Η Μάγια δεν βαριόταν που έμενε μόνη. Όλη
μέρα είχε να κάνει πολλά πράγματα. Βασικά πολύ της άρεζε το μικρό πράσινο
λιβαδάκι που έφτιαξε η Στέλλα. Ολόκληρα τέσσερα στρέμματα γης, με χοντρό χαλί
από πρασινάδα. Εκεί αισθανόταν πριγκίπισσα! Και είχε δίκιο. Όλα στην οικογένεια
στρέφονταν γύρω από αυτήν.

Η Μάγια ήταν μια φοράδα ολόλευκη, δεν
ήξερε ποιας ράτσας είναι, αλλά ήξερε ότι είναι όμορφη. Το άκουγε συνέχεια από
τους ανθρώπους. Άκουγε φωνές χαράς και θαυμασμού από τους φίλους της Στέλλας, στενούς και περαστικούς. Η Μάγια έκανε ό,τι
μπορούσε να δώσει περισσότερη χαρά στους ανθρώπους που έρχονταν να την δουν.
Πρώτα ένα περπάτημα από τη μιαν άκρη του
λιβαδιού μέχρι την άλλη. Τα βήματα αργά, αλλά με ένταση για να νιώσουν οι
θεατές τη δύναμή της. Το κεφάλι της το κρατούσε σταθερά με το βλέμμα μπρος, αλλά
κρυφά, με το ένα μάτι, έβλεπε πώς την κοιτούσαν οι επισκέπτες και την
φωτογράφιζαν. Όταν έφτανε στο τέλος του οικοπέδου, σταματούσε λίγο. Ποτέ δεν
ερχόταν κοντά, αν δεν το ζητούσε η Στέλλα. Μετά έκανε την ίδια διαδρομή επιστρέφοντας
στην άλλη άκρη του λιβαδιού της. Δεν πλησίαζε ανθρώπους. ΄Οχι πως τους φοβόταν,
καθόλου δεν τους φοβόταν, απλά ήξερε ότι
από μακριά είναι πιο ωραία να τη βλέπουν και δεν ήθελε να χαλάσει το
παραμύθι τους. Η Μάγια παρόλο που ήταν άλογο είχε σχεδόν ανθρώπινο μυαλό και ήξερε ότι οι άνθρωποι
καλύτερα καταλαβαίνουν τους άλλους, όταν
είναι απομακρυσμένοι, ενώ όταν έρχονται κοντά
αρχίζουν να συγκρίνουν τον εαυτό τους με τους άλλους και νομίζουν ότι είναι καλύτεροι και σοφότεροι
και ότι τα ξέρουν όλα…
Ο Κωνσταντής
Μερικές φορές, όταν δεν ήταν κάνεις σπίτι
και δεν ακουγόταν μουσική από τα ηχεία της αυλής του σπιτιού της Στέλλας, τη Μάγια την έπιανε η νοσταλγία για τον Κωνσταντή. Και
αυτός άλογο ήταν. Η ψυχή του σίγουρα
ήταν ανθρώπινη, γιατί είναι γνωστό ότι η ψυχή πάει όπου θέλει. Πόσες
ανθρώπινες ψυχές πήγαν στα ζώα και ψυχές ζώων σε ανθρώπους! Αυτό δεν το ξέρει
κανείς, μετά, στη διάρκεια της ζωής αποκαλύπτεται - και όχι πάντα.
Η Μάγια είχε ακούσει από τη Στέλλα για
την κακή μοίρα του Κωνσταντή, πριν τον
πάρει. Αλλά οι πληγές αν και κλείνουν, μένουν οι ουλές, που είναι χαραγμένες
μνήμες. Στον σύγχρονο κόσμο υπάρχουν τεχνικές, όπως το λέιζερ, που εξαφανίζει
τις ουλές, αλλά το
λέιζερ δεν μπορεί να κάψει τις ουλές του
εγκεφάλου που αποθήκευσαν τις μνήμες των πληγών. Στους ανθρώπους, όπως και στα
άλογα, υπάρχουν τα ίδια προβλήματα:
δύσκολα ξεχνούν το κακό.
