαλιά σε χοντρό μαύρο σκελετό που κατά περίεργη σύμπτωση ήταν  σαν τα γυαλιά  που φορούσε η μητέρα του. «Είπε θα την κάνει στάχτη και δεν θα  έχω καμιά ελπίδα να την θάψω, όπως το θέλει η παράδοση, με μοιρολόγια, με το μνημόσυνο τραπέζι με όλους τους συγγενείς, με πολλά φαγητά, το κρασί, να μιλάνε όλοι για τη μητέρα…»

Άρχισε να βραδιάζει. Ο Παναγιώτης αισθάνθηκε ξαφνικό πόνο στο στήθος. «Μήπως πήρα τον πόνο της καρδιάς της μητέρας, με την στενοχώρια  του χαμού της και  της κηδείας;», σκέφτηκε.
- Εντάξει, αύριο θα έρθουμε να την πάρουμε, κάπου το μεσημέρι.
-Ελάτε  όποτε θέλετε...

Του Παναγιώτης όταν επισκεύαζε αυτοκίνητα, πάντα κάτι σκεφτόταν πέρα από τα αυτοκίνητα, ζάντες, μοτέρ, λάστιχα, φρένα… Ανέλυε τα γεγονότα της ζωής του, τα γεγονότα στην γειτονιά  του, στην πόλη και στην ολόκληρη τη χώρα και τον κόσμο γενικά. Και απορούσε- παντού  τα ίδια γεγονότα. Όλοι σαν να χάζεψαν. Οι άνθρωποι έλεγαν τα ίδια, πως μένουν σπίτια, τι χαζά κάνουν για να περνάει η ώρα, τι βιβλία διαβάζουν, και αν δεν διαβάζουν-πια γυμναστική κάνουν. Ένιωθε ότι είναι μέρος όλου αυτού του τρομερού παιχνιδιού. Φοβόταν να πάει στο κέντρο της πόλης. Για πρώτη φορά, μετά από το δημοτικό σχολείο, φοβόταν τη κοινωνία και  τους ανθρώπους. Στο δημοτικό  τον κυνηγούσε ένας μεγαλύτερες μαθητής, μαζί του και οι φίλοι του. Ήταν πρώτη χρόνια που πήγε στο σχολείο στην Ελλάδα. Τα παιδιά τον κορόιδευαν, αλλά μετά σταμάτησαν,  ήταν πολύ  καλός στα μαθηματικά, που δεν χρειαζόταν να μιλάει, μόνο να αναλύει... Ο μαθητής από τη πρώτη γυμνασίου που τον κυνηγούσε , τον έδερνε, τον έκλεβε,  απειλούσε να τον σκοτώσει, αν το έλεγε πουθενά... Κανείς δεν τον υπερασπίστηκε, ενώ η δασκάλα δεν το πήρε ποτέ χαμπάρι. Μόνο η μάνα.

Η Λίζα ήρθε αμέσως στο σχολείο, δεν πήγε στο διευθυντή, μπήκε στην τάξη στο διάλειμμα, φώναξε το όνομα του μαθητή. Όλοι είδαν τα γυαλιά με τον μαύρο χοντρό σκελετό που  την έκαναν να μοιάζει δασκάλα, ακόμα και διευθύντρια. Φώναξε τον μαθητή και του μίλησε. Κανείς δεν ήξερε  τι του είπε, αλλά ο κακός, μετά από αυτό, ούτε   ήθελε να «σκοτώσει» τον μικρό Γιώτη, ούτε και τον κοίταξε ξανά.
Ο Παναγιώτης ρωτούσε πολλές φορές τη Λίζα, τι του είπε και την άκουσε. Η Λίζα δεν του έλεγε. Μόνο όταν πήγε στο στρατό, του είπε  να προσέχει και να μην αφήσει κανέναν να τον πειράξει. «Θα είμαι μακριά, δεν θα μπορέσω να σε βοηθήσω!» του είπε.
- Καλά μάνα! Φτάνει πια, μεγάλωσα! Αλήθεια, πες μου επιτέλους, με πιο τρόπο εκφόβησες  το παιδί, τότε στο δημοτικό που ήμουν, και με άφησε στην ησυχία;
- Τίποτα ... Του είπα την αλήθεια. Πως το λέγανε;
- Γιάννη. Ήταν πρώτη γυμνασίου.
- Του είπα: «Γιαννάκη, είμαι η μαμά του Παναγιώτη. Έχω άρρωστη καρδιά, και όταν βλέπω το γιο μου να κλαίει, η καρδιά μου σταματάει να χτυπάει και αυτό σημαίνει ότι πεθαίνω, γι’ αυτό, σε παρακαλώ πολύ, μην πειράζεις άλλο τον Γιώτη. Δεν είναι απλά ένα παιδί, είναι ο γιος μου, που κρατάει την καρδιά μου ζωντανή».

--

Η κηδεία της Λίζας έγινε  «στα κλεφτά». Μόνο ο Παναγιώτης με τον πατέρα του, όπως πάντα σιωπηλό, σαν να ήταν μουγκός. Ήρθε και ένας γείτονας να βοηθήσει. Τα λουλούδια ήταν λίγα, μόνο δύο μπουκέτα, και αυτά τα βρήκανε τυχαία. Βοήθησε και  η ψηλή βροχή τόσο ήσυχη βροχή και περιέργως λυτρωτική.
Το μνημόσυνο τραπέζι ήταν ένα απλό καθημερινό γεύμα, δεν υπήρχε κανείς εκτός από την οικογένεια. Τα λόγια ήτανε περιττά. Ο Παναγιώτης έβγαλε απ’ την τσέπη του σακακιού του τα λαστιχένια γάντια και τη μαύρη μάσκα που δεν την έβαλε στο πρόσωπο, την είχε ξεχάσει στη τσέπη. Μαζί με όλα τα αξεσουάρ της καραντίνας, έπεσαν από την τσέπη  του τα γυαλιά μυωπίας της Λίζας, που του έδωσε ο γιατρός, λέγοντας: «Σχεδόν ίδιο σκελετό γυαλιών είχαμε με τη μητέρα σας…»

Σοφία Προκοπίδου. 2020.


5 Μαρ 2020

Μία βαλίτσα μαύρο χαβιάρι και άλλες ιστορίες της Αντιγόνας

Η έκδοση αποτελείται από συλλογή είκοσι διηγημάτων με μία κεντρική ηρωίδα την Αντιγόνα, που είναι στη θέση της ακροάτριας ή παρατηρήτριας, αλλά και πρωταγωνίστριας στα γεγονότα που συμβαίνουν στην πρώην ΕΣΣΔ και την Ελλάδα τα τελευταία 30 χρόνια. 
Οι τίτλοι των διηγημάτων μιλούν από μόνοι τους: «Ο μικρός Στάλιν», «Ο Αχιλλέας και ο Βοροσίλοβ», «Ο ξάδελφος Βασιλιάς Κωνσταντίνος Β’», «H γιαγιά Μαρία, o γάτος και o Στάλιν», «Πώς ο θείος Κώστας έφτυσε τον Λένιν», «Ο Όμηρος και η Μαρία Κάλλας», «Μυστική οργάνωση “Παιδαγωγική Εταιρία”», «To ΚΚΣΕ και το νεφρό της Αντιγόνας», «Ο Γάμος της 25ης Μαρτίου», «Η τύχη του Πούτιν»…
Αλλά και «Η γιαγιά-ρατσίστρια», «Η γριά Λεμόνα φεύγει στον Παράδεισο», «Γλυκό από σύκα», «Το θέατρο του Αχιλλέα», «Οι θείοι Σόνια και Κόλια και η γουρούνα τους Κάτκα», «Ο Πατέρας Βάνια», «Η Βάλια, το ποδήλατό της και ο έρωτας του Βάνια», «Μια βαλίτσα μαύρο χαβιάρι», επίσης αναφέρονται στις προσωπικές ιστορίες που διαδραματίζονται στην εποχή μεγάλων ιστορικών αλλαγών. 
Οι ήρωες περνούν από πολλές συμπληγάδες και φτάνουν σε ένα και μοναδικό καταφύγιο, που έχει μόνιμες αξίες και τους δυναμώνει για να συνεχίζουν τη ζωή τους. Είναι η αγάπη και η αθωότητα που τους σώζει και τους δίνει ελπίδα και ευτυχία. Όλοι τους είναι πραγματικά ευτυχισμένοι άνθρωποι, γιατί μπόρεσαν και επιβίωσαν με όχημα την απόλυτη πίστη στον Θεό, αλλά και την αγάπη για ζωή που είναι ωραία, ό,τι και αν τους επιφύλασσε η μοίρα, γιατί το κάθε τέλος είναι και μια νέα αρχή…
AGORA :
https://kyriakidiseditions.gr/el/%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CF%84%CE%B5%CF%87%CE%BD%CE%AF%CE%B1/1573-%CE%BC%CE%AF%CE%B1-%CE%B2%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CF%84%CF%83%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%8D%CF%81%CE%BF-%CF%87%CE%B1%CE%B2%CE%B9%CE%AC%CF%81%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CE%B5%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%B3%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%82.html

