26 Σεπ 2019

Ο Εδουάρδος




Επιστρέφουν άνθρωποι...
Κάποιοι ως ανάμνηση,
Άλλοι σαν το άκουσμα.
Μερικοί σε φωτογραφία.
Πολύ λίγοι – οι ίδιοι,
όπως έφευγαν.
Όχι ακριβώς,
ίσως, θα φορούν το ρούχο ανάποδα ,
το καπέλο στραβά,
θα έχουν μια τρύπα στο παντελόνι,
και τα μαλλιά αχτένιστα ξηρά…

Αλλά το βλέμμα θα είναι το ίδιο
με θαμμένη μέσα την αγάπη… 



Αυτήν τη φορά η Λένα θα πήγαινε στην Κριμαία σ’ ένα συνέδριο ιστορίας. Δεν είχε απευθείας πτήσεις, μόνο με ανταπόκριση μέσω του Ροστόφ ή της Μόσχας. Επέλεξε το Ροστόβ, που ήταν πιο κοντά στην Κριμαία, αλλά χρειαζόταν ολόκληρες 10 ώρες να περιμένει σ’ ένα μικρό επαρχιακό αεροδρόμιο μέχρι την πτήση για τη Συμφερούπολη. Αυτή η δεκάωρη αναμονή την προβλημάτισε. Σκέφτηκε να μην πάει καθόλου σε αυτό το συνέδριο, αλλά ξαφνικά βρέθηκε «συνοδός». «Είναι ένας ιστορικός. Να κανονίσεις να έρθετε μαζί στο συνέδριο», είπε στο τηλέφωνο ο Ίγκορ, που οργάνωνε το συνέδριο αυτό.

Ήταν ο Αγαθάγγελος. Της είπε να μην μπερδεύεται και να τον φωνάζει απλά «Άγγελο». Ευγενέστατος, κανόνισε αμέσως τα εισιτήρια και όλες τις λεπτομέρειες του ταξιδιού.
«Δέκα ώρες αναμονής! Τι θα κάνουμε σε μια πόλη, όπως το Ροστόβ;», γκρίνιαζε η Λένα στο τηλέφωνο.
«Θα δούμε… Θα πάμε σε κάποιο μουσείο της πόλης, θα περπατήσουμε, θα πιούμε καφέ, αφού παρέα θα είμαστε, κάτι θα βρούμε να κάνουμε!», την παρηγορούσε ο Άγγελος.
Για πρώτη φορά συναντήθηκαν την ημέρα του ταξιδιού, νωρίς το πρωί στο αεροδρόμιο. Ο Άγγελος πέρασε να την πάρει με ταξί. «Κάποιον μου θυμίζει! Και το σκύψιμο του κεφαλιού του… Κάπου τον είδα! Και αυτό το βλέμμα που «σε διαβάζει»… Η Λένα έκανε την «ανασκόπησή της», παρόλο που από την πρώτη στιγμή είχε καταλάβει πως ο Άγγελος μοιάζει απόλυτα με τον Εδουάρδο! Και η μύτη του ήταν κομψή και μικρή και τα γυαλιά μυωπίας σαν του Εδουάρδου. Θα μπορούσε να είναι ο δίδυμος αδελφός του ή ο γιος του.

Σ’ ένα μισάωρο, πριν μπουν στο αεροπλάνο, η Λένα πρόλαβε να του πει πολλά για τον εαυτό της και για το ρεπορτάζ που θέλει να κάνει. Ο Άγγελος δεν μιλούσε, αλλά ήταν καλός ακροατής. Με δυο – τρεις ατάκες, της έδωσε να καταλάβει πως πολύ καλά « απορροφούσε » ό,τι του έλεγε.
«Πολύ τυχερή!» σκέφτηκε η Λένα: «Καταλαβαινόμαστε, όλα θα πάνε καλά!»

Οι αεροσυνοδοί τής φάνηκαν ωραίες νεράιδες. Μπορεί να ήταν και η καλή της διάθεση... Δεν ήθελε να κοιμηθεί, ούτε να διαβάσει. Έκλεισε τα μάτια και θυμήθηκε τον Εδουάρδο. Της ήρθε η μορφή του, αλλά θολά. Γύρισε στον Άγγελο που διάβαζε. Τον μελέτησε αδιάκριτα, αλλά με τρυφερά αισθήματα. Η καρδιά της, σταγόνα – σταγόνα γέμιζε με αγάπη. Είχε καιρό να αισθανθεί αγάπη. «Ο Αγαθάγγελος πρέπει να είναι μεγαλύτερος στην ηλικία από τον Εδουάρδο, τότε, που τον είχα δει τελευταία στην οδό Λένιν, πριν φύγω για την Ελλάδα», σκέφτηκε.
Ο Αγαθάγγελος σήκωσε το κεφάλι του από το βιβλίο και της χαμογέλασε: «Θέλεις κάτι να μου πεις;» «Όχι! Στ’ αεροπλάνα συνήθως κοιμάμαι, δεν μιλώ... Και τώρα θα κοιμηθώ! Σε πειράζει που θα κοιμηθώ;», του απάντησε χαμογελαστά κι έκλεισε τα μάτια της.

Η τελευταία φορά που μίλησε για τον Εδουάρδο ήταν πριν πέντε χρόνια, όταν σε μια παρέα γνώρισε τον φίλο του, τον κολλητό του, τον Βασίλη. Ο Βασίλης, μόλις έμαθε το ονοματεπώνυμό της, εξέφρασε έναν ενθουσιασμό: «Εσύ είσαι η πολυσυζητημένη Λένα; Μα ο φίλος μου, ο Εδουάρδος, για σένα μιλούσε συνέχεια! Ήταν ερωτευμένος μαζί σου! Άτυχος στον γάμο του…». Η Λένα τότε κοκκίνισε σαν μικρό κορίτσι: «Ποτέ δεν ήταν ερωτευμένος με μένα, ποτέ δεν κατάλαβα κάτι τέτοιο», του είπε. Ο Βασίλης επέμενε: «Αυτό δεν το ξέρεις! Δεν τολμούσε να σε πλησιάσει, γιατί εσύ παντρεύτηκες. Αυτός παντρεύτηκε μετά».
.
Αυτήν τη μέρα λυτρώθηκε. Μετά από 20 χρόνια περίπου δικαιώθηκε: «Άρα ο Εδουάρδος με αγαπούσε! Δεν ήμουν μόνο εγώ που τον σκεφτόμουνα χρόνια…»

Η Λένα ήταν δεκαεπτάχρονο κορίτσι όταν ερωτεύτηκε τον Εδουάρδο. Είχε φτιάξει στο μυαλό της ένα πολύ ωραίο σενάριο της ζωής της μαζί του. Μέσα σε αυτό έβαλε και τη μητέρα του, που και αυτήν την αγάπησε, γιατί ήταν η μητέρα του. Ήταν τα παιδιά που θα κάνανε μαζί, δεν θυμόταν πόσα παιδιά θα ήταν αυτά που θα κάνανε, δεν είχε προσδιορίσει το φύλο των παιδιών. Μέσα σε αυτό το σενάριο ήταν όλοι οι φίλοι του και οι φίλες της… Όλη η ζωή μαζί του!
Θυμήθηκε το ποίημα που του έγραψε κάποτε, αλλά δεν του το έδωσε ποτέ.

Μετά θυμήθηκε πως ο Εδουάρδος της έγραφε γράμματα όταν αυτή σπούδαζε μακριά. Το περιεχόμενο πάντα ήταν φιλικό. «Δεν πίστεψα ποτέ ότι έχει αισθήματα για μένα», ομολόγησε στον εαυτό της για πρώτη φορά. «Και γιατί να μου γράφει γράμματα; Αλλά ήθελε να αγγίξει τον κόσμο μου, εμένα…»

«Καφέ, τσάι;», άκουσε από πάνω της. Οι «νεράιδες» του αεροπλάνου κερνούσαν τους επιβάτες. Πήρε καφέ, φυσικά. Ο Αγαθάγγελος, τσάι.
«Δεν έχω εμπιστοσύνη στα αισθήματα κανενός, ούτε σε αυτών που αγαπώ», σκέφτηκε. Θυμήθηκε το γράμμα του Εδουάρδου που έφερε η Σόνια από την πατρίδα. Το έχει ακόμα, το έμαθε απ’ έξω.

«Καλημέρα, Λένα.
Μην ξαφνιάζεσαι - είμαι ο Εδουάρδος. Αποφάσισα να σου γράψω, όταν συνάντησα τη Σόνια, που έφευγε για τη Θεσσαλονίκη. Άκουσα πολλά καλά λόγια για σένα από τους κοινούς μας φίλους - την Τάνια και την οικογένειά της - αλλά δεν είχα ποτέ τη διεύθυνσή σου. Πολλοί φίλοι φεύγουν στην Ελλάδα, αλλά χωρίς την διεύθυνση, πώς μπορεί κανείς να σε βρει;
Η Σόνια μου μίλησε για σένα, για τη δουλειά σου, την οικογένειά σου. Φαντάζομαι πόσες δυσκολίες περάσατε στην αρχή! Εγώ, όπως ξέρεις, πριν τρία χρόνια εργάστηκα στο «Ελληνικό» ως εκπρόσωπος της Αεροφλότ. Έμαθα ελληνικά, για να μπορώ να διαβάζω τα αγαπημένα κόμικς και τους τίτλους στις αμερικάνικες ταινίες. Θα ήθελα πολύ να συνεχίσω την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά εδώ δεν υπάρχουν εγχειρίδια, βιβλία. Κάποιοι Αθηναίοι φίλοι μου είπαν ότι θα μου στείλουν βιβλία με βάση τα αγγλικά. Θαυμάζω την ικανότητα των Ελλήνων να υπόσχονται κάτι και να το ξεχνούν την ίδια στιγμή, αλλά έτσι είναι και δεν χάνω την ελπίδα να ξαναβρεθώ μια μέρα στην Ελλάδα.
Την ώρα που σου γράφω, η Σόνια στέκεται πάνω μου και μου φωνάζει να τελειώνω γρήγορα, βιάζεται να φύγει. Μένω εκεί που ξέρεις, κοντά στο σπίτι που έμενες και το τηλέφωνό μου είναι το ίδιο, αυτό που ξέρεις. Αλλά τώρα που σου γράφω θυμήθηκα ότι ποτέ δεν είχαμε τηλεφωνηθεί. Η Ελλάδα είναι η μεγάλη μας αγάπη και όποια είδηση ή όποιος άνθρωπος έρχεται από κει, μας δίνει ιδιαίτερη χαρά. Ευχαριστώ τη Σόνια που σε βρήκαμε.
Φιλικά, Εδουάρδος.
Έχεις χαιρετίσματα από τη μητέρα μου και τον θείο μου!»

«Τον αγαπούσα πολλά χρόνια, δέκα.. δεκαπέντε… από τα 17 μου, αλλά ποτέ δεν κράτησα το χέρι του και ποτέ δεν τον φίλησα. Ούτε αυτός κράτησε το χέρι μου ούτε με φίλησε!», εξηγούσε η Λένα στη Σόνια για τη σχέση της με τον Εδουάρδο. «Πλατωνικός έρωτας. Συμβαίνει», είπε η Σόνια, που ήθελε να διαβάσει το γράμμα, να μάθει τι έγραφε ο φίλος και συνάδελφός της, ο Εδουάρδος, που τελευταία δεν ήταν καθόλου καλά ψυχολογικά, όμως ντράπηκε να το ζητήσει από τη Λένα.
«Ο Εδουάρδος κάτι έπαθε με σένα. Συνέχεια με ρωτούσε αν γνωριζόμαστε. Του έχω εξηγήσει χιλιάδες φορές πως δεν σε ξέρω καλά, ότι είσαι φίλη της αδελφής μου. Ξεχνούσε τι του έλεγα και με ρωτούσε ξανά: «Πώς είναι η Λένα τώρα; έχει μακριά ή κοντά μαλλιά; Παντρεύτηκε ξανά; είναι ακόμα όμορφη;» Του είπα: «Να πας να την δεις!» «Θα ήθελα πολύ, νοσταλγώ την Αθήνα. Τρία χρόνια δούλευα εκεί. Μ’ άρεσε η Αθήνα!». Του λέω : «Τι σχέση έχει η Αθήνα; η Λένα μένει στη Θεσσαλονίκη!» και αυτός: «Η Λένα πια με ξέχασε και δεν ξέρω αν με ήθελε ποτέ».