Μια
φορά η Μάγια άκουσε από έναν καθηγητή, που ήταν φίλος της Στέλλας, ότι οι
άνθρωποι αν και ήρθαν στη ζωή για να είναι ευτυχισμένοι, δεν το θέλησαν. Πέσανε στην αμαρτία για να έχουν δρόμο προς
την αγιότητα. «Στην ταλαίπωρη ζωή τους
εκμεταλλεύονται τα ζώα, που είναι
κατώτερά τους», έλεγε. «Όχι!», σκέφτηκε τότε η Μάγια. «Εγώ δεν είμαι ζώο, άλογο είμαι!» και του το είπε
με τον τρόπο της, αφού του γύρισε την πλάτη, έφυγε απέναντι στον φράκτη του
λιβαδιού, χωρίς να κουνήσει την ουρά της. Φεύγοντας απέναντι άκουσε τη Στέλλα
να λέει στον καθηγητή: «Πρόσεχε πώς μιλάς! Η Μάγια τα καταλαβαίνει όλα!». Ο
επισκέπτης κοίταξε τη Μάγια που ήδη ήταν
μακριά του και είπε: «Μπορεί, αλλά δεν παύει να είναι ζώο - όχι άνθρωπος, αυτό
δεν αλλάζει». Εδώ η Στέλλα δεν απάντησε. Δεν έμπαινε στη διαδικασία της
διαφωνίας με κανέναν, απλά αυτοί που δεν την καταλάβαιναν ποτέ ξανά δεν έρχονταν
σπίτι της. Έκανε «τα μαγικά» και τους «εξαφάνιζε» από κοντά της.
Μια φορά η Μάγια άκουσε από καλή φίλη της Στέλλας:
«Πού είναι ο Κωνσταντής;»
«Έφυγε!»
απάντησε η Στέλλα.
«Έφυγε για πού;»
την ρώτησε ξανά.
«Έφυγε στα
απέραντα λιβάδια και είναι εκεί ευτυχισμένος!»
«Και πού στα
μέρη μας βρίσκονται τέτοια λιβάδια; Έχουμε;» επέμενε η άλλη.
Η Στέλλα δεν της
απάντησε, μόνο χαμογέλασε. Της άρεσε που
η γυναίκα αυτή, που δεν ήταν και
ξένη, δεν καταλάβαινε ότι το «έφυγε» σήμαινε «πέθανε». «Σαν να ζει
ο Κωνσταντής μου!»,
σκέφτηκε τότε.
Ο Κωνσταντής θα μπορούσε να ζήσει 45
χρόνια, όσο ζουν τα άλογα, αλλά η μοίρα του ήταν ταλαίπωρη και έφυγε στα 25
του. Η Στέλλα τον είδε πρώτη φορά στο πάρκο του Αγίου Νικολάου, κοντά στη
Νάουσα. Δεν πήγε εκεί τυχαία, έψαχνε ν’ αγοράσει ένα άλογο και της είπαν πως
πουλιέται εκεί ένα από αυτά τα τουριστικά, που πηγαίνουν βόλτες τους τουρίστες
στο πάρκο. Μόλις τον είδε, ήταν σίγουρη πως θα τον πάρει, ό,τι χρήματα και αν
ζήταγε το αφεντικό του. Ο Κωνσταντής την κοίταξε μέσα στα μάτια, στην ψυχή της
και κάπου εκεί, στη διαδρομή του κοιτάγματος
συναντήθηκαν, έγιναν ένα οι ψυχές τους. Η Στέλλα ήξερε ότι το άλογο ήταν
άρρωστο, είχε καρκίνο, ταλαιπωρημένο και θλιμμένο, αδύνατο και απελπισμένο,
ετοιμαζόταν για το τέλος της ζωής. Το αφεντικό του δεν τον λυπόταν, δεν τον τάιζε
καλά, συνέχεια έβαζε τις φωνές, πολλές φορές τον κτυπούσε
και τον θεωρούσε δύσκολο χαρακτήρα, αλλά ο Κωνσταντής δεν μίσησε το αφεντικό του, τον λυπόταν. Ήταν
ανόητος άνθρωπος, μοναχικός, άλλαζε
συνέχεια γυναίκες. Φαίνεται καμιά δεν τον ήθελε, γι’ αυτό ξεσπούσε στον Κωνσταντή. Οι γυναίκες, σαν τα
άλογα, το μόνο που θέλουν είναι η κατανόηση, η αγάπη χωρίς ανταλλάγματα. Αν
μιλούσε ο Κωνσταντής με ανθρώπινη μιλιά,
θα του έλεγε το μυστικό πώς να κρατήσει μια γυναίκα. Ήταν απλό: έπρεπε πρώτα να είναι καλός μαζί του, με το
άλογό του, και τότε θα εύρισκε γρήγορα τη γυναίκα της ζωής του. Πολλές φορές προσπαθούσε να του το πει με το
βλέμμα του, αλλά αυτός δεν ήθελε να καταλάβει και δεν άντεχε το βλέμμα του Κωνσταντή.