26 Σεπ 2019

Ο Εδουάρδος




Επιστρέφουν άνθρωποι...
Κάποιοι ως ανάμνηση,
Άλλοι σαν το άκουσμα.
Μερικοί σε φωτογραφία.
Πολύ λίγοι – οι ίδιοι,
όπως έφευγαν.
Όχι ακριβώς,
ίσως, θα φορούν το ρούχο ανάποδα ,
το καπέλο στραβά,
θα έχουν μια τρύπα στο παντελόνι,
και τα μαλλιά αχτένιστα ξηρά…

Αλλά το βλέμμα θα είναι το ίδιο
με θαμμένη μέσα την αγάπη… 



Αυτήν τη φορά η Λένα θα πήγαινε στην Κριμαία σ’ ένα συνέδριο ιστορίας. Δεν είχε απευθείας πτήσεις, μόνο με ανταπόκριση μέσω του Ροστόφ ή της Μόσχας. Επέλεξε το Ροστόβ, που ήταν πιο κοντά στην Κριμαία, αλλά χρειαζόταν ολόκληρες 10 ώρες να περιμένει σ’ ένα μικρό επαρχιακό αεροδρόμιο μέχρι την πτήση για τη Συμφερούπολη. Αυτή η δεκάωρη αναμονή την προβλημάτισε. Σκέφτηκε να μην πάει καθόλου σε αυτό το συνέδριο, αλλά ξαφνικά βρέθηκε «συνοδός». «Είναι ένας ιστορικός. Να κανονίσεις να έρθετε μαζί στο συνέδριο», είπε στο τηλέφωνο ο Ίγκορ, που οργάνωνε το συνέδριο αυτό.

Ήταν ο Αγαθάγγελος. Της είπε να μην μπερδεύεται και να τον φωνάζει απλά «Άγγελο». Ευγενέστατος, κανόνισε αμέσως τα εισιτήρια και όλες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.
«Δέκα ώρες αναμονής! Τι θα κάνουμε σε μια πόλη, όπως το Ροστόβ;», γκρίνιαζε η Λένα στο τηλέφωνο.
«Θα δούμε… Θα πάμε σε κάποιο μουσείο της πόλης, θα περπατήσουμε, θα πιούμε καφέ, αφού παρέα θα είμαστε, κάτι θα βρούμε να κάνουμε!», την παρηγορούσε ο Άγγελος.
Για πρώτη φορά συναντήθηκαν την ημέρα του ταξιδιού, νωρίς το πρωί στο αεροδρόμιο. Ο Άγγελος πέρασε να την πάρει με ταξί. «Κάποιον μου θυμίζει! Και το σκύψιμο του κεφαλιού του… Κάπου τον είδα! Και αυτό το βλέμμα που «σε διαβάζει»… Η Λένα έκανε την «ανασκόπησή της», παρόλο που από την πρώτη στιγμή είχε καταλάβει πως ο Άγγελος μοιάζει απόλυτα με τον Εδουάρδο! Και η μύτη του ήταν κομψή και μικρή και τα γυαλιά μυωπίας σαν του Εδουάρδου. Θα μπορούσε να είναι ο δίδυμος αδελφός του ή ο γιος του.

Σ’ ένα μισάωρο, πριν μπουν στο αεροπλάνο, η Λένα πρόλαβε να του πει πολλά για τον εαυτό της και για το ρεπορτάζ που θέλει να κάνει. Ο Άγγελος δεν μιλούσε, αλλά ήταν καλός ακροατής. Με δυο – τρεις ατάκες, της έδωσε να καταλάβει πως πολύ καλά « απορροφούσε » ό,τι του έλεγε.
«Πολύ τυχερή!» σκέφτηκε η Λένα: «Καταλαβαινόμαστε, όλα θα πάνε καλά!»

Οι αεροσυνοδοί τής φάνηκαν ωραίες νεράιδες. Μπορεί να ήταν και η καλή της διάθεση... Δεν ήθελε να κοιμηθεί, ούτε να διαβάσει. Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τον Εδουάρδο. Της ήρθε η μορφή του, αλλά θολά. Γύρισε στον Άγγελο που διάβαζε. Τον μελέτησε αδιάκριτα, αλλά με τρυφερά αισθήματα. Η καρδιά της, σταγόνα – σταγόνα γέμιζε με αγάπη. Είχε καιρό να αισθανθεί αγάπη. «Ο Αγαθάγγελος πρέπει να είναι μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Εδουάρδο, τότε, που τον είχα δει τελευταία στην οδό Λένιν, πριν φύγω για την Ελλάδα», σκέφτηκε.
Ο Αγαθάγγελος σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο και της χαμογέλασε: «Θέλεις κάτι να μου πεις;» «Όχι! Στ’ αεροπλάνα συνήθως κοιμάμαι, δεν μιλώ... Και τώρα θα κοιμηθώ! Σε πειράζει που θα κοιμηθώ;», του απάντησε χαμογελαστά κι έκλεισε τα μάτια της.

Η τελευταία φορά που μίλησε για τον Εδουάρδο ήταν πριν πέντε χρόνια, όταν σε μια παρέα γνώρισε τον φίλο του, τον κολλητό του, τον Βασίλη. Ο Βασίλης, μόλις έμαθε το ονοματεπώνυμό της, εξέφρασε έναν ενθουσιασμό: «Εσύ είσαι η πολυσυζητημένη Λένα; Μα ο φίλος μου, ο Εδουάρδος, για σένα μιλούσε συνέχεια! Ήταν ερωτευμένος μαζί σου! Άτυχος στον γάμο του…». Η Λένα τότε κοκκίνισε σαν μικρό κορίτσι: «Ποτέ δεν ήταν ερωτευμένος με μένα, ποτέ δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο», του είπε. Ο Βασίλης επέμενε: «Αυτό δεν το ξέρεις! Δεν τολμούσε να σε πλησιάσει, γιατί εσύ παντρεύτηκες. Αυτός παντρεύτηκε μετά».
.
Αυτήν τη μέρα λυτρώθηκε. Μετά από 20 χρόνια περίπου δικαιώθηκε: «Άρα ο Εδουάρδος με αγαπούσε! Δεν ήμουν μόνο εγώ που τον σκεφτόμουνα χρόνια…»

Η Λένα ήταν δεκαεπτάχρονο κορίτσι όταν ερωτεύτηκε τον Εδουάρδο. Είχε φτιάξει στο μυαλό της ένα πολύ ωραίο σενάριο της ζωής της μαζί του. Μέσα σε αυτό έβαλε και τη μητέρα του, που και αυτήν την αγάπησε, γιατί ήταν η μητέρα του. Ήταν τα παιδιά που θα κάνανε μαζί, δεν θυμόταν πόσα παιδιά θα ήταν αυτά που θα κάνανε, δεν είχε προσδιορίσει το φύλο των παιδιών. Μέσα σε αυτό το σενάριο ήταν όλοι οι φίλοι του και οι φίλες της… Όλη η ζωή μαζί του!
Θυμήθηκε το ποίημα που του έγραψε κάποτε, αλλά δεν του το έδωσε ποτέ.