Το ταξίδι της Σόνιας από τη Ρωσία στη Θεσσαλονίκη το 1993 με πούλμαν γεμάτο ανθρώπους σε απόγνωση, ήταν πολύ δύσκολο. Оι περισσότεροι επιβάτες ταξίδευαν για πρώτη φορά στην Ελλάδα για να μείνουν για πάντα σ’ έναν τόπο επιθυμητό, όπου πίστευαν ότι θα ευτυχίσουν...
Στο πούλμαν αυτό, κανένας δεν ήταν τουρίστας. Το βαρύ κλίμα άγχους και φόβου, αλλά και ελπίδας, γέμιζε την ατμόσφαιρα απόγνωση. Μόνο ένα ζευγάρι νιόπαντρων ήταν ευτυχισμένο. Προστατευμένοι από την αγάπη, δεν τους φόβιζε καθόλου το άγνωστο… Όλο γελούσαν και φιλιόντουσαν κρυφά, αλλά όλοι τούς έβλεπαν και τους άκουγαν…
Αυτά τα τουριστικά πούλμαν, τα πρώτα χρόνια της μετανάστευσης, πηγαινοέρχονταν από τις χώρες της ΕΣΣΔ στην Ελλάδα σαν πύραυλοι, με δρομολόγια μακρινά. Μετέφεραν ανθρώπους και αποσκευές γεμάτες τρόφιμα - ρώσικα προϊόντα: τυριά, σαλάμια, καραμέλες. Παρόλο που ήξεραν ότι η Ελλάδα έχει τα πάντα, ήθελαν να διατηρήσουν τις μνήμες των γεύσεων και των ονομασιών των τροφίμων. Μια μεγάλη σοκολάτα «Αλιώνουσκα» μ’ ένα κορίτσι χαμογελαστό στο περιτύλιγμα - σοβιετική σοκολάτα, που μετά την κατάρρευση της ΕΣΣΔ έπαψε να είναι τόσο νόστιμη. Νοθευμένη πλέον στις φάμπρικες ζαχαροπλαστικής που πέρασαν στα χέρια των ιδιωτών. Μόνο η ετικέτα ακόμα μιλούσε στις καρδιές των χιλιάδων ανθρώπων που μεγάλωσαν με τη σοκολάτα «Αλιώνουσκα».
------

Τον Εδουάρδο η Λένα τον ερωτεύτηκε την εποχή της ταινίας του Φελίνι «Aμαργκόρτ», ταινίας για τα αληθινά αισθήματα και τους αληθινούς ανθρώπους μέσα στη φασιστική Ιταλία. Και στην ΕΣΣΔ ήταν η εποχή που στα κινηματογραφικά έργα κυριαρχούσε η νοσταλγία για τον έρωτα και την αγάπη, έργα για αληθινές, πραγματικές σχέσεις ανθρώπων μέσα στην απόλυτα «απαγορευμένη ζώνη ελευθερίας». Την ίδια χρονιά, στις 11 Σεπτεμβρίου, έγινε το πραξικόπημα στη Χιλή. Όλα αυτά σημάδεψαν τη ρομαντική 17χρονη Λένα. Διψούσε για μια ηρωική ζωή, αλλά στην ουσία διψούσε για έναν έρωτα μεγάλο.

Τον Εδουάρδο η Λένα τον ερωτεύτηκε από μόνη της. Το βέλος του ΄Ερωτα κτύπησε μόνο αυτήν και προσπέρασε τον Εδουάρδο που δεν «κατάλαβε» (όπως πίστευε) τίποτα.
Όλα έγιναν σ’ ένα συνέδριο της κομμουνιστικής νεολαίας. Η Λένα από το βήμα του συνεδρίου μιλούσε. Ήταν εισηγήτρια. Από πάνω έβλεπε ότι οι περισσότεροι στην αίθουσα με ενδιαφέρον παρακολουθούν την ομιλία της αφήνοντας στην άκρη τα βιβλία και τις εφημερίδες που διάβαζαν να περάσει η ώρα... Βλέποντας την επιτυχία της, έγινε πιο ρητορική και όταν έφτασε στο θέμα της αλληλεγγύης για τους Χιλιανούς, είδε το ειρωνικό βλέμμα του Εδουάρδου πίσω από τα χοντρά γυαλιά μυωπίας. Φαινόταν ότι ήταν αδιάφορος για όλα αυτά που έλεγε η Λένα με το πάθος μιας ακτιβίστριας. Την φρέναρε η αδιαφορία του. Σταμάτησε - έκανε παύση και ξαφνικά αισθάνθηκε πως λούζεται από πάνω μέχρι κάτω με μια περίεργη δύναμη που την απογείωνε. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε ότι όλα αυτά που λέει από το βήμα για το μέλλον της κομμουνιστικής νεολαίας, τον αγώνα κατά του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού είναι τόσο μακριά από την πραγματική ζωή, αδιάφορα για την ίδια. Στην ουσία δεν άντεχε τον ψεύτικο κόσμο γύρω από το Κόμμα και τον Μπρέζνιεφ. ΄Ολα αυτά τα ψέματα που έλεγε η Λένα, αναγκαστικά, από το βήμα του συνεδρίου, η ψύχη της δεν τα άντεξε. Βρήκε τον Εδουάρδο, που φανερά δεν συμφωνούσε κι έμεινε εκεί, μαζί του. Κάπως έτσι έγινε.
Ξαφνικά έχασε την αυτοπεποίθησή της. Σώπασε. Όλοι περίμεναν να τελειώσει την ομιλία της, αλλά η Λένα δεν είχε ποια τη δύναμη να πει το απαραίτητο για το τέλος σύνθημα: «Ζήτω η νεολαία του ΚΚΣΕ!». Μουρμούρισε κάτι στα γρήγορα και κατέβηκε στην αίθουσα να καθίσει κάπου κοντά στον Εδουάρδο.

===
«Τι να του γράψω στην απάντηση;», σκέφτηκε. «Τι να γράψω στον άνθρωπο που τον είχα στην καρδιά μου 15 χρόνια και τώρα αδιαφορώ παντελώς;»

Άνοιξε τη γραφομηχανή της που την έφερε από τη Ρωσία, έβαλε δυο φύλλα κι ενδιάμεσα ένα καρμπόν…

«Καλημέρα Εδουάρδε!
Χάρηκα πολύ όταν η Σόνια μου έφερε το γράμμα σου! Απ’ όσο διάβασα, σε ενδιαφέρει να μάθεις πώς είμαι…. Ακριβώς τρία χρόνια πέρασαν από την ημέρα που περάσαμε τα σύνορα της Ελλάδος και ήδη βγάλαμε μικρές ρίζες, καινούριες ρίζες στον τόπο αυτόν , παρόλο που τίποτα δεν είναι σταθερό στη ζωή μου τώρα... Μαθαίνω τη νεοελληνική γλώσσα. Δουλειά δεν έχω. Βέβαια κάνω ό,τι μπορώ…. Καθαρίζω σπίτια - και τι άλλο να κάνω μέχρι να μάθω τη γλώσσα; Μην το λες σε κανέναν! Να μην το μάθουν οι μαθητές μου, γιατί με αγαπούσαν και δεν θα τους αρέσει που η καθηγήτριά τους έγινε οικιακή βοηθός στην καπιταλιστική Ελλάδα. Αλλά – ομολογώ – μέσα μου δεν ντρέπομαι καθόλου. Να σου πω, αν θα με πιστέψεις, μ’ αρέσει κιόλας! Πλένοντας τα τζάμια και τα πατώματα, νιώθω ελεύθερη. Μόνο μη με λυπάσαι! Είμαι πολύ καλά! Και δεν το λέω για να φανώ αισιόδοξη και δυνατή! Γίνεται κάτι στη ζωή μου καινούριο, που είναι για το καλύτερό μου. Το νιώθω!
Τα παιδιά μου πήγαν στο ελληνικό σχολειό και δυσκολεύονται στα μαθήματα αλλά και στην αποδοχή από τους ντόπιους μαθητές…
Χώρισα… και το ξέρεις μάλλον…
Στην Ελλάδα νιώθω πως θα κάνω πολλά πράγματα. Κάθε μέρα και καινούριοι άνθρωποι έρχονται στη ζωή μου. Δεν ξέρω πού θα με πάει. Πάντως δεν μετάνιωσα ούτε λεπτό που έφυγα. Τελειώνω το γράμμα και σε παρακαλώ δώσε χαιρετίσματα στη μητέρα σου και στον θείο σου. Θα χαρώ πολύ αν θα συνεχίσουμε την αλληλογραφία μας».

Όταν έγραψε και την τελευταία λέξη, κατάλαβε ότι όλο το γράμμα της δεν είναι καθόλου ειλικρινές. Στην ουσία θα ήθελε να του γράψει κάτι άλλο. Να του γράψει ένα άλλο γράμμα το οποίο θα ξεκινούσε με το υποκοριστικό του όνομα:
«Καλημέρα Έντικ! Με ξάφνιασε πολύ το γράμμα σου μετά από τόσα χρόνια.
Κάποτε πήγαινα με το αστικό λεωφορείο στο αεροδρόμιο μόνο για να σε δω. Τότε, όταν έγινες διευθυντής. Πήγαινα στο αεροδρόμιο για να σε βρω τάχα τυχαία, σου έλεγα ψέματα πως ξεπροβόδιζα κάποιον ή ήρθα να υποδεχτώ κάποιους συγγενείς. Έλεγα και άλλα χαζά για να συμπληρώσω τη σιωπή που κρατούσες εσύ… Μόνο με κοιτούσες με περιέργεια. Σαν να με λυπόσουν. Το θυμάμαι! Εγώ αισθανόμουν άβολα, αλλά δεν είχα τη δύναμη να φύγω. Ντρεπόμουν που σε ενοχλούσα, αλλά δεν έφευγα. Ήθελα να είμαι πάντα δίπλα σου, όσο περισσότερο μπορούσα. Να βλέπω τα μάτια σου πίσω από τα χοντρά γυαλιά μυωπίας. Και το χαμόγελό σου! Ήταν το ωραιότερο χαμόγελο στη ζωή μου! Αλλά εσύ, ίσως μου χαμογελούσες από ευγένεια. Έβλεπες ένα ερωτευμένο κορίτσι και της χαμογελούσες.
Ξέρεις, η ζωή μου στην Ελλάδα είναι εύκολη και δύσκολη ταυτοχρόνως. Εύκολη γιατί τώρα ξέρω τι θέλω και ζω σε παρόντα χρόνο. Αν με ρωτήσεις: «Τι θέλεις να κάνεις στο εξής;», θα απαντήσω: «Τίποτα παρά να σταθώ στα πόδια μου στη νέα μου ζωή! Έλα, αν θέλεις, να μας δεις και ίσως γνωριστούμε από την αρχή, γιατί ούτε εσύ με ξέρεις ούτε εγώ σε έμαθα ποτέ».
Το γράμμα αυτό το έγραψε νοερά – δεν το μετέφερε στο χαρτί …
Στην Ελλάδα ήταν σε μια άλλη ζωή που σαν το ποτάμι με ανοιξιάτικα νερά την παρέσυρε και το μόνο που μπορούσε να κάνει, ήταν να κρατηθεί να μην πνιγεί… Μετά έμαθε καλά να κολυμπά στα ορμητικά νερά, αλλά αυτό έγινε πολύ αργότερα, όταν σκλήρυνε… Ο Εδουάρδος πλέον δεν χωρούσε σε όλα αυτά που έφτιαχνε η Λένα, δεν χωρούσε και στα όνειρά της. «Καλύτερα έτσι, να μείνουμε φίλοι δι’ αλληλογραφίας», είπε στον εαυτό της.

Το γράμμα δεν πήγε στον Εδουάρδο με το ταχυδρομείο, το πρόλαβε η Σόνια: «Μην το στέλνεις! Θα το πάω εγώ. Σε 20 μέρες θα επιστρέψω και θα τον δω. Θα του πω από κοντά τα νέα σου» .
Η Σόνια έφυγε με το πούλμαν σε είκοσι μέρες. «Θα είμαι Δευτέρα εκεί, ίσως Τρίτη – Τετάρτη τον επισκεφθώ και θα του το παραδώσω», της υποσχέθηκε.

Πέρασε παραπάνω από μια εβδομάδα. Ένα βράδυ ενώ έπλενε τα πιάτα, κτύπησε το τηλέφωνο. Το σήκωσε με βρεγμένα χέρια. Ήταν η Σόνια: «Λένα μου! Ο Εδουάρδος δεν πήρε το γράμμα σου! Δεν πρόλαβε να το διαβάσει … Εγώ έφτασα τη Δευτέρα και αυτός…. Δεν θα το πιστέψεις! Αυτός πέθανε ξαφνικά από έμφραγμα την Κυριακή! Συγνώμη Λένα! Συγνώμη!», φώναζε στο ακουστικό η Σόνια. «Κλείνω! Είναι πολύ ακριβές οι κλήσεις από εδώ.»
Το ακουστικό γλίστρησε από τα βρεγμένα της χεριά. Το έπιασε. Γύρισε στην κουζίνα και συνέχισε να πλένει τα πιάτα. Ήθελε να κλάψει, αλλά δεν είχε δάκρυα.
Έπιασε τη βαριά κατσαρόλα, τη γύρισε ανάποδα για να την τρίψει απ’ έξω. ΄Ανοιξε στο τέρμα τη βρύση. Τα νερά έτρεξαν πάνω στην κατσαρόλα. Βράχηκε η μπλούζα της, έφτασαν οι σταγόνες μέχρι το πρόσωπό της. Υγράθηκαν τα χείλη και τα μάγουλά της.
«Γιατί η Σόνια μου ζήτησε συγνώμη;» Έπιασε την πετσέτα να σκουπίσει τα πιάτα, αλλά σκούπισε πρώτα το πρόσωπό της. «Σε πόσες μέρες πάει ένα γράμμα εκεί; Μια βδομάδα το πολύ. Θα μπορούσε να τον προλάβει το γράμμα μου με το ταχυδρομείο, αλλά πρώτα έλαβε αυτό το γράμμα που του έστειλα με τις θυμωμένες μου σκέψεις…»
Άνοιξε το ντουλάπι και άρχισε να ταχτοποιεί τα πιάτα και τα ποτήρια. «Δεν διάβασε το γράμμα μου. Πέθανε μια μέρα πριν φτάσει το γράμμα μου! Καλύτερα που δεν το διάβασε, γιατί ήταν ένα ψεύτικο γράμμα. Στην ουσία δεν ήθελα να πάρει από μένα κανένα γράμμα. Άργησε πολύ να με βρει!»
==

Οι αεροσυνοδοί ανακοίνωσαν ότι το αεροπλάνο ετοιμάζεται για την προσγείωση. Η Λένα «έφυγε» από τις αναμνήσεις της, γύρισε στον νεαρό άνδρα- συνεπιβάτη της, στον Αγαθάγγελο, που ακόμα διάβαζε.