Στις υποχρεώσεις του Κωνσταντή ήταν να μεταφέρει
τις τουρίστριες που τον καβαλούσαν και βόλταραν στο πάρκο. Πάντα καταλάβαινε
τον χαρακτήρα κάθε μιας γυναίκας. Αν
είναι τρυφερή ή άγρια, δοτική ή αρπαχτική, έξυπνη ή χαζή, όμορφη ή
άσχημη… Τις έβλεπε, τις άκουγε, τις
μύριζε… Όλες οι γυναίκες τον άγγιζαν με τα σώματά τους. Μερικές τον έβλεπαν σαν ζώο, φώναζαν φοβισμένα σαν
τρελές. Αν ήθελε θα μπορούσε να τις σπρώξει να τις ρίξει κάτω, αλλά ποτέ δεν το
έκανε. Περίμενε τη στιγμή που θα κατέβουν μόνες τους. Είχε υπομονή να περιμένει
την απόφαση του άλλου.
Μια φορά ήρθε ένα ζευγάρι νέων να κάνουν
βόλτες με τα άλογα. Ο νεαρός πήρε τη
φοράδα, τη Σίσυ, και η κοπέλα τον Κωνσταντή. Ήταν φοβητσιάρα, αλλά ήθελε να
δοκιμάσει πώς είναι πάνω στο άλογο, σ’ «ένα ζωντανό κινούμενο βουνό», όπως
είπε. Ο νεαρός καβάλησε τη Σίσυ και αμέσως εξαφανίστηκε μέσα στα δέντρα,
αφήνοντας την κοπέλα. Αυτή, μόλις
ανέβηκε στο άλογο, ένιωσε πως
θέλει αμέσως να κατέβει. «Δεν θα τα καταφέρω, φοβάμαι πολύ!», φώναξε στο αφεντικό τού Κωνσταντή. Το αφεντικό τής
λέει: «Μη φοβάσαι... εγώ εδώ είμαι!», αλλά η κοπέλα φοβόταν τόσο πολύ που
άρχισε να τρέμει. Ο Κωνσταντής είχε καταλάβει, φοβήθηκε που έμεινε μόνη, γιατί ο νεαρός
έτρεξε μακριά της με μεγάλο ενθουσιασμό για την περιπέτεια. Ο Κωνσταντής αν μιλούσε, θα της έλεγε να μην τον
παντρευτεί ποτέ. «Έφυγε ο βλάκας και την
άφησε, αυτή φοβήθηκε πολύ πάνω
μου, τι θα την κάνω;» Ξεκίνησε να περπατά πολύ προσεκτικά για να μην πατήσει
καμιά πέτρα ή να μην μπει σε καμιά λακκούβα. Έτσι σιγά-σιγά περπατήσανε και η
κοπέλα σύντομα ηρέμησε, δεν έτρεμε πια, κοιτούσε γύρω της, έβλεπε την ομορφιά του
δάσους.
Όταν επέστρεψαν από την ημίωρη
βόλτα, ο νεαρός με τη Σίσυ την περίμενε
ήδη κι έτρεξε κοντά της να την φιλήσει. Της
είπε ότι πήγε πολύ καλά η βόλτα του. Η κοπέλα δεν του έδωσε τα χείλη της. Μετά
γύρισε να δει τον Κωνσταντή και τον φίλησε στο κεφάλι χωρίς ίχνος φόβου.
«Μπράβο, κοπέλα μου!» της «είπε» ο Κωνσταντής
και η κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια και του «είπε»: «Τώρα δεν φοβάμαι! Άλογό μου!»…
«Μου είπε «μου»,
με αγάπησε!», σκέφτηκε ευτυχισμένος ο Κωνσταντής
και κούνησε την ουρά του με πολύ αέρα,
σαν να ήταν πουλαράκι …
Η Στέλλα
Πέρασαν χρόνια, η Στέλλα δεν
παντρεύτηκε, σαν να περίμενε όχι άνδρα,
αλλά ένα άλογο. Άργησε να καταλάβει πως
έμεινε μόνη της. Αποφάσισε να αγοράσει ένα άλογο. Χρήματα δυστυχώς δεν είχε. Της
ήρθε η ιδέα να ψάξει άλογα σε πολύ χαμηλή τιμή, αυτά που δεν τα θέλουν για διάφορους λόγους- αρρώστιας
ή γηρατειών. Έτσι έφθασε στον Κωνσταντή
και όταν τον πρωτοείδε θυμήθηκε πως ακριβώς αυτόν έβλεπε στα όνειρά της. Με το
φορτηγάκι τον μετέφερε σπίτι της, στο χωριό που ζούσε.