Μετά θυμήθηκε πως ο Εδουάρδος της έγραφε γράμματα όταν αυτή σπούδαζε μακριά. Το περιεχόμενο πάντα ήταν φιλικό. «Δεν πίστεψα ποτέ ότι έχει αισθήματα για μένα», ομολόγησε στον εαυτό της για πρώτη φορά. «Και γιατί να μου γράφει γράμματα; Αλλά ήθελε να αγγίξει τον κόσμο μου, εμένα…»

«Καφέ, τσάι;», άκουσε από πάνω της. Οι «νεράιδες» του αεροπλάνου κερνούσαν τους επιβάτες. Πήρε καφέ, φυσικά. Ο Αγαθάγγελος, τσάι.
«Δεν έχω εμπιστοσύνη στα αισθήματα κανενός, ούτε σε αυτών που αγαπώ», σκέφτηκε. Θυμήθηκε το γράμμα του Εδουάρδου που έφερε η Σόνια από την πατρίδα. Το έχει ακόμα, το έμαθε απ’ έξω.

«Καλημέρα, Λένα.
Μην ξαφνιάζεσαι - είμαι ο Εδουάρδος. Αποφάσισα να σου γράψω, όταν συνάντησα τη Σόνια, που έφευγε για τη Θεσσαλονίκη. Άκουσα πολλά καλά λόγια για σένα από τους κοινούς μας φίλους - την Τάνια και την οικογένειά της - αλλά δεν είχα ποτέ τη διεύθυνσή σου. Πολλοί φίλοι φεύγουν στην Ελλάδα, αλλά χωρίς την διεύθυνση, πώς μπορεί κανείς να σε βρει;
Η Σόνια μου μίλησε για σένα, για τη δουλειά σου, την οικογένειά σου. Φαντάζομαι πόσες δυσκολίες περάσατε στην αρχή! Εγώ, όπως ξέρεις, πριν τρία χρόνια εργάστηκα στο «Ελληνικό» ως εκπρόσωπος της Αεροφλότ. Έμαθα ελληνικά, για να μπορώ να διαβάζω τα αγαπημένα κόμικς και τους τίτλους στις αμερικάνικες ταινίες. Θα ήθελα πολύ να συνεχίσω την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά εδώ δεν υπάρχουν εγχειρίδια, βιβλία. Κάποιοι Αθηναίοι φίλοι μου είπαν ότι θα μου στείλουν βιβλία με βάση τα αγγλικά. Θαυμάζω την ικανότητα των Ελλήνων να υπόσχονται κάτι και να το ξεχνούν την ίδια στιγμή, αλλά έτσι είναι και δεν χάνω την ελπίδα να ξαναβρεθώ μια μέρα στην Ελλάδα.
Την ώρα που σου γράφω, η Σόνια στέκεται πάνω μου και μου φωνάζει να τελειώνω γρήγορα, βιάζεται να φύγει. Μένω εκεί που ξέρεις, κοντά στο σπίτι που έμενες και το τηλέφωνό μου είναι το ίδιο, αυτό που ξέρεις. Αλλά τώρα που σου γράφω θυμήθηκα ότι ποτέ δεν είχαμε τηλεφωνηθεί. Η Ελλάδα είναι η μεγάλη μας αγάπη και όποια είδηση ή όποιος άνθρωπος έρχεται από κει, μας δίνει ιδιαίτερη χαρά. Ευχαριστώ τη Σόνια που σε βρήκαμε.
Φιλικά, Εδουάρδος.
Έχεις χαιρετίσματα από τη μητέρα μου και τον θείο μου!»

«Τον αγαπούσα πολλά χρόνια, δέκα.. δεκαπέντε… από τα 17 μου, αλλά ποτέ δεν κράτησα το χέρι του και ποτέ δεν τον φίλησα. Ούτε αυτός κράτησε το χέρι μου ούτε με φίλησε!», εξηγούσε η Λένα στη Σόνια για τη σχέση της με τον Εδουάρδο. «Πλατωνικός έρωτας. Συμβαίνει», είπε η Σόνια, που ήθελε να διαβάσει το γράμμα, να μάθει τι έγραφε ο φίλος και συνάδελφός της, ο Εδουάρδος, που τελευταία δεν ήταν καθόλου καλά ψυχολογικά, όμως ντράπηκε να το ζητήσει από τη Λένα.
«Ο Εδουάρδος κάτι έπαθε με σένα. Συνέχεια με ρωτούσε αν γνωριζόμαστε. Του έχω εξηγήσει χιλιάδες φορές πως δεν σε ξέρω καλά, ότι είσαι φίλη της αδελφής μου. Ξεχνούσε τι του έλεγα και με ρωτούσε ξανά: «Πώς είναι η Λένα τώρα; έχει μακριά ή κοντά μαλλιά; Παντρεύτηκε ξανά; είναι ακόμα όμορφη;» Του είπα: «Να πας να την δεις!» «Θα ήθελα πολύ, νοσταλγώ την Αθήνα. Τρία χρόνια δούλευα εκεί. Μ’ άρεσε η Αθήνα!». Του λέω : «Τι σχέση έχει η Αθήνα; η Λένα μένει στη Θεσσαλονίκη!» και αυτός: «Η Λένα πια με ξέχασε και δεν ξέρω αν με ήθελε ποτέ».

Το ταξίδι της Σόνιας από τη Ρωσία στη Θεσσαλονίκη το 1993 με πούλμαν γεμάτο ανθρώπους σε απόγνωση, ήταν πολύ δύσκολο. Оι περισσότεροι επιβάτες ταξίδευαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα για να μείνουν για πάντα σ’ έναν τόπο επιθυμητό, όπου πίστευαν ότι θα ευτυχίσουν...
Στο πούλμαν αυτό, κανένας δεν ήταν τουρίστας. Το βαρύ κλίμα άγχους και φόβου, αλλά και ελπίδας, γέμιζε την ατμόσφαιρα απόγνωση. Μόνο ένα ζευγάρι νιόπαντρων ήταν ευτυχισμένο. Προστατευμένοι από την αγάπη, δεν τους φόβιζε καθόλου το άγνωστο… Όλο γελούσαν και φιλιόντουσαν κρυφά, αλλά όλοι τούς έβλεπαν και τους άκουγαν…
Αυτά τα τουριστικά πούλμαν, τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης, πηγαινοέρχονταν από τις χώρες της ΕΣΣΔ στην Ελλάδα σαν πύραυλοι, με δρομολόγια μακρινά. Μετέφεραν ανθρώπους και αποσκευές γεμάτες τρόφιμα - ρώσικα προϊόντα: τυριά, σαλάμια, καραμέλες. Παρόλο που ήξεραν ότι η Ελλάδα έχει τα πάντα, ήθελαν να διατηρήσουν τις μνήμες των γεύσεων και των ονομασιών των τροφίμων. Μια μεγάλη σοκολάτα «Αλιώνουσκα» μ’ ένα κορίτσι χαμογελαστό στο περιτύλιγμα - σοβιετική σοκολάτα, που μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ έπαψε να είναι τόσο νόστιμη. Νοθευμένη πλέον στις φάμπρικες ζαχαροπλαστικής που πέρασαν στα χέρια των ιδιωτών. Μόνο η ετικέτα ακόμα μιλούσε στις καρδιές των χιλιάδων ανθρώπων που μεγάλωσαν με τη σοκολάτα «Αλιώνουσκα».
------

Τον Εδουάρδο η Λένα τον ερωτεύτηκε την εποχή της ταινίας του Φελίνι «Aμαργκόρτ», ταινίας για τα αληθινά αισθήματα και τους αληθινούς ανθρώπους μέσα στη φασιστική Ιταλία. Και στην ΕΣΣΔ ήταν η εποχή που στα κινηματογραφικά έργα κυριαρχούσε η νοσταλγία για τον έρωτα και την αγάπη, έργα για αληθινές, πραγματικές σχέσεις ανθρώπων μέσα στην απόλυτα «απαγορευμένη ζώνη ελευθερίας». Την ίδια χρονιά, στις 11 Σεπτεμβρίου, έγινε το πραξικόπημα στη Χιλή. Όλα αυτά σημάδεψαν τη ρομαντική 17χρονη Λένα. Διψούσε για μια ηρωική ζωή, αλλά στην ουσία διψούσε για έναν έρωτα μεγάλο.