-Άγγελε πιστεύεις στον έρωτα; ρώτησε.
-Ναι, πιστεύω.
- Και; Ήσουν ή είσαι ερωτευμένος;
Δεν της απάντησε αμέσως. Μετά από λίγα λεπτά είπε:
-Συνήθως ερωτευόμαστε λάθος ανθρώπους…
- Λάθος; Γιατί συμβαίνει αυτό;
- Δεν ξέρω…
- Απασχολεί πολύ την ανθρωπότητα. Εννοώ ο έρωτας. Μόνο γι’ αυτόν ζούμε, λένε…
Ο Άγγελος δεν απάντησε. Κοιτούσε επίμονα το βιβλίο του, σαν να ήθελε από κει να βρει την απάντηση και να την διαβάσει συλλαβιστά.
-Μπορεί στην ουσία να μη συμβαίνει τίποτα και να είναι μια ιδέα, ένα αίσθημα που δημιουργούμε μέσα μας οι ίδιοι. Δημιουργούμε έναν έρωτα σαν τη μουσική για να μας συνοδεύει στη ζωή που δεν αντέχεται χωρίς αγάπη, είπε.

Η Λένα γύρισε το βλέμμα της στην αεροσυνοδό που έκανε προσεκτικό έλεγχο στους επιβάτες, αν δέθηκαν με τις ζώνες ασφαλείας.

- Έχεις δίκαιο. Είναι σαν τη μουσική που μας γεμίζει την ψυχή. Και δεν μπορούμε να περιμένουμε από τη μουσική τίποτα παρά μόνο να υπάρχει για να την ακούμε.

Η αεροσυνοδός ήταν πολύ επίμονη στον έλεγχο και είχε δίκιο, γιατί όταν πλησίασε τη Λένα και τον Άγγελο, οι δυο τους ακόμα δεν είχαν δέσει τις ζώνες τους… Η αεροσυνοδός στεκόταν μπροστά μέχρι που έβαλαν τις ζώνες. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι είναι ασφαλείς αυτοί οι δύο, που δεν άκουσαν τις εντολές του πιλότου.

Θεσσαλονίκη, 2016

auhtor Σοφία_Προκοπίδου 



1 Ιουλ 2019

Βλαντικαφκάζ: Παιδιά του “Προμηθέα” στη Βόρεια Οσετία. Μια μικρή “Ελλάδα” της Διασποράς


Η μουσική του «Ζορμπά» του Μίκη Θεοδωράκη ηχεί στο μαρτυρικό Μπεσλάν, στην περιοχή του νέου ολοήμερου σχολείου με την επωνυμία «Γιάννης Κανίδης». Η μικρή πόλη- κωμόπολη της πρωτεύουσας της Βόρειας Οσετίας, Βλαντικαφκάζ, είναι γνωστή σε όλον το κόσμο για τα τραγικά γεγονότα που συνέβησαν εκεί πριν 15 χρόνια, με θύματα 143 παιδιά και ακόμη εκατοντάδες αθώους διάφορων ηλικιών. Εκεί έφτασε πρόσφατα η ελληνική αποστολή, που συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τα 30 χρόνια της λειτουργίας του Ελληνικού Συλλόγου «Προμηθέας».


«Είμαστε παιδιά του Ζορμπά αλλά πρώτα του Προμηθέα! Για να είσαι Έλληνας, να είσαι Πόντιος, πρέπει να έχεις την ψυχή, την αντοχή και τη δημιουργικότητα» λέει στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο πρόεδρος του Συλλόγου Ελλήνων «Προμηθέας» της πόλης Βλαντικάφκάζ, Γιώργος Ασλανίδης.
Μπεσλάν -μια μικρή πόλη με το μεγαλύτερο μνημείο για τα θύματα της τρομοκρατίας
Το νέο σχολείο στο Μπεσλάν είναι ολοήμερο, δημοτικό και γυμνάσιο μαζί, στο ίδιο κτήριο. Το φωτεινό αυτό σχολείο, με τους ολυμπιακούς κύκλους στην πρόσοψη του κτηρίου, έχει αθλητική κατεύθυνση. Το λένε «ελληνικό σχολείο», γιατί οικοδομήθηκε με την έμπρακτη συμμετοχή του υπουργείου Εξωτερικών της Ελλάδος. Ονομάζεται «Γιάννης Κανίδης» - από το όνομα του Έλληνα δασκάλου, που όταν συνέβη η ομηρία, δεν εγκατέλειψε τους μαθητές του... Και διευθυντής του σχολείου είναι σήμερα ο γιος του ήρωα δασκάλου, ο Κωνσταντίνος Κανίδης.

«Έχουμε 300 παιδιά. Αλλά λίγα ελληνόπουλα, γιατί ελάχιστες οικογένειες Ελλήνων Ποντίων μένουν στο Μπεσλάν. Μαθαίνουμε τους ελληνικούς χορούς, τα τραγούδια για τις γιορτές μας, αλλά, δυστυχώς, δεν έχουμε μαθήματα της ελληνικής γλώσσας, που θα ήταν πολύ καλή ευκαιρία για τους μαθητές -Οσέτιους να μυούνται στον ελληνικό πολιτισμό» λέει ο Κωνσταντίνος Κανίδης στη συνέντευξη στο ΑΠΕ-ΜΠΕ και συμπληρώνει: «Έχω μεγάλη επιθυμία να γίνει αδελφοποίηση με ένα ελληνικό σχολείο στην Ελλάδα, ίσως σαν το δικό μας, με κατεύθυνση τον αθλητισμό και η ποδοσφαιρική μας ομάδα να παίξει αγώνα με μια σχολική ομάδα από την Ελλάδα!»
Οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι μαζί στην "Πόλη των Αγγέλων"

Μετά την ξενάγηση στο Νέο Σχολείο, που έγινε μέσα στη χαρά της γιορτής, επισκεπτόμαστε την Πόλη των Αγγέλων: ένα νεκροταφείο -μνημείο.
Το Μπεσλάν έχει το μεγαλύτερο νεκροταφείο στη Ρωσίας -ίσως και ολόκληρου του κόσμου- με τάφους παιδιών θυμάτων των τρομοκρατών . Στην «Πόλη των Αγγέλων» -όπως αποκαλείται το νεκροταφείο- θάφτηκαν 266 άνθρωποι που σκοτώθηκαν κατά την τρομοκρατική επίθεση στις 1-3 Σεπτεμβρίου 2004.
Είναι ένα σπάνιο νεκροταφείο στο Βόρειο Καύκασο, όπου οι Χριστιανοί και οι Μουσουλμάνοι «βρίσκονται» μαζί.
Εδώ δεν υπάρχουν μουσουλμάνοι ούτε χριστιανοί, είναι παιδιά. Καθαρές ψυχές... Και οι άνθρωποι έρχονται όλοι - χριστιανοί και μουσουλμάνοι. Έρχονται με δάκρυα, αφήνοντας λουλούδια και μπουκάλια νερού στο μνημείο «Το δέντρο της θλίψης», δωρεά από παιδιά της Αρμενίας.
«Τα παιδιά διψούσαν. Η δίψα για το νερό κάποιες στιγμές ήταν μεγαλύτερη κι από τη δίψα της ζωής» λένε οι μάρτυρες της τραγωδίας που επέζησαν.
Το παλιό μαρτυρικό κτήριο του Σχολείου «Ν 1» , με το κλειστό γυμναστήριο και γήπεδο μπάσκετ, είναι και αυτό μνημείο για τα θύματα της τραγωδίας. Εδώ κρατούσαν τρεις μέρες σε ομηρία τα παιδιά. «Εδώ ο πατέρας μου ήταν με τους μαθητές. Δεν ήθελε να φύγει, αφήνοντας τα αθώα πλάσματα μόνα τους» λέει ο Κωνσταντίνος Κανίδης για τον πατέρα του, Γιάννη, που έχασε τη ζωή του στις 3 Σεπτεμβρίου 2004, αρνούμενος όπως λέει να βγει από το σχολείο, ενώ οι τρομοκράτες αποφάσισαν να τον αφήσουν ελεύθερο. «Αφιέρωσε όλη τη ζωή του στον αθλητισμό και την εκπαίδευση. Έπαιζε ποδόσφαιρο, έκανε στίβο, πυγμαχία. Αυτή την αγάπη τη μετέφερε στα παιδιά και δεν μπορούσε να διανοηθεί να τα αφήσει αβοήθητα ... Ήδη από τα πρώτα λεπτά της επίθεσης είχε καταφέρει να κλειδώσει κάποιους σε μια αίθουσα, από όπου έφυγαν σώοι. Είμαστε περήφανοι για τον πατέρα μας!» λέει ο Κωνσταντίνος.
Όταν η τραγική ιστορία της ανθρωπότητας γίνεται μια προσωπική ιστορία