Με τον ερχομό του Κωνσταντή στη ζωή της
Στέλλας έγιναν διάφορα θαύματα. Το πρώτο θαύμα ήταν όταν μόλις σκέφτηκε: «Καλό είναι να έχει ο Κωνσταντής
παρέα!», της έφεραν μια φοράδα μικρή από
έναν στάβλο, που διαλύθηκε, μετά από κάποιες ατυχείς συγκυρίες των ανθρώπων που
τον είχαν. Την παρακάλεσαν να πάρει, έστω προσωρινά, τη Μάγια. Το δεύτερο θαύμα
έγινε όταν ο Κωνσταντής γρήγορα, από ένα άρρωστο άλογο που ήταν, ζωντάνεψε και
άρχισε να δείχνει απόλυτα γερός και δυνατός.
Σίγουρα τον βοήθησε η μικρή Μάγια. Σαν μεγαλύτερος και αρσενικός
αισθάνθηκε ευθύνη γι’ αυτήν. Έτρεχαν μαζί, έπαιζαν μαζί, όλα μαζί! Ο καρκίνος «κρύφτηκε»,
διαπίστωσε ο κτηνίατρος. Ο Κωνσταντής και η Μάγια έγιναν φιλικό ζευγάρι.
Συνέχεια μαζί, ο ένας πάει σε μια γωνιά του λιβαδιού, η άλλη αμέσως εκεί… Τριβόντουσαν
με τα κεφάλια, σαν να έλεγαν: «εγώ για σένα ζω – εσύ για μένα ζήσε!»
Μετά ήρθε και το τρίτο θαύμα. Εκεί μέσα στο διαδίκτυο
που συνομιλούσε με πολλούς φίλους η
Στέλλα, εμφανίστηκε ένας, που αρχικά δεν του έδωσε σημασία. ΄Ηταν κάποιος από τους πολλούς φίλους, που ενδιαφερόταν για τα
άλογα. Γιώργη τον έλεγαν. Δύο περίπου
μήνες επικοινωνούσαν στο διαδίκτυο και μια μέρα η Στέλλα τον κάλεσε σπίτι της
να δει τα άλογά της. Και ήρθε ο Γιώργης από τη μακρινή Πελοπόννησο και έμεινε.
Ήρθε για Σαββατοκύριακο και δεν γύρισε. «Βρήκα επιτελούς αγάπη», της είπε. Την ίδια τη Στέλλα, το λιβαδάκι με τον Κωνσταντή
και τη Μάγια – όλα ήταν γεμάτα με τόση αγάπη… Θυμήθηκε τον αρχαίο Σωκράτη που φανταζόταν την ψυχή ως
μια αθάνατη ουσία, η οποία κινείται στον υπερουράνιο χώρο διαιρεμένη σε τρία
μέρη, τα δύο από τα οποία έχουν μορφή αλόγου και το τρίτο μορφή ηνίοχου. Το
ένα κακότροπο, που συμβολίζει το αισθησιακό στοιχείο του ανθρώπου και την
ευτέλεια της σάρκας και το άλλο πνευματικό, που συγγενεύει με τους θεούς και
μπορεί να ατενίζει το υπερουράνιο κάλλος…
Η
Στέλλα δεν είχε καμιά αμφιβολία
για τον Γιώργη, αφού δυο μήνες
μιλούσαν και τα είπαν όλα. Της αρκούσε να αγαπήσει ο Γιώργης τα άλογά της και
μετά αυτήν την ίδια. Σαν να έγινε ο Ηνίοχος, που θα τα ισορροπούσε όλα, θα έφερνε στη ζωή τους την αγνότητα. Η ζωή τους έστρωσε
στον ρυθμό του βηματισμού των αλόγων: τουκ-τουκ- τουκ … Έφτιαξαν μελίσσια, το
μέλι τους έφερε χρήματα, οικονομική άνεση και μια γλύκα. Ο Γιώργης απέκτησε μια συνήθεια. Όταν ήθελε να πει κάτι στη Στέλλα,
κάτι σοβαρό, την κοιτούσε στα μάτια, αλλά όχι επίμονα, απλά με αγάπη, σαν τον
Κωνσταντή, που δεν είχε γλώσσα να μιλήσει …
Σοφία Προκοπίδου
(Το διήγημα από το νέο μου βιβλίου που δεν εκδόθηκε ακόμα)
Σοφία Προκοπίδου
(Το διήγημα από το νέο μου βιβλίου που δεν εκδόθηκε ακόμα)