Τον Εδουάρδο η Λένα τον ερωτεύτηκε από μόνη της. Το βέλος του ΄Ερωτα κτύπησε μόνο αυτήν και προσπέρασε τον Εδουάρδο που δεν «κατάλαβε» (όπως πίστευε) τίποτα.
Όλα έγιναν σ’ ένα συνέδριο της κομμουνιστικής νεολαίας. Η Λένα από το βήμα του συνεδρίου μιλούσε. Ήταν εισηγήτρια. Από πάνω έβλεπε ότι οι περισσότεροι στην αίθουσα με ενδιαφέρον παρακολουθούν την ομιλία της αφήνοντας στην άκρη τα βιβλία και τις εφημερίδες που διάβαζαν να περάσει η ώρα... Βλέποντας την επιτυχία της, έγινε πιο ρητορική και όταν έφτασε στο θέμα της αλληλεγγύης για τους Χιλιανούς, είδε το ειρωνικό βλέμμα του Εδουάρδου πίσω από τα χοντρά γυαλιά μυωπίας. Φαινόταν ότι ήταν αδιάφορος για όλα αυτά που έλεγε η Λένα με το πάθος μιας ακτιβίστριας. Την φρέναρε η αδιαφορία του. Σταμάτησε - έκανε παύση και ξαφνικά αισθάνθηκε πως λούζεται από πάνω μέχρι κάτω με μια περίεργη δύναμη που την απογείωνε. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε ότι όλα αυτά που λέει από το βήμα για το μέλλον της κομμουνιστικής νεολαίας, τον αγώνα κατά του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού είναι τόσο μακριά από την πραγματική ζωή, αδιάφορα για την ίδια. Στην ουσία δεν άντεχε τον ψεύτικο κόσμο γύρω από το Κόμμα και τον Μπρέζνιεφ. ΄Ολα αυτά τα ψέματα που έλεγε η Λένα, αναγκαστικά, από το βήμα του συνεδρίου, η ψύχη της δεν τα άντεξε. Βρήκε τον Εδουάρδο, που φανερά δεν συμφωνούσε κι έμεινε εκεί, μαζί του. Κάπως έτσι έγινε.
Ξαφνικά έχασε την αυτοπεποίθησή της. Σώπασε. Όλοι περίμεναν να τελειώσει την ομιλία της, αλλά η Λένα δεν είχε ποια τη δύναμη να πει το απαραίτητο για το τέλος σύνθημα: «Ζήτω η νεολαία του ΚΚΣΕ!». Μουρμούρισε κάτι στα γρήγορα και κατέβηκε στην αίθουσα να καθίσει κάπου κοντά στον Εδουάρδο.

===
«Τι να του γράψω στην απάντηση;», σκέφτηκε. «Τι να γράψω στον άνθρωπο που τον είχα στην καρδιά μου 15 χρόνια και τώρα αδιαφορώ παντελώς;»

Άνοιξε τη γραφομηχανή της που την έφερε από τη Ρωσία, έβαλε δυο φύλλα κι ενδιάμεσα ένα καρμπόν…

«Καλημέρα Εδουάρδε!
Χάρηκα πολύ όταν η Σόνια μου έφερε το γράμμα σου! Απ’ όσο διάβασα, σε ενδιαφέρει να μάθεις πώς είμαι…. Ακριβώς τρία χρόνια πέρασαν από την ημέρα που περάσαμε τα σύνορα της Ελλάδος και ήδη βγάλαμε μικρές ρίζες, καινούριες ρίζες στον τόπο αυτόν , παρόλο που τίποτα δεν είναι σταθερό στη ζωή μου τώρα... Μαθαίνω τη νεοελληνική γλώσσα. Δουλειά δεν έχω. Βέβαια κάνω ό,τι μπορώ…. Καθαρίζω σπίτια - και τι άλλο να κάνω μέχρι να μάθω τη γλώσσα; Μην το λες σε κανέναν! Να μην το μάθουν οι μαθητές μου, γιατί με αγαπούσαν και δεν θα τους αρέσει που η καθηγήτριά τους έγινε οικιακή βοηθός στην καπιταλιστική Ελλάδα. Αλλά – ομολογώ – μέσα μου δεν ντρέπομαι καθόλου. Να σου πω, αν θα με πιστέψεις, μ’ αρέσει κιόλας! Πλένοντας τα τζάμια και τα πατώματα, νιώθω ελεύθερη. Μόνο μη με λυπάσαι! Είμαι πολύ καλά! Και δεν το λέω για να φανώ αισιόδοξη και δυνατή! Γίνεται κάτι στη ζωή μου καινούριο, που είναι για το καλύτερό μου. Το νιώθω!
Τα παιδιά μου πήγαν στο ελληνικό σχολειό και δυσκολεύονται στα μαθήματα αλλά και στην αποδοχή από τους ντόπιους μαθητές…
Χώρισα… και το ξέρεις μάλλον…
Στην Ελλάδα νιώθω πως θα κάνω πολλά πράγματα. Κάθε μέρα και καινούριοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μου. Δεν ξέρω πού θα με πάει. Πάντως δεν μετάνιωσα ούτε λεπτό που έφυγα. Τελειώνω το γράμμα και σε παρακαλώ δώσε χαιρετίσματα στη μητέρα σου και στον θείο σου. Θα χαρώ πολύ αν θα συνεχίσουμε την αλληλογραφία μας».