Μια από της καθηγήτριες του σχολειού είναι η Χουτσίστοβα Σβέτα. Η εξηντάχρονη Σβέτα ακόμα διδάσκει Ιστορία στο ίδιο σχολείο και, όπως λέει, ουδείς θα μπορούσε να φανταστεί πως η μεγάλη τραγική ιστορία της ανθρωπότητας στις αρχές του 21 αιώνα θα γίνει για πολλές οικογένειες στο Μπεσλάν μια προσωπική ιστορία.
«Τον μοναδικό μου γιο, τον Αζάμ, τον έχω ήρωα στην καρδιά μου. Τον σκότωσαν οι απάνθρωποι, οι τρομοκράτες. Αρνήθηκε να κάνει την καλωδίωση για τα εκρηκτικά, που έβαζαν στο κλειστό γήπεδο του σχολείου με τους ομήρους» αφηγείται στο ΑΠΕ-ΜΠΕ η Χουτσίστοβα Σβέτα.
Ενώ μιλάει, τρέμουν τα χείλη της και τα μάτια δακρύζουν. «Μήπως να διακόψουμε τη συνέντευξη, αν σας είναι δύσκολο να μιλάτε;" ρωτάμε τη τραγική μάνα του μαρτυρικού Μπεσλάν. «Όχι! Θέλω να μιλήσω, να μάθει ο κόσμος περισσότερα για την τραγωδία μας, για να μη συμβεί ξανά και ποτέ!" λέει, σκουπίζοντας τα δάκρια και συνεχίζει: «Ο Αζάμ δεν μπορούσε να μείνει αδρανής, μόλις ακούσαμε τους πυροβολισμούς -αφού μέναμε πολύ κοντά στο σχολείο- έτρεξε προς τα κει. Είχε καταλάβει ότι έγινε κάτι πολύ κακό. Αμέσως προσπάθησε να βοηθήσει τα παιδιά, να ξεφύγουν από τους τρομοκράτες. Δυστυχώς συνέλαβαν και αυτόν ... Ήταν μαζί με όλους 1.116 ομήρους των 32 τρομοκρατών στο κλειστό γήπεδο. Τού δώσανε εντολή να βοηθήσει στην καλωδίωση των εκρηκτικών. Αρνήθηκε. Όλα αυτά μου είπε μετά μια κοπέλα που επέζησε. Ένας τρομοκράτης υπό την απειλή όπλου τον έβγαλε έξω από το κτήριο. Εκεί ο Αζάμ προσπάθησε να αφοπλίσει τον τρομοκράτη. Αμέσως εμφανίστηκαν άλλοι τρεις. Δεν χρειάζονται ηρωισμοί, δεν θέλουμε ήρωες, γονάτισε!" του είπαν. Ο Αζάμ αρνήθηκε να γονατίσει. Πάντα του μάθαινα να είναι περήφανος, παλικάρι! Να ξέρει να στηρίζει και να βοηθάει τους αδύναμους , να σέβεται τους μεγαλύτερους. Ο γιος μου δεν γονάτισε και τον πυροβόλησαν στα πόδια με αυτόματα όπλα. Έπεσε. Μετά ένας τέρας με μια σφαίρα του πιστόλι τον πυροβόλησε στο κεφάλι» ...
«Και πώς είναι τώρα, μετά την απώλεια του 23 χρόνου γιου της, αλλά και πολλών μαθητών της»; ρωτάμε. «Στον νου μου δεν χωράει ακόμα το κακό που μας βρήκε, τόσοι άνθρωποι, τόσο παιδιά της μικρής μας πόλης χάθηκαν άδικα. Δεν υπάρχει δικαιολογία στην απανθρωπιά, αλλά ταυτόχρονα νιώθω ...ευτυχισμένη, που μεγάλωσα ένα παλικάρι, που δεν γονάτισε μπροστά στο κακό, δεν πρόδωσε τις αρχές του, αρνήθηκε στις εντολές των δολοφόνων. Πιστεύω, το κάλο θα κερδίσει στο τέλος, πιστεύω στο μέλλον, ειδικά όταν βλέπω την κόρη του Αζάμ, εγγονή μου, που μεγάλωσε και έγινε 18 χρόνων. Και πώς αρνιόμουν να παντρευτεί, πολύ νέος ήταν! λέει και το χαμόγελο ανθίζει στο μόνιμα θλιμμένο πρόσωπο της: «Αλλά ο Αζάμ επέμενε και παντρεύτηκε, ήταν πολύ ερωτευμένος!»
Πίσω στα τραγικά γεγονότα μας φέρνει και μια άλλη μαρτυρία...Η Άνζελα Ντιγκούροβα και η κόρη της, Τζεράσα, σήμερα 21 ετών, στάθηκαν τυχερές. Είναι επιζήσασες του θρίλερ του Μπεσλάν. Σε λίγο η Τζεράσα θα αποφοιτήσει από την Ιατρική Ακαδημία του Βλαντικαφκάζ. Η μητέρα της εργάζεται στο Δημαρχείο του Μπεσλάν. Όλα καλά και, όμως λέει, η ζωή τους είναι χωρισμένη στα δυο: στο «πριν» και το «μετά».
Έδωσε τη συνέντευξη με απόλυτη πεποίθηση πως πρέπει όλος ο κόσμος να μάθει για την τραγωδία από την οποία επέζησαν. «Ήμουν και εγώ αιχμάλωτη μαζί με την τότε εξάχρονη κόρη μου. Ένας φόβος του θανάτου του παιδιού σου, που δεν μπορείς να προστατέψεις, είναι κάτι, που δεν θα ήθελα να το νιώσει καμία μάνα στον κόσμο... Καθόμασταν κάτω στο ξύλινο πάτωμα του γυμναστηρίου με τα βλέμματα κατεβασμένα,οι τρομοκράτες απαγόρευαν να ανεβάζουμε κεφάλια και να κοιτάμε γύρω. Μέσα στην αφόρητη ζέστη, δεν είχαμε νερό... Και όταν δεν μπορείς να δώσεις νερό στο παιδί που διψάει, είναι και αυτό - τραγικό. Όταν ξεκίνησε η επιχείρηση των ομοσπονδιακών δυνάμεων για την απελευθέρωση μας και έσκασε η πρώτη βόμβα, το παιδί μου ανατινάχτηκε και πετάχτηκε από ωστικό κύμα έξω από το παράθυρο, εγώ έτρεξα να τη σώσω, αλλά τραυματίστηκα από τα θραύσματα, έχασα τις αισθήσεις».
Γιορτή χαράς και μνήμης

Στο τριήμερο γιορτασμών για τα 30 χρόνια του Ελληνικού Συλλόγου της Βόρειας Οσετίας «Προμηθέας», έφτασαν εκπρόσωποι πολλών ελληνικών συλλόγων από το την επικράτεια της Ρωσίας, αλλά και από την Ελλάδα. Στις εκδηλώσεις παραβρέθηκαν ο γενικός πρόξενος της Ελλάδας στο Νοβοροσίσκ, Στέλιος Γαβριήλ και ο γενικός πρόξενος της Κύπρου στο Κρασνοντάρ, Ηλίας Μαυροκέφαλος. Επίσης η υπεύθυνη Ευρώπης της Γενικής Γραμματέας Απόδημου Ελληνισμού, Εύα Παπαδάτου. 
Στο πλαίσιο του εορτασμού, πραγματοποιηθήκαν δυο ημερίδες, για την Επιχειρηματικότητα και τις οικονομικο- εμπορικές συνεργασίας Οσετίας -Ελλάδος και η Επιστημονική ημερίδα «Ιστορικοί δεσμοί της Οσετίας , του Καυκάσου και της Ελλάδος», στο Κρατικό Πανεπιστήμιο της Βόρειας Οσετίας.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα της ημερίδας, ο επίκουρος καθηγητής της Έδρας Ποντικών Σπουδών του ΑΠΘ, Κυριάκος Χατζηκυριακίδης, είπε: «Οι στόχοι της έδρας μας είναι η εξωστρέφεια, συνεργασίες ειδικά με τα πανεπιστήμια εξωτερικού και τα πανεπιστήμια της πρώην Σοβιετικής Ένωσης . Θέλουμε τη συνέχιση αυτής της επικοινωνίας γιατί μας ενδιαφέρει να βρούμε στοιχειά στα τοπικά αρχεία, να γίνει γνωστή η δραστηριότητα μας αλλά να μάθουμε και για τις δραστηρίοτητες εδώ πανεπιστημίου. Ήταν η πρώτη μας επαφή, στο μέλλον ελπίζουμε ότι θα υπογράψουμε σύμφωνο συνεργασίας των δυο πανεπιστήμων για έρευνες αλλά και την ανταλλαγή των φοιτητών» .

Ενώ ο αντιπρύτανης του Κρατικού Πανεπιστήμιο της Βόρειας Οσετίας - Αλάνιας, Αλάν Ουαντάτη, είπε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ: «Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο είναι για μας πολύ σημαντικός εταίρος. Μέχρι σήμερα δεν είχαμε συνδέσεις με τα ελληνικά πανεπιστήμια. Καταρχάς μας ενδιάφερε η συνεργασίας την Έδρα Ποντικών Σπουδών με την οποία μπορούμε άριστα να συνεργαστούμε σε θέματα κοινού επιστημονικού ενδιαφέροντος» και συμπλήρωσε : «Θα πάμε από μικρά βήματα στα μεγάλα και ελπίζω θα καταφέρουμε μια σημαντική συνεργασία!».
Στα βήματα των προγόνων

«Να αγαπάς τους ανθρώπους, όπως ο Προμηθέας που τους έδωσε τη φωτιά, να αντέχεις, σαν το Προμηθέα τις ταλαιπωρίες, τις εξορίες και τους θανάτους και να δημιουργείς, όπου βρίσκεσαι, είναι αυτό που κρατάει τους Πόντιους» λέει ο γεωλόγος από την Αθήνα, Βασίλειος Κωνσταντινίδης, που χαρακτήρισε το ταξίδι του στο Βλαντικαφκάζ «προσκύνημα».

Ταξίδεψε μακριά από την Ελλάδα στην αναζήτηση της ιστορίας των προγόνων του. «Στους τόπους εδώ ζούσανε οι παππούδες μου. Από τη μητέρα και τον πατέρα Πόντιος!" λέει με μεγάλη χαρά. «Και οι δυο γεννήθηκαν στα μέρη του Καυκάσου, ο πατέρας στο Βατούμι της Γεωργίας, ενώ η μητέρα στο Γρόζνι της Τσετσενίας . Οι ρίζες μου είναι στο χωριό Χάσαρα,της Αργυρούπολης του Πόντου. Πάρα πολλοί συγγενείς και συγχωριανοί μου, περάσαν από τον Πόντο στη Ρωσία μεταξύ του 1990 και το 1910 . Οι περισσότεροι κατευθύνθηκαν στο Γκρόζνι , κάποιοι στο Βλαντικαφκάζ και οι άλλη στο Γεσεντουκί , Πιατιγκόρσκ και το Κισλοβότσκ. Η μητέρα μου γεννήθηκε στο Γρόζνι το 1932 και το 1937 γύρισε με τους γονείς της στην Ελλάδα. Αλλά μετά από τόσα χρόνια, ακόμα παραμένουν εδώ οι απόγονοι μου από το χωρίο Χάσαρα» λέει, ενώ βγάζει φωτογραφία με συγγενή του που βρήκε στο Βλαντικάφράζ.
«Τη γλώσσα μου έδωσαν ελληνική»
Στα 30 χρόνια λειτουργίας του Ελληνικού Συλλόγου «Προμηθέας» έγιναν πολλές αλλαγές στη χώρα, η Σοβιετική Ένωση διασπάστηκε, αλλά η Ρωσία, όπως και η περιφέρεια της Βόρειας Οσετίας, συνέχιζαν να δημιουργούν με τους ανθρώπους που ζούσαν σε αυτές και να συνυπάρχουν παρά τις όποιες διαφορές.
Η δασκάλα της ελληνικής γλώσσας, επί 30 χρόνια στο Σχολείο του "Προμηθέας", η Μπέλα Παρθένοβα - Μιχαηλίδου, γεννήθηκε στην Ελλάδα, στο Βόλο. Οι γονείς της είχαν καταγωγή το Βλαντοικάυκαζ και έφυγαν το 1937 στην Ελλάδα, αλλά γύρισαν πίσω στη Ρωσία το 1952. «Ήμουν 14 χρόνων, τα ελληνικά είναι η μητρική μου γλώσσα, μια, που μετά στο σπίτι, εδώ στη Ρωσία, μόνο νεοελληνικά μιλούσαμε» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ. Την ελληνική γλώσσα στο σχολείο του Συλλόγου «Προμηθέας» μαθαίνουν περίπου 90 παιδιά, και όπως λέει η κυρία Μιχαηλίδου, στα 30 χρόνια της λειτουργίας του Σχολείου, πέρασαν πάρα πολλά ελληνόπουλα αλλά και παιδιά άλλων εθνικοτήτων: Οσέτιοι , Αρμένιοι , Ρώσοι, που μάθανε ελληνικά.
Εκτός του Σχολείου της Ελληνικής Γλώσσας, ο σύλλογος έχει χορευτικά τμήματα και θεατρικό θίασο, όπου μέχρι πρόσφατα ανεβάζαν ελληνικά έργα. «Το μόνο που φέτος δεν ανεβάσουμε κανένα έργο, γιατί οι ''ηθοποιοί'' μας έφυγαν για σπουδές και κάποιοι άλλοι μετανάστεψαν στην Ελλάδα» λέει η Μπέλα Μιχαηλίδου.


Η Ορθοδοξία στην Βόρεια Οσετία
Το υψηλότερο μοναστήρι στη Ρωσία είναι το Μοναστήρι Κοιμήσεως Θεοτόκου της Μητρόπολης του Βλαντικαφκάζ, που βρίσκεται στα βουνά της Βόρειας Οσέτιας, στο χωριό Khidikus, στο φαράγγι Kurtatinsky. Πολλοί Ρώσοι επισκέπτονται τη Μονή για προσκύνημα, αλλά έρχονται και για τουρισμό, με γκρουπ. Η Μονή ανήκει στην πολιτιστική κληρονομιά της Οσετίας. Έχει το αντίγραφο μιας εικόνας της Παναγιάς, που από πολλούς θεωρείται θαυματουργή. «Το πρωτότυπο χάθηκε» μας λέει ο ηγούμενος, ιερομόναχος Στέφανος ( Dzugkoev), που φιλοξένησε την ελληνική αποστολή στην τραπεζαρία, προσφέροντας ένα ωραίο μοναστηριακό γεύμα. Χαμογελαστός άνθρωπος, μας δέχτηκε σαν αδελφός. Η Αλάνια-Οσετία είναι ένα από τα παλαιότερα λίκνα του Χριστιανισμού. «Η διδασκαλία του Χριστού στη χώρα μας προήλθε από τους αποστόλους Ανδρέα και Συμεών. Οι πρώτοι Οσέτιοι βαπτίστηκαν ορθόδοξοι το 916» λέει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ο Ηγούμενος. Χάρη στον Χριστιανισμό, οι Οσέτιοι έχουν αλφάβητο με βάση το ελληνικό αλφάβητο. «Η Μόνη μας είχε ιδρύθηκε το 19 αιώνα», συνεχίζει ο Ιερομόναχος Στέφανος, «αλλά αρχικά βρισκόταν στο Μπεσλάν, πρόσφατα μεταφέρθηκε σε αυτό το απόμακρο μέρος».
Μας οδηγεί στο ναό της Μονής, που είναι γεμάτος σκαλωσιές: «Όπως βλέπετε, στολίζουμε το Ναό με τις τοιχογραφίες, είναι βυζαντινής σχολής!»
Ένας Έλληνας Οσετιανός
Το ταξίδι μας στη Οσετία ξεκίνησε από την άφιξη στο αεροδρόμιο του Βλαντικαφκάζ, που βρίσκεται στην περιοχή του Μπέσλαν και ονομάζεται «Μπεσλάν». Μας περίμενε ένας νεαρός άνδρας, που συστήθηκε σε άψογα νεοελληνικά: «Δημήτρης αλλά και Ζαούρ Μπολάτωφ! Είμαι Έλληνας, αλλά είμαι... Οσέτιος!». Στη διαδρομή μίλησε για τη ζωή του. «Η μητέρα μου- Οσέτια -μετανάστευσε στην Ελλάδα παρέα με φίλους της Έλληνες τα χρόνια της μεγάλης κρίσης της διάλυσης της ΕΣΣΔ, το 1991. Ζούσαμε στο Διδυμότειχο, μετά Αλεξανδρούπολη. Από τα οκτώ χρόνια μου μεγάλωνα στην Ελλάδα, πήγα στο σχολείο, γυμνάσιο και Τεχνικό Λύκειο. Την ελληνική υπηκοότητα την πήρα το 1915. Η ελληνική γλώσσα είναι η μητρική μου γλώσσα, ενώ τα οσετιανά και τα ρωσικά τα "θυμήθηκα" πρόσφατα, όταν, εξαιτίας τις οικονομικής κρίσης στην Ελλάδα, μετακόμισα (ελπίζω προσωρινά ) στο Βλαντικαφκάζ, που εργάζομαι με τον πατέρα μου (σ.σ. οι γονείς του ήταν χωρισμένοι)» .
Ο Οσέτιος Δημήτρης ή Ζαούρ Μπολάτωφ, για να μη χάσει την επαφή με το ελληνικό στοιχείο, γράφτηκε στο ελληνικό σύλλογο «Προμηθέας», όπου πλέον είναι ενεργό μέλος. Τελικά που βλέπεις το μέλλον σου; τον ρωτάμε. Και απαντάει χωρίς δεύτερη σκέψη: «στην Ελλάδα! Με περιμένει εκεί ο πεντάχρονος μου γιος!»
Σοφία Προκοπίδου
1/07/ 2019 



13 Ιουν 2019

Τα γράμματα του Δαβίδ

Σοφία Προκοπίδου


«Θέλω να σας ρωτήσω, αν διαβάζετε με απόλαυση τη λογοτεχνία. Έτσι, με προσοχή, χωρίς να βιάζεστε, γλυκαίνοντας με την κάθε λέξη και την κάθε έκφραση την ψυχή σας. Ξέρετε να απολαμβάνετε το άρωμα της κάθε λέξης και την ομορφιά που μεταφέρει ο συγγραφέας; Έτσι διαβάζω εγώ τη λογοτεχνία, και σας ρωτάω επειδή απλά θέλω να καταλάβετε, πίσω από τις λέξεις, πολύ περισσότερα από αυτά που σας γράφω…», διάβασε φωναχτά η Νίνα και ήταν το ένα από τα τέσσερα ραβασάκια που έμειναν κατά τύχη ή κατά λάθος στο άλμπουμ με τις φωτογραφίες.


Μαζί με τον Γιώργο έψαχνε φωτογραφίες από την εποχή του 1980 στο Σοχούμι, για το ένθετό του. Ο Γιώργος ερευνούσε την ελληνική κοινότητα της πόλης – την τελευταία ζωντανή ελληνική παροικία, που ανθούσε μέχρι τον πόλεμο του 1992.
«Τι είναι αυτό το γράμμα;»
«Τίποτα! Ερωτικό ραβασάκι», χαμογέλασε η Νίνα.
«Ερωτικό; Πολύ ενδιαφέρον! Και τι ωραία καλλιγραφικά γράμματα! Και το κείμενο! Ποιητής ήταν;»
«Ούτε που ξέρω… Πάμε καλύτερα να δούμε τις φωτογραφίες που σε ενδιαφέρουν, γι’ αυτές δεν ήρθες;» Τον διέκοψε απότομα και ήταν έτοιμη να μιλήσει για ό,τι ήθελε ο Γιώργος, εκτός από τα προσωπικά της. Τα προσωπικά της πάντα ήταν μυστικά θέματα, κανένας δεν της τα άγγιζε.
Η Νίνα έφτασε σε μια ηλικία που πλέον δεν την ένοιαζε το μέλλον της αλλά μόνο το παρελθόν. Μάλλον την ένοιαζε μόνο το μέλλον του γιου της, του Φίλιππου, και των εγγονών της. Το δικό της παρελθόν είχε τώρα μεγάλη σημασία και της φαινόταν σαν να ήταν μέλλον. Πολλές αναμνήσεις και πολλές σκέψεις. Δεν σκόπευε να γράψει κανένα βιβλίο, αλλά οι αναμνήσεις της έφερναν χαρά και νοσταλγία, που της γέμιζαν την ψυχή.
Στη ζωή της είχε γνωρίσει πολλούς ανθρώπους. Ήταν μια ξεχωριστή προσωπικότητα, μια δραστήρια Ελληνίδα στο Σουχούμι. Το σπίτι της ήταν πάντα γεμάτο κόσμο. Εκεί πάρθηκαν πολλές αποφάσεις για την πορεία της ελληνικής κοινότητας. Ως γυναίκα, είχε μία γοητεία και πολλοί άνδρες την είχαν ερωτευτεί. Η Νίνα όλο περίμενε τον μεγάλο έρωτα της ζωής της και τελικά άργησε να παντρευτεί, την πήραν τα χρόνια. Μετά, έστω αργά, παντρεύτηκε έναν ζωντόχηρο από τη Μόσχα, φυσικά Πόντιος κι αυτός. Δεν κράτησε ο γάμος, χώρισαν. Ευτυχώς της έμεινε το παιδί. Ο μονάκριβος Φίλιππος. Τον μεγάλωσε, τον σπούδασε, τον καμάρωνε τώρα. Έγινε δικηγόρος στην Αθήνα, αφού πρώτα τελείωσε το ελληνικό πανεπιστήμιο. Για τη Νίνα μεγάλη σημασία είχε το παιδί της να γίνει ισότιμο μέλος της ελληνικής κοινωνίας. Κυρίως είχε μια βαθιά ικανοποίηση που ο Φίλιππος γεννήθηκε από Πόντιο πατέρα. Είχε απαγορεύσει στον εαυτό της να ερωτευτεί κάποιον ξένο άνδρα. Της μπήκε η ιδέα να μην χαλάσει το “ελληνικό” της οικογενειακό δέντρο. Ο γιος της παντρεύτηκε, δεν άργησε, πήρε το δικό του αίμα, μια Ελληνίδα Αθηναία, της έκαναν δύο εγγονάκια-κοριτσάκια. Όλα σχεδόν ήρθαν έτσι, όπως ήθελε να έρθουν στη ζωή της. Ήταν ευτυχισμένη ή τουλάχιστον έτσι πίστευε.
Μόνο που εκεί μέσα, στα πολλά γεγονότα της καθημερινότητας, κάποιες στιγμές αισθανόταν μια νοσταλγία για κάτι που δεν έγινε, κάτι που έχασε. Αισθανόταν πως κάτι δεν πήγε καλά, αλλά δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πού προέρχεται αυτό το κενό που ένιωθε τώρα τελευταία μέσα της.
Κάποια βράδια, όταν δεν ήταν με τις εγγονές της, πήγαινε βόλτες στην παραλία του Παλαιού Φαλήρου. Εκεί έμενε. Πολλοί άνθρωποι έκαναν περίπατο στην παραλία. Η Νίνα απλά παρατηρούσε τον κόσμο. Όταν είχε παρέα κάποια γειτόνισσα, κουβέντιαζε μαζί της. Ο κόσμος έβγαινε από τα σπίτια στην παραλία για να πάρει μια πνοή πραγματικής ζωής. Φυσούσε αέρας, μύριζε θάλασσα και ακουγόταν ο ήχος καθώς έσπαγαν τα κύματα στην ακτή, δίνοντας στους ανθρώπους έναν ρυθμό που ερχόταν από τον ίδιο τον Δημιουργό. Έτσι, στην παραλία οι άνθρωποι ένιωθαν πιο ασφαλείς παρά στα διαμερίσματά τους. Κάποιοι βόλταραν χαλαρά και έδειχναν μια βαθιά ικανοποίηση για τη ζωή τους. Άλλοι έτρεχαν κάνοντας τη γυμναστική τους και πιστεύοντας ότι με τα χιλιόμετρα που κάνουν θα φτάσουν πιο γρήγορα στην ευτυχία. Άλλοι πάλι περπατούσαν με γρήγορο ρυθμό και κατεβασμένα τα κεφάλια σαν να έλεγχαν τον δρόμο τους για να μην σκοντάψουν. Ήταν αυτοί που μάλλον ακόμα έψαχναν σωστή θέση στη ζωή.
Περνούσαν πλάι της άνθρωποι, σκυλιά και γάτες, αυτοκίνητα έτρεχαν με ταχύτητα μεγάλη στη λεωφόρο, παιδιά με ποδήλατα και μπάλες έψαχναν μέρος για να παίξουν, οι καμαρωτοί χειμερινοί κολυμβητές. Στη θάλασσα, όπως πάντα, τα πλοία τεμπέλικα διέσχιζαν τον Σαρωνικό και μόνιμα οι πεινασμένοι γλάροι φώναζαν απειλητικά.
Μια φορά, ένα απόγευμα, η Νίνα, μεταξύ όλων αυτών των περαστικών, γνώρισε έναν γάτο. Ήταν απίστευτα όμορφος. Τον ονόμασε Σωτήρη. Ο γάτος αμέσως δέχτηκε και το όνομά του και την ίδια. Από τότε η Νίνα άρχισε να έρχεται στην παραλία σχεδόν κάθε μέρα και έφερνε στον Σωτήρη γατοτροφή. Ενώ τον τάιζε του μιλούσε. Όχι που δεν είχε άνθρωπο να μιλάει, αντιθέτως όλη την ημέρα συναντούσε φίλους, γιατί δεν χάθηκε αυτή η συνήθεια των Σουχουμλίδων, δεν κόπηκε, και μετά από 20 χρόνια ζωής στην Ελλάδα, συνέχιζαν να βρίσκονται συνέχεια και να τα λένε στον καφέ. Και με τις εγγονές της μιλούσε πολύ, έλεγε παραμύθια και ιστορίες. Αλλά ο Σωτήρης ήταν γάτος και γι’ αυτό ίσως μαζί του αισθανόταν περίεργη σιγουριά. Ο τόνος της φωνής γινόταν διαφορετικός και αυτά που έλεγε έρχονταν από τα βάθη της ψυχής της. Ο Σωτήρης έτρωγε την τροφή του αργά, σαν χορτάτος, μετά τριβόταν στα πόδια της, έδειχνε πως την αγαπάει, και δεν έφευγε αμέσως να βρει γάτες να παίξει. Η Νίνα το πίστευε, το αισθανόταν, πως ο Σωτήρης την αγαπάει και την περιμένει. Ακόμα και αν δεν έρθει καμιά φορά, δεν θα της θυμώσει, δεν θα σταματήσει να την περιμένει. Ναι, την αγαπάει με τη γατίσια του αγάπη. Άλλωστε, τι μπορεί να περιμένει ένας γάτος από έναν άνθρωπο; Μόνο λίγη τροφή κι ένα χάδι.
Μια μέρα, ένας κύριος, που έβλεπε την πορεία της φιλίας της Νίνας με τον Σωτήρη, είπε: «Είναι καιρός να το αποφασίσετε. Ο γάτος είναι όμορφος, πάρτε τον στο σπίτι σας αφού αγαπιόσαστε!» Η Νίνα σαν να περίμενε να της το πει κάποιος. Δεν τολμούσε. Είχε ένα κόλλημα με την καθαριότητα, ήταν και ο τέταρτος όροφος όπου έμενε: «Αν πέσει και σκοτωθεί;»
Πέρασαν δύο εβδομάδες. Μια μέρα ξύπνησε αποφασισμένη να πάρει το γατί. Το ίδιο βράδυ πήγε στην παραλία να δει τον Σωτήρη και να του πει τα νέα. Δεν τον βρήκε. «Σωτήρη!» φώναζε, αλλά δεν εμφανίστηκε ο γάτος. Βράδιασε, σκοτείνιασε, δεν ήρθε. Την τροφή που έφερε την έδωσε σε άλλες γάτες που συνάντησε.
Όταν πέρασε τη λεωφόρο για να πάει σπίτι της, είδε τη γειτόνισσα που ήξερε τον Σωτήρη. «Δεν ξέρετε πώς χθες ο Σωτήρης σκοτώθηκε; Τον πάτησε αυτοκίνητο!» είπε στενοχωρημένα η γυναίκα. Ήταν από αυτές που καταλαβαίνουν και αγαπούν τα ζώα περισσότερο από τους ανθρώπους. «Ποιός ξέρει, μπορεί να πήγαινε να σας βρει. Όλο έτρεχε και διέσχιζε τον δρόμο. Φοβόμουν πως μια μέρα θα μείνει κάτω από τις ρόδες , έτσι κι έπαθε».
Πρώτη φορά στη ζωή της η Νίνα έκλαψε για ένα ζώο. Ήταν απαρηγόρητη. Αισθανόταν ότι είχε προδώσει τον Σωτήρη. Και αν είχε το αποφασίσει νωρίτερα, θα ζούσαν καλά μέχρι τα γεράματα μαζί, σκεφτόταν. «Φοβόμουν πως θα έπεφτε από τον τέταρτο όροφο και δεν σκέφτηκα πως κάθε στιγμή κινδύνευε εκεί έξω!»