Όταν έγραψε και την τελευταία λέξη, κατάλαβε ότι όλο το γράμμα της δεν είναι καθόλου ειλικρινές. Στην ουσία θα ήθελε να του γράψει κάτι άλλο. Να του γράψει ένα άλλο γράμμα το οποίο θα ξεκινούσε με το υποκοριστικό του όνομα:
«Καλημέρα Έντικ! Με ξάφνιασε πολύ το γράμμα σου μετά από τόσα χρόνια.
Κάποτε πήγαινα με το αστικό λεωφορείο στο αεροδρόμιο μόνο για να σε δω. Τότε, όταν έγινες διευθυντής. Πήγαινα στο αεροδρόμιο για να σε βρω τάχα τυχαία, σου έλεγα ψέματα πως ξεπροβόδιζα κάποιον ή ήρθα να υποδεχτώ κάποιους συγγενείς. Έλεγα και άλλα χαζά για να συμπληρώσω τη σιωπή που κρατούσες εσύ… Μόνο με κοιτούσες με περιέργεια. Σαν να με λυπόσουν. Το θυμάμαι! Εγώ αισθανόμουν άβολα, αλλά δεν είχα τη δύναμη να φύγω. Ντρεπόμουν που σε ενοχλούσα, αλλά δεν έφευγα. Ήθελα να είμαι πάντα δίπλα σου, όσο περισσότερο μπορούσα. Να βλέπω τα μάτια σου πίσω από τα χοντρά γυαλιά μυωπίας. Και το χαμόγελό σου! Ήταν το ωραιότερο χαμόγελο στη ζωή μου! Αλλά εσύ, ίσως μου χαμογελούσες από ευγένεια. Έβλεπες ένα ερωτευμένο κορίτσι και της χαμογελούσες.
Ξέρεις, η ζωή μου στην Ελλάδα είναι εύκολη και δύσκολη ταυτοχρόνως. Εύκολη γιατί τώρα ξέρω τι θέλω και ζω σε παρόντα χρόνο. Αν με ρωτήσεις: «Τι θέλεις να κάνεις στο εξής;», θα απαντήσω: «Τίποτα παρά να σταθώ στα πόδια μου στη νέα μου ζωή! Έλα, αν θέλεις, να μας δεις και ίσως γνωριστούμε από την αρχή, γιατί ούτε εσύ με ξέρεις ούτε εγώ σε έμαθα ποτέ».
Το γράμμα αυτό το έγραψε νοερά – δεν το μετέφερε στο χαρτί …
Στην Ελλάδα ήταν σε μια άλλη ζωή που σαν το ποτάμι με ανοιξιάτικα νερά την παρέσυρε και το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να κρατηθεί να μην πνιγεί… Μετά έμαθε καλά να κολυμπά στα ορμητικά νερά, αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα, όταν σκλήρυνε… Ο Εδουάρδος πλέον δεν χωρούσε σε όλα αυτά που έφτιαχνε η Λένα, δεν χωρούσε και στα όνειρά της. «Καλύτερα έτσι, να μείνουμε φίλοι δι’ αλληλογραφίας», είπε στον εαυτό της.

Το γράμμα δεν πήγε στον Εδουάρδο με το ταχυδρομείο, το πρόλαβε η Σόνια: «Μην το στέλνεις! Θα το πάω εγώ. Σε 20 μέρες θα επιστρέψω και θα τον δω. Θα του πω από κοντά τα νέα σου» .
Η Σόνια έφυγε με το πούλμαν σε είκοσι μέρες. «Θα είμαι Δευτέρα εκεί, ίσως Τρίτη – Τετάρτη τον επισκεφθώ και θα του το παραδώσω», της υποσχέθηκε.

Πέρασε παραπάνω από μια εβδομάδα. Ένα βράδυ ενώ έπλενε τα πιάτα, κτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε με βρεγμένα χέρια. Ήταν η Σόνια: «Λένα μου! Ο Εδουάρδος δεν πήρε το γράμμα σου! Δεν πρόλαβε να το διαβάσει … Εγώ έφτασα τη Δευτέρα και αυτός…. Δεν θα το πιστέψεις! Αυτός πέθανε ξαφνικά από έμφραγμα την Κυριακή! Συγνώμη Λένα! Συγνώμη!», φώναζε στο ακουστικό η Σόνια. «Κλείνω! Είναι πολύ ακριβές οι κλήσεις από εδώ.»
Το ακουστικό γλίστρησε από τα βρεγμένα της χεριά. Το έπιασε. Γύρισε στην κουζίνα και συνέχισε να πλένει τα πιάτα. Ήθελε να κλάψει, αλλά δεν είχε δάκρυα.
Έπιασε τη βαριά κατσαρόλα, τη γύρισε ανάποδα για να την τρίψει απ’ έξω. ΄Ανοιξε στο τέρμα τη βρύση. Τα νερά έτρεξαν πάνω στην κατσαρόλα. Βράχηκε η μπλούζα της, έφτασαν οι σταγόνες μέχρι το πρόσωπό της. Υγράθηκαν τα χείλη και τα μάγουλά της.
«Γιατί η Σόνια μου ζήτησε συγνώμη;» Έπιασε την πετσέτα να σκουπίσει τα πιάτα, αλλά σκούπισε πρώτα το πρόσωπό της. «Σε πόσες μέρες πάει ένα γράμμα εκεί; Μια βδομάδα το πολύ. Θα μπορούσε να τον προλάβει το γράμμα μου με το ταχυδρομείο, αλλά πρώτα έλαβε αυτό το γράμμα που του έστειλα με τις θυμωμένες μου σκέψεις…»
Άνοιξε το ντουλάπι και άρχισε να ταχτοποιεί τα πιάτα και τα ποτήρια. «Δεν διάβασε το γράμμα μου. Πέθανε μια μέρα πριν φτάσει το γράμμα μου! Καλύτερα που δεν το διάβασε, γιατί ήταν ένα ψεύτικο γράμμα. Στην ουσία δεν ήθελα να πάρει από μένα κανένα γράμμα. Άργησε πολύ να με βρει!»
==

Οι αεροσυνοδοί ανακοίνωσαν ότι το αεροπλάνο ετοιμάζεται για την προσγείωση. Η Λένα «έφυγε» από τις αναμνήσεις της, γύρισε στον νεαρό άνδρα- συνεπιβάτη της, στον Αγαθάγγελο, που ακόμα διάβαζε.

-Άγγελε πιστεύεις στον έρωτα; ρώτησε.
-Ναι, πιστεύω.
- Και; Ήσουν ή είσαι ερωτευμένος;
Δεν της απάντησε αμέσως. Μετά από λίγα λεπτά είπε:
-Συνήθως ερωτευόμαστε λάθος ανθρώπους…
- Λάθος; Γιατί συμβαίνει αυτό;
- Δεν ξέρω…
- Απασχολεί πολύ την ανθρωπότητα. Εννοώ ο έρωτας. Μόνο γι’ αυτόν ζούμε, λένε…
Ο Άγγελος δεν απάντησε. Κοιτούσε επίμονα το βιβλίο του, σαν να ήθελε από κει να βρει την απάντηση και να την διαβάσει συλλαβιστά.
-Μπορεί στην ουσία να μη συμβαίνει τίποτα και να είναι μια ιδέα, ένα αίσθημα που δημιουργούμε μέσα μας οι ίδιοι. Δημιουργούμε έναν έρωτα σαν τη μουσική για να μας συνοδεύει στη ζωή που δεν αντέχεται χωρίς αγάπη, είπε.

Η Λένα γύρισε το βλέμμα της στην αεροσυνοδό που έκανε προσεκτικό έλεγχο στους επιβάτες, αν δέθηκαν με τις ζώνες ασφαλείας.

- Έχεις δίκαιο. Είναι σαν τη μουσική που μας γεμίζει την ψυχή. Και δεν μπορούμε να περιμένουμε από τη μουσική τίποτα παρά μόνο να υπάρχει για να την ακούμε.

Η αεροσυνοδός ήταν πολύ επίμονη στον έλεγχο και είχε δίκιο, γιατί όταν πλησίασε τη Λένα και τον Άγγελο, οι δυο τους ακόμα δεν είχαν δέσει τις ζώνες τους… Η αεροσυνοδός στεκόταν μπροστά μέχρι που έβαλαν τις ζώνες. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλείς αυτοί οι δύο, που δεν άκουσαν τις εντολές του πιλότου.

Θεσσαλονίκη, 2016

auhtor Σοφία_Προκοπίδου 



1 Ιουλ 2019

Βλαντικαφκάζ: Παιδιά του “Προμηθέα” στη Βόρεια Οσετία. Μια μικρή “Ελλάδα” της Διασποράς


Η μουσική του «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη ηχεί στο μαρτυρικό Μπεσλάν, στην περιοχή του νέου ολοήμερου σχολείου με την επωνυμία «Γιάννης Κανίδης». Η μικρή πόλη- κωμόπολη της πρωτεύουσας της Βόρειας Οσετίας, Βλαντικαφκάζ, είναι γνωστή σε όλον το κόσμο για τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν εκεί πριν 15 χρόνια, με θύματα 143 παιδιά και ακόμη εκατοντάδες αθώους διάφορων ηλικιών. Εκεί έφτασε πρόσφατα η ελληνική αποστολή, που συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τα 30 χρόνια της λειτουργίας του Ελληνικού Συλλόγου «Προμηθέας».