Την άλλη μέρα, πρωί-πρωί η Νίνα πήγε για καφέ στη Μίλα, που έμενε στην Καλλιθέα, φίλη της από το σχολείο, στο Σοχούμι. Η Μίλα, μετά τις σπουδές στο πανεπιστήμιο Λομονόσωφ, έμεινε πολλά χρόνια στη Μόσχα. Έκανε πανεπιστημιακή καριέρα, δίδασκε διαλεκτική φιλοσοφία, παντρεύτηκε έναν καθηγητή. Γέννησε μια κόρη. Η Μίλα ήταν μια όμορφη Ελληνίδα, ψηλή, με πράσινα μάτια. Μετανάστευσε στην Ελλάδα αργότερα, μετά τη Νίνα.
Στενοχωρημένη η Νίνα της είπε πως έχασε τον Σωτήρη. Η φίλη της ήξερε όλες τις λεπτομέρειες για τον γάτο, αλλά δεν τον είχε γνωρίσει. Η Νίνα όλο έλεγε, έλεγε, μιλούσε ενοχικά, έκλαψε στο τέλος και δεν μπορούσε να σταματήσει. Η Μίλα δεν τη λυπήθηκε, ξέσπασε: «Είσαι στα καλά σου; Κλαις για έναν γάτο που αγάπησες και του έχεις κάνει παρέα μόνο τρεις μήνες και δεν σου έκανε καμιά αίσθηση ο θάνατος του Δαβίδ στο τροχαίο; Ο καημένος ο Δαβίδ που έριξε ποτάμι δάκρυα για σένα, έγραψε χιλιόμετρα γράμματα για σένα κι εσύ – τίποτα! Τι άνθρωπος είσαι; Τόσο σκληρή!» Η Νίνα αμέσως σώπασε. Δεν απάντησε στο ξέσπασμα της Μίλας. Για να αλλάξει την κουβέντα, ρώτησε για το διδακτορικό της κόρης της, που έμενε ακόμα στη Μόσχα. «Τι θέλεις να μου πεις; ότι δεν με απασχολεί το διδακτορικό της Ειρηνούλας μου!», είπε η Μίλα. «Μάνα της είμαι και το μόνο που εύχομαι – τύχη μόνο να έχει! Ευτυχισμένη γυναίκα να γίνει, να αγαπάει και να αγαπιέται!»


Η Νίνα γύρισε στο Παλιό Φάληρο με ταξί. Ξοδεύτηκε για να φτάσει σπίτι πιο γρήγορα. Πήρε τα μεσημεριανά της φάρμακα για τη χολή και την πίεση και ξάπλωσε. Και θυμήθηκε τον Δαβίδ. Ο Δαβίδ! Τι θα τον έκανα; Οκτώ χρόνια μικρότερος και Γεωργιανός, ενώ εγώ μόνο Έλληνα ήθελα, σκέφτηκε και κοιμήθηκε.
Ο Δαβίδ ερωτεύτηκε τη Νίνα παράφορα όταν, ένα καλοκαίρι, την γνώρισε σε μια έκθεση ζωγραφικής στο Σουχούμι. Αρχικά της έστελνε ραβασάκια που τα άφηνε στο ταμείο της, σ’ ένα πολυκατάστημα όπου εργαζόταν η Νίνα. Όταν τέλειωσαν οι διακοπές του κι έφυγε στην Τιφλίδα, σχεδόν κάθε μέρα της έστελνε γράμματα. Τα γράμματα ήταν σε ροζ φακέλους, με μικρογραφίες πάνω που έκανε ο ίδιος. Καρδούλες, τριανταφυλλάκια, πρόσωπα, διάφορα λουλούδια. Η Νίνα τα γράμματα τα μάζευε σ’ ένα κουτί από καινούρια ιταλικά παπούτσια, αγορασμένα στη μαύρη αγορά. Όταν γέμισε το κουτί, διάλεξε έναν μεγάλο άδειο τενεκέ από ελιές με ζωγραφισμένη μια ξανθιά Ελληνίδα και την ελληνική σημαία. Οι ελιές ήταν από την Ελλάδα φυσικά, τις αγόρασε και αυτές στη μαύρη αγορά, πληρώνοντας τον μισό της μισθό. Φαγώθηκαν αργά-αργά για περισσότερη απόλαυση. Η κάθε ελιά που έμπαινε στο στόμα και μετά κατέβαινε στο στομάχι με κουκούτσια ή χωρίς, ήταν μια δυνατή επαφή με την Πατρίδα, με έναν κόσμο άγνωστο αλλά πολύ αγαπητό και ποθητό. Ο τενεκές με την ξανθιά Ελληνίδα στόλιζε την κουζίνα της για πολλά χρόνια. «Έτσι είναι η πραγματικές Ελληνίδες, ξανθιές, όχι σαν εμένα που είμαι μελαχρινή και κοντή», έλεγε καμαρώνοντας την ξανθιά στον τενεκέ. Ο τενεκές έγινε «ερωτοκιβώτιο». Εκεί μάζευε τα ερωτικά γράμματα του Δαβίδ και δεν τα διάβαζε όλα. Την είχε κουράσει η παθολογική του εμμονή να την παντρευτεί.
Μια μέρα έφτασε στο Σουχούμι η μάνα του. «Δεν πειράζει που είσαι μεγαλύτερη, παρ’ τον! Το παιδί μου υποφέρει από έρωτα για σένα. Και αν δεν τον αγαπάς θα τον συνηθίσεις και θα τον αγαπήσεις με το πέρασμα του χρόνου», της είπε. «Οι οικογένειά μας έχει κύρος, έχουμε χρήματα», συμπλήρωσε, αλλά με μια ελπίδα να πει το όχι η Νίνα, γιατί κατά βάθος δεν θα μπορούσε να συμπαθήσει καμιά γυναίκα που θα ήθελε ο γιος της. Η Νίνα πεισμάτωσε ακόμα πιο πολύ. Δεν μπορούσε να πει στη μητέρα του Δαβίδ ότι, εκτός από τη διαφορά της ηλικίας, είναι και το θέμα της εθνικότητας. Ο Δαβίδ δεν είναι Έλληνας, είναι Γεωργιανός. Πώς να τον παντρευτεί; Ήθελε να παντρευτεί μόνο Έλληνα.
Μετά από έναν χρόνο ο Δαβίδ σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό δυστύχημα, καθώς γύριζε από έναν γάμο. Η Νίνα το έμαθε πολλούς μήνες αργότερα, αφού πρώτα έπαψε να λαμβάνει τα γράμματά του. Όταν το έμαθε στενοχωρήθηκε, σαν να έχασε έναν γείτονα που δεν τον ήξερε πολύ καλά και που ποτέ δεν είχε μπει στο σπίτι του. Τον τενεκέ με τα γράμματα τον μετέφερε στην αποθήκη.
Πέρασαν τα χρόνια, παντρεύτηκε, χώρισε, μεγάλωσε και ο Φίλιππος. Ήταν περίπου 14 χρονών, όταν την ρώτησε για τα γράμματα που βρήκε στην αποθήκη. «Μαμά, έκαψες καρδιές! Διάβασα μερικά γράμματα, συγνώμη!» Είχαν καλή σχέση, ο ένας ζούσε για τον άλλον. Τότε η Νίνα έφερε από την αποθήκη τον τενεκέ με τα γράμματα και του είπε: «Αν θέλεις διάβασέ τα ή να τα διαβάσουμε μαζί». Κάθισαν πολλές ώρες μέχρι που ο Φίλιππος κουράστηκε, την φίλησε στο μάγουλο και πήγε για ύπνο. Πέταξε μόνο: «Καληνύχτα, μανούλα».
Τι την έπιασε μετά; Ξαφνικά σηκώθηκε, μάζεψε όλα τα γράμματα, τα έβαλε πίσω στον τενεκέ, βγήκε έξω στο σκοτάδι της νύχτας και τα άφησε στο καλάθι των σκουπιδιών, στο πάρκο.


Ο Κόλια, κάθε μέρα, από τις τέσσερις το πρωί, μάζευε τα σκουπίδια στο κεντρικό πάρκο και μετά στο σπίτι ασχολιόταν με την κηπουρική. Είχε ένα περιβόλι με μανταρίνια. Τον χειμώνα πουλούσε τα μανταρίνια στη Μόσχα. Ήταν πολύ ακριβά φρούτα, χριστουγεννιάτικα κι εξωτικά. Στον ελεύθερο χρόνο του διάβαζε βιβλία. Μπορεί να έχει διαβάσει και όλα τα βιβλία της τοπικής βιβλιοθήκης, αλλά δεν του άρεζε να συζητάει για τη λογοτεχνία. Διάβαζε για να περνάει ευχάριστα την ώρα του. Ζούσε πολλές ζωές μέσω των ιστοριών που διάβαζε, έλεγε: «Εγώ δεν έχω ερωτευτεί μόνο μια φορά, αλλά πάρα πολλές φορές! Εγώ δεν σκότωσα, άλλα υπήρξα δολοφόνος!» Και όταν έβλεπε την απορία των φίλων του, διευκρίνιζε: «Αφού για όλα αυτά διαβάζω στα βιβλία, είναι σαν να τα έζησα και στην πραγματικότητα!»
Ο Κόλια αμέσως πρόσεξε τον τενεκέ, με την όμορφη γυναίκα ζωγραφισμένη πάνω και την γαλανόλευκη σημαία. Τον άνοιξε από περιέργεια, κοίταξε με προσοχή μέσα στον τενεκέ. Μπορούσε να έχει και εκρηκτικά. Όταν είδε πως ήταν γεμάτος γράμματα, τον μάζεψε αμέσως. Δεν είχε δικαίωμα -και από τον νόμο- να τον φορτώσει στο σκουπιδιάρικο. Μέσα στις υποχρεώσεις του ήταν, να μαζεύει τη βρωμιά της πόλης, να παρατηρεί ό,τι ύποπτο συμβαίνει στο πάρκο και οτιδήποτε ύποπτο πετιέται στα σκουπίδια.
Τα γράμματα δεν τα πήγε στην υπηρεσία αμέσως, όπως θα έπρεπε, αλλά τα έφερε σπίτι του και το βράδυ όταν τελείωσε όλες τις δουλειές, άρχισε ένα - ένα να τα διαβάζει. Ήρθε η γυναίκα του να δει γιατί δεν κοιμάται, έπιασε κι αυτή ένα γράμμα και δεν μπορούσε να ξεκολλήσει. Έτσι, οι δυο τους διάβαζαν μέχρι τα ξημερώματα. Συγκλονισμένοι πήγαν να κοιμηθούν. Κανένας δεν μιλούσε, μόνο ο Κόλια είπε: «Τέτοιον έρωτα! Μόνο στα βιβλία διάβαζα για τέτοιον έρωτα. Θα ήθελα να γνωρίσω αυτήν τη γυναίκα!»
Την άλλη μέρα πήγε τα γράμματα στον προϊστάμενο της υπηρεσίας και σε μια εβδομάδα τα γράμματα έφτασαν στον Δήμαρχο, κατά το τυπικό. Όλη η πόλη μιλούσε γι’ αυτήν τη μονόπλευρη αλληλογραφία του ερωτευμένου άνδρα από την Τιφλίδα με μια συμπολίτισσά τους. Όλοι πλέον ήξεραν ποια είναι, αφού στον κάθε φάκελο είχε το όνομα και το επίθετο της Νίνας. Στις γυναίκες, που διάβαζαν τα γράμματα του Δαβίδ, δεν άρεσε η ασυγκίνητη Νίνα. «Και ποια είναι; Μα τέτοιος έρωτας!» Αντίθετα οι άνδρες σχεδόν την θαύμαζαν. Μετά κάλεσαν τη Νίνα να πάει στον αντιδήμαρχο. Πήγε ξαφνιασμένη, προσπαθούσε να μαντέψει τι την θέλει.
Ο αντιδήμαρχος έβγαλε στο τραπέζι τα γράμματα του Δαβίδ χωρίς τον τενεκέ. Ήταν τακτοποιημένα σ’ ένα χάρτινο μεγάλο κουτί και της είπε: «Συγνώμη, αλλά ήθελα να σας γνωρίσω. Συγχωρήστε με, αλλά διάβασα μερικά γράμματα. Εσείς τα πετάξατε. Αυτό σημαίνει ότι δεν ανήκουν πια σε σας. Έγιναν σκουπίδια και ανήκουν στη μάνδρα. Ο αποστολέας σάς αγάπησε πολύ, φαίνεται. Συγνώμη και πάλι, αλλά να σας πω… τα ερωτικά γράμματα δεν τα πετάμε στα σκουπίδια. Έπρεπε να τα είχατε κάψει, μόνον έτσι εξαφανίζονται. Με τη φωτιά!»
Η Νίνα πήρε αγκαλιά το κουτί με τα γράμματα κι έφυγε ντροπιασμένη. Στον δρόμο σκεφτόταν πού να βάλει φωτιά να τα κάψει. Το Σάββατο με τον Φίλιππο έφυγαν στο χωριό, στη θεία της. Εκεί όλο το κουτί το άδειασε στον φούρνο, όπου έψηνε η θεία ψωμί και πίτες. «Μην τα καις όλα μαζί, άφησέ τα να τα κάψω εγώ ένα-ένα, κάθε φορά ανάβοντας τον φούρνο» είπε η θεία, αλλά ήταν αργά.