«Είμαστε παιδιά του Ζορμπά αλλά πρώτα του Προμηθέα! Για να είσαι Έλληνας, να είσαι Πόντιος, πρέπει να έχεις την ψυχή, την αντοχή και τη δημιουργικότητα» λέει στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων «Προμηθέας» της πόλης Βλαντικάφκάζ, Γιώργος Ασλανίδης.
Μπεσλάν -μια μικρή πόλη με το μεγαλύτερο μνημείο για τα θύματα της τρομοκρατίας
Το νέο σχολείο στο Μπεσλάν είναι ολοήμερο, δημοτικό και γυμνάσιο μαζί, στο ίδιο κτήριο. Το φωτεινό αυτό σχολείο, με τους ολυμπιακούς κύκλους στην πρόσοψη του κτηρίου, έχει αθλητική κατεύθυνση. Το λένε «ελληνικό σχολείο», γιατί οικοδομήθηκε με την έμπρακτη συμμετοχή του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος. Ονομάζεται «Γιάννης Κανίδης» - από το όνομα του Έλληνα δασκάλου, που όταν συνέβη η ομηρία, δεν εγκατέλειψε τους μαθητές του... Και διευθυντής του σχολείου είναι σήμερα ο γιος του ήρωα δασκάλου, ο Κωνσταντίνος Κανίδης.

«Έχουμε 300 παιδιά. Αλλά λίγα ελληνόπουλα, γιατί ελάχιστες οικογένειες Ελλήνων Ποντίων μένουν στο Μπεσλάν. Μαθαίνουμε τους ελληνικούς χορούς, τα τραγούδια για τις γιορτές μας, αλλά, δυστυχώς, δεν έχουμε μαθήματα της ελληνικής γλώσσας, που θα ήταν πολύ καλή ευκαιρία για τους μαθητές -Οσέτιους να μυούνται στον ελληνικό πολιτισμό» λέει ο Κωνσταντίνος Κανίδης στη συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και συμπληρώνει: «Έχω μεγάλη επιθυμία να γίνει αδελφοποίηση με ένα ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα, ίσως σαν το δικό μας, με κατεύθυνση τον αθλητισμό και η ποδοσφαιρική μας ομάδα να παίξει αγώνα με μια σχολική ομάδα από την Ελλάδα!»
Οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι μαζί στην "Πόλη των Αγγέλων"

Μετά την ξενάγηση στο Νέο Σχολείο, που έγινε μέσα στη χαρά της γιορτής, επισκεπτόμαστε την Πόλη των Αγγέλων: ένα νεκροταφείο -μνημείο.
Το Μπεσλάν έχει το μεγαλύτερο νεκροταφείο στη Ρωσίας -ίσως και ολόκληρου του κόσμου- με τάφους παιδιών θυμάτων των τρομοκρατών . Στην «Πόλη των Αγγέλων» -όπως αποκαλείται το νεκροταφείο- θάφτηκαν 266 άνθρωποι που σκοτώθηκαν κατά την τρομοκρατική επίθεση στις 1-3 Σεπτεμβρίου 2004.
Είναι ένα σπάνιο νεκροταφείο στο Βόρειο Καύκασο, όπου οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι «βρίσκονται» μαζί.
Εδώ δεν υπάρχουν μουσουλμάνοι ούτε χριστιανοί, είναι παιδιά. Καθαρές ψυχές... Και οι άνθρωποι έρχονται όλοι - χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Έρχονται με δάκρυα, αφήνοντας λουλούδια και μπουκάλια νερού στο μνημείο «Το δέντρο της θλίψης», δωρεά από παιδιά της Αρμενίας.
«Τα παιδιά διψούσαν. Η δίψα για το νερό κάποιες στιγμές ήταν μεγαλύτερη κι από τη δίψα της ζωής» λένε οι μάρτυρες της τραγωδίας που επέζησαν.
Το παλιό μαρτυρικό κτήριο του Σχολείου «Ν 1» , με το κλειστό γυμναστήριο και γήπεδο μπάσκετ, είναι και αυτό μνημείο για τα θύματα της τραγωδίας. Εδώ κρατούσαν τρεις μέρες σε ομηρία τα παιδιά. «Εδώ ο πατέρας μου ήταν με τους μαθητές. Δεν ήθελε να φύγει, αφήνοντας τα αθώα πλάσματα μόνα τους» λέει ο Κωνσταντίνος Κανίδης για τον πατέρα του, Γιάννη, που έχασε τη ζωή του στις 3 Σεπτεμβρίου 2004, αρνούμενος όπως λέει να βγει από το σχολείο, ενώ οι τρομοκράτες αποφάσισαν να τον αφήσουν ελεύθερο. «Αφιέρωσε όλη τη ζωή του στον αθλητισμό και την εκπαίδευση. Έπαιζε ποδόσφαιρο, έκανε στίβο, πυγμαχία. Αυτή την αγάπη τη μετέφερε στα παιδιά και δεν μπορούσε να διανοηθεί να τα αφήσει αβοήθητα ... Ήδη από τα πρώτα λεπτά της επίθεσης είχε καταφέρει να κλειδώσει κάποιους σε μια αίθουσα, από όπου έφυγαν σώοι. Είμαστε περήφανοι για τον πατέρα μας!» λέει ο Κωνσταντίνος.
Όταν η τραγική ιστορία της ανθρωπότητας γίνεται μια προσωπική ιστορία

Μια από της καθηγήτριες του σχολειού είναι η Χουτσίστοβα Σβέτα. Η εξηντάχρονη Σβέτα ακόμα διδάσκει Ιστορία στο ίδιο σχολείο και, όπως λέει, ουδείς θα μπορούσε να φανταστεί πως η μεγάλη τραγική ιστορία της ανθρωπότητας στις αρχές του 21 αιώνα θα γίνει για πολλές οικογένειες στο Μπεσλάν μια προσωπική ιστορία.
«Τον μοναδικό μου γιο, τον Αζάμ, τον έχω ήρωα στην καρδιά μου. Τον σκότωσαν οι απάνθρωποι, οι τρομοκράτες. Αρνήθηκε να κάνει την καλωδίωση για τα εκρηκτικά, που έβαζαν στο κλειστό γήπεδο του σχολείου με τους ομήρους» αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Χουτσίστοβα Σβέτα.
Ενώ μιλάει, τρέμουν τα χείλη της και τα μάτια δακρύζουν. «Μήπως να διακόψουμε τη συνέντευξη, αν σας είναι δύσκολο να μιλάτε;" ρωτάμε τη τραγική μάνα του μαρτυρικού Μπεσλάν. «Όχι! Θέλω να μιλήσω, να μάθει ο κόσμος περισσότερα για την τραγωδία μας, για να μη συμβεί ξανά και ποτέ!" λέει, σκουπίζοντας τα δάκρια και συνεχίζει: «Ο Αζάμ δεν μπορούσε να μείνει αδρανής, μόλις ακούσαμε τους πυροβολισμούς -αφού μέναμε πολύ κοντά στο σχολείο- έτρεξε προς τα κει. Είχε καταλάβει ότι έγινε κάτι πολύ κακό. Αμέσως προσπάθησε να βοηθήσει τα παιδιά, να ξεφύγουν από τους τρομοκράτες. Δυστυχώς συνέλαβαν και αυτόν ... Ήταν μαζί με όλους 1.116 ομήρους των 32 τρομοκρατών στο κλειστό γήπεδο. Τού δώσανε εντολή να βοηθήσει στην καλωδίωση των εκρηκτικών. Αρνήθηκε. Όλα αυτά μου είπε μετά μια κοπέλα που επέζησε. Ένας τρομοκράτης υπό την απειλή όπλου τον έβγαλε έξω από το κτήριο. Εκεί ο Αζάμ προσπάθησε να αφοπλίσει τον τρομοκράτη. Αμέσως εμφανίστηκαν άλλοι τρεις. Δεν χρειάζονται ηρωισμοί, δεν θέλουμε ήρωες, γονάτισε!" του είπαν. Ο Αζάμ αρνήθηκε να γονατίσει. Πάντα του μάθαινα να είναι περήφανος, παλικάρι! Να ξέρει να στηρίζει και να βοηθάει τους αδύναμους , να σέβεται τους μεγαλύτερους. Ο γιος μου δεν γονάτισε και τον πυροβόλησαν στα πόδια με αυτόματα όπλα. Έπεσε. Μετά ένας τέρας με μια σφαίρα του πιστόλι τον πυροβόλησε στο κεφάλι» ...
«Και πώς είναι τώρα, μετά την απώλεια του 23 χρόνου γιου της, αλλά και πολλών μαθητών της»; ρωτάμε. «Στον νου μου δεν χωράει ακόμα το κακό που μας βρήκε, τόσοι άνθρωποι, τόσο παιδιά της μικρής μας πόλης χάθηκαν άδικα. Δεν υπάρχει δικαιολογία στην απανθρωπιά, αλλά ταυτόχρονα νιώθω ...ευτυχισμένη, που μεγάλωσα ένα παλικάρι, που δεν γονάτισε μπροστά στο κακό, δεν πρόδωσε τις αρχές του, αρνήθηκε στις εντολές των δολοφόνων. Πιστεύω, το κάλο θα κερδίσει στο τέλος, πιστεύω στο μέλλον, ειδικά όταν βλέπω την κόρη του Αζάμ, εγγονή μου, που μεγάλωσε και έγινε 18 χρόνων. Και πώς αρνιόμουν να παντρευτεί, πολύ νέος ήταν! λέει και το χαμόγελο ανθίζει στο μόνιμα θλιμμένο πρόσωπο της: «Αλλά ο Αζάμ επέμενε και παντρεύτηκε, ήταν πολύ ερωτευμένος!»
Πίσω στα τραγικά γεγονότα μας φέρνει και μια άλλη μαρτυρία...Η Άνζελα Ντιγκούροβα και η κόρη της, Τζεράσα, σήμερα 21 ετών, στάθηκαν τυχερές. Είναι επιζήσασες του θρίλερ του Μπεσλάν. Σε λίγο η Τζεράσα θα αποφοιτήσει από την Ιατρική Ακαδημία του Βλαντικαφκάζ. Η μητέρα της εργάζεται στο Δημαρχείο του Μπεσλάν. Όλα καλά και, όμως λέει, η ζωή τους είναι χωρισμένη στα δυο: στο «πριν» και το «μετά».
Έδωσε τη συνέντευξη με απόλυτη πεποίθηση πως πρέπει όλος ο κόσμος να μάθει για την τραγωδία από την οποία επέζησαν. «Ήμουν και εγώ αιχμάλωτη μαζί με την τότε εξάχρονη κόρη μου. Ένας φόβος του θανάτου του παιδιού σου, που δεν μπορείς να προστατέψεις, είναι κάτι, που δεν θα ήθελα να το νιώσει καμία μάνα στον κόσμο... Καθόμασταν κάτω στο ξύλινο πάτωμα του γυμναστηρίου με τα βλέμματα κατεβασμένα,οι τρομοκράτες απαγόρευαν να ανεβάζουμε κεφάλια και να κοιτάμε γύρω. Μέσα στην αφόρητη ζέστη, δεν είχαμε νερό... Και όταν δεν μπορείς να δώσεις νερό στο παιδί που διψάει, είναι και αυτό - τραγικό. Όταν ξεκίνησε η επιχείρηση των ομοσπονδιακών δυνάμεων για την απελευθέρωση μας και έσκασε η πρώτη βόμβα, το παιδί μου ανατινάχτηκε και πετάχτηκε από ωστικό κύμα έξω από το παράθυρο, εγώ έτρεξα να τη σώσω, αλλά τραυματίστηκα από τα θραύσματα, έχασα τις αισθήσεις».
Γιορτή χαράς και μνήμης

Στο τριήμερο γιορτασμών για τα 30 χρόνια του Ελληνικού Συλλόγου της Βόρειας Οσετίας «Προμηθέας», έφτασαν εκπρόσωποι πολλών ελληνικών συλλόγων από το την επικράτεια της Ρωσίας, αλλά και από την Ελλάδα. Στις εκδηλώσεις παραβρέθηκαν ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Νοβοροσίσκ, Στέλιος Γαβριήλ και ο γενικός πρόξενος της Κύπρου στο Κρασνοντάρ, Ηλίας Μαυροκέφαλος. Επίσης η υπεύθυνη Ευρώπης της Γενικής Γραμματέας Απόδημου Ελληνισμού, Εύα Παπαδάτου. 
Στο πλαίσιο του εορτασμού, πραγματοποιηθήκαν δυο ημερίδες, για την Επιχειρηματικότητα και τις οικονομικο- εμπορικές συνεργασίας Οσετίας -Ελλάδος και η Επιστημονική ημερίδα «Ιστορικοί δεσμοί της Οσετίας , του Καυκάσου και της Ελλάδος», στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Βόρειας Οσετίας.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της ημερίδας, ο επίκουρος καθηγητής της Έδρας Ποντικών Σπουδών του ΑΠΘ, Κυριάκος Χατζηκυριακίδης, είπε: «Οι στόχοι της έδρας μας είναι η εξωστρέφεια, συνεργασίες ειδικά με τα πανεπιστήμια εξωτερικού και τα πανεπιστήμια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης . Θέλουμε τη συνέχιση αυτής της επικοινωνίας γιατί μας ενδιαφέρει να βρούμε στοιχειά στα τοπικά αρχεία, να γίνει γνωστή η δραστηριότητα μας αλλά να μάθουμε και για τις δραστηρίοτητες εδώ πανεπιστημίου. Ήταν η πρώτη μας επαφή, στο μέλλον ελπίζουμε ότι θα υπογράψουμε σύμφωνο συνεργασίας των δυο πανεπιστήμων για έρευνες αλλά και την ανταλλαγή των φοιτητών» .

Ενώ ο αντιπρύτανης του Κρατικού Πανεπιστήμιο της Βόρειας Οσετίας - Αλάνιας, Αλάν Ουαντάτη, είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο είναι για μας πολύ σημαντικός εταίρος. Μέχρι σήμερα δεν είχαμε συνδέσεις με τα ελληνικά πανεπιστήμια. Καταρχάς μας ενδιάφερε η συνεργασίας την Έδρα Ποντικών Σπουδών με την οποία μπορούμε άριστα να συνεργαστούμε σε θέματα κοινού επιστημονικού ενδιαφέροντος» και συμπλήρωσε : «Θα πάμε από μικρά βήματα στα μεγάλα και ελπίζω θα καταφέρουμε μια σημαντική συνεργασία!».
Στα βήματα των προγόνων

«Να αγαπάς τους ανθρώπους, όπως ο Προμηθέας που τους έδωσε τη φωτιά, να αντέχεις, σαν το Προμηθέα τις ταλαιπωρίες, τις εξορίες και τους θανάτους και να δημιουργείς, όπου βρίσκεσαι, είναι αυτό που κρατάει τους Πόντιους» λέει ο γεωλόγος από την Αθήνα, Βασίλειος Κωνσταντινίδης, που χαρακτήρισε το ταξίδι του στο Βλαντικαφκάζ «προσκύνημα».