Ξύπνησε από τον μεσημεριανό ύπνο και την κατέλαβε πάλι η θλίψη. Θυμήθηκε τον Σωτήρη, που την κοιτούσε μέσα στα μάτια σαν να διάβαζε την ψυχή της. Το βράδυ έβγαλε τις παλιές φωτογραφίες να δει τον γιο της όταν ήταν ακόμα μικρός. Εκεί που κοιτούσε τις φωτογραφίες, έπεσαν τέσσερα φύλλα από ένα σχολικό τετράδιο. Ήταν γραμμένα με στύλο, με μπλε μελάνη και με στρωτά καλλιγραφικά γράμματα. Ήταν τα ερωτικά ραβασάκια που της έστελνε ο Δαβίδ όταν την πρωτοείδε. Η αλήθεια είναι, ότι ποτέ δεν τα διάβασε προσεκτικά, έριχνε μόνο ένα βλέμμα στο κείμενο κι αυτό ήταν. Τώρα που έχασε τον Σωτήρη-τον γάτο, για πρώτη φορά ήθελε να τα διαβάσει και να θυμηθεί κάποιον που δεν ήθελε να γνωρίσει, που δεν του μίλησε ποτέ και ποτέ δεν του έγραψε.


«Σήμερα είναι 7 Ιουλίου. Ξεκίνησα από το σπίτι μου στις επτά το πρωί και περίμενα να σας δώσω το γράμμα μου, αλλά δεν ξέρω αν τελικά έφτασε στα χέρια σας. Το επίθετό μου είναι Μπερουλάβα και ονομάζομαι Δαβίδ. Ξέρετε γιατί γράφω σε σας; Θέλω πολύ να μάθω το όνομά σας! Ελπίζω πως θα μου το πείτε. Αν επιθυμείτε να μου πείτε το όνομά σας, γράψτε μου λίγα λόγια και στείλτε τα στη διεύθυνση: «Σουχούμι, κεντρικό ταχυδρομείο “σε αναμονή”. Πιστέψτε με, στη διάρκεια της χρονιάς, κάθε δεκαπενθήμερο θα πηγαίνω στο ταχυδρομείο με την ελπίδα να πάρω έστω ένα σημείωμα από σας. Γράψτε μου έστω μια φορά, σας παρακαλώ πάρα πολύ!»


«Συνέχεια σας σκέφτομαι, η εικόνα σας είναι μπροστά μου και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να την εξαφανίσω. Κάντε κάτι, για να μην σας χάσω. Σας παρακαλώ πολύ!»


«Κάθομαι στο παγκάκι στη γωνία των οδών Λένιν και Στάλιν. Σας σκέφτομαι συνέχεια. Κορίτσι μου, τι θα κάνετε με αυτό το γράμμα μου; Θα το πετάξετε στα πόδια των περαστικών; θα το σκίσετε; Καλύτερα το τελευταίο, να το σκίσετε! Αλλά ελπίζω ότι θα το κρύψετε, θα το διαβάσετε στον ελεύθερό σας χρόνο, έτσι, έστω για λόγους ανθρωπιάς…»


«Μήπως δεν έχετε δικαίωμα να κρατάτε τέτοια γράμματα ή μήπως λαμβάνετε πιο ωραία γράμματα από κάποιον άλλον; Εις το… ήθελα να γράψω «Εις το επανιδείν…
Αλλά αυτό δεν ταιριάζει στην περίπτωσή μας, έτσι δεν είναι; Και ποιος ξέρει, κάποτε μια μέρα, χρόνια μετά, θα περάσω από τη δουλειά σας, έτσι απλά, να δω πώς είσαστε και αν διατηρήσατε την ομορφιά και τη φρεσκάδα σας».


«Θέλω να σας ρωτήσω, αν διαβάζετε με απόλαυση τη λογοτεχνία. Έτσι, με προσοχή, χωρίς να βιάζεστε, γλυκαίνοντας με την κάθε λέξη και την κάθε έκφραση την ψυχή σας. Ξέρετε να απολαμβάνετε το άρωμα της κάθε λέξης και την ομορφιά που μεταφέρει ο συγγραφέας; Έτσι διαβάζω εγώ τη λογοτεχνία, και σας ρωτάω επειδή απλά θέλω να καταλάβετε, πίσω από τις λέξεις, πολύ περισσότερα από αυτά που σας γράφω…»


«Λόγω τιμής, πάνω από μια ώρα έγραφα, ενώ καθόμουν στο παγκάκι στο πάρκο. Μετά το διάβασα και το έσκισα. Το καημένο μου το πρώτο γράμμα! Αυτό που σας το έδωσα... Αν ήταν γράμμα αυτό; Δεν ξέρω αν το σκίσατε σε μικρά κομματάκια. Όμως διαισθάνομαι πως είναι κάπου πεταμένο στον δρόμο και το πατάνε αδιάφοροι περαστικοί και τώρα βρώμισε από τις λάσπες και τη σκόνη και σβήστηκαν οι περισσότερες λέξεις. Αλλά να ξέρετε, γράφοντάς το, προσπάθησα τόσο πολύ να μεταφέρω όλα τα συναισθήματά μου για σας…»


«Αχ, έκανα ίσως λάθος, μήπως σας ενοχλώ με την παρουσία μου έστω εξ αποστάσεως; Ξέρετε τι σκεφτόμουν εγώ σήμερα (29/07) όπως στεκόμουν απέναντι από το ταμείο σας; Όλο φοβόμουν πως θα κάνετε λάθος στις συναλλαγές. Αλήθεια, φοβόμουν να μην κάνετε κανένα λάθος κόβοντας αποδείξεις…»


«Μήπως νομίζετε πως παρόμοια γράμματα γράφω και σε άλλες; Να ξέρετε ότι με πολύ καθαρή καρδιά γράφω σε σας. Να ξέρετε πως πίστεψα σε σας και πιστεύω ότι μια μέρα θα με καταλάβετε, χωρίς λόγια. Ακόμα δεν ξέρω το όνομά σας και ποια είσαστε. Μήπως να ρωτήσω κάποιον άλλον για σας; Να μάθω για σας; Με τίποτα! Σας είδα και αυτό μου αρκεί. Μου αρκεί που είστε εσείς, που ζείτε μαζί μου σε αυτόν τον κόσμο, μου αρκεί που γράφω σε σας».


«Ακούστε, περίπου εδώ και έναν μήνα βρίσκομαι στο Σουχούμι. Αύριο 30/07 είναι η τελευταία μου μέρα. Από το πρωί ως το βράδυ θα περπατώ στην πόλη. Αστείο δεν είναι; Όλη η σκέψη μου είναι - εσείς. Σε τι φταίω εγώ; Σας είδα και δεν μπορώ να σας ξεχάσω».


«Μην ανησυχείτε δεν θα σας δημιουργήσω προβλήματα και δεν θα έρχομαι πια. Αν ήξερα πως είστε ελεύθερη (να μην σας προσβάλει αυτή η λέξη) και ότι έστω λίγο με συμπαθείτε, θα έκανα τα πάντα για να σας κερδίσω, να σας κάνω ευτυχισμένη! Τι κρίμα που δεν με γνωρίσατε!»


«Ίσως είναι καλύτερα και για σας και για μένα. Αλλά ομολογώ ότι ήμουν μαζί σας απόλυτα ειλικρινής, δεν έκρυψα τίποτα. Αν είχα καταλάβει πως σας προσβάλω και σας ενοχλώ και περιορίζω την ελευθερία σας, δεν θα σας ενοχλούσα ποτέ, αλλά μου δώσατε μια ελπίδα, γι’ αυτό συνέχισα να γράφω. Ούτε εγώ, ούτε κανένας άνδρας μπορεί να σας αγγίζει από συμφέρον, από πόθο. Αυτό δεν πρέπει να συμβεί ποτέ!»


«Ελληνίδα! Αν ξέρατε πώς το είπατε όταν συστηθήκαμε. Εγώ αισθάνθηκα μια ζεστασιά στην ψυχή μου, κάτι πολύ δικό μου αισθάνθηκα σε σας».


«Φεύγω… Θα σας παρακαλούσα για κάτι. Στο διπλανό σουπερμάρκετ εργάζεται η θεία μου, την λένε Τατιάνα Γ. Σας παρακαλώ, καμιά φορά να πάτε από κει, έστω απλά να την δείτε, έστω από μακριά και μετά φύγετε. Κάντε το για μένα. Γιατί ακριβώς αυτό έκανα κι εγώ για σας για δύο εβδομάδες. Τέσσερις - πέντε φορές περνούσα από τη δουλειά σας μόνο και μόνο να σας δω. Φεύγω, αλλά να ξέρετε, την εικόνα σας δεν θα την ξεχάσω ποτέ. Θα την βλέπω με την ψυχή μου, γιατί όλος ο κόσμος μού φαίνεται τώρα ωραίος και ευτυχισμένος. Κι εγώ το μόνο που εύχομαι είναι να είστε ευτυχισμένη!»


«Κορίτσι μου, θα σας γράφω.! Μη μου το στερείτε, μου αρκεί μόνο να ξέρω ότι θα λαμβάνετε και θα διαβάζετε τα γράμματά μου!».


Ο χρόνος δεν έσβησε ούτε τη μελάνη ούτε τη φρεσκάδα των γραμμάτων. Η ψυχή της Νίνας πλημμύρισε με αγάπη για τον αποστολέα που δεν τον θυμόταν καν. Μόνο το όνομα του: Δαβίδ. Χάρηκε όμως τόσο πολύ που σώθηκαν έστω αυτά! Λυπήθηκε για τα γράμματα που βρήκαν το τέλος τους στον κάδο με τα σκουπίδια. Της ήρθε η επιθυμία να διαβάσει τώρα και αυτά, που έκαψε στον φούρνο της θείας της. «Αύριο να πάω να φωτοτυπήσω τα ραβασάκια που σώθηκαν, στην περίπτωση που θα χαθούν, να έχω αντίγραφα», σκέφτηκε και της ήρθε να κλάψει. Να κλάψει με λυγμούς. Δεν θυμόταν πότε τελευταία έκλαψε έτσι, σαν μικρό παιδί. Ίσως και ποτέ. Ένιωσε πως το στόμα της, από τον θυμό και τη λύπη, κατέβηκε κάτω στο πηγούνι, και το πρόσωπό της ασχήμυνε. Το είδε στον καθρέπτη απέναντι, αλλά την παρατήρηση αυτήν την έκανε με λυγμούς και δεν ήξερε τελικά αν τα δάκρυά της ήταν για τον χαμό του Σωτήρη ή για την αγάπη που δεν έζησε...

****
Το δίηγημα μου άπό το συλογικό βιβλίο "Εκ του μη όντος" , εκδοσεις ΤΥΡΦΗ.

5 Ιουν 2019

150 χρόνια "οδύσσειας" και η πρώτη επίσκεψη στην Ήπειρο του Ρώσου Σεργκέι Πιντσούκ- Γαλάνη, δισέγγονου του Ηπειρώτη Ιωάννη Γαλάνη


«Είχα μια ανεξήγητη νοσταλγία να δω μια μέρα την ορεινή περιοχή των προγόνων μου, ήθελα να επισκεφτώ την Ήπειρο» αφηγείται στο Αθηναϊκό- Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο Ρώσος ιστορικός και συγγραφέας, Σεργκέι Πιντσούκ - Γαλάνη(ς), 51 ετών, που για πρώτη φορά στη ζωή του επισκέφτηκε πριν δυο εβδομάδες την Ελλάδα και την Ήπειρο.