Ταξίδεψε μακριά από την Ελλάδα στην αναζήτηση της ιστορίας των προγόνων του. «Στους τόπους εδώ ζούσανε οι παππούδες μου. Από τη μητέρα και τον πατέρα Πόντιος!" λέει με μεγάλη χαρά. «Και οι δυο γεννήθηκαν στα μέρη του Καυκάσου, ο πατέρας στο Βατούμι της Γεωργίας, ενώ η μητέρα στο Γρόζνι της Τσετσενίας . Οι ρίζες μου είναι στο χωριό Χάσαρα,της Αργυρούπολης του Πόντου. Πάρα πολλοί συγγενείς και συγχωριανοί μου, περάσαν από τον Πόντο στη Ρωσία μεταξύ του 1990 και το 1910 . Οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν στο Γκρόζνι , κάποιοι στο Βλαντικαφκάζ και οι άλλη στο Γεσεντουκί , Πιατιγκόρσκ και το Κισλοβότσκ. Η μητέρα μου γεννήθηκε στο Γρόζνι το 1932 και το 1937 γύρισε με τους γονείς της στην Ελλάδα. Αλλά μετά από τόσα χρόνια, ακόμα παραμένουν εδώ οι απόγονοι μου από το χωρίο Χάσαρα» λέει, ενώ βγάζει φωτογραφία με συγγενή του που βρήκε στο Βλαντικάφράζ.
«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική»
Στα 30 χρόνια λειτουργίας του Ελληνικού Συλλόγου «Προμηθέας» έγιναν πολλές αλλαγές στη χώρα, η Σοβιετική Ένωση διασπάστηκε, αλλά η Ρωσία, όπως και η περιφέρεια της Βόρειας Οσετίας, συνέχιζαν να δημιουργούν με τους ανθρώπους που ζούσαν σε αυτές και να συνυπάρχουν παρά τις όποιες διαφορές.
Η δασκάλα της ελληνικής γλώσσας, επί 30 χρόνια στο Σχολείο του "Προμηθέας", η Μπέλα Παρθένοβα - Μιχαηλίδου, γεννήθηκε στην Ελλάδα, στο Βόλο. Οι γονείς της είχαν καταγωγή το Βλαντοικάυκαζ και έφυγαν το 1937 στην Ελλάδα, αλλά γύρισαν πίσω στη Ρωσία το 1952. «Ήμουν 14 χρόνων, τα ελληνικά είναι η μητρική μου γλώσσα, μια, που μετά στο σπίτι, εδώ στη Ρωσία, μόνο νεοελληνικά μιλούσαμε» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Την ελληνική γλώσσα στο σχολείο του Συλλόγου «Προμηθέας» μαθαίνουν περίπου 90 παιδιά, και όπως λέει η κυρία Μιχαηλίδου, στα 30 χρόνια της λειτουργίας του Σχολείου, πέρασαν πάρα πολλά ελληνόπουλα αλλά και παιδιά άλλων εθνικοτήτων: Οσέτιοι , Αρμένιοι , Ρώσοι, που μάθανε ελληνικά.
Εκτός του Σχολείου της Ελληνικής Γλώσσας, ο σύλλογος έχει χορευτικά τμήματα και θεατρικό θίασο, όπου μέχρι πρόσφατα ανεβάζαν ελληνικά έργα. «Το μόνο που φέτος δεν ανεβάσουμε κανένα έργο, γιατί οι ''ηθοποιοί'' μας έφυγαν για σπουδές και κάποιοι άλλοι μετανάστεψαν στην Ελλάδα» λέει η Μπέλα Μιχαηλίδου.


Η Ορθοδοξία στην Βόρεια Οσετία
Το υψηλότερο μοναστήρι στη Ρωσία είναι το Μοναστήρι Κοιμήσεως Θεοτόκου της Μητρόπολης του Βλαντικαφκάζ, που βρίσκεται στα βουνά της Βόρειας Οσέτιας, στο χωριό Khidikus, στο φαράγγι Kurtatinsky. Πολλοί Ρώσοι επισκέπτονται τη Μονή για προσκύνημα, αλλά έρχονται και για τουρισμό, με γκρουπ. Η Μονή ανήκει στην πολιτιστική κληρονομιά της Οσετίας. Έχει το αντίγραφο μιας εικόνας της Παναγιάς, που από πολλούς θεωρείται θαυματουργή. «Το πρωτότυπο χάθηκε» μας λέει ο ηγούμενος, ιερομόναχος Στέφανος ( Dzugkoev), που φιλοξένησε την ελληνική αποστολή στην τραπεζαρία, προσφέροντας ένα ωραίο μοναστηριακό γεύμα. Χαμογελαστός άνθρωπος, μας δέχτηκε σαν αδελφός. Η Αλάνια-Οσετία είναι ένα από τα παλαιότερα λίκνα του Χριστιανισμού. «Η διδασκαλία του Χριστού στη χώρα μας προήλθε από τους αποστόλους Ανδρέα και Συμεών. Οι πρώτοι Οσέτιοι βαπτίστηκαν ορθόδοξοι το 916» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Ηγούμενος. Χάρη στον Χριστιανισμό, οι Οσέτιοι έχουν αλφάβητο με βάση το ελληνικό αλφάβητο. «Η Μόνη μας είχε ιδρύθηκε το 19 αιώνα», συνεχίζει ο Ιερομόναχος Στέφανος, «αλλά αρχικά βρισκόταν στο Μπεσλάν, πρόσφατα μεταφέρθηκε σε αυτό το απόμακρο μέρος».
Μας οδηγεί στο ναό της Μονής, που είναι γεμάτος σκαλωσιές: «Όπως βλέπετε, στολίζουμε το Ναό με τις τοιχογραφίες, είναι βυζαντινής σχολής!»
Ένας Έλληνας Οσετιανός
Το ταξίδι μας στη Οσετία ξεκίνησε από την άφιξη στο αεροδρόμιο του Βλαντικαφκάζ, που βρίσκεται στην περιοχή του Μπέσλαν και ονομάζεται «Μπεσλάν». Μας περίμενε ένας νεαρός άνδρας, που συστήθηκε σε άψογα νεοελληνικά: «Δημήτρης αλλά και Ζαούρ Μπολάτωφ! Είμαι Έλληνας, αλλά είμαι... Οσέτιος!». Στη διαδρομή μίλησε για τη ζωή του. «Η μητέρα μου- Οσέτια -μετανάστευσε στην Ελλάδα παρέα με φίλους της Έλληνες τα χρόνια της μεγάλης κρίσης της διάλυσης της ΕΣΣΔ, το 1991. Ζούσαμε στο Διδυμότειχο, μετά Αλεξανδρούπολη. Από τα οκτώ χρόνια μου μεγάλωνα στην Ελλάδα, πήγα στο σχολείο, γυμνάσιο και Τεχνικό Λύκειο. Την ελληνική υπηκοότητα την πήρα το 1915. Η ελληνική γλώσσα είναι η μητρική μου γλώσσα, ενώ τα οσετιανά και τα ρωσικά τα "θυμήθηκα" πρόσφατα, όταν, εξαιτίας τις οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, μετακόμισα (ελπίζω προσωρινά ) στο Βλαντικαφκάζ, που εργάζομαι με τον πατέρα μου (σ.σ. οι γονείς του ήταν χωρισμένοι)» .
Ο Οσέτιος Δημήτρης ή Ζαούρ Μπολάτωφ, για να μη χάσει την επαφή με το ελληνικό στοιχείο, γράφτηκε στο ελληνικό σύλλογο «Προμηθέας», όπου πλέον είναι ενεργό μέλος. Τελικά που βλέπεις το μέλλον σου; τον ρωτάμε. Και απαντάει χωρίς δεύτερη σκέψη: «στην Ελλάδα! Με περιμένει εκεί ο πεντάχρονος μου γιος!»
Σοφία Προκοπίδου
1/07/ 2019 



Μυστική οργάνωση «Παιδαγωγική Εταιρία»

  Ο ανακριτής Νικόλαϊ Νικολαγεβίτς φαινόταν ευγενικός άνθρωπος. Όταν μιλούσε, δεν ανέβαζε τη φωνή του. Ήταν αξιωματικός της ΚGB, ενώ έμοιαζε...