   «Δεν ήξερα ότι κατάγομαι από Έλληνα, τον Ιωάννη Γαλάνη, όμως έχω μεγαλώσει με αρχαιοελληνικούς μύθους. Έχω στο αρχείο μου μια φωτογραφία όπου είμαι 10 χρόνων, τυλιγμένος με άσπρο σεντόνι, παριστάνω τον Πάτροκλο... Και τα αγαπημένα μου εφηβικά βιβλία ήταν η "Οδύσσεια" και η "Ιλιάδα" του Ομήρου, στη μετάφραση στη ρωσική γλώσσα» λέει στη συνέντευξή του στο ΑΠΕ-ΜΠΕ.
   Στην ίδια ηλικία, των 10 χρόνων, συνεχίζει, για πρώτη φορά παρατήρησε την αγαπημένη του γιαγιά, Παρασκευή, να μιλάει με μια γειτόνισσα μια άγνωστη γλώσσα. «Τη ρώτησα και μου είπε: "Ελληνικά μίλαγα, παιδί μου. Εμείς, Σεριόζα (σ.σ. το υποκοριστικό του Σεργκέι) είμαστε Έλληνες, αλλά δεν το φωνάζουμε, γιατί ο πατέρας σου είναι μέλος του κομμουνιστικού κόμματος και αξιωματούχος στον στρατό... Μπορεί να τον διώξουν από το κόμμα και από την υπηρεσία, αν μαθευτεί!» είπε αυστηρά. Πιστεύω, από τότε είχα σβήσει από τη μνήμη μου για δεκαετίες την αποκάλυψη της καταγωγής μου. 
   Πολύ αργότερα, «όταν μεγάλωσα κι έμενα πλέον στη Μόσχα, η γιαγιά Παρασκευή είχε πεθάνει εκεί που ζούσε, στο ελληνικό χωριό μας, τη Σαρτανά της Μαριούπολης κι εγώ είδα ένα όνειρο. Σε αυτό το όνειρο, η γιαγιά Παρασκευή εμφανίστηκε με μαύρο φόρεμα και μαύρο μαντήλι (ενώ ντυνόταν πάντα με χρωματιστά φουστάνια). Με πήρε από το χέρι... Περπατήσαμε κάποιες ορεινές διαδρομές, μέχρι που εμφανίστηκε ένα παλιό νεκροταφείο με σταυρούς. Οι επιγραφές στους τάφους ήταν σε μια γλώσσα άγνωστη για μένα. Άγγιξα τις κρύες και άψυχες πέτρες. Θυμάμαι την προσεκτική ματιά της γιαγιάς μου. Πίσω από το νεκροταφείο ξεκίνησε μια απότομη κάθοδο από το βουνό. Μπροστά μου ήταν πόλη με κόκκινες κεραμοσκεπές, πάνω από τις οποίες έπλεαν τα σύννεφα» λέει.
   Το όνειρο τον συγκλόνισε. «Από τότε στράφηκα συνειδητά στην αναζήτηση της ιστορίας της ελληνικής μου οικογένειας, που με οδήγησε στην έρευνα της ιστορίας των εθελοντών Ελλήνων, της Ελληνικής Λεγεώνας, που πάλεψαν ηρωικά στην πλευρά της Ρωσικής Αυτοκρατορίας στο Κριμαϊκό πόλεμο, στα μέσα του 19ου αιώνα» εξομολογείται.
   Ο Σεργκέι έμαθε ότι οι προγονοί των γονιών του και από δυο πλευρές ήταν ελληνικής καταγωγής.

   «Ο ένας προπάππους μου, Ιωάννης Γαλάνης, ήταν από την Ήπειρο, από την πόλη των Ιωαννίνων. Ηπειρώτης από την κριμαϊκή πόλη Μπαλακλάβα και ο άλλος, ο Θεόδωρος (Φιόντορ) Καραντινό (σ) από τη Μαριούπολη. Το ουκρανικό επίθετο Πιντσούκ το πήρε από την μητέρα μου ο πατέρας Γαλανός, για να μην έχει προβλήματα στη σταδιοδρομία του. Την εποχή του 1953 ο φόβος των σταλινικών διώξεων δεν είχε περάσει» σημειώνει.


   Στην αναζήτηση της ιστορικής αλήθειας και την αποκατάσταση της εθνικής μνήμης και της ταυτότητας της καταγωγής των προγόνων του, ο Σεργκέι Γαλάνη αφιέρωσε πάνω από δέκα χρόνια, μελετώντας τα ιστορικά έγγραφα στο Κρατικό Ιστορικό - Πολεμικό Αρχείο της Μόσχας. 

    Η ιστορία του Ιωάννη Γαλάνη και ένα ιδιαίτερο όνειρο αφύπνισης
   Ο προ -προπάππους του Σεργκέι, Ιωάννης Γαλάνης (1825-1890), καταγόταν από την Ήπειρο και συγκεκριμένα από την πόλη των Ιωαννίνων. Η ελληνική εξέγερση το 1854, στην οποία συμμετείχε, ξεκίνησε στην Ήπειρο και τη Θεσσαλία. Αφού άγρια συνετρίβη από τους Τούρκους, ο Ιωάννης, μαζί με τους εθελοντές από διάφορες περιοχές της Ελλάδας, προσχώρησε στα ρωσικά στρατεύματα και στη συνέχεια βρέθηκε στον Δούναβη.
   Στην Tulcea (πόλη στην σημερινή Ρουμανία), προσφέρθηκε εθελοντικά για μια επιχείρηση υπό τη διοίκηση του υπολοχαγού του Ελληνικού Βασιλικού Στρατού, Αριστείδη Χρυσοβέργη. Για περισσότερο από δύο χρόνια βρισκόταν στον πόλεμο. Ηρωικά υπεράσπισε τη Σεβαστούπολη της Κριμαίας.
   «Ο προπάππους μου, ως υπήκοος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δεν μπορούσε να επιστρέψει στην πατρίδα του -αναπόφευκτα, τον περίμενε φυλακή ή θάνατος. Έτσι, το 1857, ο Ιωάννης με τους άλλους Έλληνες συμπατριώτες του, εγκαταστάθηκε στις εκτάσεις γης του Μητροπολίτη Ιγνατίου, κοντά στην πόλη Μαριούπολη. Εκεί παντρεύτηκε μια ντόπια Ελληνίδα, την Χαριτίνη, εκεί έχτισε το σπίτι του και άφησε τις ρίζες του να απλώνονται στην ξενιτιά... Από αυτόν τον απόγονο ξεκίνησε η φαμίλια μας» λέει ο Σεργκέι.
   «Για αυτό ήθελα να επισκεφτώ την Ήπειρο, για να δω με τα μάτια μου όλα αυτά, που έβλεπε πριν 150 χρόνια ο Ιωάννης Γαλάνης, αφήνοντας την πατρίδα για πάντα...» 
   Όταν πριν δυο εβδομάδες, στο πρώτο του ταξίδι στην Ελλάδα και την Ήπειρο, ανέβηκε στο Κάστρο, ανατολικά από το πιο ανυψωμένο σημείο της πόλης...
   «Είδα την ίδια πόλη από το παλιό μου όνειρο, με το ίδιο τοπίο. Την ονειρική εικόνα της Ηπείρου κουβαλούσα στην καρδιά μου για πολλά χρόνια, μέχρι που έγινε πραγματικότητα το ταξίδι αυτό!» λέει με μεγάλη χαρά.
    Στο ταξίδι αυτό τον βοήθησε ο φίλος του, ιστορικός Αγαθάγγελος Γκιουρτζίδης, με τον οποίο τα τελευταία χρόνια συνεργαζόταν στο θέμα της έρευνας της ιστορίας της Ελληνικής Λεγεώνας της Κριμαίας.
   Βλέποντας το επίθετό σου στις πινακίδες των δρόμων μιας πόλης που δεν έχεις ξαναεπισκεφτεί


   Ο Σεργκέι Γαλάνη βρέθηκε πρώτη φορά στην Ελλάδα με την αφορμή της ανακάλυψης του λάβαρου του Ελληνικού Πεζικού Συντάγματος 1779--1796 στο Μουσείο Ερμιτάζ και της παράδοσης του πιστού αντιγράφου του στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο στην Αθήνα, που πραγματοποιήθηκε σε μια ειδική εκδήλωση στις 10 Μαΐου.
   Μαζί με φίλους, ταξίδεψε οδικώς από την Αττική στα Γιάννενα.
   «Η πατρίδα των προγόνων μου είναι μια όμορφη ορεινή περιοχή. Κατά τη γνώμη μου, η λέξη "μεγαλοπρεπής" είναι η πιο κατάλληλη για αυτό τον τόπο» σημειώνει.
    Ο Σεργκέι Γαλάνη, στο σύντομο ταξίδι του στα Γιάννενα, δεν κατάφερε να βρει κάποια ή κάποιον συγγενή του: «Το μόνο, όταν έβλεπα το επίθετό μου, γραμμένο στις πινακίδες των οδών, η ψυχή μου γέμιζε με αίσθημα ανακούφισης, έτσι όπως αισθάνεται το μικρο παιδί, όταν σφιχταγκαλιάζει τη μητέρα του» λέει.
   Μιλώντας για τα μελλοντικά σχέδια, γνωστοποιεί ότι γράφει νέο μυθιστόρημα, στο οποίο ο ήρωάς του, είναι ένας Βούλγαρος, που προσπαθεί να φύγει από την σοσιαλιστική κλειστή χώρα του στην καπιταλιστική Ελλάδα, την εποχή του 1951. «Θέλω να εκδώσω επίσης τόμο με τις έρευνές μου για τους Έλληνες της Μπαλακλάβα (Κριμαία). Σκέφτηκα επίσης ότι θα μπορούσα να προσφέρω και στην προώθηση του τουρισμού στη Ρωσία. Να έρθουν οι Ρώσοι στην ιστορική μου πατρίδα, την Ήπειρο. Να μάθουν για τα υπέροχα βυζαντινά και τα άλλα μνημεία της περιοχής, την ιστορία του τόπου, να απολαύσουν τα μοναδικά τοπία, τα όμορφα χωριά και την ντόπια κουζίνα» επισημαίνει.
   Ο Σεργκέι Πιντσούκ Γαλάνης γεννήθηκε το 1968. Είναι απόγονος του Ηπειρώτη Ιωάννη Γαλάνη με καταγωγή από τα Γιάννενα, πολέμαρχου του Κριμαϊκού πολέμου του 1853-1856, ο οποίος, στη συνέχεια έμεινε στην Ρωσία.

   Ο Σεργκέι Γαλάνης το 1993 αποφοίτησε από τη σχολή φιλολογίας και δημοσιογραφίας του Κρατικού Πανεπιστήμιου Βαλτικής Εμμανουήλ Καντ. Στη συνέχεια ολοκλήρωσε μεταπτυχιακές σπουδές στο Ινστιτούτο Στρατηγικών Μελετών της Ρωσίας. Στην αρχή της σταδιοδρομίας του εργάστηκε σε μεγάλες ενεργειακές εταιρίες, έπειτα πέρασε στην υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσίας. Υπηρέτησε στη ρωσική διπλωματική αντιπροσωπεία στην Ουκρανία.
   Το αντικείμενο των επιστημονικών ενδιαφερόντων του, είναι πολιτική και στρατιωτική ιστορία, γεωπολιτική, εθνογραφία. Έχει δημοσιεύσει άρθρα στο ρωσικό και ξένο τύπο (ΗΠΑ, Ηνωμένο Βασίλειο, Ελλάδα, Ουκρανία). Όπως και επιστημονικά άρθρα αφιερωμένα στα ζητήματα στρατιωτικής ιστορίας, ελληνορωσικών σχέσεων και διεθνών σχέσεων στα Βαλκάνια κατά τους 18-19 αιώνες. Είναι μέλος του Κέντρου Ελληνορωσικών Ιστορικών Ερευνών (ΚΕΡΙΕ), μέλος Δ.Σ. του Συνδέσμου Φιλίας Ρωσίας-Ελλάδας-Κύπρου «Φιλία».
   Έχει γράψει και εκδώσει τα έξης βιβλία: 
   «Ελληνικό πεζικό σύνταγμα της Μπαλακλάβας στο πρώτο τέταρτο του 19 αιώνα» // στο συλλογικό έργο «Οι Έλληνες της Μπαλακλάβας και της Σεβαστούπολης» - Μόσχα, Ίνδρικ, 2013.
   «Ο λοχαγός Χρυσοβέργης» - μυθιστόρημα, Μόσχα, Πόντβιγκ, 2015. «Ο λοχαγός Χρυσοβέργης» - μυθιστόρημα, Χάρκοφ, Φόλιο, 2013.
   «Κριμαϊκός πόλεμος και η οδύσσεια της Ελληνικής Λεγεώνας» - μονογραφία, Μόσχα, Βέτσε, 2016.
   «Το βαλκανικό αστέρι του κόμη Ιγνάτιεφ»: μυθιστόρημα - Μόσχα, Βέτσε, 2018. «1000 χρόνια μαζί: τα καθοριστικά σημεία ιστορίας Ρωσίας και Ελλάδας»: Μόσχα, 2018 (ομαδικό έργο).
   «Οι Έλληνες της Ρωσίας: δρόμος προς την αναγέννηση (Δοκίμια της ιστορίας ελληνικού κοινωνικού κινήματος στην Ρωσία 1917-2017)» - Ρωσόφ-Ντόν, Ωμέγα Πριντ, 2019.
   Σοφία Προκοπίδου



Ο Εδουάρδος

Επιστρέφουν άνθρωποι... Κάποιοι ως ανάμνηση, Άλλοι σαν το άκουσμα. Μερικοί σε φωτογραφία. Πολύ λίγοι – οι ίδιοι, όπως...